ΠΑΡΑΛΕΙΠΟΜΕΝΩΝ Α’ ~ ΓΕΝΕΑΛΟΓΙΚΑ ΔΕΝΤΡΑ. Η ΒΑΣΙΛΕΙΑ ΤΟΥ ΔΑΒΙΔ

Ανάλυση και συζητήσεις γύρω από τα βιβλία της Παλαιάς Διαθήκης

Συντονιστές: Νίκος, Anastasios68, johnge

Άβαταρ μέλους
ΠΟΠΗ
Δημοσιεύσεις: 808
Εγγραφή: Δευτ Ιούλ 30, 2012 3:29 pm
Επικοινωνία:

Re: ΠΑΡΑΛΕΙΠΟΜΕΝΩΝ Α’ ~ ΓΕΝΕΑΛΟΓΙΚΑ ΔΕΝΤΡΑ. Η ΒΑΣΙΛΕΙΑ ΤΟΥ Δ

Δημοσίευσηαπό ΠΟΠΗ » Παρ Οκτ 12, 2012 5:33 pm

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 10- Ο θάνατος του Σαούλ και των απογόνων του.

Α Παραλ. 10,1 Καὶ ἀλλόφυλοι ἐπολέμησαν πρὸς τὸν Ἰσραήλ, καὶ ἔφυγον ἀπὸ προσώπου ἀλλοφύλων, καὶ ἔπεσον τραυματίαι ἐν ὄρει Γελβουέ.
Α Παραλ. 10,1 Οι Φιλισταίοι επολέμησαν εναντίον του ισραηλιτικού λαού. Οι δε Ισραηλίται ενικήθησαν και ετράπησαν εις φυγήν εμπρός από τους Φιλισταίους. Εις δε το όρος Γελβουέ έπεσαν πολλοί Ισραηλίται νεκροί.
Α Παραλ. 10,2 καὶ κατεδίωξαν οἱ ἀλλόφυλοι ὀπίσω Σαοὺλ καὶ ὀπίσω τῶν υἱῶν αὐτοῦ, καὶ ἐπάταξαν ἀλλόφυλοι τὸν Ἰωνάθαν καὶ τὸν Ἀμιναδὰβ καὶ τὸν Μελχισουὲ υἱοὺς Σαούλ.
Α Παραλ. 10,2 Οι Φιλισταίοι κατεδίωξαν τον φεύγοντα Σαούλ και τους υιούς του. Εφόνευσαν δε τον Ιωνάθαν, τον Αμιναδάβ, και τον Μελχισουέ, υιούς του Σαούλ.
Α Παραλ. 10,3 καὶ ἐβαρύνθη ὁ πόλεμος ἐπὶ Σαούλ, καὶ εὗρον αὐτὸν οἱ τοξόται ἐν τόξοις καὶ πόνοις, καὶ ἐπόνεσεν ἀπὸ τῶν τόξων.
Α Παραλ. 10,3 Ο δε πόλεμος έγινεν έτσι πάρα πολύ σκληρός και βαρύς εναντίον του Σαούλ. Οι εκ των Φιλισταίων, ικανοί στον χειρισμόν του τόξου, ευρήκαν τον Σαούλ και τον ετόξευσαν. Ο Σαούλ επληγώθη θανασίμως και ησθάνθη πόνον από τας πληγάς αυτάς.
Α Παραλ. 10,4 καὶ εἶπε Σαοὺλ τῷ αἴροντι τὰ σκεύη αὐτοῦ· σπάσαι τὴν ῥομφαίαν σου καὶ ἐκκέντησόν με ἐν αὐτῇ, μὴ ἔλθωσιν οἱ ἀπερίτμητοι οὗτοι καὶ ἐμπαίξωσί μοι. καὶ οὐκ ἐβούλετο ὁ αἴρων τὰ σκεύη αὐτοῦ, ὅτι ἐφοβεῖτο σφόδρα· καὶ ἔλαβε Σαοὺλ τὴν ῥομφαίαν καὶ ἐπέπεσεν ἐπ᾿ αὐτήν.
Α Παραλ. 10,4 Είπε δε τότε ο Σαούλ στον δούλον του, ο οποίος του μετέφερε τα όπλα· “ανάσυρε την ρομφαίαν σου και θανάτωσέ με με αυτήν, δια να μη έλθουν αυτοί οι απερίτμητοι και με εμπαίξουν και με εξευτελίσουν”. Ο βαστάζων όμως τα όπλα του Σαούλ δεν ηθέλησε να εκτελέση αυτήν την εντολήν, διότι εφοβείτο να φονεύση τον χριστόν Κυρίου. Ο Σαούλ επήρε τότε την ρομφαίαν, έπεσεν επάνω εις αυτήν και εθανατώθη.
Α Παραλ. 10,5 καὶ εἶδεν ὁ αἴρων τὰ σκεύη αὐτοῦ ὅτι ἀπέθανε Σαούλ, καὶ ἔπεσε καί γε αὐτὸς ἐπὶ τὴν ῥομφαίαν αὐτοῦ καὶ ἀπέθανε.
Α Παραλ. 10,5 Ο δούλος, που μετέφερε τα όπλα του κυρίου του, όταν είδεν ότι ο Σαούλ απέθανεν έπεσε και αυτός επάνω εις την ρομφαίαν και εθανατώθη.
Α Παραλ. 10,6 καὶ ἀπέθανε Σαοὺλ καὶ τρεῖς υἱοὶ αὐτοῦ ἐν τῇ ἡμέρᾳ ἐκείνῃ, καὶ πᾶς ὁ οἶκος αὐτοῦ ἐπὶ τὸ αὐτὸ ἀπέθανε.
Α Παραλ. 10,6 Ετσι απέθανεν ο Σαούλ και τα τρία του παιδιά κατά την ημέραν εκείνην. Τοτε δε εθανατώθη και όλη η οικογένεια του Σαούλ.
Α Παραλ. 10,7 καὶ εἶδε πᾶς ἀνὴρ Ἰσραὴλ ὁ ἐν τῷ αὐλῶνι ὅτι ἔφυγεν Ἰσραὴλ καὶ ὅτι ἀπέθανε Σαοὺλ καὶ οἱ υἱοὶ αὐτοῦ, καὶ κατέλιπον τὰς πόλεις αὐτῶν καὶ ἔφυγον· καὶ ἦλθον οἱ ἀλλόφυλοι καὶ κατῴκησαν ἐν αὐταῖς.
Α Παραλ. 10,7 Ολοι οι Ισραηλίται, οι οποίοι ευρίσκοντο εις την πεδιάδα, όταν είδαν ότι ο ισραηλιτικός στρατός ετράπη εις φυγήν και ότι ο Σαούλ με τους τρεις υιούς του εφονεύθησαν, εγκατέλειψαν τας πόλεις των και ετράπησαν εις φυγήν. Ηλθον κατόπιν οι Φιλισταίοι και εγκατεστάθησαν μέσα εις αυτάς.
Α Παραλ. 10,8 καὶ ἐγένετο τῇ ἑπομένῃ καὶ ἦλθον ἀλλόφυλοι τοῦ σκυλεύειν τοὺς τραυματίας καὶ εὗρον τὸν Σαοὺλ καὶ τοὺς υἱοὺς αὐτοῦ πεπτωκότας ἐν τῷ ὄρει Γελβουέ.
Α Παραλ. 10,8 Την επομένην ημέραν της νίκης των ήλθαν οι Φιλισταίοι, δια να λαφυραγωγήσουν τους νεκρούς. Ευρήκαν δε τον Σαούλ και τους υιούς του νεκρούς στο όρος Γελβουέ.
Α Παραλ. 10,9 καὶ ἐξέδυσαν αὐτὸν καὶ ἔλαβον τὴν κεφαλὴν αὐτοῦ καὶ τὰ σκεύη αὐτοῦ καὶ ἀπέστειλαν εἰς γῆν ἀλλοφύλων κύκλῳ τοῦ εὐαγγελίσασθαι τοῖς εἰδώλοις αὐτῶν καὶ τῷ λαῷ·
Α Παραλ. 10,9 Τον εγύμνωσαν από τα βασιλικά του ενδύματα, επήραν το κεφάλι του και τα όπλα του, και τα έστειλαν όλα αυτά, δια να τα περιφέρουν εις την χώραν των και να διακηρύξουν το χαρμόσυνον άγγελμα της νίκης των εις τα είδωλά των και στον λαόν των.
Α Παραλ. 10,10 καὶ ἔθηκαν τὰ σκεύη αὐτῶν ἐν οἴκῳ θεοῦ αὐτῶν καὶ τὴν κεφαλὴν αὐτοῦ ἔθηκαν ἐν οἴκῳ Δαγών.
Α Παραλ. 10,10 Τα όπλα του Σαούλ και των υιών του τα έθεσαν οι Φιλισταίοι στον ναόν των, την δε κεφαλήν του Σαούλ στον ναόν του Θεού των Δαγών.
Α Παραλ. 10,11 καὶ ἤκουσαν πάντες οἱ κατοικοῦντες Γαλαὰδ ἅπαντα, ἃ ἐποίησαν οἱ ἀλλόφυλοι τῷ Σαοὺλ καὶ υἱῷ Ἰσραήλ.
Α Παραλ. 10,11 Ολοι οι κάτοικοι της Γαλαάδ ήκουσαν αυτά, που έγιναν εις βάρος του Σαούλ και των Ισραηλιτών.
Α Παραλ. 10,12 καὶ ἠγέρθησαν ἐκ Γαλαὰδ πᾶς ἀνὴρ δυνατὸς καὶ ἔλαβον τὸ σῶμα Σαοὺλ καὶ τὸ σῶμα τῶν υἱῶν αὐτοῦ καὶ ἤνεγκαν αὐτὰ εἰς Ἰαβὶς καὶ ἔθαψαν τὰ ὀστᾶ αὐτῶν ὑπὸ τὴν δρῦν ἐν Ἰαβὶς καὶ ἐνήστευσαν ἑπτὰ ἡμέρας.
Α Παραλ. 10,12 Τοτε όλοι οι γενναίοι άνδρες της Γαλαάδ εσηκώθησαν επήγαν και επήραν το σώμα του Σαούλ και τα σώματα των υιών του, τα οποία και μετέφεραν εις την πόλιν των, την Ιαβίς. Τα οστά αυτών τα έθαψαν εις την Ιαβίς υπό την δρυν και εις ένδειξιν πένθους ενήστευσαν επί επτά ημέρας.
Α Παραλ. 10,13 καὶ ἀπέθανε Σαοὺλ ἐν ταῖς ἀνομίαις αὐτοῦ, αἷς ἠνόμησε τῷ Θεῷ κατὰ τὸν λόγον Κυρίου, διότι οὐκ ἐφύλαξεν· ὅτι ἐπηρώτησε Σαοὺλ ἐν τῶ ἐγγαστριμύθῳ τοῦ ζητῆσαι, καὶ ἀπεκρίνατο αὐτῷ Σαμουὴλ ὁ προφήτης·
Α Παραλ. 10,13 Κατ' αυτόν τον τρόπον απέθανεν ο Σαούλ εξ αιτίας των παρανομιών του, τας οποίας διέπραξεν ενώπιον του Θεού, διότι παρέβη τον λόγον του Κυρίου και δεν εφύλαξε τον Νομον του. Μια από τας παρανομίας του ήτο και το ότι επήγε να συμβουλευθή την μάγισσαν, δια να μάθη το μέλλον του, και επήρε απόκρισιν από τον προφήτην Σαμουήλ.
Α Παραλ. 10,14 καὶ οὐκ ἐζήτησε Κύριον, καὶ ἀπέκτεινεν αὐτὸν καὶ ἐπέστρεψε τὴν βασιλείαν τῷ Δαυὶδ υἱῷ Ἰεσσαί.
Α Παραλ. 10,14 Δεν συνεβουλεύθη τον Κυριον και ο Κυριος παρεχώρησε τον τραγικόν αυτόν θάνατον στον Σαούλ και έδωσε την βασιλείαν του Ισραηλιτικού λαού στον Δαυίδ, τον υιόν του Ιεσσαί.


