Οι Προφήτες

Ανάλυση και συζητήσεις γύρω από τα βιβλία της Παλαιάς Διαθήκης

Συντονιστές: Νίκος, Anastasios68, johnge

Άβαταρ μέλους
Γαβριήλ
Δημοσιεύσεις: 110
Εγγραφή: Τετ Αύγ 01, 2012 3:36 pm

Re: Οι Προφήτες

Δημοσίευσηαπό Γαβριήλ » Κυρ Δεκ 16, 2012 4:06 pm

Προφήτης Δανιήλ και οι Άγιοι Τρεις Παίδες Ανανίας, Αζαρίας και Μισαήλ (17 Δεκεμβρίου)

Εικόνα

Eις τον Δανιήλ.
Ὕπαρ, Θεέ, βλέπει σε νῦν ἐπὶ θρόνου,
Τμηθεὶς Δανιήλ, οὐκ ὄναρ καθὼς πάλαι.

Eις τους τρεις Παίδας.
Εἰ μὴ θανεῖν τρεῖς Παῖδες ἤρων ἐκτόπως,
Ὡς τοῦ πυρὸς πρίν, ἦρχον ἂν καὶ τοῦ ξίφους.

Ἑβδομάτῃ δεκάτῃ Δανιὴλ τάμον, ὃς βλέπει μέλλον.


Βιογραφία

Ο προφήτης Δανιήλ είναι ένας από τους τέσσερις μεγάλους προφήτες και έζησε στα τέλη του 7ου με τις αρχές 6ου π.Χ. αιώνα. Ανήκε στη φυλή του Ιούδα, ήταν από βασιλικό γένος και γεννήθηκε στην Άνω Βηθαρά.

Νήπιο ακόμα, οδηγήθηκε μαζί με τους γονείς του αιχμάλωτος στη Βαβυλώνα. Με την πρόνοια του Ναβουχοδονόσορα, ο Δανιήλ (που ο αυτοκράτορας μετονόμασε Βαλτάσαρ) με τους τρεις Εβραίους νεαρούς, Ανανία, Αζαρία και Μισαήλ, σπούδασαν στην αυτοκρατορική αυλή. Επειδή η απόδοσή τους στις σπουδές ήταν άριστη, όταν ενηλικιώθηκαν ο βασιλιάς τους έδωσε μεγάλη θέση στο κράτος. Μάλιστα ο Δανιήλ είχε το χάρισα να ερμηνεύει όνειρα και αργότερα προφήτευσε και τον ερχομό του Υιού του ανθρώπου.

Κάποτε όμως ο Ναβουχοδονόσωρ, έκανε δική του χρυσή εικόνα και απαίτησε απ' όλους τους αξιωματούχους και το λαό να την προσκυνήσουν. Ο Δανιήλ έλειπε σε αποστολή. Ήταν όμως οι τρεις παίδες, που δεν προσκύνησαν την εικόνα. Αμέσως καταγγέλθηκαν στο βασιλιά. Αυτός τους είπε ότι, αν πράγματι δεν προσκύνησαν, τους περιμένει το καμίνι της φωτιάς. Τότε οι τρεις παίδες απάντησαν: «Άκου βασιλιά, ο ουράνιος Θεός, τον οποίο εμείς λατρεύουμε, είναι τόσο δυνατός, που μπορεί να μας βγάλει σώους και αβλαβείς από το καμίνι της φωτιάς και να μας σώσει από τα χέρια σου. Αλλά και αν ακόμα δεν το κάνει, να ξέρεις ότι τους θεούς σου δε λατρεύουμε και την εικόνα σου δεν προσκυνάμε».

Πράγματι, όταν τους έριξαν στη φωτιά, οι τρεις παίδες βγήκαν σώοι και αβλαβείς. Το ίδιο συνέβη αργότερα και με το Δανιήλ, όταν ο Δαρείος τον έριξε στο λάκκο των λεόντων, επειδή έκανε την προσευχή του, ενώ ο βασιλιάς είχε διατάξει για 30 μέρες να μη κάνει κανείς ιδιαίτερη προσευχή.

Βλέποντας το θαύμα ο Δαρείος, κράτησε το Δανιήλ στην αυλή του, όπου παρέμεινε και πέθανε σε βαθιά γεράματα, πιθανότατα, στα Σούσα.


Ἀπολυτίκιον
Ἦχος β’.

Μεγάλα τὰ τῆς πίστεως κατορθώματα! ἐν τῇ πηγῇ τῆς φλογός, ὡς ἐπὶ ὕδατος ἀναπαύσεως, οἱ ἅγιοι τρεῖς παῖδες ἠγάλλοντο· καὶ ὁ Προφήτης Δανιήλ, λεόντωv ποιμήv, ὡς προβάτων ἐδείκνυτο. Ταῖς αὐτῶν ἰκεσίαις, Χριστὲ ὁ Θεός, ἐλέησον ἡμᾶς.

Κοντάκιον
Ἦχος πλ. β’ . Αὐτόμελον.

Χειρόγραφον εἰκόνα μὴ σεβασθέντες, ἀλλ᾽ ἀγράφῳ οὐσίᾳ θωρακισθέvτες, τρισμακάριοι ἐν τῷ σκάμματι, τοῦ πυρὸς ἐδοξάσθητε· ἐν μέσῳ δὲ φλογός, ἀvυποστάτου ἱστάμεvοι, Θεὸν ἐπεκαλεῖσθε· Τάχυνοv ὦ οἰκτίρμωv, καὶ σπεῦσον ὡς ἐλεήμωv, εἰς τὴv βοήθειαν ἡμῶv, ὅτι δύνασαι βουλόμενος.

Ἕτερον Κοντάκιον
Ἦχος γ’ Ἡ Παρθένος σήμερον.

Καθαρθεῖσα Πνεύματι, ἡ καθαρά σου καρδία, προφητείας γέγονε, φαεινοτάτης δοχεῖον· βλέπεις γὰρ ὡς ἐνεστῶτα τὰ μακρὰν ὄντα, λέοντας, ἀποφιμοῖς δὲ βληθείς ἐν λάκκῳ· διὰ τοῦτό σε τιμῶμεν, Προφῆτα Μάκαρ, Δανιὴλ Ἔνδοξε.

Κάθισμα
Ἦχος πλ. δ’. Τὴν Σοφίαν καὶ Λόγον.

Προφητείας τὴν χάριν πεπλουτηκώς, τῆς Παρθένου τὸν Τόκον σκιαγραφεῖς, καὶ λύεις ὀνείρατα, τῶν κρατούντων σαφέστατα, ἐμβληθεὶς δὲ λάκκῳ, ὡς Μάρτυς ἐδίδαξας, παραδόξως Μάκαρ, νηστεύειν τοὺς λέοντας· ὅθεν καταστρέψας, τῶν ἀθέων τὸ σέβας, τὸν δράκοντα ἔκτεινας, ἀριστεύσας λαμπρότατα, Δανιὴλ Ἀξιάγαστε. Πρέσβευε Χριστῷ τῷ Θεῷ, τῶν πταισμάτων ἄφεσιν δωρήσασθαι, τοῖς ἑορτάζουσι πόθῳ, τὴν ἁγίαν μνήμην σου.

Ὁ Οἶκος
Ἐκτεινόν σου τὴν χεῖρα, ἧς πάλαι ἔλαβον πεῖραν Αἰγύπτιοι πολεμοῦντες, καὶ Ἑβραῖοι πολεμούμενοι, μὴ καταλίπῃς ἡμᾶς, καὶ καταπίῃ ἡμᾶς θάνατος, ὁ διψῶν ἡμᾶς, καὶ Σατᾶν ὁ μισῶν ἡμᾶς, ἀλλ' ἔγγισον ἡμῖν, καὶ φεῖσαι τῶν ψυχῶν ἡμῶν, ὡς ἐφείσω ποτὲ τῶν Παίδων σου, τῶν ἐν Βαβυλῶνι ἀπαύστως ἀνυμνούντων σε, καὶ βληθέντων ὑπὲρ σοῦ εἰς τὴν κάμινον, καὶ ἐκ ταύτης κραυγαζόντων σοι. Τάχυνον ὁ οἰκτίρμων, καὶ σπεῦσον ὡς ἐλεήμων, εἰς τὴν βοήθειαν ἡμῶν, ὅτι δύνασαι βουλόμενος.

Πηγή: http://www.saint.gr/3282/saint.aspx



Άβαταρ μέλους
Achilleas
Δημοσιεύσεις: 2088
Εγγραφή: Παρ Ιούλ 27, 2012 7:09 pm

Ο Προφήτης Μαλαχίας

Δημοσίευσηαπό Achilleas » Τετ Ιαν 02, 2013 9:24 pm

Ο Προφήτης Μαλαχίας

Εικόνα

Το έργο κατατάσσεται στα Προφητικά Βιβλία της Παλαιάς Διαθήκης, τελευταίο στην υποομάδα «Δώδεκα Προφήτες». Ανάλογη θέση κατέχει και στην Εβραϊκή Βίβλο, στην υποομάδα «μεταγενέστεροι Προφήτες» της ομάδας «Προφήτες».

Το βιβλίο «Μαλαχίας» περιέχει τους λόγους του ομώνυμου προφήτη, ο οποίος έδρασε κατά την μεταιχμαλωσιακή περίοδο, μετά την αποπεράτωση της ανοικοδόμησης του ναού της Ιερουσαλήμ (515 π.Χ,).

Το περιεχόμενο του βιβλίου αποτελείται από έξι αυτοτελείς λόγους. Με τους λόγους του ο προφήτης καλεί ιερείς και λαό να ανανεώσουν την πιστότητά τους στη διαθήκη τους με το Θεό. Καταγγέλλει την αδιαφορία στην αυστηρή τήρηση των τελετουργικών διατάξεων και καταφέρεται κατά των μικτών γάμων και των διαζυγίων. Παράλληλα όμως διαβεβαιώνει ότι ο Θεός θα έρθει για να κρίνει και να εξαγνίσει το λαό του, αφού προηγουμένως στείλει τον αγγελιαφόρο του για να προετοιμάσει το δρόμο του.



ΚΕΦΑΛΑΙΟ 1- Η αγάπη του Θεού για τον Ισραήλ και η κρίση του κατά των ιερέων.

Η αγάπη του Θεού για τον Ισραήλ

Μαλ. 1,1 Λῆμμα λόγου Κυρίου ἐπὶ τὸν Ἰσραὴλ ἐν χειρὶ ἀγγέλου αὐτοῦ· θέσθε δὴ ἐπὶ τὰς καρδίας ὑμῶν.

Μαλ. 1,1 Απειλητική κατά του ισραηλιτικού λαού απόφασις, ληφθείσα και λεχθείσα παρά Κυρίου δια μέσου του αγγελιαφόρου του, Μαλαχίου· θέσατε αυτά εις τας καρδίας σας.

Μαλ. 1,2 Ἠγάπησα ὑμᾶς, λέγει Κύριος. καὶ εἴπατε· ἐν τίνι ἠγάπησας ἡμᾶς; οὐκ ἀδελφὸς ἦν Ἡσαῦ τοῦ Ἰακώβ; λέγει Κύριος, καὶ ἠγάπησα τόν Ἰακώβ,

Μαλ. 1,2 Ο Κυριος λέγει προς τους Ισραηλίτας· εγώ σας ηγάπησα και σεις ασεβώς είπατε· Πως και εις τι εξεδηλώθη η αγάπη σου προς ημάς; Ο Ησαύ δεν ήτο αδελφός του Ιακώβ; Λέγει ο Κυριος. Και εν τούτοις εγώ ηγάπησα τον Ιακώβ τον πρόγονόν σας,

Μαλ. 1,3 τὸν δὲ Ἡσαῦ ἐμίσησα καὶ ἔταξα τὰ ὅρια αὐτοῦ εἰς ἀφανισμὸν καὶ τὴν κληρονομίαν αὐτοῦ εἰς δώματα ἐρήμου;

Μαλ. 1,3 τον δε Ησαύ εμίσησα και επήρα την απόφασιν να καταστροφή η χώρα του και η κληρονομία του αυτή να γίνη κατοικία των αγρίων ζώων της ερήμου.