Μην ταράζεσθε και μην ανησυχείτε διότι αυτός που γνωρίζει όσα υποφέρετε
και είναι σε θέση να τα εμποδίσει είναι φανερό ότι δεν τα εμποδίζει, επειδή προνοεί και ενδιαφέρεται για σας.

Άβαταρ μέλους
ΠΟΠΗ
Δημοσιεύσεις: 808
Εγγραφή: Δευτ Ιούλ 30, 2012 3:29 pm
Επικοινωνία:

Re: ΠΑΡΑΛΕΙΠΟΜΕΝΩΝ Α’ ~ ΓΕΝΕΑΛΟΓΙΚΑ ΔΕΝΤΡΑ. Η ΒΑΣΙΛΕΙΑ ΤΟΥ Δ

Δημοσίευσηαπό ΠΟΠΗ » Παρ Οκτ 12, 2012 5:35 pm

Η ΒΑΣΙΛΕΙΑ ΤΟΥ ΔΑΒΙΔ

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 11
Η αναγνώριση του Δαβίδ ως βασιλιά. Ο Δαβίδ κυριεύει την Ιερουσαλήμ και την κάνει πρωτεύουσα.
Οι ανδρείοι του Δαβίδ.


Η αναγνώριση του Δαβίδ ως βασιλιά
Α Παραλ. 11,1 Καὶ ἦλθε πᾶς Ἰσραὴλ πρὸς Δαυὶδ ἐν Χεβρὼν λέγοντες· ἰδοὺ ὀστᾶ σου καὶ σάρκες σου ἡμεῖς·
Α Παραλ. 11,1 Ηλθεν όλος ο ισραηλιτικός λαός στον Δαυίδ, εις την πόλιν Χεβρών, και του είπον· “ιδού, ημείς είμεθα οστά σου και σάρκες σου. Ανήκομεν εις την αυτήν φυλήν.
Α Παραλ. 11,2 καὶ ἐχθὲς καὶ τρίτην ὄντος Σαοὺλ βασιλέως, σὺ ἦσθα ὁ ἐξάγων καὶ εἰσάγων τὸν Ἰσραήλ, καὶ εἶπεν Ἰσραὴλ Κύριός σοι· σὺ ποιμανεῖς τὸν λαόν μου τὸν Ἰσραήλ, καὶ σὺ ἔσῃ εἰς ἡγούμενον ἐπὶ Ἰσραήλ.
Α Παραλ. 11,2 Και προηγουμένως, όταν βασιλεύς ήτο ο Σαούλ, συ κυρίως ήσο ο διοικών τον ισραηλιτικόν λαόν, ο δε Κυριος του ισραηλιτικού λαού, ο Θεός, εις σε είπεν ότι θα κυβερνήσης ως καλός ποιμήν τον λαόν μου τον ισραηλιτικόν και συ θα είσαι ο αρχηγός του λαού αυτού”.
Α Παραλ. 11,3 καὶ ἦλθον πάντες πρεσβύτεροι Ἰσραὴλ πρὸς τὸν βασιλέα εἰς Χεβρών, καὶ διέθετο αὐτοῖς ὁ βασιλεὺς Δαυὶδ διαθήκην ἐν Χεβρὼν ἔναντι Κυρίου, καὶ ἔχρισαν τὸν Δαυὶδ εἰς βασιλέα ἐπὶ Ἰσραὴλ κατὰ τὸν λόγον Κυρίου, διὰ χειρὸς Σαμουήλ.
Α Παραλ. 11,3 Ετσι ήλθον όλοι οι πρεσβύτεροι του ισραηλιτικού λαού προς τον βασιλέα εις την Χεβρών. Ο δε βασιλεύς Δαυίδ συνήψεν επίσημον συμφωνίαν με αυτούς ενώπιον του Κυρίου εις την πόλιν εκείνην, την Χεβρών. Οι επίσημοι του ισραηλιτικού λαού έχρισαν βασιλέα τον Δαυίδ, σύμφωνα με τον λόγον, τον οποίον ο Κυριος είχε προαναγγείλει δια του προφήτου Σαμουήλ.

Ο Δαβίδ κυριεύει την Ιερουσαλήμ και την κάνει πρωτεύουσα
Α Παραλ. 11,4 Καὶ ἐπορεύθη ὁ βασιλεὺς καὶ ἄνδρες αὐτοῦ εἰς Ἱερουσαλὴμ (αὕτη Ἰεβούς), καὶ ἐκεῖ οἱ Ἰεβουσαῖοι οἱ κατοικοῦντες τὴν γῆν εἶπον τῷ Δαυίδ·
Α Παραλ. 11,4 Ο βασιλεύς Δαυίδ επορεύθη μαζή με τους άνδρας του εις την Ιερουσαλήμ ( Ιεβούς, όπως ωνομάζετο παλαιότερα). Οι κάτοικοι όμως της χώρας αυτής οι Ιεβουσαίοι του είπαν·
Α Παραλ. 11,5 οὐκ εἰσελεύσῃ ὧδε. καὶ προκατελάβετο τὴν περιοχὴν Σιὼν (αὕτη ἡ πόλις Δαυίδ).
Α Παραλ. 11,5 “Δεν θα εισέλθης εδώ”. Ο Δαυίδ όμως κατέλαβε τον οχυρόν τόπον, την Σιών (αύτη από εδώ και πέρα λέγεται πόλις Δαυίδ).
Α Παραλ. 11,6 καὶ εἶπε Δαυίδ· πᾶς τύπτων Ἰεβουσαῖον ἐν πρώτοις καὶ ἔσται εἰς ἄρχοντα καὶ εἰς στρατηγόν· καὶ ἀνέβη ἐπ᾿ αὐτὴν ἐν πρώτοις Ἰωὰβ υἱὸς Σαρουΐα καὶ ἐγένετο εἰς ἄρχοντα.
Α Παραλ. 11,6 Και είπεν ο Δαυίδ προς τους άνδρας του· “εκείνος ο οποίος πρώτος θα φονεύση ένα Ιεβουσαίον, θα γίνη αρχηγός και στρατηγός”. Πρώτος, ο οποίος ανέβη στον ωχυρωμένον αυτόν τόπον, ήτο ο Ιωάβ ο υιός της Σαρουΐας και εφόνευσεν ένα Ιεβουσαίον. Ετσι δε ανεκηρύχθη αρχηγός.
Α Παραλ. 11,7 καὶ ἐκάθισε Δαυὶδ ἐν τῇ περιοχῇ· διὰ τοῦτο ἐκάλεσεν αὐτὴν Πόλιν Δαυίδ·
Α Παραλ. 11,7 Ο Δαυίδ εγκατεστάθη εις την ωχυρωμένην εκείνην περιοχήν. Δια τούτο και ωνόμασεν αυτήν “Πολιν Δαυίδ”.
Α Παραλ. 11,8 καὶ ᾠκοδόμησε τὴν πόλιν κύκλῳ· καὶ ἐπολέμησε καὶ ἔλαβε τὴν πόλιν.
Α Παραλ. 11,8 Ο Δαυίδ αφού επολέμησε και κατέλαβε την πόλιν αυτήν, την ανοικοδόμησε και ωχύρωσε τα γύρω αυτής μέρη.
Α Παραλ. 11,9 καὶ ἐπορεύετο Δαυὶδ πορευόμενος καὶ μεγαλυνόμενος, καὶ Κύριος παντοκράτωρ μετ᾿ αὐτοῦ.
Α Παραλ. 11,9 Ο Δαυίδ, όσον παρήρχετο ο χρόνος, εμεγάλωνεν εις δύναμιν, διότι Κυριος ο παντοκράτωρ ήτο μαζή του.