Μαλ. 1,4 διότι ἐρεῖ ἡ Ἰδουμαία· κατέστραπται, καὶ ἐπιστρέψωμεν καὶ ἀνοικοδομήσωμεν τὰς ἐρήμους. τάδε λέγει Κύριος παντοκράτωρ· αὐτοὶ οἰκοδομήσουσι, καὶ ἐγὼ καταστρέψω· καὶ ἐπικληθήσεται αὐτοῖς ὅρια ἀνομίας καὶ λαὸς ἐφ᾿ ὃν παρατέτακται Κύριος ἕως αἰῶνος.

Μαλ. 1,4 Και αν τυχόν είπουν οι Ιδουμαίοι, οι απόγονοι του Ησαύ, κατεστράφη βέβαια η χώρα μας, ημείς όμως θα επιστρέψωμεν και θα ανοικοδομήσωμεν τας ερημωθείσας περιοχάς. Αλλά ο Κυριος ο παντοκράτωρ λέγει τα εξής· αυτοί θα οικοδομήσουν και εγώ θα καταστρέψω. Η χώρα των δια τας αμαρτίας αυτών θα ονομασθή περιοχή ανομίας, ο δε λαός της θα είναι εκείνος, εναντίον του οποίου αντιτάσσεται δια παντός ο Κυριος.

Μαλ. 1,5 καὶ οἱ ὀφθαλμοί ὑμῶν ὄψονται, καὶ ὑμεῖς ἐρεῖτε· ἐμεγαλύνθη Κύριος ὑπεράνω τῶν ὁρίων τοῦ Ἰσραήλ.

Μαλ. 1,5 Θα τα ίδουν οι οφθαλμοί σας αυτά, ω Ισραηλίται, και θα είπετε· Μέγας είναι όντως ο Κυριος υπεράνω από όλην την έκτασιν της ισραηλιτικής χώρας.



Η κρίση του Θεού κατά των ιερέων

Μαλ. 1,6 Υἱὸς δοξάζει πατέρα καὶ δοῦλος τὸν κύριον αὐτοῦ. καὶ εἰ πατήρ εἰμι ἐγώ, ποῦ ἐστιν ἡ δόξα μου; καὶ εἰ Κύριός εἰμι ἐγώ, ποῦ ἐστιν ὁ φόβος μου; λέγει Κύριος παντοκράτωρ. ὑμεῖς οἱ ἱερεῖς οἱ φαυλίζοντες τὸ ὄνομά μου· καὶ εἴπατε· ἐν τίνι ἐφαυλίσαμεν τὸ ὄνομά σου;

Μαλ. 1,6 Ο υιός τιμά τον πατέρα και ο δούλος τον κύριόν του. Εάν, λοιπόν, εγώ είμαι πατήρ σας, που είναι η δόξα και η τιμή μου εκ μέρους σας; Και εάν εγώ είμαι ο Κυριος σας, που είναι ο φόβος σας απέναντί μου; Λέγει Κυριος ο παντοκράτωρ. Σεις ιερείς, οι οποίοι κατεξευτελίζετε το Ονομά μου και έπειτα ελέγατε· εις τι και κατά ποίον τρόπον ημείς εξηυτελίσαμεν το Ονομά σου;

Μαλ. 1,7 προσάγοντες πρὸς τὸ θυσιαστήριόν μου ἄρτους ἠλισγημένους, καὶ εἴπατε· ἐν τίνι ἠλισγήσαμεν αὐτούς; ἐν τῷ λέγειν ὑμᾶς· τράπεζα Κυρίου ἠλισγημένη ἐστὶ καὶ τὰ ἐπιτιθέμενα ἐξουδενώσατε.

Μαλ. 1,7 Εξηυτελίσατε και κατεφρονήσατε το Ονομά μου, με το να προσφέρετε στο θυσιαστήριόν μου θυσίας άρτων μολυσμένων και εν τούτοις ηρωτήσατε· εις τι και πως προσεφέραμεν τοιαύτας μολυσμένας θυσίας; Αλλά τι ερωτάτε, αφού σεις οι ίδιοι, λέγετε· το θυσιαστήριον, η τράπεζα αυτή του Κυρίου, είναι μολυσμένη. Σεις οι ίδιοι προσεφέρατε προς θυσίαν ευτελή και ανάξια λόγου.

Μαλ. 1,8 διότι ἐὰν προσαγάγητε τυφλὸν εἰς θυσίας, οὐ κακόν; καὶ ἐὰν προσαγάγητε χωλὸν ἢ ἄῤῥωστον, οὐ κακόν; προσάγαγε δὴ αὐτῷ τῷ ἡγουμένῳ σου, εἰ προσδέξεται αὐτό, εἰ λήψεται πρόσωπόν σου, λέγει Κύριος παντοκράτωρ.

Μαλ. 1,8 Διότι εάν προσφέρετε προς θυσίαν τυφλόν ζώον, δεν είναι αυτό κάτι κακόν; Εάν προσφέρετε χωλόν η άρρωστον, δεν είναι αυτό παράνομον; Πρόσφερε αυτό στον άρχοντά σου και θα ίδης, εάν θα το δεχθή. Θα ίδης, εάν θα διατεθή ευμενώς απέναντί σου, λέγει Κυριος ο Παντοκράτωρ.

Μαλ. 1,9 καὶ νῦν ἐξιλάσκεσθε τὸ πρόσωπον τοῦ Θεοῦ ὑμῶν καὶ δεήθητε αὐτοῦ· ἐν χερσὶν ὑμῶν γέγονε ταῦτα· εἰ λήψομαι ἐξ ὑμῶν πρόσωπα ὑμῶν; λέγει Κύριος παντοκράτωρ.

Μαλ. 1,9 Λοιπόν, δια τα αμαρτήματά σας αυτά φροντίσατε να εξιλεώσετε το πρόσωπον του Θεού σας και παρακαλέσατε αυτόν μετά πίστεως, διότι με τα ίδια σας τα χέρια έγιναν αυταί αι παρανομίαι. Εγώ ο Θεός είναι δυνατόν να μεροληπτήσω προς χάριν σας; Λέγει ο Κυριος ο Παντοκράτωρ.

Μαλ. 1,10 διότι καὶ ἐν ὑμῖν συγκλεισθήσονται θύραι, καὶ οὐκ ἀνάψεται τὸ θυσιαστήριόν μου δωρεάν· οὐκ ἔστι μου θέλημα ἐν ὑμῖν, λέγει Κύριος παντοκράτωρ, καὶ θυσίαν οὐ προσδέξομαι ἐκ τῶν χειρῶν ὑμῶν.

Μαλ. 1,10 Διότι εξ αιτίας ιδικής σας θα κλεισθούν αι θύραι του ναού και δεν θα ανάπτη πλέον ασκόπως και ματαίως στο θυσιαστήριόν μου το πυρ των θυσιών. Δεν ευαρεστούμαι πλέον εις σας, λέγει ο Κυριος ο Παντοκράτωρ, και δεν θα δεχθώ πλέον θυσίαν από τα χέρια σας.

Μαλ. 1,11 διότι ἀπὸ ἀνατολῶν ἡλίου ἕως δυσμῶν τὸ ὄνομά μου δεδόξασται ἐν τοῖς ἔθνεσι, καὶ ἐν παντὶ τόπῳ θυμίαμα προσάγεται τῷ ὀνόματί μου καὶ θυσία καθαρά, διότι μέγα τὸ ὄνομά μου ἐν τοῖς ἔθνεσι, λέγει Κύριος παντοκράτωρ.

Μαλ. 1,11 Διότι από ανατολών ηλίου μέχρι δυσμών θα δοξάζεται το Ονομά μου μεταξύ των εθνών και εις κάθε τόπον θα προσφέρεται θυμίαμα στο Ονομά μου, θυσία καθαρά, διότι θα γίνη πλέον μέγα και σεβαστόν μεταξύ των εθνών το Ονομά μου, λέγει Κυριος ο παντοκράτωρ.

Μαλ. 1,12 ὑμεῖς δὲ βεβηλοῦτε αὐτὸ ἐν τῷ λέγειν ὑμᾶς· τράπεζα Κυρίου ἠλισγημένη ἐστί, καὶ τὰ ἐπιτιθέμενα ἐξουδένωται βρώματα αὐτοῦ.

Μαλ. 1,12 Σεις όμως βεβηλώνετε το θυσιαστήριόν μου, όπως άλλως τε και σεις οι ίδιοι ομολογείτε, ότι η τράπεζα, το θυσιαστήριον δηλαδή του Κυρίου, είναι μολυσμένη και τα προσφερόμενα εκεί προς θυσίαν είναι εξευτελισμένα και άνευ αξίας.

Μαλ. 1,13 καὶ εἴπατε· ταῦτα ἐκ κακοπαθείας ἐστί, καὶ ἐξεφύσησα αὐτά, λέγει Κύριος παντοκράτωρ· καὶ εἰσεφέρετε ἁρπάγματα καὶ τὰ χωλὰ καὶ τὰ ἐνοχλούμενα· καὶ ἐὰν φέρητε τὴν θυσίαν, εἰ προσδέξομαι αὐτὰ ἐκ τῶν χειρῶν ὑμῶν; λέγει Κύριος παντοκράτωρ.

Μαλ. 1,13 Προφασιζόμενοι λέγετε, ότι προσφέρετε τόσον πτωχά ένεκα της στερήσεως και της ανάγκης σας. Αλλά αυτά εγώ τα απέρριψα και τα διεσκόρπισα, λέγει Κυριος παντοκράτωρ. Σεις προσφέρετε θυσίας προερχομένας από αρπαγήν, ακόμη δε τα χωλά και τα ασθενικά. Εάν λοιπόν τέτοιες ευτελείς θυσίες προσφέρετε, είναι δυνατόν εγώ να δεχθώ αυτάς από τα χέρια σας; Λέγει Κυριος ο Παντοκράτωρ.

Μαλ. 1,14 καὶ ἐπικατάρατος ὃς ἦν δυνατὸς καὶ ὑπῆρχεν ἐν τῷ ποιμνίῳ αὐτοῦ ἄρσεν καὶ εὐχὴ αὐτοῦ ἐπ᾿ αὐτῷ καὶ θύει διεφθαρμένον τῷ Κυρίῳ· διότι βασιλεὺς μέγας ἐγώ εἰμι, λέγει Κύριος παντοκράτωρ, καὶ τὸ ὄνομά μου ἐπιφανὲς ἐν τοῖς ἔθνεσι.

Μαλ. 1,14 Καταραμένος θα είναι εκείνος, ο οποίος, ενώ είχε την δυνατότητα, υπήρχε δε στο ποίμνιόν του αρσενικόν ζώον, επί δε τούτοις το είχε τάξει προς θυσίαν, αντί να προσφέρη αυτό, προσφέρει θυσίαν προς τον Κυριον ζώον βλαμμένον. Διότι εγώ είμαι μέγας βασιλεύς, λέγει ο Κυριος ο Παντοκράτωρ και το Ονομά μου είναι περιφανές μεταξύ των εθνών.



ΚΕΦΑΛΑΙΟ 2- Η κρίση του Θεού κατά των ιερέων. Μικτοί γάμοι και διαζύγια.

Η κρίση του Θεού κατά των ιερέων

Μαλ. 2,1 Καὶ νῦν ἡ ἐντολὴ αὕτη πρὸς ὑμᾶς, οἱ ἱερεῖς·

Μαλ. 2,1 Και τώρα αυτή είναι η εντολή μου προς σας, ω ιερείς.

Μαλ. 2,2 ἐὰν μὴ ἀκούσητε, καὶ ἐὰν μὴ θῆσθε εἰς τὴν καρδίαν ὑμῶν τοῦ δοῦναι δόξαν τῷ ὀνόματί μου, λέγει Κύριος παντοκράτωρ, καὶ ἐξαποστελῶ ἐφ᾿ ὑμᾶς τὴν κατάραν καὶ ἐπικαταράσομαι τὴν εὐλογίαν ὑμῶν καὶ καταράσομαι αὐτήν· καὶ διασκεδάσω τὴν εὐλογίαν ὑμῶν, καὶ οὐκ ἔσται ἐν ὑμῖν, ὅτι ὑμεῖς οὐ τίθεσθε εἰς τὴν καρδίαν ὑμῶν.

Μαλ. 2,2 Εάν δεν υπακούσετε και δεν πάρετε απόφασιν με όλην σας την καρδιά, να δώσετε ειλικρινώς δόξαν στο Ονομά μου, λέγει Κυριος ο Παντοκράτωρ, θα αποστείλω εναντίον σας την κατάραν, θα καταρασθώ και θα μεταβάλω την ευλογίαν σας, ώστε να γίνη κατάρα. Θα καταρασθώ αυτήν, θα διαλύσω την ευλογίαν σας, ώστε να μη είναι πλέον μαζή σας, διότι σεις ούτε εις αυτήν ούτε στον Νομον μου αποδίδετε πλέον σημασίαν.

Μαλ. 2,3 ἰδοὺ ἐγὼ ἀφορίζω ὑμῖν τὸν ὦμον καὶ σκορπιῶ ἔνυστρον ἐπὶ τὰ πρόσωπα ὑμῶν, ἔνυστρον ἑορτῶν ὑμῶν, καὶ λήψομαι ὑμᾶς εἰς τὸ αὐτό·

Μαλ. 2,3 Ιδού, εγώ θα σας αφαιρέσω και θα σας στερήσω από τον ώμον των θυσιαζομένων ζώων, τον οποίον σύμφωνα με τον Νομον του Μωϋσέως εδικαιούσθε να λαμβάνετε. Κατά δε τας εορτάς σας θα σκορπίσω στο πρόσωπόν σας τον ακάθαρτον στόμαχον των θυσιαζομένων ζώων. Θα σας πάρω και θα σας πετάξω εις αυτόν τον τόπον των απορριμμάτων.

Μαλ. 2,4 καὶ ἐπιγνώσεσθε διότι ἐγὼ ἐξαπέσταλκα πρὸς ὑμᾶς τὴν ἐντολὴν ταύτην τοῦ εἶναι τὴν διαθήκην μου πρὸς τοὺς Λευίτας, λέγει Κύριος παντοκράτωρ.

Μαλ. 2,4 Ετσι δε τιμωρούμενοι θα μάθετε, ότι εγώ έχω δώσει την εντολήν, δια να μένη στερεά και αμετακίνητος η διαθήκη μου με τους Λευΐτας, λέγει Κυριος ο Παντοκράτωρ.

Μαλ. 2,5 ἡ διαθήκη μου ἦν μετ᾿ αὐτοῦ τῆς ζωῆς καὶ τῆς εἰρήνης, καὶ ἔδωκα αὐτῷ ἐν φόβῳ φοβεῖσθαί με καὶ ἀπὸ προσώπου ὀνόματός μου στέλλεσθαι αὐτόν.

Μαλ. 2,5 Η συνθήκη μου με την φυλήν Λευϊ ήτο συγχρόνως και υπόσχεσις μακροζωΐας και ειρήνης. Εδίδαξα την φυλήν Λευϊ να με φοβήται και να με σέβεται και να συστέλλεται και απλώς όταν ακούη το Ονομά μου.

Μαλ. 2,6 νόμος ἀληθείας ἦν ἐν τῷ στόματι αὐτοῦ, καὶ ἀδικία οὐχ εὑρέθη ἐν χείλεσιν αὐτοῦ· ἐν εἰρήνῃ κατευθύνων ἐπορεύθη μετ᾿ ἐμοῦ καὶ πολλοὺς ἐπέστρεψεν ἀπὸ ἀδικίας.

Μαλ. 2,6 Εις τους Λευΐτας, κατά τον παλαιόν καιρόν, ο Νομος αυτός της αληθείας ήτο πάντοτε εις τυ στόμα των, και η αδικία δεν ανεφέρετο καν εις τα χείλη αυτών. Ούτοι επορεύοντο τας ημέρας της ζωής των εν ειρήνη μαζή μου και πολλούς επανέφεραν δια της μετανοίας από τον δρόμον του κακού στον Θεόν.

Μαλ. 2,7 ὅτι χείλη ἱερέως φυλάξεται γνῶσιν, καὶ νόμον ἐκζητήσουσιν ἐκ στόματος αὐτοῦ, διότι ἄγγελος Κυρίου παντοκράτορός ἐστιν.

Μαλ. 2,7 Διότι τα χείλη του ιερέως πρέπει να φυλάττουν και να εκφράζουν πάντοτε την αληθή γνώσιν. Διότι οι άνθρωποι από το στόμα αυτού αναζητούν να μάθουν τον Νομον του Θεού. Διότι ο ιερεύς είναι αγγελιαφόρος Κυρίου του Θεού του Παντοκράτορος.

Μαλ. 2,8 ὑμεῖς δὲ ἐξεκλίνατε ἐκ τῆς ὁδοῦ καὶ ἠσθενήσατε πολλοὺς ἐν νόμῳ, διεφθείρατε τὴν διαθήκην τοῦ Λευί, λέγει Κύριος παντοκράτωρ.

Μαλ. 2,8 Σεις όμως σήμερον παρεξεκλίνατε από την ευθείαν οδόν, εσκανδαλίσατε πολλούς και τους εκάματε αδυνάτους εις την γνώσιν και την τήρησιν του Νομου και έτσι ηκυρώσατε την συνθήκην της φυλής Λευϊ, λέγει Κυριος ο Παντοκράτωρ.

Μαλ. 2,9 κἀγὼ δέδωκα ὑμᾶς ἐξουδενουμένους καὶ ἀπεῤῥιμμένους εἰς πάντα τὰ ἔθνη, ἀνθ᾿ ὧν ὑμεῖς οὐκ ἐφυλάξασθε τὰς ὁδούς μου, ἀλλὰ ἐλαμβάνετε πρόσωπα ἐν νόμῳ.

Μαλ. 2,9 Δια τούτο εγώ σας παρέδωκα, εξουδενωμένους και απερριμμένους, εις όλα τα έθνη, διότι σεις δεν ετηρήσατε τας εντολάς μου, αλλά εδείχθητε προσωπολήπται εις την εφαρμογήν του Νομου μου.



Μικτοί γάμοι και διαζύγια

Μαλ. 2,10 Οὐχὶ πατὴρ εἷς πάντων ὑμῶν; οὐχὶ Θεὸς εἷς ἔκτισεν ὑμᾶς; τί ὅτι ἐγκατέλιπε ἕκαστος τὸν ἀδελφὸν αὐτοῦ τοῦ βεβηλῶσαι τὴν διαθήκην τῶν πατέρων ὑμῶν;

Μαλ. 2,10 Ενας δεν είναι ο πατήρ όλων σας; Ενας δεν είναι ο Κυριος και Θεός, ο οποίος σας εδημιούργησε; Διατί εγκατελείψατε και εχωρίσθητε ο ένας αδελφός από τον άλλον και εβεβηλώσατε την συνθήκην, την οποίαν ο Κυριος είχε συνάψει με τους προπάτοράς σας;

Μαλ. 2,11 ἐγκατελείφθη Ἰούδας, καὶ βδέλυγμα ἐγένετο ἐν τῷ Ἰσραὴλ καὶ ἐν Ἱερουσαλήμ, διότι ἐβεβήλωσεν Ἰούδας τὰ ἅγια Κυρίου, ἐν οἷς ἠγάπησε, καὶ ἐπετήδευσεν εἰς θεοὺς ἀλλοτρίους.

Μαλ. 2,11 Εγκατελείφθη από τον Θεόν το ιουδαϊκόν έθνος, διότι βδελυρά πράγματα επραγματοποιήθησαν στο ισραηλιτικόν βασίλειον και εις αυτήν την Ιερουσαλήμ. Διότι εβεβήλωσαν οι Ιουδαίοι τα άγια του Κυρίου και Θεού, τα οποία άλλοτε είχαν αγαπήσει και σεβασθή και κατεσκεύασαν αγάλματα και θυσιαστήρια προς τιμήν ξένων θεών.

Μαλ. 2,12 ἐξολοθρεύσει Κύριος τὸν ἄνθρωπον τὸν ποιοῦντα ταῦτα, ἕως καὶ ταπεινωθῇ ἐκ σκηνωμάτων Ἰακὼβ καὶ ἐκ προσαγόντων θυσίαν τῷ Κυρίῳ παντοκράτορι.

Μαλ. 2,12 Θα εξολοθρεύση ο Κυριος τον άνθρωπον εκείνον, ο οποίος διαπράττει τοιαύτας βδελυρότητας και θα τον ταπεινώση μεταξύ των απογόνων του Ιακώβ, όπως και τον εκτρεπόμενον Λευΐτην τον ανήκοντα εις την τάξιν των Λευϊτών, οι οποίοι προσφέρουν θυσίαν εις Κυριον τον Παντοκράτορα.

Μαλ. 2,13 καὶ ταῦτα, ἃ ἐμίσουν, ἐποιεῖτε· ἐκαλύπτετε δάκρυσι τὸ θυσιαστήριον Κυρίου καὶ κλαυθμῷ καὶ στεναγμῷ ἐκ κόπων. ἔτι ἄξιον ἐπιβλέψαι εἰς θυσίαν ἢ λαβεῖν δεκτὸν ἐκ τῶν χειρῶν ὑμῶν;

Μαλ. 2,13 Και αυτά ακόμη τα οποία εγώ εμίσουν, σεις τα επράττατε. Με υποκριτικά δάκρυα εκαλύπτατε το θυσιαστήριον του Κυρίου, με κλαυθμούς και στεναγμούς και κοπετούς. Αξίζει, λοιπόν, να επιβλέψω εγώ εις τας υποκριτικάς σας θυσίας η να κάμω αυτάς δεκτάς από τα χέρια σας;

Μαλ. 2,14 καὶ εἴπατε· ἕνεκεν τίνος; ὅτι Κύριος διεμαρτύρατο ἀναμέσον σοῦ καὶ ἀναμέσον γυναικὸς νεότητός σου, ἣν ἐγκατέλιπες, καὶ αὕτη κοινωνός σου καὶ γυνὴ διαθήκης σου.

Μαλ. 2,14 Σεις όμως είπατε· “δια ποίον λόγον, ποίαν αμαρτίαν επράξαμεν;” Λησμονείτε όμως ότι ο Κυριος εντόνως διεμαρτυρήθη εναντίον σου, μάρτυς κατηγορίας, αναμέσον σου και της γυναικός της νεότητός σου, την οποίαν χωρίς λόγον εγκατέλιπες αυτήν, που υπήρξεν έως τώρα σύντροφός σου και σύζυγός σου, σύμφωνά με τον Νομον του Θεού.

Μαλ. 2,15 καὶ οὐκ ἄλλος ἐποίησε, καὶ ὑπόλειμμα πνεύματος αὐτοῦ. καὶ εἴπατε· τί ἄλλο ἀλλ᾿ ἢ σπέρμα ζητεῖ ὁ Θεός; καὶ φυλάξασθε ἐν τῷ πνεύματι ὑμῶν, καὶ γυναῖκα νεότητός σου μὴ ἐγκαταλίπῃς·

Μαλ. 2,15 Δεν είναι άλλος εκείνος, που έπλασε τον Αδάμ, και άλλος που έπλασε την Εύαν. Αλλά ο αυτός Θεός από το υπόλειμμα του θείου εμφυσήματος έπλασεν, εζωογόνησε και την γυναίκα. Αλλά σεις είπατε· τι άλλο παρά απογόνους ζητεί από ημάς ο Θεός; Ο Θεός ζητεί να προσέξετε την καθαρότητα του πνεύματός σας και την γυναίκα, την οποίαν είχες εκ νεότητός σου να μη εγκαταλίπης.