Οι ανδρείοι του Δαβίδ
Α Παραλ. 11,10 Καὶ οὗτοι οἱ ἄρχοντες τῶν δυνατῶν, οἳ ἦσαν τῷ Δαυίδ, οἱ κατισχύοντες μετ᾿ αὐτοῦ ἐν τῇ βασιλείᾳ αὐτοῦ μετὰ παντὸς Ἰσραὴλ τοῦ βασιλεῦσαι αὐτὸν κατὰ τὸν λόγον Κυρίου ἐπὶ Ἰσραήλ·
Α Παραλ. 11,10 Αυτοί δε είναι οι αρχηγοί των γενναίων ανδρών, που ήσαν εις την υπηρεσίαν του Δαυίδ και οι οποίοι τον εβοηθούσαν και τον ενίσχυαν μαζή με όλον τον ισραηλιτικόν λαόν εις την βασιλείαν του, ώστε να βασιλεύση στον λαόν σύμφωνα με τον λόγον, τον οποίον ο Κυριος είχε δώσει στον ισραηλιτικόν λαόν.
Α Παραλ. 11,11 καὶ οὗτος ὁ ἀριθμὸς τῶν δυνατῶν τοῦ Δαυίδ· Ἰεσεβάαλ υἱὸς Ἀχαμανὶ πρῶτος τῶν τριάκοντα· οὗτος ἐσπάσατο τὴν ῥομφαίαν αὐτοῦ ἅπαξ ἐπὶ τριακοσίους τραυματίας ἐν καιρῷ ἑνί.
Α Παραλ. 11,11 Αυτός δε είναι ο κατάλογος των ηρώων, που υπηρετούσαν τον Δαυίδ· ο Ιεσεβάαλ, υιός του Αχαμανί, ο αρχηγός των τριάκοντα. Αυτός ανέσυρε κάποτε την ρομφαίαν του και εις την περίστασιν εκείνην εφόνευσε τριακοσίους άνδρας.
Α Παραλ. 11,12 καὶ μετ᾿ αὐτὸν Ἐλεάζαρ υἱὸς Δωδαΐ ὁ Ἀχωχί· οὗτος ἦν ἐν τοῖς τρισὶ δυνατοῖς.
Α Παραλ. 11,12 Επειτα από αυτόν ήτο ο Ελεάζαρ, υιός του Δωδαΐ, ο οποίος κατήγετο από την Αχώχ. Αυτός ήτο ένας από τους τρεις γενναίους άνδρας.
Α Παραλ. 11,13 οὗτος ἦν μετὰ Δαυὶδ ἐν Φασοδομίν, καὶ οἱ ἀλλόφυλοι συνήχθησαν ἐκεῖ εἰς πόλεμον, καὶ ἦν μερὶς τοῦ ἀγροῦ πλήρης κριθῶν, καὶ ὁ λαὸς ἔφυγεν ἀπὸ προσώπου ἀλλοφύλων·
Α Παραλ. 11,13 Αυτός ευρίσκετο μαζή με τον Δαυίδ εις την Φασοδομίν. Οι Φιλισταίοι είχαν συγκεντρωθή εκεί, δια να πολεμήσουν. Εκεί υπήρχεν ένα τμήμα αγρού σπαρμένο με κριθάρι. Ο λαός κατά τον πόλεμον αυτόν εφοβήθη και ετράπη εις φυγήν ενώπιον των Φιλισταίων.
Α Παραλ. 11,14 καὶ ἔστη ἐν μέσῳ τῆς μερίδος καὶ ἔσωσεν αὐτὴν καὶ ἐπάταξε τοὺς ἀλλοφύλους, καὶ ἐποίησε Κύριος σωτηρίαν μεγάλην.
Α Παραλ. 11,14 Ο Ελεάζαρ όμως όρθιος και μόνος εν μέσω του αγρού αυτού έσωσεν αυτόν και εφόνευσε τους Φιλισταίους. Δι' αυτού δε ο Κυριος εχάρισε μεγάλην σωτηρίαν στον ισραηλιτικόν λαόν.
Α Παραλ. 11,15 καὶ κατέβησαν τρεῖς ἐκ τῶν τριάκοντα ἀρχόντων εἰς τὴν πέτραν πρὸς Δαυὶδ εἰς τὸ σπήλαιον Ὀδολλάμ, καὶ παρεμβολὴ τῶν ἀλλοφύλων ἐν τῇ κοιλάδι τῶν γιγάντων.
Α Παραλ. 11,15 Τρεις από τους γενναίους αυτούς άρχοντας κατέβηκαν προς τον Δαυίδ, στον βράχον κοντά στο σπήλαιον Οδολλάμ. Εκεί ευρίσκετο το στρατόπεδον των Φιλισταίων εις την κοιλάδα των γιγάντων.
Α Παραλ. 11,16 καὶ Δαυὶδ τότε ἐν τῇ περιοχῇ, καὶ τὸ σύστημα τῶν ἀλλοφύλων τότε ἐν Βηθλεέμ.
Α Παραλ. 11,16 Ο Δαυίδ ευρίσκετο τότε στον οχυρόν αυτόν τόπον, ενώ μία φρουρά των Φιλισταίων κατά την ιδίαν εποχήν ευρίσκετο εις την Βηθλεέμ.
Α Παραλ. 11,17 καὶ ἐπεθύμησε Δαυὶδ καὶ εἶπε· τίς ποτιεῖ με ὕδωρ ἐκ τοῦ λάκκου Βηθλεὲμ τοῦ ἐν τῇ πύλῃ;
Α Παραλ. 11,17 Ο Δαυίδ ήσθάνθη μίαν ζωηράν επιθυμίαν και είπε· “ποιός τάχα θα μου φέρη να πιώ νερό από το πηγάδι, που ευρίσκεται εις την πύλην της Βηθλεέμ;”
Α Παραλ. 11,18 καὶ διέῤῥηξαν οἱ τρεῖς τὴν παρεμβολὴν τῶν ἀλλοφύλων καὶ ὑδρεύσαντο ὕδωρ ἐκ τοῦ λάκκου τοῦ ἐν Βηθλεέμ, ὃς ἦν ἐν τῇ πύλῃ, καὶ ἔλαβον καὶ ἦλθον πρὸς Δαυίδ, καὶ οὐκ ἠθέλησε Δαυὶδ τοῦ πιεῖν αὐτὸ καὶ ἔσπεισεν αὐτὸ τῷ Κυρίῳ καὶ εἶπεν·
Α Παραλ. 11,18 Οι τρεις αυτοί γενναίοι άνδρες διέσχισαν το στρατόπεδον των Φιλισταίων, επήραν ύδωρ από το φρέαρ, που ευρίσκετο εις την πύλην της Βηθλεέμ, και το έφεραν προς τον Δαυίδ. Αλλά ο Δαυίδ δεν ηθέλησε κατά κανένα τρόπον να το πίη, το έχυσεν ως σπονδήν στον Κυριον και είπεν·
Α Παραλ. 11,19 ἵλεώς μου ὁ Θεὸς τοῦ ποιῆσαι τὸ ῥῆμα τοῦτο, εἰ αἷμα ἀνδρῶν τούτων πίομαι ἐν ψυχαῖς αὐτῶν; ὅτι ἐν ψυχαῖς αὐτῶν ἤνεγκαν αὐτό· καὶ οὐκ ἐβούλετο πιεῖν αὐτό. ταῦτα ἐποίησαν οἱ τρεῖς δυνατοί.
Α Παραλ. 11,19 “Ο Θεός να με ελεήση, ώστε να μη διαπράξω αυτό το πράγμα. Πως είναι δυνατόν να πίω νερό, εφ' όσον ηντλήθη από τους άνδρας αυτούς εκτεθέντας εις θανάσιμον κίνδυνον να χύσουν το αίμα των και να χάσουν την ζωήν των; Αυτοί το έφεραν με άμεσον τον κίνδυνον να χάσουν την ζωήν των”. Δεν ηθέλησε, λοιπόν, ο Δαυίδ να πίη το νερό αυτό. Αυτά δε έπραξαν οι τρεις γενναίοι εκείνοι άνδρες.
Α Παραλ. 11,20 καὶ Ἀβεσαὰ ἀδελφὸς Ἰωάβ, οὗτος ἦν ἄρχων τῶν τριῶν, οὗτος ἐσπάσατο τὴν ῥομφαίαν αὐτοῦ ἐπὶ τριακοσίους τραυματίας ἐν καιρῷ ἑνί, καὶ οὗτος ἦν ὀνομαστὸς ἐν τοῖς τρισίν,
Α Παραλ. 11,20 Ο Αβεσαά, ο αδελφός του Ιωάβ, ήτα αρχηγός των τριών γενναίων ανδρών. Αυτός είχεν ανασύρει την ρομφαίαν του και εφόνευσε τριακοσίους άνδρας κατά τον αυτόν καιρόν. Αυτός ήτο ο πλέον ονομαστός μεταξύ των τριών αυτών ηρώων.
Α Παραλ. 11,21 ἀπὸ τῶν τριῶν ὑπὲρ τοὺς δύο ἔνδοξος, καὶ ἦν αὐτοῖς εἰς ἄρχοντα καὶ ἕως τῶν τριῶν οὐκ ἤρχετο.
Α Παραλ. 11,21 Ητο περισσότερον ένδοξος από τους δύο άλλους, ήτο αρχηγός των, δεν ήτο όμως ίσος προς τους τρεις μαζή.
Α Παραλ. 11,22 καὶ Βαναίας υἱὸς Ἰωδαὲ υἱὸς ἀνδρὸς δυνατοῦ, πολλὰ ἔργα αὐτοῦ ὑπὲρ Καβασαήλ· οὗτος ἐπάταξε τοὺς δύο ἀριὴλ Μωὰβ καὶ οὗτος κατέβη καὶ ἐπάταξε τὸν λέοντα ἐν τῷ λάκκῳ ἐν ἡμέρᾳ χιόνος·
Α Παραλ. 11,22 Ο Βαναίας, ο υιός του Ιωδαέ, ήτο και αυτός ανήρ γενναίος και κατώρθωσε πολλά αξιόλογα έργα εις υπεράσπισιν της πόλεως Καβασαήλ. Αυτός είχε φονεύσει δύο Μωαβίτας ισχυρούς. Αλλοτε είχε κατεβή και εφόνευσε ένα λέοντα, που ευρίσκετο εις λάκκον, κάποιον ημέραν, που είχε πέσει χιόνι.
Α Παραλ. 11,23 καὶ οὗτος ἐπάταξε τὸν ἄνδρα τὸν Αἰγύπτιον, ἄνδρα ὁρατὸν πεντάπηχυν, καὶ ἐν χειρὶ τοῦ Αἰγυπτίου δόρυ ὡς ἀντίον ὑφαινόντων, καὶ κατέβη ἐπ᾿ αὐτὸν Βαναίας ἐν ῥάβδῳ καὶ ἀφείλετο ἐκ τῆς χειρὸς τοῦ Αἰγυπτίου τὸ δόρυ καὶ ἀπέκτεινεν αὐτὸν ἐν τῷ δόρατι αὐτοῦ.
Α Παραλ. 11,23 Αυτός επίσης εφόνευσε ένα γιγαντόσωμον Αιγύπτιον, ύψους πέντε πήχεων. Αυτός ο Αιγύπτιος είχεν στο χέρι του ένα δόρυ, ωσάν το αντί των υφαντών. Ο Βαναίας επέπεσεν εναντίον του με την ράβδον του, ήρπασεν από τα χέρια του Αιγυπτίου το δόρυ και τον εφόνευσε με το ίδιο αυτό δόρυ.
Α Παραλ. 11,24 ταῦτα ἐποίησε Βαναίας υἱὸς Ἰωδαέ, καὶ τούτῳ ὄνομα ἐν τοῖς τρισὶ τοῖς δυνατοῖς·
Α Παραλ. 11,24 Αυτά τα κατορθώματα έκαμεν ο Βαναίας, ο υιός του Ιωδαέ. Αυτός έβγαλεν όνομα μεταξύ των τριών γενναίων.
Α Παραλ. 11,25 ὑπὲρ τοὺς τριάκοντα ἦν ἔνδοξος οὗτος καὶ πρὸς τοὺς τρεῖς οὐκ ἤρχετο· καὶ κατέστησεν αὐτὸν Δαυὶδ ἐπὶ τὴν πατριὰν αὐτοῦ.
Α Παραλ. 11,25 Εγινεν ενδοξότερος μεταξύ των τριάκοντα, αλλά δεν έφθασε τους τρεις. Αυτόν ο Δαυίδ τον κατέστησεν αρχηγόν της σωματοφυλακής του.
Α Παραλ. 11 ,26 καὶ δυνατοὶ τῶν δυνάμεων· Ἀσαὴλ ἀδελφὸς Ἰωάβ, Ἐλεανὰν υἱὸς Δωδωὲ ἐκ Βηθλεέμ,
Α Παραλ. 11,26 Οι γενναίοι άνδρες του στρατού του Δαυίδ ήσαν επίσης και οι εξής· ο Ασαήλ αδελφός του Ιωάβ, ο Ελεανάν υιός του Δωδωέ από την Βηθλεέμ.
Α Παραλ. 11,27 Σαμμὼθ ὁ Ἀρωρί, Χελλὴς ὁ Φελωνί,
Α Παραλ. 11,27 Ο Σαμμώθ, ο οποίος κατήγετο από την Αρώρ, ο Χελλής ο οποίος κατήγετο από την Φελών,
Α Παραλ. 11,28 Ὡρὰ υἱὸς Ἐκκὶς ὁ Θεκωί, Ἀβιέζερ ὁ Ἀναθωθί,
Α Παραλ. 11,28 Ο Ωρά ο υιός του Εκκίς που κατήγετο από την Θεκωί, ο Αβιέζερ που κατήγετο από την Αναθώθ,
Α Παραλ. 11,29 Σοβοχαὶ ὁ Ἀσωθί, Ἠλὶ ὁ Ἀχωνί,
Α Παραλ. 11,29 ο Σοβοχαί ο οποίος κατήγετο από την Ασώθ, ο Ηλί ο οποίος κατήγετο από την Αχών,
Α Παραλ. 11,30 Μοοραΐ ὁ Νετωφαθί, Χολὸδ υἱὸς Νοοζὰ ὁ Νετωφαθί,
Α Παραλ. 11,30 ο Μοοραί ο καταγόμενος από την Νετωφάθ, ο Χολόδ υιός του Νοοζά, που κατήγετο από την Νετωφάθ,
Α Παραλ. 11,31 Αἰρὶ υἱὸς Ῥεβιὲ ἐκ βουνοῦ Βενιαμίν, Βαναίας ὁ Φαραθωνί,
Α Παραλ. 11,31 ο Αιρί υιός του Ρεβιέ καταγόμενος από την Γαβαά, η οποία ανήκεν εις την φυλήν του Βενιαμίν, ο Βαναίας ο οποίος κατήγετο από την Φαραθών,
Α Παραλ. 11,32 Οὐρὶ ἐκ Ναχαλὶ Γάας, Ἀβιὴλ ὁ Γαραβαιθί,
Α Παραλ. 11,32 ο Ουρί που κατήγετο από την Ναχάλ, ο Γαας, ο Αβιήλ ο καταγόμενος από την Γαραβαίθ,
Α Παραλ. 11,33 Ἀζμὼθ ὁ Βαρωμί, Ἐλιαβὰ ὁ Σαλαβωνί,
Α Παραλ. 11,33 ο Αζμώθ ο καταγόμενος από την Βαρώμ, ο Ελιαβά ο καταγόμενος από την Σαλαβών,
Α Παραλ. 11,34 υἱὸς Ἀσὰμ τοῦ Γιζωνίτου, Ἰωνάθαν υἱὸς Σωλὰ ὁ Ἀραρί,
Α Παραλ. 11,34 ο υιός του Ασάμ του Γιζωνίτου, ο Ιωνάθαν ο υιός του Σωλά ο καταγόμενος από την Αράρ,
Α Παραλ. 11,35 Ἀχὶμ υἱὸς Ἀχὰρ ὁ Ἀραρί, Ἐλφὰτ υἱὸς Θυροφὰρ
Α Παραλ. 11,35 ο Αχίμ ο υιός του Αχάρ ο καταγόμενος από την Αράρ, ο Ελφάτ ο υιός του Θυροφάρ,
Α Παραλ. 11,36 ὁ Μεχωραθρί, Ἀχία ὁ Φελλωνί,
Α Παραλ. 11,36 ο καταγόμενος από την Μεχωράθρ, ο Αχία ο καταγόμενος από την Φελλών,
Α Παραλ. 11,37 Ἠσερὲ ὁ Χαρμαδαΐ, Νααραὶ υἱὸς Ἀζοβαί,
Α Παραλ. 11,37 ο Ησερέ ο καταγόμενος από την Χαρμαδά, ο Νααραί ο υιός του Αζοβαί,
Α Παραλ. 11,38 Ἰωὴλ υἱὸς Νάθαν, Μεβαὰλ υἱὸς Ἀγαρί,
Α Παραλ. 11,38 ο Ιωήλ ο υιός του Ναθαν, ο Μεβαάλ ο υιός του Αγάρ,
Α Παραλ. 11,39 Σελὴ ὁ Ἀμμωνί, Ναχὼρ ὁ Βηρωθί, αἴρων σκεύη Ἰωὰβ υἱῷ Σαρουΐα,
Α Παραλ. 11,39 ο Σελή ο οποίος κατήγετο από την Αμμών, ο Ναχώρ ο καταγόμενος από την Βηρώθ, ο βαστάζων τα όπλα του Ιωάβ, υιού της Σαρουΐας,
Α Παραλ. 11,40 Ἰρὰ ὁ Ἰεθρί, Γαρὴβ ὁ Ἰεθρί,
Α Παραλ. 11,40 ο Ιρά ο καταγόμενος από την Ιεθρί, ο Γαρήβ ο καταγόμενος επίσης από την Ιεθρί,
Α Παραλ. 11,41 Οὐρία ὁ Χεττί, Ζαβὲτ υἱὸς Ἀχαϊά,
Α Παραλ. 11,41 ο Ουρίας ο Χετταίος, ο Ζαβέτ ο υιός του Αχαϊά,
Α Παραλ. 11,42 Ἀδινὰ υἱὸς Σαιζὰ τοῦ Ῥουβὴν ἄρχων, καὶ ἐπ᾿ αὐτῷ τριάκοντα.
Α Παραλ. 11,42 ο Αδινά ο υιός του Σαιζά, ο οποίος ήτο αρχηγός της φυλής του Ρουβήν, και τριάκοντα άλλοι μαζή με αυτόν.
Α Παραλ. 11,43 Ἀνὰν υἱὸς Μοωχά, καὶ Ἰωσαφὰτ ὁ Ματθανί,
Α Παραλ. 11,43 Ο Ανάν ο υιός του Μοωχά, ο Ιωσαφάτ ο καταγόμενος από την Ματθάν,
Α Παραλ. 11,44 Ὀζία ὁ Ἀσταρωθί, Σαμαθὰ καὶ Ἰειὴλ υἱοὶ Χωθὰμ τοῦ Ἀραρί,
Α Παραλ. 11,44 ο Οζία ο καταγόμενος από την Ασταρώθ, ο Σαμαθά και ο Ιειήλ, υιοί του Χωθάμ, του καταγομένου από την Αράρ,
Α Παραλ. 11,45 Ἰεδιὴλ υἱὸς Σαμερὶ καὶ Ἰωζαὲ ὁ ἀδελφὸς αὐτοῦ ὁ Θωσαΐ,
Α Παραλ. 11,45 ο Ιεδιήλ υιός του Σαμερί και ο Ιωζαέ ο αδελφός αυτού, καταγόμενος από την Θωσά,
Α Παραλ. 11,46 Ἐλιὴλ ὁ Μαωΐ καὶ Ἰαριβί, καὶ Ἰωσία υἱὸς αὐτοῦ, Ἐλλαὰμ καὶ Ἰεθαμὰ ὁ Μωαβίτης,
Α Παραλ. 11,46 ο Ελιήλ ο καταγόμενος από την Μαω, ο Ιαριβί και ο Ιωσία ο υιός αυτού, ο Ελλαάμ και ο Ιεθαμά ο Μωαβίτης,
Α Παραλ. 11,47 Δαλιὴλ καὶ Ὠβὴδ καὶ Ἰεσσιὴλ ὁ Μεσωβία.
Α Παραλ. 11,47 ο Δαλιήλ, ο Ωβήδ και ο Ιεσσιήλ ο οποίος κατήγετο από την Μεσωβία.