Μαλ. 2,16 ἀλλὰ ἐὰν μισήσας ἐξαποστείλῃς, λέγει Κύριος ὁ Θεὸς τοῦ Ἰσραήλ, καὶ καλύψει ἀσέβεια ἐπὶ τὰ ἐνθυμήματά σου, λέγει Κύριος παντοκράτωρ. καὶ φυλάξασθε ἐν τῷ πνεύματι ὑμῶν καὶ οὐ μὴ ἐγκαταλίπητε. -

Μαλ. 2,16 Εάν λοιπόν μισίσης την γυναίκα σου και την διώξης, λέγει Κυριος ο Θεός του Ισραηλιτικού λαού, τότε ασέβεια θα καλύψη όλας τας αναμνήσεις της προγενεστέρας ζωής σου, λέγει Κυριος ο Παντοκράτωρ. Προσέξατε, λοιπόν, την καθαρότητα του πνεύματός σας και μη εγκαταλείψετε την σύζυγόν σας.

Μαλ. 2,17 Οἱ παροξύναντες τὸν Θεὸν ἐν τοῖς λόγοις ὑμῶν καὶ εἴπατε· ἐν τίνι παρωξύναμεν αὐτόν; ἐν τῷ λέγειν ὑμᾶς· πᾶς ποιῶν πονηρόν, καλὸν ἐνώπιον Κυρίου, καὶ ἐν αὐτοῖς αὐτὸς εὐδόκησε· καὶ ποῦ ἐστιν ὁ Θεὸς τῆς δικαιοσύνης;

Μαλ. 2,17 Σεις παροργίζετε τον Θεόν με τους λόγους σας και ερωτάτε· εις τι πρωργίσαμεν τον Θεόν; Τον παρωργίσατε διότι λέγετε, ότι κάθε άνθρωπος, ο οποίος διαπράττει το κακόν, ευρίσκει καλόν ενώπιον του Κυρίου και στους παρανόμους και αμαρτωλούς αυτούς ευαριστείται ο Κυριος. Και που λοιπόν είναι ο Θεός της δικαιοσύνης;



ΚΕΦΑΛΑΙΟ 3- Η ημέρα της κρίσης του Κυρίου. Οι προσφορές για το ναό.
Ο θρίαμβος των δικαίων.

Η ημέρα της κρίσης του Κυρίου

Μαλ. 3,1 Ἰδοὺ ἐγὼ ἐξαποστέλλω τὸν ἄγγελόν μου, καὶ ἐπιβλέψεται ὁδὸν πρὸ προσώπου μου, καὶ ἐξαίφνης ἥξει εἰς τὸν ναὸν ἑαυτοῦ Κύριος, ὃν ὑμεῖς ζητεῖτε, καὶ ὁ ἄγγελος τῆς διαθήκης, ὃν ὑμεῖς θέλετε· ἰδοὺ ἔρχεται, λέγει Κύριος παντοκράτωρ.

Μαλ. 3,1 Ιδού εγώ, λέγει ο Θεός, θα αποστείλω προς σας τον αγγελιαφόρον μου, ο οποίος και θα επιβλέψη και θα προετοιμάση την οδόν μου προ εμού. Αιφνιδίως θα έλθη ο Κυριος στον ναόν του, τον οποίον Κυριον σεις ζητείτε, και ο αγελιοφόρος της νέας διαθήκης, τον οποίον σεις θέλετε. Ιδού, έρχεται, λέγει Κυριος ο Παντοκράτωρ.

Μαλ. 3,2 καὶ τίς ὑπομενεῖ ἡμέραν εἰσόδου αὐτοῦ; ἢ τίς ὑποστήσεται ἐν τῇ ὀπτασίᾳ αὐτοῦ; διότι αὐτός εἰσπορεύεται ὡς πῦρ χωνευτηρίου καὶ ὡς ποιὰ πλυνόντων.

Μαλ. 3,2 Ποιός όμως θα ημπορέση, να ανθέξη κατά την ημέραν εκείνην της ελεύσεώς του; Η ποιός θα σταθή όρθιος κατά την μεγαλειώδη εμφάνισίν του; Διότι αυτός θα εισπορευθή ενώπιον των ανθρώπων ως πυρ χωνευτηρίου και ως σταχτόνερο (αλισίβα), που χρησιμοποιούν οι πλύνοντες.

Μαλ. 3,3 καὶ καθιεῖται χωνεύων καὶ καθαρίζων ὡς τὸ ἀργύριον καὶ ὡς τὸ χρυσίον· καὶ καθαρίσει τοὺς υἱοὺς Λευὶ καὶ χεεῖ αὐτοὺς ὥσπερ τὸ χρυσίον καὶ τὸ ἀργύριον· καὶ ἔσονται τῷ Κυρίῳ προσάγοντες θυσίαν ἐν δικαιοσύνῃ.

Μαλ. 3,3 Και θα καθίση, δια να αναχωνεύση και καθαρίση τους πάντας, όπως ο χρυσοχόος καθαρίζει το αργύριον και το χρυσίον στο καμίνι. Και θα καθαρίση τους υιούς της φυλής Λευϊ και θα αναχωνεύση αυτούς ως εις κάμινον, όπως οι χρυσοχόος αναχωνεύει και καθαρίζει το χρυσίον και το αργύριον. Τοτε δε αυτοί και θα προσφέρουν εν δικαιοσύνη προς τον Κυριον θυσίας.

Μαλ. 3,4 καὶ ἀρέσει τῷ Κυρίῳ θυσία Ἰούδα καὶ Ἱερουσαλήμ, καθὼς αἱ ἡμέραι τοῦ αἰῶνος καὶ καθὼς τὰ ἔτη τὰ ἔμπροσθεν.

Μαλ. 3,4 Και τότε αυτή η θυσία των Ιουδαίων γενικώς, και ειδικώτερον των κατοίκων της Ιερουσαλήμ, θα είναι ευάρεστος στον Κυριον, όπως ήσαν ευάρεστοι εις αυτόν αι θυσίαι περασμένων αιώνων και προηγουμένων ετών.

Μαλ. 3,5 καὶ προσάξω πρὸς ὑμᾶς ἐν κρίσει καὶ ἔσομαι μάρτυς ταχὺς ἐπὶ τὰς φαρμακοὺς καὶ ἐπὶ τὰς μοιχαλίδας καὶ ἐπὶ τοὺς ὀμνύοντας τῷ ὀνόματί μου ἐπὶ ψεύδει καὶ ἐπὶ τοὺς ἀποστεροῦντας μισθὸν μισθωτοῦ καὶ τοὺς καταδυναστεύοντας χήραν καὶ τοὺς κονδυλίζοντας ὀρφανοὺς καὶ τοὺς ἐκκλίνοντας κρίσιν προσηλύτου καὶ τοὺς μὴ φοβουμένους με, λέγει Κύριος παντοκράτωρ.

Μαλ. 3,5 Θα οδηγήσω υμάς εις δίκην και κρίσιν και εγώ θα είμαι ταχύς μάρτυς κατηγορίας εναντίον των μάγων, εναντίον των μοιχαλίδων, εναντίον εκείνων που ορκίζοντα ψευδώς στο Ονομά μου, και εκείνων που αποστερούν την αμοιβήν του ημερομισθίου εργάτου, εναντίον αυτών που καταδυναστεύουν την χήραν και γρονθοκοπούν τους ορφανούς, όπως και εναντίον εκείνων, που διαστρέφουν την δίκαίαν κρίσιν των ξένων και εκείνων οι οποίοι δεν με φοβούνται, λέγει ο Κυριος Παντοκράτωρ.



Οι προσφορές για το ναό

Μαλ. 3,6 Διότι ἐγὼ Κύριος ὁ Θεὸς ὑμῶν, καὶ οὐκ ἠλλοίωμαι·

Μαλ. 3,6 Διότι εγώ είμαι ο Κυριος ο Θεός σας και δεν έχω μεταβληθή ουδέ επ' ελάχιστον.

Μαλ. 3,7 καὶ ὑμεῖς οἱ υἱοὶ Ἰακὼβ οὐκ ἀπέχεσθε ἀπὸ τῶν ἀδικιῶν τῶν πατέρων ὑμῶν, ἐξεκλίνατε νόμιμά μου καὶ οὐκ ἐφυλάξασθε. ἐπιστρέψατε πρός με, καὶ ἐπιστραφήσομαι πρὸς ὑμᾶς, λέγει Κύριος παντοκράτωρ. καὶ εἴπατε· ἐν τίνι ἐπιστρέψομεν;

Μαλ. 3,7 Σεις, οι απόγονοι του Ιακώβ, δεν απεμακρύνθητε από τας αδικίας, που είχαν διαπράξει οι προγονοί σας· διεστρέψατε τον Νομον μου και δεν τον εφυλάξατε. Επανέλθετε, λοιπόν, εν μετανοία προς εμέ και εγώ θα επανέλθω προστάτης προς σας, λέγει Κυριος Παντοκράτωρ. Σεις όμως είπατε και λέγετε· από τι και εις τι να επιστρέψωμεν;

Μαλ. 3,8 μήτι πτερνιεῖ ἄνθρωπος Θεόν; διότι ὑμεῖς πτερνίζετέ με. καὶ ἐρεῖτε· ἐν τίνι ἐπτερνίσαμέν σε; ὅτι τὰ ἐπιδέκατα καὶ αἱ ἀπαρχαὶ μεθ᾿ ὑμῶν εἰσι·

Μαλ. 3,8 Εγώ σας λέγω· είναι ορθόν να καταδολιεύεται ο άνθρωπος τον Θεόν; Βεβαίως οχι. Τοτε διατί σεις καταδολιεύεσθε εμέ; Θα μου πητε· εις τι ημείς σε εδολιεύθημεν; Με εδολιεύθητε, διότι τα δέκατα και τας απαρχάς των προϊόντων σας, που ανήκουν εις εμέ, δεν μου τα προσεφέρατε, άλλα τα εκρατήσατε εις τας οικίας σας.

Μαλ. 3,9 καὶ ἀποβλέποντες ὑμεῖς ἀποβλέπετε, καὶ ἐμὲ ὑμεῖς πτερνίζετε· τὸ ἔτος συνετελέσθη.

Μαλ. 3,9 Ολην σας δε την προσοχήν εστρέψατε και στρέφετε, πως να εύρετε τρόπους, δια να με δολιευθήτε πάλιν. Ιδού, το γεωργικόν έτος συνεπληρώθη

Μαλ. 3,10 καὶ εἰσηνέγκατε πάντα τὰ ἐκφόρια εἰς τοὺς θησαυρούς, καὶ ἔσται ἡ διαρπαγὴ αὐτοῦ ἐν τῷ οἴκῳ αὐτοῦ. ἐπιστρέψατε δὴ ἐν τούτῳ, λέγει Κύριος παντοκράτωρ, ἐὰν μὴ ἀνοίξω ὑμῖν τοὺς καταῤῥάκτας τοῦ οὐρανοῦ καὶ ἐκχεῶ τὴν εὐλογίαν μου ὑμῖν ἕως τοῦ ἱκανωθῆναι.

Μαλ. 3,10 και σεις εισηγάγετε όλα τα προϊόντα της γης σας εις τας αποθήκας σας. Ετσι δε εκάματε αρπαγήν των δεκάτων και απαρχών, που ευρίσκονται τώρα στο σπίτι σας. Μετανοήσατε, λοιπόν, δια τας παραβάσεις σας αυτάς, λέγει Κυριος ο Παντοτοκράτωρ, διότι άλλως δεν θα ανοίξω τους καταρράκτας του ουρανού προς χάριν σας να στείλουν βροχάς, και δεν θα σκορπίσω την ευλογίαν μου, ώστε να ικανοποιηθήτε από τα προϊόντα της γης σας.