Μην ταράζεσθε και μην ανησυχείτε διότι αυτός που γνωρίζει όσα υποφέρετε
και είναι σε θέση να τα εμποδίσει είναι φανερό ότι δεν τα εμποδίζει, επειδή προνοεί και ενδιαφέρεται για σας.

Άβαταρ μέλους
ΠΟΠΗ
Δημοσιεύσεις: 808
Εγγραφή: Δευτ Ιούλ 30, 2012 3:29 pm
Επικοινωνία:

Re: ΠΑΡΑΛΕΙΠΟΜΕΝΩΝ Α’ ~ ΓΕΝΕΑΛΟΓΙΚΑ ΔΕΝΤΡΑ. Η ΒΑΣΙΛΕΙΑ ΤΟΥ Δ

Δημοσίευσηαπό ΠΟΠΗ » Παρ Οκτ 12, 2012 6:08 pm

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 12- Οι ανδρείοι του Δαβίδ.


Α Παραλ. 12,1 Καὶ οὗτοι οἱ ἐλθόντες πρὸς Δαυὶδ εἰς Σικελάγ, ἔτι συνεχομένου ἀπὸ προσώπου Σαοὺλ υἱοῦ Κίς, καὶ οὗτοι ἐν τοῖς δυνατοῖς βοηθοῦντες ἐν πολέμῳ
Α Παραλ. 12,1 Οι δε άνδρες, οι οποίοι είχον ελθει προς τον Δαυίδ εις την πόλιν Σικελάγ, όταν αυτός ήτο καταδιωκόμενος σκληρώς από τον Σαούλ, τον υιόν του Κις, και δεν είχεν ελευθερίαν κινήσεως, ήσαν άνδρες γενναίοι και είχαν ελθει να τον βοηθήσουν κατά τον πόλεμον.
Α Παραλ. 12,2 καὶ τόξῳ ἐκ δεξιῶν καὶ ἐξ ἀριστερῶν καὶ σφενδονῆται ἐν λίθοις καὶ τόξοις· ἐκ τῶν ἀδελφῶν Σαοὺλ ἐκ Βενιαμίν·
Α Παραλ. 12,2 Είχαν την ικανότητα να χειρίζωνται το τόξον και με την δεξιάν και με την αριστεράν χείρα των, ήσαν περίφημοι επίσης στον χειρισμόν της σφενδόνης ρίπτοντες έτσι και λίθους και τόξα. Αυτοί ήσαν από τους συγγενείς του Σαούλ, καταγόμενοι από την φυλήν του Βενιαμίν.
Α Παραλ. 12,3 ὁ ἄρχων Ἀχιέζερ καὶ Ἰωὰς υἱὸς Ἀσμὰ τοῦ Γαβαθίτου καὶ Ἰωὴλ καὶ Ἰωφαλὴτ υἱοὶ Ἀσμὼθ καὶ Βερχία καὶ Ἰηοὺλ ὁ Ἀναθωθὶ
Α Παραλ. 12,3 Δηλαδή ο άρχων Αχιέζερ και ο Ιωάς υιός του Ασμά του καταγομένου από την Γαβάθ, ο Ιωήλ και ο Ιωφαλήτ υιοί του Ασμώθ, ο Βερχία και ο Ιηούλ ο καταγόμενος από την Αναθώθ,
Α Παραλ. 12,4 καὶ Σαμαΐας ὁ Γαβαωνίτης δυνατὸς ἐν τοῖς τριάκοντα καὶ ἐπὶ τῶν τριάκοντα
Α Παραλ. 12,4 ο Σαμαΐας ο καταγόμενος από την Γαβαών, ένας από τους τριάκοντα γενναίους άνδρας και αρχηγός αυτών των τριάκοντα.
Α Παραλ. 12,5 Ἱερεμία καὶ Ἰεζιὴλ καὶ Ἰωανὰν καὶ Ἰωζαβὰθ ὁ Γαδαραθιίμ,
Α Παραλ. 12,5 Ο Ιερεμία, ο Ιεζιήλ, ο Ιωανάν, ο Ιωζαβάθ, ο οποίος κατήγετο από τα Γαδαρα,
Α Παραλ. 12,6 Ἀζαΐ καὶ Ἰαριμοὺθ καὶ Βααλιὰ καὶ Σαμαραΐα καὶ Σαφατίας ὁ Χαραιφιήλ,
Α Παραλ. 12,6 ο Αζαΐ ο Ιαριμούθ, ο Βααλιά, ο Σαμαραΐα, ο Σαφατίας, ο Χαραιφιήλ,
Α Παραλ. 12,7 Ἡλκανὰ καὶ Ἰησουνὶ καὶ Ὀζριὴλ καὶ Ἰωζαρὰ καὶ Σοβοκὰμ καὶ οἱ Κορῖται
Α Παραλ. 12,7 ο Ηλκανά, ο Ιησουνί, ο Οζριήλ, ο Ιωζαρά, ο Σοδοκάμ και οι Κορίται,
Α Παραλ. 12,8 καὶ Ἰελία καὶ Ζαβαδία υἱοὶ Ἰραὰμ καὶ οἱ τοῦ Γεδώρ.
Α Παραλ. 12,8 ο Ιελία, ο Ζαβαδία, υιοί του Ιραάμ, και οι άνδρες οι καταγόμενοι από την Γεδώρ.
Α Παραλ. 12,9 καὶ ἀπὸ τοῦ Γαδδὶ ἐχωρίσθησαν πρὸς Δαυὶδ ἀπὸ τῆς ἐρήμου ἰσχυροὶ δυνατοὶ ἄνδρες παρατάξεως πολέμου αἴροντες θυρεοὺς καὶ δόρατα, καὶ πρόσωπον λέοντος τὰ πρόσωπα αὐτῶν, καὶ κοῦφοι ὡς δορκάδες ἐπὶ τῶν ὀρέων τῷ τάχει·
Α Παραλ. 12,9 Από την φυλήν του Γαδ απεχωρίσθησαν από τον Σαούλ και ήλθαν προς τον Δαυίδ, εις την έρημον, όπου αυτός ευρίσκετο, γενναίοι και δυνατοί άνδρες ικανοί εις πολεμικάς επιχειρήσεις, φέροντες ασπίδας και δόρατα. Τα πρόσωπα των ανδρών αυτών ήσαν άγρια και υπερήφανα ωσάν των λεόντων, το δε πόδια των ταχέα, όπως είναι τα πόδια της δορκάδος εις τα όρη.
Α Παραλ. 12,10 Ἀζὲρ ὁ ἄρχων, Ἀβδία ὁ δεύτερος, Ἐλιὰβ ὁ τρίτος,
Α Παραλ. 12,10 Αυτοί ήσαν ο Αζέρ ο άρχων, δεύτερος ο Αβδίας, τρίτος ο Ελιάβ,
Α Παραλ. 12,11 Μασμανὰ ὁ τέταρτος, Ἱερμιὰ ὁ πέμπτος,
Α Παραλ. 12,11 τέταρτος ο Μασμανά, πέμπτος ο Ιερμιά,
Α Παραλ. 12,12 Ἰεθὶ ὁ ἕκτος, Ἐλιὰβ ὁ ἕβδομος,
Α Παραλ. 12,12 έκτος ο Ιεθί, έβδομος ο Ελιάβ,
Α Παραλ. 12,13 Ἰωανὰν ὁ ὄγδοος, Ἐλιαζὲρ ὁ ἔνατος,
Α Παραλ. 12,13 όγδοος ο Ιωανάν, ένατος ο Ελιαζέρ
Α Παραλ. 12,14 Ἱερμιὰ ὁ δέκατος, Μελχαβαναὶ ὁ ἑνδέκατος.
Α Παραλ. 12,14 δέκατος ο Ιερμιά, ενδέκατος ο Μελχαβαναί.
Α Παραλ. 12,15 οὗτοι ἐκ τῶν υἱῶν Γὰδ ἄρχοντες τῆς στρατιᾶς, εἷς τοῖς ἑκατὸν μικρὸς καὶ μέγας τοῖς χιλίοις.
Α Παραλ. 12,15 Αυτοί όλοι, καταγόμενοι από την φυλήν του Γαδ, ήσαν γενναίοι άνδρες, άρχοντες στον στρατόν του Δαυίδ. Τοσον γενναίοι, ώστε ένας από αυτούς, ο μικρότερος, ισοδυναμούσε με εκατόν και ο μεγαλύτερος από αυτούς ήτο εις θέσιν να αντιμετωπίση χιλίους.
Α Παραλ. 12,16 οὗτοι οἱ διαβάντες τὸν Ἰορδάνην ἐν τῷ μηνὶ τῷ πρώτῳ, καὶ οὗτος πεπληρωκὼς ἐπὶ πᾶσαν κρηπῖδα αὐτοῦ, καὶ ἐξεδίωξαν πάντας τοὺς κατοικοῦντας αὐλῶνας ἀπὸ ἀνατολῶν ἕως δυσμῶν.
Α Παραλ. 12,16 Αυτοί είναι εκείνοι, οι οποίοι είχον διαβή τον Ιορδάνην ποταμόν κατά τον πρώτον μήνα του έτους, όταν αυτός ήτο γεμάτος από νερά εις όλην αυτού την κοίτην, και εξεδίωξαν τους κατοίκους, που ευρίσκοντο εις τας κοιλάδας του ποταμού αυτού από ανατολών έως δυσμών.
Α Παραλ. 12,17 καὶ ἦλθον ἀπὸ τῶν υἱῶν Βενιαμὶν καὶ Ἰούδα εἰς βοήθειαν τοῦ Δαυίδ,
Α Παραλ. 12,17 Από δε την φυλήν του Βενιαμίν και από την φυλήν του Ιούδα ήλθαν εις βοήθειαν του Δαυίδ άλλοι άνδρες.
Α Παραλ. 12,18 καὶ Δαυὶδ ἐξῆλθεν εἰς ἀπάντησιν αὐτῶν καὶ εἶπεν αὐτοῖς· εἰ εἰς εἰρήνην ἥκατε πρός με, εἴη μοι καρδία καθ᾿ ἑαυτὴν ἐφ᾿ ὑμᾶς· καὶ εἰ τοῦ παραδοῦναί με τοῖς ἐχθροῖς μου οὐκ ἐν ἀληθείᾳ χειρός, ἴδοι ὁ Θεὸς τῶν πατέρων ὑμῶν καὶ ἐλέγξαιτο.
Α Παραλ. 12,18 Ο Δαυίδ εξήλθε να τους προυπαντήση και τους ηρώτησε· “εάν έχετε έλθει με ειρηνικόν σκοπόν προς εμέ, η καρδιά μου θα είναι μαζή σας. Εάν όμως έχετε έλθει, δια να με παραδώσετε δολίως εις τα χέρια των εχθρών μου, ας ίδη ο Θεός των πατέρων σας την δολιότητα σας και ας σας τιμωρήση”.
Α Παραλ. 12,19 καὶ πνεῦμα ἐνέδυσε τὸν Ἀμασαὶ ἄρχοντα τῶν τριάκοντα, καὶ εἶπε· πορεύου καὶ ὁ λαός σου Δαυὶδ υἱὸς Ἰεσσαί· εἰρήνη εἰρήνη σοι, καὶ εἰρήνη τοῖς βοηθοῖς σου, ὅτι ἐβοήθησέ σοι ὁ Θεὸς σου. καὶ προσεδέξατο αὐτοὺς Δαυὶδ καὶ κατέστησεν αὐτοὺς ἄρχοντας τῶν δυνάμεων.
Α Παραλ. 12,19 Πνεύμα του Θεού ενέπλησε τον Αμασαί, αρχηγόν των τριάκοντα γενναίων, ο οποίος και είπε· “Δαυίδ, υιέ του Ιεσσαί, βάδιζε ήσυχος τον δρόμον σου, συ και ο λαός σου. Ειρήνη υπάρχει εις σε και ειρήνη εις εκείνους, οι οποίοι έρχονται ως βοηθοί σου, διότι ο Θεός σέ εβοήθησε”. Ο Δαυίδ εδέχθη αυτούς και τους διώρισεν αρχηγούς των στρατιωτικών του δυνάμεων.
Α Παραλ. 12,20 καὶ ἀπὸ Μανασσῆ προσεχώρησαν πρὸς Δαυὶδ ἐν τῷ ἐλθεῖν τοὺς ἀλλοφύλους ἐπὶ Σαοὺλ εἰς πόλεμον· καὶ οὐκ ἐβοήθησεν αὐτοῖς, ὅτι ἐν βουλῇ ἐγένετο παρὰ τῶν στρατηγῶν τῶν ἀλλοφύλων λεγόντων· ἐν ταῖς κεφαλαῖς τῶν ἀνδρῶν ἐκείνων ἐπιστρέψει πρὸς κύριον αὐτοῦ Σαούλ·
Α Παραλ. 12,20 Από την φυλήν του Μανασσή προσεχώρησαν άλλοι άνδρες προς τον Δαυίδ, όταν οι Φιλισταίοι είχον εκστρατεύσει εναντίον του Σαούλ. Ο δε Δαυίδ δεν εβοήθησε τους Φιλισταίους, διότι οι στρατηγοί των Φιλισταίων δεν του είχαν εμπιστοσύνην και είπαν· “υποπτευόμεθα, μήπως ο Δαυίδ με τας κεφαλάς των ανδρών μας λιποτακτήση προς τον κύριόν του τον Σαούλ”.
Α Παραλ. 12,21 ἐν τῷ πορευθῆναι τὸν Δαυὶδ εἰς Σικελὰγ προσεχώρησαν αὐτῷ ἀπὸ Μανασσῆ Ἐδνὰ καὶ Ἰωζαβὰθ καὶ Ῥωδιὴλ καὶ Μιχαὴλ καὶ Ἰωσαβαὶθ καὶ Ἐλιμοὺθ καὶ Σεμαθί, ἀρχηγοὶ χιλιάδων εἰσὶ τοῦ Μανασσῆ.
Α Παραλ. 12,21 Οταν ο Δαυίδ μετέβη εις την Σικελάγ, προσεχώρησαν εις την δύναμίν του αυτοί οι άνδρες οι καταγόμενοι από την φυλήν του Μανασσή· ο Εδνά, ο Ιωζαβάθ, ο Ρωδιήλ, ο Μιχαήλ, ο Ιωσαβαίθ, ο Ελιμούθ και ο Σεμαθί. Ολοι αυτοί ήσαν χιλίαρχοι από την φυλήν του Μανασσή.
Α Παραλ. 12,22 καὶ αὐτοὶ συνεμάχησαν τῷ Δαυὶδ ἐπὶ τὸν γεδδούρ, ὅτι δυνατοὶ ἰσχύος πάντες καὶ ἦσαν ἡγούμενοι ἐν τῇ στρατιᾷ ἐν τῇ δυνάμει·
Α Παραλ. 12,22 Αυτοί εβοήθησαν τον Δαυίδ εναντίον των επιδρομέων Γεδδούρ. Ησαν δε όλοι γενναίοι άνδρες και έγιναν στρατηγοί στον στρατόν του Δαυίδ.
Α Παραλ. 12,23 ὅτι ἡμέραν ἐξ ἡμέρας ἤρχοντο πρὸς Δαυὶδ εἰς δύναμιν μεγάλην ὡς δύναμις τοῦ Θεοῦ.
Α Παραλ. 12,23 Ετσι δε ο στρατός του Δαυίδ ημέραν με την ημέραν ηύξανεν εις δύναμιν, ώστε έγινε μεγάλη στρατιωτική δύναμις, ωσάν δύναμις στρατού του Θεού.
Α Παραλ. 12,24 καὶ ταῦτα τὰ ὀνόματα τῶν ἀρχόντων τῆς στρατιᾶς, οἱ ἐλθόντες πρὸς Δαυὶδ εἰς Χεβρὼν τοῦ ἀποστρέψαι τὴν βασιλείαν Σαοὺλ πρὸς αὐτὸν κατὰ τὸν λόγον Κυρίου.
Α Παραλ. 12,24 Αυτά δε είναι τα ονόματα των αρχηγών του στρατού, οι οποίοι είχον έλθει προς τον Δαυίδ εις την Χεβρών, δια να μεταβιβάσουν την βασιλείαν του Σαούλ προς αυτόν, σύμφωνα με το παράγγελμα του Κυρίου·
Α Παραλ. 12,25 υἱοὶ Ἰούδα θυρεοφόροι καὶ δορατοφόροι ἓξ χιλιάδες καὶ ὀκτακόσιοι δυνατοὶ παρατάξεως.
Α Παραλ. 12,25 Από την φυλήν του Ιούδα ήσαν εξ χιλιάδες οκτακόσιοι γενναίοι και ικανοί περί τον πόλεμον άνδρες, φέροντες ασπίδας και δόρατα.
Α Παραλ. 12,26 τῶν υἱῶν Συμεὼν δυνατοὶ ἰσχύος εἰς παράταξιν ἑπτὰ χιλιάδες καὶ ἑκατόν.
Α Παραλ. 12,26 Από την φυλήν του Συμεών ήσαν άνδρες γενναίοι και ικανοί στον πόλεμον επτά χιλιάδες εκατόν.
Α Παραλ. 12,27 τῶν υἱῶν Λευὶ τετρακισχίλιοι καὶ ἑξακόσιοι.
Α Παραλ. 12,27 Από την φυλήν του Λευί τέσσαρες χιλιάδες εξακόσιοι.
Α Παραλ. 12,28 καὶ Ἰωδαὲ ὁ ἡγούμενος τῷ Ἀαρὼν καὶ μετ᾿ αὐτοῦ τρεῖς χιλιάδες καὶ ἑπτακόσιοι.
Α Παραλ. 12,28 Ο Ιωδαέ, ο αρχηγός εις την οικογένειαν του Ααρών, ήλθε και μαζή με αυτόν ήλθον τρεις χιλιάδες επτακόσιοι άνδρες.
Α Παραλ. 12,29 καὶ Σαδὼκ νέος δυνατὸς ἰσχύϊ καὶ τῆς πατρικῆς οἰκίας αὐτοῦ ἄρχοντες εἰκοσιδύο.
Α Παραλ. 12,29 Ηλθεν επίσης ο νεαρός Σαδώκ, γενναίος ανήρ, και από την πατρικήν του οικίαν είκοσι δύο αρχηγοί.
Α Παραλ. 12,30 καὶ τῶν υἱῶν Βενιαμὶν τῶν ἀδελφῶν Σαοὺλ τρεῖς χιλιάδες· καὶ ἔτι τὸ πλεῖστον αὐτῶν ἀπεσκόπει τὴν φυλακὴν οἴκου Σαούλ.
Α Παραλ. 12,30 Από την φυλήν Βενιαμίν, οι οποίοι ήσαν ομόφυλοι του Σαούλ, ήλθον τρεις χιλιάδες, διότι η μεγαλυτέρα μερίς της φυλής αυτής υπηρετούσε ακόμη ως φρουρά στον βασιλικόν οίκον του Σαούλ.
Α Παραλ. 12,31 καὶ ἀπὸ υἱῶν Ἐφραὶμ εἴκοσι χιλιάδες καὶ ὀκτακόσιοι, δυνατοὶ ἰσχύϊ, ἄνδρες ὀνομαστοὶ κατ᾿ οἴκους πατριῶν αὐτῶν.
Α Παραλ. 12,31 Από την φυλήν Εφραίμ ήλθαν είκοσι χιλιάδες οκτακόσιοι δυνατοί άνδρες, οι οποίοι εξελέγησαν από τας πατριαρχικάς οικογενείας.
Α Παραλ. 12,32 καὶ ἀπὸ τοῦ ἡμίσους φυλῆς Μανασσῆ δεκαοκτὼ χιλιάδες, οἳ ὠνομάσθησαν ἐν ὀνόματι τοῦ βασιλεῦσαι τὸν Δαυίδ.
Α Παραλ. 12,32 Και από την ημίσειαν φυλήν του Μανασσή ήλθαν δεκαοκτώ χιλιάδες οι οποίοι ονομαστί είχον ορισθή, δια να βοηθήσουν τον βασιλέα Δαυίδ εις την εγκατάστασίν του.
Α Παραλ. 12,33 καὶ ἀπὸ τῶν υἱῶν Ἰσσάχαρ γινώσκοντες σύνεσιν εἰς τοὺς καιρούς, γινώσκοντες τί ποιήσαι Ἰσραὴλ εἰς τὰς ἀρχὰς αὐτῶν, διακόσιοι, καὶ πάντες ἀδελφοὶ αὐτῶν μετ᾿ αὐτῶν.
Α Παραλ. 12,33 Από την φυλήν του Ισσάχαρ ήλθαν άνδρες, οι οποίοι είχαν την ικανότητα να γνωρίζουν τους καιρούς, όπως επίσης να γνωρίζουν τι έπρεπε να πράττη ο ισραηλιτικός λαός κατά τας διαφόρους αυτού περιστάσεις. Διακόσιοι αρχηγοί και όλοι οι συγγενείς των υπό τας διαταγάς αυτών.
Α Παραλ. 12,34 καὶ ἀπὸ Ζαβουλὼν ἐκπορευόμενοι εἰς παράταξιν πολέμου ἐν πᾶσι σκεύεσι πολεμικοῖς πεντήκοντα χιλιάδες βοηθῆσαι τῷ Δαυὶδ οὐ χεροκένως.
Α Παραλ. 12,34 Από την φυλήν Ζαβουλών ήλθον άνδρες συνηθισμένοι να εξέρχονται εις πολεμικάς επιχειρήσεις, ωπλισμένοι με όλα τα πολεμικά όπλα, εν όλω πεντήκοντα χιλιάδες, δια να βοηθήσουν τον Δαυίδ. Δεν ήλθαν δέ με αδειανά τα χέρια, αλλά φέροντες δώρα.
Α Παραλ. 12,35 καὶ ἀπὸ Νεφθαλὶ ἄρχοντες χίλιοι καὶ μετ᾿ αὐτῶν ἐν θυρεοῖς καὶ δόρασι τριακονταεπτὰ χιλιάδες.
Α Παραλ. 12,35 Από την φυλήν του Νεφθαλί ήλθαν χίλιοι αρχηγοί και μαζή με αυτούς τριάκοντα επτά χιλιάδες άνδρες, οι οποίοι έφεραν ασπίδας μεγάλας και δόρατα.
Α Παραλ. 12,36 καὶ ἀπὸ τῶν Δανιτῶν παρατασσόμενοι εἰς πόλεμον εἰκοσιοκτὼ χιλιάδες καὶ ὀκτακόσιοι.
Α Παραλ. 12,36 Από την φυλήν του Δαν ήλθαν άνδρες ικανοί στον πόλεμον εικοσιοκτώ χιλιάδες οκτακόσιοι.
Α Παραλ. 12,37 καὶ ἀπὸ τοῦ Ἀσὴρ ἐκπορευόμενοι βοηθῆσαι εἰς πόλεμον τεσσαράκοντα χιλιάδες.
Α Παραλ. 12,37 Από την φυλήν Ασήρ ήλθαν να βοηθήσουν τον Δαυίδ τεσσαράκοντα χιλιάδες άνδρες, ικανοί να εξέλθουν εις πόλεμον.
Α Παραλ. 12,38 καὶ ἐκ πέραν τοῦ Ἰορδάνου ἀπὸ Ῥουβὴν καὶ Γαδδὶ καὶ ἀπὸ τοῦ ἡμίσους φυλῆς Μανασσῆ ἐν πᾶσι σκεύεσι πολεμικοῖς ἑκατὸν εἴκοσι χιλιάδες.
Α Παραλ. 12,38 Από τους Ισραηλίτας, οι οποίοι ήσαν πέραν από τον Ιορδάνην, από τας φυλάς δηλαδή του Ρουβήν, Γαδ και το ήμισυ της φυλής του Μανασσή, ήλθαν εκατόν είκοσι χιλιάδες, ωπλισμένοι με όλα τα πολεμικά όπλα.
Α Παραλ. 12,39 πάντες οὗτοι ἄνδρες πολεμισταὶ παρατασσόμενοι παράταξιν ἐν ψυχῇ εἰρηνικῇ καὶ ἦλθον εἰς Χεβρὼν τοῦ βασιλεῦσαι τὸν Δαυὶδ ἐπὶ πάντα Ἰσραήλ· καὶ ὁ κατάλοιπος Ἰσραὴλ ψυχὴ μία τοῦ βασιλεῦσαι τὸν Δαυίδ.
Α Παραλ. 12,39 Ολοι αυτοί οι άνδρες ήσαν πολεμισταί ικανοί εις πολεμικάς επιχειρήσεις και ήλθον με χαράν ψυχής εις την Χεβρών, δια να εγκαταστήσουν τον Δαυίδ βασιλέα επί όλου του ισραηλιτικού λαού. Αλλά και ο υπόλοιπος ισραηλιτικός λαός είχε το ίδιο φρόνημα και την αυτήν διάθεσιν να ανακηρυχθή ο Δαυίδ βασιλεύς.
Α Παραλ. 12,40 καὶ ἦσαν ἐκεῖ ἡμέρας τρεῖς ἐσθίοντες καὶ πίνοντες, ὅτι ἡτοίμασαν οἰ ἀδελφοὶ αὐτῶν.
Α Παραλ. 12,40 Ολοι αυτοί ήσαν εκεί επί τρεις ημέρας τρώγοντες και πίνοντες, διότι οι αδελφοί των οι Ιουδαίοι ητοίμασαν δι' αυτούς πλουσίας τραπέζας.
Α Παραλ. 12,41 καὶ οἱ ὁμοροῦντες αὐτοῖς ἕως Ἰσσάχαρ καὶ Ζαβουλὼν καὶ Νεφθαλὶ ἔφερον αὐτοῖς ἐπὶ τῶν καμήλων καὶ τῶν ὄνων καὶ τῶν ἡμιόνων καὶ ἐπὶ τῶν μόσχων βρώματα, ἄλευρα, παλάθας, σταφίδας, οἶνον καὶ ἔλαιον, μόσχους καὶ πρόβατα εἰς πλῆθος, ὅτι εὐφροσύνη ἐν Ἰσραήλ.
Α Παραλ. 12,41 Αλλά και οι Ισραηλίται, οι γείτονες προς τους Ιουδαίους μέχρι της φυλής Ισσάχαρ, Ζαβουλών και Νεφθαλί, έφεραν δια την συγκέντρωσιν αυτήν επάνω εις καμήλους, εις όνους, εις ημιόνους και εις βόϊδια τρόφιμα, δηλαδή άλευρα, σύκα, σταφίδες, οίνον και έλαιον. Εφεραν δε και πολλά μοσχάρια και πολλά πρόβατα, διότι θα εγίνετο μεγάλη χαρμόσυνος εορτή στον ισραηλιτικόν λαόν.