Μαλ. 3,11 καὶ διαστελῶ ὑμῖν εἰς βρῶσιν καὶ οὐ μὴ διαφθείρω ὑμῶν τὸν καρπὸν τῆς γῆς, καὶ οὐ μὴ ἀσθενήσῃ ὑμῶν ἡ ἄμπελος ἡ ἐν τῷ ἀγρῷ, λέγει Κύριος παντοκράτωρ.

Μαλ. 3,11 Θα ξεχωρίσω και θα στείλω εις σας τροφήν και δεν θα καταστρέψω τα προϊόντα της χώρας σας. Τα αμπέλια σας, που ευρίσκονται εις την ύπαιθρον δεν θα προσβληθούν από ασθενείας, λέγει Κυριος Παντοκράτωρ.

Μαλ. 3,12 καὶ μακαριοῦσιν ὑμᾶς πάντα τὰ ἔθνη, διότι ἔσεσθε ὑμεῖς γῆ θελητή, λέγει Κύριος παντοκράτωρ.

Μαλ. 3,12 Δια την πλουσίαν αυτήν καρποφορίαν και συγκομιδήν θα σας καλοτυχίζουν όλα τα έθνη, διότι η χώρα σας θα έχη γίνει επιθυμητή και ζηλευτή, λέγει Κυριος Παντοκράτωρ.



Ο θρίαμβος των δικαίων

Μαλ. 3,13 Ἐβαρύνατε ἐπ᾿ ἐμὲ τοὺς λόγους ὑμῶν, λέγει Κύριος, καὶ εἴπατε· ἐν τίνι κατελαλήσαμεν κατὰ σοῦ;

Μαλ. 3,13 Βαρείς λόγους είπατε εναντίον μου, λέγει ο Κυριος. Ιδού τι είπατε· εις τι και πότε κατεφέρθημεν με λόγια εναντίον σου;

Μαλ. 3,14 εἴπατε· μάταιος ὁ δουλεύων Θεῷ, καὶ τί πλέον ὅτι ἐφυλάξαμεν τὰ φυλάγματα αὐτοῦ καὶ διότι ἐπορεύθημεν ἱκέται πρὸ προσώπου Κυρίου παντοκράτορος;

Μαλ. 3,14 Κατεφέρθητε, όταν είπατε· μάταιον είναι να υπακούη και να εργάζεται κανείς στον Θεόν. Τι τάχα ωφελήθημεν με το ότι εφυλάξαμεν τας εντολάς αυτού και επορεύθημεν ικέται ενώπιον Κυρίου του Παντοκράτορος;

Μαλ. 3,15 καὶ νῦν ἡμεῖς μακαρίζομεν ἀλλοτρίους, καὶ ἀνοικοδομοῦνται πάντες ποιοῦντες ἄνομα καὶ ἀντέστησαν τῷ Θεῷ καὶ ἐσώθησαν.

Μαλ. 3,15 Ιδού, ότι τώρα ημείς καλοτυχίζομεν τους ξένους λαούς. Βλέπομεν ότι όλοι όσοι διαπράττουν την ανομίαν και ανθίστανται στο θέλημα το Θεού, προοδεύουν, ανοικοδομούν πόλεις και γενικώς έχουν σωθή.

Μαλ. 3,16 ταῦτα κατελάλησαν οἱ φοβούμενοι τὸν Κύριον, ἕκαστος πρὸς τὸν πλησίον αὐτοῦ· καὶ προσέσχε Κύριος καὶ εἰσήκουσε καὶ ἔγραψε βιβλίον μνημοσύνου ἐνώπιον αὐτοῦ τοῖς φοβουμένοις τὸν Κύριον καὶ εὐλαβουμένοις τὸ ὄνομα αὐτοῦ.

Μαλ. 3,16 Αυτά κατηγόρησαν τον Θεόν και αυτοί ακόμη, που φοβούνται τον Κυριον, έκαστος προς τον πλησίον αυτού. Ο Κυριος επρόσεξε και ήκουσεν αυτά, που είπαν. Τα έγραψε τα λόγια και τα έργα των φοβουμένων αυτόν εις βιβλίον αναμνηστικόν ενώπιόν του.

Μαλ. 3,17 καὶ ἔσονταί μοι, λέγει Κύριος παντοκράτωρ, εἰς ἡμέραν, ἣν ἐγὼ ποιῶ εἰς περιποίησιν, καὶ αἱρετιῶ αὐτοὺς ὃν τρόπον αἱρετίζει ἄνθρωπος τὸν υἱὸν αὐτοῦ τὸν δουλεύοντα αὐτῷ.

Μαλ. 3,17 Οι ευσεβείς όμως αυτοί, λέγει ο Κυριος ο Παντοκράτωρ, θα είναι ιδικοί μου κατά την ημέραν εκείνην, κατά την οποίαν εγώ θα τους προστατεύσω και περιποιηθώ. Θα τους ξεχωρίσω από τους άλλους και θα τους περιβάλω με αγάπην, όπως ενας πατήρ αγαπά τον υιόν του, ο οποίος τον υπηρετεί πιστώς και προθύμως.

Μαλ. 3,18 καὶ ἐπιστραφήσεσθε καὶ ὄψεσθε ἀναμέσον δικαίου καὶ ἀναμέσον ἀνόμου καὶ ἀναμέσον τοῦ δουλεύοντος Θεῷ καὶ τοῦ μὴ δουλεύοντος.

Μαλ. 3,18 Τοτε όλοι, ασεβείς και ευσεβείς θα στραφήτε και θα ιδήτε την διαφοράν μεταξύ δικαίου και αδίκου, μεταξύ του ανθρώπου ο οποίος υπακούει και υπηρετεί τον Θεόν, και εκείνου ο οποίος ασεβεί και αρνείται να τον υπηρετήση.



ΚΕΦΑΛΑΙΟ 4- Η έλευση του Ηλία πριν την τελική κρίση.

Μαλ. 4,1 Διότι ἰδοὺ ἡμέρα Κυρίου ἔρχεται καιομένη ὡς κλίβανος καὶ φλέξει αὐτούς, καὶ ἔσονται πάντες οἱ ἀλλογενεῖς καὶ πάντες οἱ ποιοῦντες ἄνομα καλάμη, καὶ ἀνάψει αὐτοὺς ἡ ἡμέρα ἡ ἐρχομένη, λέγει Κύριος παντοκράτωρ, καὶ οὐ μὴ ὑπολειφθῇ ἐξ αὐτῶν ῥίζα οὐδὲ κλῆμα.

Μαλ. 4,1 Διότι ιδού, η τρομερά ημέρα του Κυρίου έρχεται ωσάν καιόμενος κλίβανος και θα τους κατακαύση. Ολοι οι αλλοεθνείς και όλοι όσοι εργάζονται την ανομίαν θα είναι ωσάν την καλαμιά, και η ημέρα του Κυρίου η τρομερά, που έρχεται, θα κατακαύση αυτούς, λέγει ο Κυριος ο Παντοκράτωρ. Τιποτε δεν θα απομείνη από αυτούς, ούτε ρίζα ούτε κλάδος.

Μαλ. 4,2 καὶ ἀνατελεῖ ὑμῖν τοῖς φοβουμένοις τὸ ὄνομά μου ἥλιος δικαιοσύνης καὶ ἴασις ἐν ταῖς πτέρυξιν αὐτοῦ, καὶ ἐξελεύσεσθε καὶ σκιρτήσετε ὡς μοσχάρια ἐκ δεσμῶν ἀνειμένα.

Μαλ. 4,2 Δια σας όμως, οι οποίοι ευλαβείσθε το Ονομά μου, θα ανατείλη ο ήλιος της δικαιοσύνης και εις τας ακτίνας αυτού, που απλώνονται ωσάν πτέρυγες, θα υπαρχη θεραπεία και θα εξέλθετε χαρούμενοι και θα σκιρτήσετε ωσάν τα μοσχάρια, τα οποία αφέθησαν ελεύθερα από τους δεσμούς των.

Μαλ. 4,3 καὶ καταπατήσετε ἀνόμους, διότι ἔσονται σποδὸς ὑποκάτω τῶν ποδῶν ὑμῶν ἐν τῇ ἡμέρᾳ, ᾗ ἐγὼ ποιῶ, λέγει Κύριος παντοκράτωρ.

Μαλ. 4,3 Και θα καταπατήσετε τους ανόμους, οι οποίοι και θα γίνουν ωσάν στάκτη κάτω από το πόδια σας κατά την ημέραν, κατά την οποίαν εγώ θα πραγματοποιήσω αυτά, λέγει ο Κυριος ο Παντοκράτωρ.

Μαλ. 4,4 καὶ ἰδοὺ ἐγὼ ἀποστελῶ ὑμῖν Ἠλίαν τὸν Θεσβίτην, πρὶν ἢ ἐλθεῖν τὴν ἡμέραν Κυρίου τὴν μεγάλην καὶ ἐπιφανῆ,

Μαλ. 4,4 Ιδού, εγώ θα στείλω προς σας 'Ηλιαν τον Θεσβίτην, πριν έλθη η ημέρα εκείνη του Κυρίου, η μεγάλη και επιφανής.

Μαλ. 4,5 ὃς ἀποκαταστήσει καρδίαν πατρὸς πρὸς υἱὸν καὶ καρδίαν ἀνθρώπου πρὸς τὸν πλησίον αὐτοῦ, μὴ ἐλθὼν πατάξω τὴν γῆν ἄρδην.

Μαλ. 4,5 Αυτός θα αποκαταστήση δεσμούς αγάπης, την καρδίαν του πατρός προς τον υιόν και την καρδίαν του ανθρώπου προς τον πλησίον αυτού, ίνα μη έλθω εγώ και κτυπήσω εκ θεμελίων την γην.

Μαλ. 4,6 μνήσθητι νόμου Μωσῆ τοῦ δούλου μου, καθότι ἐνετειλάμην αὐτῷ ἐν Χωρὴβ πρὸς πάντα τὸν Ἰσραὴλ προστάγματα καὶ δικαιώματα.

Μαλ. 4,6 Εχε πάντοτε στον νουν και την καρδίαν σου τον Νομον του δούλου μου Μωϋσέως, όλας εκείνας τας εντολάς που του έδωσα στο Χωρήβ δι' όλον τον Ισραηλιτικόν λαόν, προστάγματα και δικαιώματα.

ΑΠΟΛΥΤΙΚΙΟ ΠΡΟΦΗΤΗ ΜΑΛΑΧΙΑ



http://users.sch.gr/aiasgr/Palaia_Diath ... ef.1-4.htm


Μακάριοι οι πραείς, ότι αυτοί κληρονομήσουσι την γην.

Άβαταρ μέλους
Νίκος
Διαχειριστής
Δημοσιεύσεις: 5832
Εγγραφή: Παρ Ιούλ 27, 2012 11:05 am
Τοποθεσία: Κοζάνη

Re: Οι Προφήτες

Δημοσίευσηαπό Νίκος » Σάβ Σεπ 21, 2013 8:17 am

Ο προφήτης Ιωνάς και η παγκοσμιότητα της σωτήριας

Εικόνα

Γράφει ο π. Βασίλειος Ι. Καλλιακμάνης

α) Και έγινε λόγος Κυρίου στον Ιωνά, τον γιο του Αμαθί, λέγοντας: Σήκω να πας στη Νινευί, τη μεγάλη πόλη, και ν’ αναγγείλεις την τιμωρία της, γιατί είδα τη φαυλότητα των κατοίκων της. Ο Ιωνάς όμως ετοιμάσθηκε να φύγει από το πρόσωπο του Κυρίου, προς τη Θαρσείς, και κατέβηκε στην Ιόππη. Και βρήκε ένα πλοίο, που πήγαινε στη Θαρσείς, και έδωσε τον ναύλο του, κι επιβιβάσθηκε σ’ αυτό, για να πάει μακριά από τον Κύριο (βλ. Ιων. 1, 1-3).