Μην ταράζεσθε και μην ανησυχείτε διότι αυτός που γνωρίζει όσα υποφέρετε
και είναι σε θέση να τα εμποδίσει είναι φανερό ότι δεν τα εμποδίζει, επειδή προνοεί και ενδιαφέρεται για σας.

Άβαταρ μέλους
ΠΟΠΗ
Δημοσιεύσεις: 808
Εγγραφή: Δευτ Ιούλ 30, 2012 3:29 pm
Επικοινωνία:

Re: ΠΑΡΑΛΕΙΠΟΜΕΝΩΝ Α’ ~ ΓΕΝΕΑΛΟΓΙΚΑ ΔΕΝΤΡΑ. Η ΒΑΣΙΛΕΙΑ ΤΟΥ Δ

Δημοσίευσηαπό ΠΟΠΗ » Παρ Οκτ 12, 2012 6:09 pm

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 13- Προσπάθεια μεταφοράς της Κιβωτού στην Ιερουσαλήμ.

Α Παραλ. 13,1 Καὶ ἐβουλεύσατο Δαυὶδ μετὰ τῶν χιλιάρχων καὶ τῶν ἑκατοντάρχων, παντὶ ἡγουμένῳ,
Α Παραλ. 13,1 Ο Δαυίδ έκαμε σύσκεψιν με τους χιλιάρχους και τους εκατοντάρχους του στρατού του και με όλους τους άλλους άρχοντας.
Α Παραλ. 13,2 καὶ εἶπε Δαυὶδ τῇ πάσῃ ἐκκλησίᾳ Ἰσραήλ· εἰ ἐφ᾿ ὑμῖν ἀγαθὸν καὶ παρὰ Κυρίου τοῦ Θεοῦ ἡμῶν εὐοδωθῇ, ἀποστείλωμεν πρὸς τοὺς ἀδελφοὺς ἡμῶν τοὺς ὑπολελειμμένους ἐν πάσῃ γῇ Ἰσραήλ, καὶ μετ᾿ αὐτῶν οἱ ἱερεῖς οἱ Λευῖται ἐν πόλεσι κατασχέσεως αὐτῶν, καὶ συναχθήσονται πρὸς ἡμᾶς,
Α Παραλ. 13,2 Εκάλεσε κατόπιν τους αντιπροσώπους όλου του ισραηλιτικού λαού και είπε προς αυτούς· “εάν και σστο ευρίσκετε καλόν, ευοδωθή δε και εκ μέρους του Κυρίου του Θεού ημών, πρέπει να αποστείλωμεν προς τους άλλους αδελφούς μας, που ευρίσκονται εις όλην την χώραν του Ισραήλ, μαζή με τους οποίους είναι οι ιερείς και οι Λευίται, οι οποίοι μένουν εις τας πόλεις, που έχουν δοθή δια κλήρου εις αυτούς, και να τους παραγγείλωμεν να συγκεντρωθούν πλησίον μας,
Α Παραλ. 13,3 καὶ μετενέγκωμεν τὴν κιβωτὸν τοῦ Θεοῦ ἡμῶν πρὸς ἡμᾶς· ὅτι οὐκ ἐζήτησαν αὐτὴν ἀφ᾿ ἡμερῶν Σαούλ.
Α Παραλ. 13,3 δια να μεταφέρωμεν την κιβωτόν του Θεού μας κοντά μας εις την Ιερουσαλήμ. Διότι περί αυτής δεν έγινε καμμία φροντίς από της εποχής του Σαούλ”.
Α Παραλ. 13,4 καὶ εἶπε πᾶσα ἡ ἐκκλησία τοῦ ποιῆσαι οὕτως, ὅτι εὐθὴς ὁ λόγος ἐν ὀφθαλμοῖς παντὸς τοῦ λαοῦ.
Α Παραλ. 13,4 Ολη η συγκέντρωσις είπε, “να γίνη έτσι”, διότι εφάνη ενώπιον όλου του λαού καλή αυτή η πρότασις.
Α Παραλ. 13,5 καὶ ἐξεκκλησίασε Δαυὶδ τὸν πάντα Ἰσραὴλ ἀπὸ ὁρίων Αἰγύπτου καὶ ἕως εἰσόδου Ἡμὰθ τοῦ εἰσενέγκαι τὴν κιβωτὸν τοῦ Θεοῦ ἐκ πόλεως Ἰαρίμ.
Α Παραλ. 13,5 Κατόπιν ο Δαυίδ συνεκέντρωσεν όλον τον ισραηλιτικόν λαόν από τα σύνορα της Αιγύπτου έως τας εισόδους της Ημάθ, δια να μεταφέρουν την Κιβωτόν του Θεού εις την Ιερουσαλήμ από την πόλιν Ιαρίμ.
Α Παραλ. 13,6 καὶ ἀνήγαγεν αὐτὴν Δαυίδ, καὶ πᾶς Ἰσραὴλ ἀνέβη εἰς πόλιν Δαυίδ, ἣ ἦν τοῦ Ἰούδα, τοῦ ἀναγαγεῖν ἐκεῖθεν τὴν κιβωτὸν τοῦ Θεοῦ Κυρίου καθημένου ἐπὶ Χερουβίμ, οὗ ἐπεκλήθη ὄνομα αὐτοῦ.
Α Παραλ. 13,6 Πράγματι ο Δαυίδ και όλος ο ισραηλιτικός λαός ανέβησαν εις την πόλιν Δαυίδ, η οποία ανήκεν εις την φυλήν του Ιούδα, δια να μεταφέρουν εκεί την Κιβωτόν Κυρίου του Θεού, του καθημένου επί των Χερουβίμ, Κιβωτόν η οποία ήτο αφιερωμένη στο Ονομα αυτού.
Α Παραλ. 13,7 καὶ ἐπέθηκαν τὴν κιβωτὸν τοῦ Θεοῦ ἐφ᾿ ἅμαξαν καινὴν ἐξ οἴκου Ἀμαναδάβ, καὶ Ὀζὰ καὶ οἱ ἀδελφοὶ αὐτοῦ ἦγον τὴν ἅμαξαν.
Α Παραλ. 13,7 Παρέλαβον, λοιπόν, αυτήν από τον οίκον του Αμιναδάβ και ετοποθέτησαν την Κιβωτόν του Θεού εις άμαξαν καινουργή. Ο Οζά και οι αδελφοί του ωδηγούσαν αυτήν την άμαξαν.
Α Παραλ. 13,8 καὶ Δαυὶδ καὶ πᾶς Ἰσραὴλ παίζοντες ἐναντίον τοῦ Θεοῦ ἐν πάσῃ δυνάμει καὶ ἐν ψαλτῳδοῖς καὶ ἐν κινύραις καὶ ἐν νάβλαις, ἐν τυμπάνοις, καὶ ἐν κυμβάλοις καὶ ἐν σάλπιγξι.
Α Παραλ. 13,8 Ο Δαυίδ και όλος ο ισραηλιτικός λαός ευφραινόμενος εχόρευεν εμπρός εις την Κιβωτόν με όλην των την δύναμιν, άδοντες και παίζοντες μουσικά όργανα, κινύρας, νάβλας, τύμπανα και σαλπίζοντες με σάλπιγγας.
Α Παραλ. 13,9 καὶ ἤλθοσαν ἕως τῆς ἅλωνος, καὶ ἐξέτεινεν Ὀζὰ τὴν χεῖρα αὐτοῦ τοῦ κατασχεῖν τὴν κιβωτόν, ὅτι ἐξέκλινεν αὐτὴν ὁ μόσχος.
Α Παραλ. 13,9 Εφθασαν εις κάποιο αλώνι, οπότε ο Οζά άπλωσε το χέρι του να κρατήση την Κιβωτόν της Διαθήκης, διότι ο βους που έφερε την άμαξαν, παρεπάτησε και η Κιβωτός έγειρε με κίνδυνον να πέση.
Α Παραλ. 13,10 καὶ ἐθυμώθη Κύριος ὀργῇ ἐπὶ Ὀζὰ καὶ ἐπάταξεν αὐτὸν ἐκεῖ διὰ τὸ ἐκτεῖναι τὴν χεῖρα αὐτοῦ ἐπὶ τὴν κιβωτόν, καὶ ἀπέθανεν ἐκεῖ ἀπέναντι τοῦ Θεοῦ.
Α Παραλ. 13,10 Ο Κυριος εθύμωσε με μεγάλην οργήν εναντίον του Οζά και εθανάτωσεν αυτόν εκεί, διότι αυτός άπλωσε το χέρι του και ήγγισε την Κιβωτόν. Ετσι απέθανεν ο Οζά στο μέρος αυτό απέναντι από την Κιβωτόν του Θεού.
Α Παραλ. 13,11 καὶ ἠθύμησε Δαυίδ, ὅτι διέκοψε Κύριος διακοπὴν ἐν Ὀζά, καὶ ἐκάλεσε τὸν τόπον ἐκεῖνον Διακοπὴ Ὀζὰ ἕως τῆς ἡμέρας ταύτης.
Α Παραλ. 13,11 Ο Δαυίδ κατελήφθη από λύπην, διότι ο Κυριος με τέτοιο κτύπημα εθανάτωσε τον Οζά, εκάλεσε δε το όνομα του τόπου εκείνου “Διακοπή Οζά”, και έτσι ονομάζεται αυτός ο τόπος μέχρι της ημέρας αυτής.
Α Παραλ. 13,12 καὶ ἐφοβήθη Δαυὶδ τὸν Θεὸν ἐν τῇ ἡμέρᾳ ἐκείνῃ, λέγων· πῶς εἰσοίσω τὴν κιβωτὸν τοῦ Θεοῦ πρὸς ἐμαυτόν;
Α Παραλ. 13,12 Ο Δαυίδ εφοβήθη πολύ τον Θεόν κατά την ημέραν εκείνην και είπε· “Πως θα τολμήσω να μεταφέρω την Κιβωτόν του Θεού κοντά μου;”
Α Παραλ. 13,13 καὶ οὐκ ἀπέστρεψε Δαυὶδ τὴν κιβωτὸν πρὸς ἑαυτὸν εἰς πόλιν Δαυίδ, καὶ ἐξέκλινεν αὐτὴν εἰς οἶκον Ἀβεδδαρὰ τοῦ Γεθθαίου.
Α Παραλ. 13,13 Ο Δαυίδ εξ αιτίας αυτού του φόβου δεν μετέφερε την Κιβωτόν του Θεού πλησίον του εις την πόλιν Δαυίδ, την Ιερουσαλήμ. Είπεν όμως και μετέφεραν αυτήν στον οίκον του Αβεδδαρά του Γεθθαίου.
Α Παραλ. 13,14 καὶ ἐκάθισεν ἡ κιβωτὸς τοῦ Θεοῦ ἐν οἴκῳ Ἀβεδδαρὰ τρεῖς μῆνας· καὶ εὐλόγησεν ὁ Θεὸς Ἀβεδδαρὰ καὶ πάντα τὰ αὐτοῦ.
Α Παραλ. 13,14 Ετσι δε η Κιβωτός του Θεού παρέτεινε στον οίκον Αβεδδαρά επί τρεις μήνας. Ο δε Θεός ηυλόγησε πλουσίως τον Αβεδδαρά και όλα τα υπάρχοντά του.