β) Ο προφήτης Ιωνάς, που η Εκκλησία τιμά στις 21 Σεπτεμβρίου, θεωρεί τη σωτηρία ως αποκλειστικό προνόμιο του δικού του λαού. Δεν κατανοεί ότι ο Θεός «πάντας ανθρώπους θέλει σωθήναι και εις επίγνωσιν αληθείας ελθείν» (Α΄ Τιμ. 2, 4). Δεν μπορεί να δεχθεί ότι ο Κύριος είναι πολυεύσπλαχνος, ελεήμων, οικτίρμων και όλος αγάπη πατρική. Οπότε, παρακούει την εντολή Του και νομίζει ότι θα ακυρώσει το θέλημά του. Ο Θεός όμως τον παιδαγωγεί με διάφορους τρόπους, με θαύματα και «σημεία».

γ) Η σφοδρή τρικυμία που συνάντησε το πλοίο αναγκάζει τον Ιωνά να ομολογήσει ότι φεύγει «από προσώπου Κυρίου». Έτσι, ύστερα από κλήρο ρίχνεται στη θάλασσα και βρίσκεται στην κοιλιά ενός κήτους, στην «κοιλιά του Άδη». Μένει εκεί τρεις μέρες και τρεις νύχτες, μετανοών και προσευχόμενος. Η προσευχή του γίνεται φωνή ευγνωμοσύνης στον Θεό, διότι από το βάθος της αβύσσου ελπίζει ότι θα ξαναβρεθεί κατά θεία πρόνοια στις αυλές του Κυρίου, στον ευλογημένο ναό του.

δ) Κι όταν το κήτος τον ξερνά στη γη, παίρνει πάλι ο Ιωνάς εντολή να κηρύξει μετάνοια στη Νινευί, πράγμα που κάνει. Αλλά όταν βλέπει την έμπρακτη μετάνοια του λαού της πόλης, αντί να χαρεί, θλίβεται και διαμαρτύρεται στο Θεό, που δεν στέλνει την τιμωρία του. Κι Εκείνος τον παιδαγωγεί με συμβολικό τρόπο. Δίδει εντολή να φυτρώσει μεμιάς ένα σκιερό φυτό, μια «κολοκυθιά», για να τον προστατεύει από τον καύσωνα. Και την άλλη μέρα το πρωί στέλνει ένα σκουλήκι που τρώει τις ρίζες του φυτού και το ξηραίνει. Έτσι, η ζέστη γίνεται αφόρητη, κι ο Ιωνάς νιώθει εξαντλημένος. Τόση ήταν η στενοχώρια του για την απώλεια του φυτού, που ήθελε να πεθάνει παρά να ζήσει.

ε) Του λέει τότε ο Θεός: «Εσύ ούτε κοπίασες γι’ αυτό το φυτό ούτε το ’κανες να μεγαλώσει. Μόνο του μεγάλωσε σε μια νύχτα και την άλλη μέρα ξεράθηκε. Κι όμως λυπήθηκες γι’ αυτό. Εγώ δεν έπρεπε να λυπηθώ για τη Νινευί, τη μεγάλη πόλη…, όπου υπάρχουν περισσότεροι από εκατόν είκοσι χιλιάδες άνθρωποι και κτήνη πολλά;» (Ιων. 4,10-11). Δεν τον επιτιμά, αλλά του θέτει το ερώτημα και τον αφήνει να απαντήσει μόνος του. Δεν τον τραυματίζει, αλλά τον θεραπεύει. Του αποκαλύπτει το μεγαλείο της αγάπης Του.

στ) Όταν στους χρόνους της Καινής Διαθήκης οι γραμματείς και οι φαρισαίοι ζήτησαν από τον Χριστό κάποιο αποδεικτικό θαυματουργικό σημάδι, που να επιβεβαιώνει τη Θεία του αποστολή, Εκείνος επικαλέσθηκε το «σημείο» του Ιωνά. Εδώ η Εκκλησία ακολουθώντας τα λόγια του Ιησού (Λουκ. 12, 38 κ.ε.) βλέπει την τριήμερη ταφή και Ανάσταση του Κυρίου. Γι’ αυτό και η προφητεία αυτή διαβάζεται στον εσπερινό του Μ. Σαββάτου.

ζ) Το βιβλίο του Ιωνά περιγράφει τη νοοτροπία που συχνά απαντά και σε πολλούς χριστιανούς. Πολλοί από αυτούς θα ήθελαν άμεση τιμωρία των αμαρτωλών, των αδίκων, των αθέων, των φαύλων, των πονηρών και όσων βρίσκονται σε πλάνη. Θεωρούν τον Θεό άδικο, που δεν επεμβαίνει ως τιμωρός για να αφανίσει από τη Γη τους ασεβείς και να εξαλείψει το κοινωνικό κακό. Δεν αντέχουν την ελευθερία με την οποία προίκισε ο Θεός το ανθρώπινο γένος και δεν μπορούν να κατανοήσουν την άπειρη αγάπη Του για το τελειότερο και θεόμορφο πλάσμα του, τον άνθρωπο.

Πηγή: http://www.makthes.gr/news/opinions/93518/



Πηγή: Ελλάδα Ορθόδοξος : youtube


Ο Θεός, ιλάσθητί μοι τώ αμαρτωλώ και ελέησόν με.

Άβαταρ μέλους
ΦΩΤΗΣ
Δημοσιεύσεις: 10100
Εγγραφή: Κυρ Αύγ 19, 2012 12:18 pm
Τοποθεσία: ΑΓΙΟΣ ΙΩΑΝΝΗΣ ΡΕΝΤΗ

Ο ΠΡΟΦΗΤΗΣ ΙΩΝΑΣ.

Δημοσίευσηαπό ΦΩΤΗΣ » Τετ Οκτ 09, 2013 8:45 am

Προφήτης Ιωνάς και Νινευίτες

Ο ΠΡΟΦΗΤΗΣ Ιωνάς, αφού σώθηκε από τα δόντια του κήτους και βγήκε από τη θάλασσα, άρχισε να κηρύσσει στους κατοίκους της Νινευή, που ήταν ειδωλολάτρες. Αρχισε να τους κηρύσσει μετάνοια, όπως τον είχε προστάξει ο Θεός. Τους συμβούλευε να μετανοήσουν, γιατί αλλιώς σε τρεις μέρες η μεγάλη πόλη Νινευή θα καταστρεφόταν!
Το φοβερό προφητικό κήρυγμα ξάφνιασε τους Νινευίτες. Κατατρόμαξε την κυρίαρχη εκείνη πολιτεία, τη συγκλόνισε απ’ άκρη σ’ άκρη. Κομμάτιασε τις καρδιές και του λαού και των αρχόντων, γιατί κατέστρεφε την πόλη τους και κάθε τους ελπίδα. Ακουσαν την προφητική φωνή οι βασιλιάδες και ταράχθηκαν. Τόσο ταπεινώθηκαν, που πέταξαν τα στέμματά τους και πόθησαν τη μετάνοια. Την άκουσαν οι άρχοντες, και θορυβήθηκαν. Έβγαλαν τα λαμπρά φορέματά τους κι έβαλαν τρίχινα και ταπεινά. Την άκουσαν οι γεροντότεροι, κι έχωσαν από συντριβή τα κεφάλια τους μες στη στάχτη. Την άκουσαν οι πλούσιοι, κι αμέσως άνοιξαν τους θησαυρούς τους στους φτωχούς. Την άκουσαν οι δανειστές, και ξέσχισαν αμέσως τα γραμμάτιά τους. Την άκουσαν οι οφειλέτες, κι έτρεξαν να ξοφλήσουν τα χρέη τους. Την άκουσαν οι κλέφτες, κι έδιναν πίσω βιαστικά τα κλοπιμαία στους δικαιούχους. Την άκουσαν όμως και οι δικαιούχοι, και προσποιούνταν πως τα κλεμμένα δεν ήτανε δικά τους, αφήνοντάς τα όλα στους κλέφτες.
Την άκουσαν οι φονιάδες, και εξομολογούνταν τα εγκλήματά τους, καταφρονώντας πια το φόβο των δικαστών. Την άκουσαν όμως και οι δικαστές, και τους συγχώρεσαν, γιατί μέσα σ’ εκείνη την απερίγραπτη συγκίνηση κανείς δεν είχε τη δύναμη να δικάσει. Την άκουσαν οι αμαρτωλοί, και εξομολογήθηκαν τις κακές τους πράξεις. Την άκουσαν οι δούλοι, κι έγιναν με το παραπάνω τίμιοι απέναντι στους αφέντες τους. Την άκουσαν οι πλούσιοι και οι επίσημοι, και έριξαν την έπαρσή τους. Κοντολογίς, άρχισε ο καθένας να φροντίζει για τη σωτηρία του και να παρακαλεί το Θεό. Δεν υπήρχε πια κανείς που να θέλει το κακό του άλλου. Όλοι τώρα είχαν ένα μονάχα πόθο: Πώς να κερδίσουν την ψυχή τους. Και όλοι έσπερναν φιλανθρωπία για να θερίσουν τη συγχώρηση!
Ο προφήτης Ιωνάς στάλθηκε σαν γιατρός στη Νινευή. Και ο γιατρός ανοίγει τις πληγές και τις καθαρίζει με φάρμακα στυπτικά. Σαν νυστέρι χρησιμοποίησε τη φοβερή φωνή του. Δεν τους κάλεσε να μετανοήσουν. Τους έκλεισε τελείως τη θύρα της ελπίδας, για να φοβηθούν και να σταματήσουν τα κακά, που γεννούν τις ψυχικές αρρώστιες. Γιατί η χάρη του Θεού δεν έστειλε τον Ιωνά στην πόλη για να την καταστρέψει, μα για να τη μεταστρέψει.
Ακουσε λοιπόν η Νινευή την προειδοποίησή του, και με νηστείες και προσευχές επέστρεψε στο σωστό δρόμο της ζωής, δείχνοντας πόσα κατορθώνει η καταφυγή στο Θεό. Γιατί αυτή άλλαξε την από¬φασή Του.
Σταμάτησαν τα πολυτελή δείπνα των αρχόντων… Αλλά τί λέω; Αφού τα βρέφη τους έπαψαν να θηλάζουν, ποιός θα ’ταν εκείνος που θ’ αναζητούσε την απόλαυση των νόστιμων φαγητών; Αφού στα ζώα τους δεν έδιναν νερό, ποιός απ’ αυτούς θα έπινε κρασί; Αφού ο βασιλιάς φόρεσε τρίχινο σάκκο, ποιός θα ντυνόταν με πολύτιμη φορεσιά; Αφού έβλεπαν τις γυναίκες του δρόμου να σωφρονούν, ποιός θα έκανε γάμο ή θα πάντρευε τα παιδιά του; Αφού οι ακατάστατοι συμμαζεύονταν από το φόβο, από ποιό στόμα θά ’βγαινε γέλιο; Αφού όλοι έκλαιγαν και πενθούσαν, ποιός θα διασκέδαζε; Αφού οι κλέφτες αυτοτιμωρούνταν για τις κλοπές τους, πού θα βρισκόταν καταχραστής; Αφού η πόλη χανόταν, ποιός θα φύλαγε το σπίτι του;
Το χρυσάφι ήταν ριγμένο καταγής, και όλοι το περιφρονούσαν. Ανοιχτά ήταν τα θησαυροφυλάκια, και κανείς δεν τα πλησίαζε. Οι ακόλαστοι έκλειναν τα μάτια τους, για να μη δουν με πόθο τις ομορφιές των γυναικών. Και οι γυναίκες κρύβονταν για να μη σκανδαλίζουν τους άνδρες. Ο καθένας κοίταζε να ωφελήσει τον διπλανό του και να ωφεληθεί κι ο ίδιος, για να σωθούν στο τέλος όλοι. Ο καθένας παρακινούσε τον άλλο σε προσευχή και εξομολόγηση. Ο καθένας πρόσεχε να μην αμαρτήσει κανείς τους. Έτσι ολόκληρη η πόλη έγινε σαν ένα σώμα. Δεν προσευχόταν εκεί κανένας να σωθεί μονάχος του, αλλά ικέτευε για τη σωτηρία όλων. Γιατί όλοι, σαν ένας άνθρωπος, κινδύνευαν απ’ τον αφανισμό και την καταστροφή. Οι δίκαιοι παρακαλούσαν για τους αμαρτωλούς. Και οι αμαρτωλοί φώναζαν στο Θεό ν’ ακούσει τους δικαίους.
Συμμάζεψε το νου σου, αδελφέ μου, και δες πως όλοι μαζί ζούσαν μέσα σε βαρύ πένθος. Το σπαραξικάρδιο κλάμα των νηπίων έκανε όλη την πόλη να οδύρεται. Το ξεφωνητό των παιδιών ξέσχιζε τις καρδιές των γονιών. Οι γέροι μαδούσαν τα μαλλιά τους. Κι οι νέοι, βλέποντάς τους, θρηνολογούσαν με κραυγές. Γιατί όλοι έβλεπαν να πεθαίνουν μαζί την ίδια στιγμή, θάβοντας ο ένας τον άλλο. Πρωί και βράδυ μετρούσαν τις ημέρες που απόμεναν από την προθεσμία του Ιωνά… Αλλη μια μέρα πέρασε! Ελάχιστες είχαν ακόμα! Πλησίαζε η καταστροφή! Τα παιδιά ρωτούσαν τους πατεράδες με δάκρυα: «Πέστε μας, ποιά είν’ η ώρα που ο Εβραίος όρισε να κατεβούμε όλοι μαζί ζωντανοί στον άδη; Πότε θ’ αφανιστεί η ωραία μας πόλη; Ποιά είν’ η μέρα της καταστροφής μας;”. Κι οι πατεράδες, με κόπο, συγκρατώντας το κλάμα τους, για να μην απελπίσουν τα παιδιά τους και τα στείλουν στον τάφο μια ώρα αρχύτερα, τους έλεγαν παρηγορητικά: “Μη φοβάστε, αγαπημένα μας. Έχετε θάρρος. Ο Κύριος είναι πολύ φιλάνθρωπος. Δεν θα εξαφανίσει το πλάσμα Του. Αν ένας ζωγράφος φροντίζει και συντηρεί με κάθε επιμέλεια την άψυχη εικόνα που φιλοτεχνεί, δεν θα φυλάξει ο Κύριος την έμψυχη και λογική εικόνα Του; Όχι, δεν θα καταστραφεί η πόλη μας! Απλά ο προφήτης, με την απειλή, μας καλεί σε μετάνοια. Εσείς, παιδιά μας, πόσες φορές φάγατε ξύλο από μάς; Είδατε την ωφέλεια της φοβέρας; Με την τιμωρία γίνατε πιο σοφοί και συνετοί. Σαν πατέρας λοιπόν και ο φιλάνθρωπος Θεός σηκώνει το ραβδί Του, για να φοβίσει και να σωφρονίσει τους γιούς Του. Παιδεύει μα δεν θανατώνει. Συνετίζει και οδηγεί στη μετάνοια… Παρηγορηθείτε, παιδιά, και σταματήστε να κλαίτε. Δεν θ’ αφανιστεί η πόλη μας…”.

Και να που οι Νινευίτες, παρηγορώντας με τέτοια λόγια τα παιδιά τους, προφήτευαν χωρίς να το θέλουν. Έγιναν αληθινοί προφήτες. Η μετάνοια τους έκανε προφήτες. Εκείνοι, ωστόσο, δεν το ήξεραν. Γι’ αυτό και δεν σταμάτησαν να κλαίνε και να πενθούν. Με αυστηρή νηστεία και με αδιάκοπες προσευχές περνούσαν τις λίγες μέρες της προθεσμίας ως την καταστροφή, που τους είχε αναγγείλει ο προφήτης.
Βγήκε ο βασιλιάς απ’ το παλάτι του, και η πόλη ολόκληρη ζάρωσε από το φόβο της, βλέποντάς τον ντυμένο με τρίχινο σάκκο. Είδε κι ό βασιλιάς την πόλη βυθισμένη στο θρήνο, και βούρκωσαν τα μάτια του. Έκλαψε η πόλη για το βασιλιά, όταν είδε τη συντριβή του. Έκλαψε κι ο βασιλιάς για την πόλη, όταν είδε το πένθος της. Κι ήταν τόσο το κλάμα, τόσος ο οδυρμός του, που έκανε και τις πέτρες να ραγίζουν.
Αν τώρα παραβάλουμε τη μετάνοια των Νινευϊτών με τη δική μας, αυτή μοιάζει με όνειρο και σκιά, που φεύγει και χάνεται γρήγορα. Ποιός από μας προσευχήθηκε έτσι; Ποιός παρακάλεσε με τέτοιο τρόπο; Ποιός ταπεινώθηκε τόσο αφάνταστα ενώπιον του Θεού; Ποιός έβγαλε από πάνω του τις φανερές και κρυφές του πράξεις; Ποιός, στο άκουσμα μιας απλής φωνής, μετανόησε τόσο πολύ για τις αμαρτίες του, που ένιωσε την καρδιά του να ραγίζει από την πολλή συντριβή; Ποιός άκουσε ένα λόγο και θόλωσε ο νους του; Ποιός άκουσε μιαν απειλή και στερέωσε μέσα του τη μνήμη του θανάτου; Ποιός αντίκρυσε με τη μετάνοια μπροστά του τον φιλάν¬θρωπο Θεό;
Όλοι μαζί λοιπόν πενθούσαν, γιατί όλοι άκουσαν πως οι μέρες τους τελείωναν μια για πάντα. Ζωντανή κλήθηκε όλη η πόλη να κατεβεί στον άδη! Ο βασιλιάς συγκέντρωσε το στρατό του κι άρχισε με δάκρυα στα μάτια να τους λέει: “Σε πόσους πολέμους νίκησα! Και πόσες φορές δοξαστήκατε κι εσείς μαζί μου, πολεμώντας γενναία εναντίον των εχθρών! Τώρα όμως δεν έχουμε να κάνουμε συνηθισμένο πόλεμο. Νικήσαμε πολλά έθνη και λαούς, μα σε τούτη την περίσταση κινδυνεύουμε να νικηθούμε από έναν άσημο Εβραίο! Η βροντερή φωνή μας τρόμαξε στρατηγούς και βασιλιάδες, και τώρα η φωνή αυτού του ασήμαντου ανθρώπου μας προξενεί τόση φρίκη! Εμείς ερημώσαμε τόσες πόλεις, και τώρα μέσα στη δική μας πόλη κυριαρχεί ένας ξένος! «Η Νινευή, η μάνα των γιγάντων, έπεσε σε τέτοια ταραχή μέσα στα ίδια της τα τείχη από την παρουσία ενός Εβραίου! Στην οικουμένη ολόκληρη βρυχιόταν η φοβερή λέαινα, η Νινευή. Και τώρα ένας Ιωνάς βρυχιέται εναντίον της!
«Ας μην αδρανήσουμε, φίλοι μου, στη δύσκολη αυτή στιγμή, ούτε και να χαθούμε σαν άνανδροι και δειλοί. Γιατί όποιος υπομένει με ανδρεία τον πειρασμό, κερδίζει δυο πράγματα: Και όσο ζει δοξάζεται, και αφού πεθάνει επαινείται σαν ανδρείος και γενναίος αθλητής.
Ας δυναμώσουμε λοιπόν και ας αντισταθούμε γενναία. Ας αγωνιστούμε μ’ όλη μας τη δύναμη. Έτσι, κι αν δεν νικήσουμε, ας πεθάνουμε ηρωικά, αφήνοντας πίσω μας δοξασμένο όνομα. «Έχουμε ακούσει, πως η δικαιοκρισία του Θεού απειλεί τους κακούς και τους οδηγεί σε συναίσθηση, ενώ η φιλανθρωπία Του χαρίζει σωτηρία.
Ας φοβηθούμε λοιπόν τη δικαιοκρισία Του και ας αυξήσουμε την ευσπλαχνία Του. Αν εξιλεωθεί η δικαιοκρισία του Θεού, το πλήθος των οικτιρμών Του θα είναι μαζί μας.
«Ας μην καταφρονήσουμε τον Ιωνά. Ας μην παρακολουθούμε το κήρυγμά του επιπόλαια. Μπροστά σε όλους τον ρώτησα επανειλημμένα, για να δοκιμαστούν τα λόγια του. Τον κολάκεψα, μα δεν τον έπεισα. Τον φοβέρισα, μα δεν τον έκανα να δειλιάσει. Του πρόσφερα πλούτη, αλλά με περιγέλασε. Τον απείλησα με το σπαθί, και το ειρωνεύτηκε. Ούτε οι απειλές ούτε τα δώρα χαλάρωσαν το φρόνημά του. ”Ο λόγος του έγινε για μας καθρέφτης. Είδαμε να κατοικεί μέσα του ο Θεός και ν’ απειλεί τις πονηρές πράξεις μας. Ήρθε σ’ εμάς σαν ένας ευσυνείδητος γιατρός, που λέει πάντα στον άρρωστο την αλήθεια. Δεν διστάζει να πει ότι χρειάζεται χειρουργική επέμβαση. «Ποιός θα μπορούσε να χαρακτηρίσει ψεύτη αυτόν που προφητεύει συμφορά; Αν ήταν ψεύτης, θα μας μιλούσε διπλωματικά και με επιφανειακή ευγένεια. Αν διαλαλούσε πως θα έχουμε νίκες και ειρήνη, τότε θα τον υποπτευόμασταν σαν κάποιον αισχροκερδή, που προφητεύει δήθεν καλά για μας, αποβλέποντας σε δώρα και απολαυές. Αυτός εδώ όμως ούτε λίγο ψωμάκι δεν δέχεται από τα χέρια μας. Νηστεύει και προσεύχεται. Ίσως φιλοδοξεί να καταστραφεί η πόλη μας, για να μη διαψευσθεί το κήρυγμά του. Ε λοιπόν, κι εμείς με νηστεία και προσευχή ας του εναντιωθούμε, γιατί δεν είν’ εκείνος που αμάρτησε, αλλά εμείς. Την πόλη μας, φίλοι μου, δεν την καταστρέφει ο προφήτης. Την καταστρέφουν τα άνομα έργα μας. Εχθρός μας δεν είν’ ο Ιωνάς. Έχουμε άλλον εχθρό, αόρατο, πανούργο. Μ’ αυτόν πρέπει να πολεμήσουμε γενναία. Έχουμε ακούσει για τ’ αγωνίσματα του δίκαιου Ιώβ. Γνωστή είναι η δοκιμασία του, που κήρυξε σαν σάλπιγγα σ’ όλη την οικουμένη τη νίκη του εναντίον του διαβόλου. Αν λοιπόν ο διάβολος πολε¬μάει τόσο σκληρά τους δικαίους, πόσο θα πολεμήσει άραγε εμάς, τους αμαρτωλούς; Εμείς νικήσαμε βασιλιάδες στον πόλεμο. Ας νικήσουμε τώρα το σατανά με τη μετάνοιά μας. Εμπρός, ας αναμετρηθούμε μαζί του! Βγάλτε τους θώρακες και βάλτε σάκκους τρίχινους! Πετάξτε τα τόξα και τρέξτε στις προσευχές! Αφήστε τα σπαθιά κι αρπάξτε την πίστη! Σπάστε τα βέλη και πιάστε τη νηστεία!… Αν νικήσουμε το σατανά, θα είν’ η νίκη μας η μεγαλύτερη απ’ όλες μέχρι τώρα. Και όπως έμπαινα εγώ πρώτος στους άλλους πολέμους, έτσι και σε τούτον τώρα μπαίνω πρώτος”.
Μ’ αυτά τα λόγια, πέταξαν τους χιτώνες τους οι στρατιωτικοί κι έβαλαν σάκκους, όπως ο βασιλιάς. Κι ήταν ντυμένοι όλοι τώρα ταπεινά, αυτοί που πάντα ήταν λαμπροφορεμένοι. Σκόρπισε κήρυκες ο βασιλιάς, που καλούσαν όλη την πόλη σε μετάνοια, φωνάζοντας: “Να εγκαταλείψει ο καθένας την κακία του, για να μην πληγωθεί και σκοτωθεί σ’ αυτόν τον πόλεμο. Ο άρπαγας να επιστρέψει αυτά που άρπαξε. Ο άσωτος να σωφρονιστεί. Ο οργίλος να γίνει πράος. Κανένας να μη μνησικακεί. Κανένας να μην καταριέται. Κανένας να μην κακοκαρδίζει ούτε να κακολογεί τον άλλον. Αν εμείς συγχωρέσουμε τα σφάλματα των συνανθρώπων μας, τότε και ο Θεός θα συγχωρέσει τα δικά μας σφάλματα. Εμπρός λοιπόν, ας οπλιστούμε με νηστείες και προσευχές κι ας αγωνιστούμε όλοι μαζί με ανδρεία και γενναιότητα για τη σωτηρία μας”.
Με το διάγγελμα αυτό ο βασιλιάς έφερε στο λαό του την αγάπη, την πίστη και την ελπίδα, που έχουν πολλή δύναμη και προσφέρουν ανακούφιση και χαρά. Έτσι ο γιός του γενναίου γίγαντα Νεβρώδ εγκατέλειψε τα κυνήγια και, αντί γι’ άγρια ζώα, άρχισε να κυνηγάει και να χτυπάει τα πάθη του. Αντί για αγρίμια, έσφαξε τις αισχρές αμαρτίες. Αφήνοντας τα έξω θηρία, πολεμούσε την πονηριά που είχε μέσα του. Κατεβαίνοντας από το καταστόλιστο άρμα του, τριγυρνούσε με τα πόδια στην πόλη και καλούσε όλους σε μετάνοια. Απ’ άκρη σ’ άκρη διέσχιζε τη Νινευή και πάσχιζε να την καθαρίσει απ’ τη βρωμιά της αμαρτίας.
Βλέπει ο Ιωνάς αυτή την απίστευτη μετάνοια και τα χάνει. Θαυμάζει τους Νινευϊτες και ταυτόχρονα πενθεί για τους Ισραηλίτες. Είδε τους απογόνους της Χαναάν να δικαιώνονται με την πίστη, και τους απογόνους του Αβραάμ να έχουν προδώσει το Θεό. Είδε τη Νινευή να μετανοεί πικρά, και τη Σιών να πορνεύει με μανία. Είδε αμαρτωλές της Νινευή να σωφρονούν, και θυγατέρες του Ιακώβ να ασωτεύουν. Είδε στη Νι¬νευή ψεύτες να κηρύσσουν την αλήθεια, και στη Σιών ψευδοπροφήτες να παρασύρουν με δόλο το λαό στην ειδωλολατρία. Στη Νινευή τα είδωλα γκρεμίστηκαν στα φανερά, ενώ στην Ιερουσαλήμ λατρεύονταν στα κρυφά. Η Νινευή έγινε ναός και εκκλησία του Θεού, ενώ των Ιεροσολύμων ο ναός κατάντησε σπήλαιο ληστών.
Βλέπει ο Ιωνάς τους Νινευϊτες να είναι πιο μυαλωμένοι και θεοσεβείς. Κι ενώ ο ίδιος με την απειλή του τους έκοβε την ελπίδα, η νηστεία τους την πολλαπλασίαζε και τους υποσχόταν ζωή. Βλέπει ο προφήτης τη μετάνοια και φοβάται μήπως βγει ψεύτικο το κήρυγμά του. Αυτός μετράει τις μέρες και τις νύχτες ως την καταστροφή, ενώ οι Νινευϊτες μετρούν τις αμαρτίες τους. Στέκονται στο στόμα του θανά¬του και τρέμοντας χτυπούν τις πύλες του άδη, περιμένοντας τη δίκαιη οργή του Θεού, μα δεν παύουν να ελπίζουν και στο άπειρο έλεός Του. Αισθάνονται πως ο Θεός είναι πολυέλεος και δείχνει την αγάπη και την ευσπλαχνία Του σ’ όσους μετανοούν. Νιώθουν πως ο προφήτης είναι σκληρός, ενώ ο Θεός φιλάνθρωπος. Γι’ αυτό αφήνουν τον σκληρό και καταφεύγουν στον Εύσπλαχνο. Σ’ Εκείνον, που σηκώνει το ραβδί
Του για να φοβερίσει και όχι για να συντρίψει, για να παιδαγωγήσει και όχι για να θανατώσει.
Συνέχεια λοιπόν νήστευαν και αδιάκοπα παρακαλούσαν. Δεν στέγνωσαν τα μάτια τους απ’ της μεταμέλειας τα δάκρυα. Δεν κουράστηκε η γλώσσα τους να εκλιπαρεί το θείο έλεος. Με τη μετάνοια έδεσαν τη νηστεία και με τη νηστεία την καθαρότητα και τη σωφροσύνη.
Όταν η χάρη του Θεού είδε αυτά τα πράγματα, σπλαχνίστηκε τους Νινευϊτες κι έστειλε πάνω τους τη δροσιά της ζωής και της συμπάθειάς Του. Γιατί ο Κύριος, ως φιλάνθρωπος και αγαθός και μακρόθυμος που είναι, δεν θέλει το θάνατο του αμαρτωλού, αλλά την επιστροφή και τη μετάνοια και τη σωτηρία του.
Έφτασε όμως και η μέρα της γενικής καταστροφής τους. Και γέμισε κλάματα η πολιτεία. Το χώμα της γης από την πλημμύρα των δακρύων είχε γίνει σαν πλίθρα. Σήκωσαν οι πατεράδες τα παιδιά τους, για να θρηνήσουν μαζί τον πικρό τους θάνατο. Γέροντες και γερόντισσες πήγαν να κλάψουν στους τάφους, όπου κανένας δεν υπήρχε ούτε για να θάψει ούτε για να θαφτεί. Οι θρηνητικές κραυγές όλων υψώθηκαν ως τους ουρανούς. Ο ένας ρωτούσε τον άλλο με αγωνία: “Ποιά νά ’ναι η ώρα, που όρισε ο Θεός να κατεβούμε όλοι μαζί στον άδη; Με ποιό τρόπο θα έρθει ο θάνατος;…”.
Κόντευε να βραδιάσει. Στάθηκαν οι Νινευϊτες στη θέση του θανάτου και, κρατώντας ο ένας το χέρι του άλλου, θρηνούσαν όλοι για όλους. Αναρωτιόντουσαν, σε ποιά στιγμή θ’ ακουγόταν η φωνή του εξολοθρεμού τους. Νόμιζαν πως το βράδυ θα καταστρεφόταν η πόλη. Περίεργο, όμως! Έφτασε το βράδυ, και δεν είχαν πάθει τίποτα. Ύστερα νόμισαν ότι τη νύχτα θα παραδοθούν στο χάος. Μα και η νύχτα πέρασε, και πάλι τίποτα! Περίμεναν, τέλος, πως θα χαθούν εξάπαντος το πρωί. Να, όμως, που το πρωί ήρθε, και το κακό δεν έγινε!…
Ε, τώρα πια όλα άλλαξαν! Την ώρα που νόμιζαν πως δεν θα υπάρχουν, η ελπίδα τους έγινε βεβαιότητα και η βεβαιότητα χαρά. Η ατμόσφαιρα, από σκυθρωπή, έγινε λαμπρή και γιορταστική. Όλοι μαζί, με συγγενείς και φίλους, δεν ήξεραν πώς να εκφράσουν τη χαρά τους, πώς να δοξάσουν το Θεό, που τους ελέησε, που δέχτηκε τη μετάνοιά τους.
Ο Ιωνάς στεκόταν και παρακολουθούσε από μακριά, γεμάτος φόβο μην αποδειχθεί ψεύτης. Μα η προσδοκία του δεν πραγματοποιήθηκε. Γιατί ο αγαθός Θεός, βλέποντας τα δάκρυα της μετάνοιας των Νινευϊτών, τους σπλαχνίστηκε και ξαναζωντάνεψε τη νεκρή πόλη. Γιατί, αν και δεν είχαν πεθάνει, όμως, με το να περιμένουν έναν τόσο σύντομο και κακό θάνατο, είχαν γίνει σαν νεκροί. Τώρα τους ζωοποίησαν η ελπίδα κι η χαρά, γιατί είδαν τη θεϊκή οργή να έχει μεταβληθεί σε έλεος. Γονάτισαν λοιπόν σε προσευχή και, με τα χέρια υψωμένα στον ουρανό, ευχαριστούσαν το Θεό, που τους έσωσε απροσδόκητα από το θάνατο και με την ευσπλαχνία Του τους χάρισε τη ζωή.
Ο Ιωνάς όμως, βλέποντας ότι, με το να σωθούν οι Νινευϊτες, βγήκε ψεύτης, ήταν υπερβολικά λυπημένος. Όταν τον είδαν σ’ αυτή την κατάσταση, άρχισαν να τον καλοπιάνουν και να του λένε: “Μη λυπάσαι, Ιωνά. Να χαίρεσαι, γιατί εξαιτίας σου βρήκαμε καινούργια ζωή. Εξαιτίας σου γνωρίσαμε το Θεό, τον πλάστη και δημιουργό μας. Μη φοβάσαι, δεν φάνηκες ψεύτης, γιατί καταστράφηκε η κακία μας και οικοδομήθηκε η πίστη μας. Με την υπόδειξή σου βρήκαμε τη μετάνοια και απολαύσαμε ό,τι χρειαζόταν για τη σωτηρία μας, από τους θησαυρούς της ευσπλαχνίας του Θεού. Πες μας, Ιωνά, τί θα ωφελούσε αν είχε καταστραφεί η πόλη μας; Αν είχαμε πεθάνει όλοι; Τί είχες να κερδίσεις, γιέ του Αμαθεί, αν μας είχε καταπιεί όλους ο άδης; Λυπάσαι εσύ, που μας θεράπευσες από τα κακά; Εμείς σ’ ευχαριστούμε μάλλον ως ευεργέτη. Γιατί λοιπόν αναστενάζεις; Επειδή κοπίασες για να έρθει η πόλη όχι στην καταστροφή, αλλά στη θεογνωσία; Και γιατί πενθείς; Επειδή σωθήκαμε με τη μετάνοια; Μα εσύ τώρα έχεις στεφανωθεί. Και αυτό πρέπει να σε γεμίζει χαρά. Χαροποίησες τους αγγέλους στα επουράνια. Πρέπει να χαρείς κι εσύ στη γη, αφού κι ο ίδιος ο Θεός χαίρεται τώρα για μας…”.
Ας δοξάσουμε κι εμείς το Θεό, που μας παρέχει παράδειγμα μετάνοιας και αρραβώνα σωτηρίας μέσω των Νινευϊτών. Γιατί όπως έσωσε τότε εκείνους με τον Ιωνά, έτσι τώρα και πάντοτε σώζει το λαό Του με τον Υιό Του τον μονογενή και καταργεί τον ισραηλιτικό λαό, την άκαρπη συκιά, που εμποδίζει τα έθνη να σώζονται από τους καρπούς της μετάνοιας στο όνομα του Κυρίου μας Ιησού Χριστού, στον Οποίο ανήκει η δόξα και η δύναμη, μαζί με τον Πατέρα και το Αγιο Πνεύμα, τώρα και πάντοτε και στους αιώνες των αιώνων. Αμήν.
«Η ΦΩΝΗ ΤΩΝ ΠΑΤΕΡΩΝ (14): «Ιωνάς και Νινευίτες» Ιερά Μονή Παρακλήτου, Ωρωπός Αττικής
Alopsis


Κύριε είσαι παντογνώστης. Γνωρίζεις πολύ καλά ότι Σε αγαπώ. Αξίωσέ με να Σε υπηρετώ με αφοσίωση και με αγάπη μέχρι την τελευταία μου αναπνοή.


Επιστροφή στο

Μέλη σε σύνδεση

Μέλη σε αυτή την Δ. Συζήτηση: 1 και 0 επισκέπτες