Μην ταράζεσθε και μην ανησυχείτε διότι αυτός που γνωρίζει όσα υποφέρετε
και είναι σε θέση να τα εμποδίσει είναι φανερό ότι δεν τα εμποδίζει, επειδή προνοεί και ενδιαφέρεται για σας.

Άβαταρ μέλους
ΠΟΠΗ
Δημοσιεύσεις: 808
Εγγραφή: Δευτ Ιούλ 30, 2012 3:29 pm
Επικοινωνία:

Re: ΠΑΡΑΛΕΙΠΟΜΕΝΩΝ Α’ ~ ΓΕΝΕΑΛΟΓΙΚΑ ΔΕΝΤΡΑ. Η ΒΑΣΙΛΕΙΑ ΤΟΥ Δ

Δημοσίευσηαπό ΠΟΠΗ » Παρ Οκτ 12, 2012 6:10 pm

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 14- Οι γιοί του Δαβίδ. Ο Δαβίδ αποκρούει τις επιθέσεις των Φιλισταίων.

Οι γιοί του Δαβίδ
Α Παραλ. 14,1 Καὶ ἀπέστειλε Χιρὰμ βασιλεὺς Τύρου ἀγγέλους πρὸς Δαυὶδ καὶ ξύλα κέδρινα καὶ οἰκοδόμους καὶ τέκτονας ξύλων τοῦ οἰκοδομῆσαι αὐτῷ οἶκον.
Α Παραλ. 14,1 Ο βασιλεύς της Τυρου, ο Χιράμ, έστειλε προς τον Δαυίδ ανθρώπους, οι οποίοι έφεραν προς αυτόν ξύλα κέδρινα, κτίστας και ξυλουργούς, δια να οικοδομήσουν τον βασιλικόν του οίκον.
Α Παραλ. 14,2 καὶ ἔγνω Δαυὶδ ὅτι ἡτοίμασεν αὐτὸν Κύριος εἰς βασιλέα ἐπὶ Ἰσραήλ, ὅτι ηὐξήθη εἰς ὕψος ἡ βασιλεία αὐτοῦ διὰ τὸν λαὸν αὐτοῦ Ἰσραήλ.
Α Παραλ. 14,2 Ο Δαυίδ είχε πλέον κατανοήσει και πεισθή, ότι ο Κυριος ετακτοποίησε και εστερέωσε την βασιλείαν του επί του ισραηλιτικού λαού, διότι η βασιλεία του αυτή υψώθη και εμεγάλωσε προς χάριν του ισραηλιτικού λαού.
Α Παραλ. 14,3 Καὶ ἔλαβε Δαυὶδ ἔτι γυναῖκας ἐν Ἱερουσαλήμ, καὶ ἐτέχθησαν Δαυὶδ ἔτι υἱοὶ καὶ θυγατέρες.
Α Παραλ. 14,3 Ο Δαυίδ επήρεν ακόμη και άλλας γυναίκας εις την Ιερουσαλήμ ως συζύγους του και δι' αυτών απέκτησε και άλλους υιούς και θυγατέρας.
Α Παραλ. 14,4 καὶ ταῦτα τὰ ὀνόματα αὐτῶν τῶν τεχθέντων, οἳ ἦσαν αὐτῷ ἐν Ἱερουσαλήμ· Σαμαά, Σωβάβ, Νάθαν καὶ Σαλωμὼν
Α Παραλ. 14,4 Τα δε ονόματα των υιών αυτών, που απέκτησε και έμεναν κοντά του εις την Ιερουσαλήμ, ήσαν τα εξής· Ο Σαμαά, ο Σωβάβ, ο Ναθαν, ο Σολομών,
Α Παραλ. 14,5 καὶ Ἰβαὰρ καὶ Ἐλισαὲ καὶ Ἐλιφαλὲτ
Α Παραλ. 14,5 ο Ιβαάρ, ο Ελισαέ, ο Ελιφαλέτ,
Α Παραλ. 14,6 καὶ Ναγὲθ καὶ Ναφὰγ καὶ Ἰαφιὲ
Α Παραλ. 14,6 ο Ναγέθ, ο Ναφάγ, ο Ιαφιέ,
Α Παραλ. 14,7 καὶ Ἐλισαμαὲ καὶ Ἐλιαδὲ καὶ Ἐλιφαλέτ.
Α Παραλ. 14,7 ο Ελισαμαέ, ο Ελιαδέ και ο Ελιφαλέτ.

Ο Δαβίδ αποκρούει τις επιθέσεις των Φιλισταίων
Α Παραλ. 14,8 Καὶ ἤκουσαν ἀλλόφυλοι ὅτι ἐχρίσθη Δαυὶδ βασιλεὺς ἐπὶ πάντα Ἰσραήλ, καὶ ἀνέβησαν πάντες οἱ ἀλλόφυλοι ζητῆσαι τὸν Δαυίδ· καὶ ἤκουσε Δαυὶδ καὶ ἐξῆλθεν εἰς ἀπάντησιν αὐτοῖς.
Α Παραλ. 14,8 Οι Φιλισταίοι ήκουσαν ότι ο Δαυίδ εχρίσθη βασιλεύς επί όλου του ισραηλιτικού λαού και εξεστράτευσαν όλοι οι αλλόφυλοι, δια να αναζητήσουν και θανατώσουν τον Δαυίδ. Επληροφορήθη ο Δαυίδ το γεγονός και εξήλθε, δια να τους αντιμετωπίση.
Α Παραλ. 14,9 καὶ ἀλλόφυλοι ἦλθον καὶ συνέπεσον ἐν τῇ κοιλάδι τῶν γιγάντων.
Α Παραλ. 14,9 Οι Φιλισταίοι ήλθον και εστρατοπέδευσαν εις την Κοιλάδα των Γιγάντων.
Α Παραλ. 14,10 καὶ ἐπηρώτησε Δαυὶδ διὰ τοῦ Θεοῦ λέγων· εἰ ἀναβῶ ἐπὶ τοὺς ἀλλοφύλους καὶ δώσεις αὐτοὺς εἰς τὰς χεῖράς μου; καὶ εἶπεν αὐτῷ Κύριος· ἀνάβηθι, καὶ δώσω αὐτοὺς εἰς τὰς χεῖράς σου.
Α Παραλ. 14,10 Ο Δαυίδ ηρώτησε τον Θεόν λέγων· “εάν εκστρατεύσω εναντίον των Φιλισταίων, θα τους παραδώσης εις τα χέρια μου;” Ο δε Κυριος απήντησεν εις αυτόν· “κάμε την εκστρατείαν και εγώ θα παραδώσω αυτούς εις τα χέρια σου”.
Α Παραλ. 14,11 καὶ ἀνέβη εἰς Βαὰλ Φαρασὶν καὶ ἐπάταξεν αὐτοὺς ἐκεῖ Δαυίδ· καὶ εἶπε Δαυίδ· διέκοψεν ὁ Θεὸς τοὺς ἐχθρούς μου ἐν χειρί μου ὡς διακοπὴν ὕδατος· διὰ τοῦτο ἐκάλεσε τὸ ὄνομα τοῦ τόπου ἐκείνου Διακοπὴ Φαρασίν.
Α Παραλ. 14,11 Ανέβη ο Δαυίδ μετά του στρατού εις την τοποθεσίαν Βαάλ Φαρασίν και εκεί αυτός εκτύπησε και κατέβαλε τους εχθρούς του. Ο Δαυίδ είπε τότε· “ο Θεός ανεχαίτισεν αυτούς, όπως το πρόχωμα αναχαιτίζη την ροήν του ύδατος” δια τούτο δε εκάλεσε το όνομα του τόπου εκείνου “Διακοπή Φαρασίν”.
Α Παραλ. 14,12 καὶ ἐγκατέλιπον ἐκεῖ τοὺς θεοὺς αὐτῶν οἱ ἀλλόφυλοι, καὶ εἶπε Δαυὶδ κατακαῦσαι αὐτοὺς ἐν πυρί.
Α Παραλ. 14,12 Οι Φιλισταίοι φεύγοντες αφήκαν στο πεδίον της μάχης τα αγάλματα των θεών των. Ο Δαυίδ διέταξε να παραδώσουν αυτά στο πυρ και να τα κατακαύσουν.
Α Παραλ. 14,13 καὶ προσέθεντο ἔτι ἀλλόφυλοι καὶ συνέπεσαν ἔτι ἐν τῇ κοιλάδι τῶν γιγάντων.
Α Παραλ. 14,13 Και πάλιν όμως οι Φιλισταίοι ώρμησαν και κατέλαβαν την Κοιλάδα των Γιγάντων.
Α Παραλ. 14,14 καὶ ἠρώτησε Δαυὶδ ἔτι ἐν Θεῷ, καὶ εἶπεν αὐτῷ ὁ Θεός· οὐ πορεύσῃ ὀπίσω αὐτῶν, ἀποστρέφου ἀπ᾿ αὐτῶν καὶ παρέσῃ αὐτοῖς πλησίον τῶν ἀπίων·
Α Παραλ. 14,14 Ο Δαυίδ ηρώτησε πάλιν τον Θεόν, αν πρέπει να πολεμήση εναντίον εκείνων και ο Θεός του είπε· “δεν θα εξέλθης εις πόλεμον εναντίον των, αλλά να απομακρυνθής από αυτούς. Θα βαδίζης όμως πλησίον των ανάμεσα εις τας απιδέας, ώστε να τους παρακολουθής.
Α Παραλ. 14,15 καὶ ἔσται ἐν τῷ ἀκοῦσαί σε τὴν φωνὴν τοῦ συσσεισμοῦ τῶν ἄκρων τῶν ἀπίων, τότε εἰσελεύσῃ εἰς τὸν πόλεμον, ὅτι ἐξῆλθεν ὁ Θεὸς ἔμπροσθέν σου τοῦ πατάξαι τὴν παρεμβολὴν τῶν ἀλλοφύλων.
Α Παραλ. 14,15 Οταν δε ακούσης θόρυβον αναταραχής εις τας κορυφάς των απιδεών, τότε θα εισέλθης στον πόλεμον, διότι αυτό σημαίνει ότι έμπροσθέν σου προπορεύεται, ο Θεός, δια να κτυπήση το στρατόπεδον των αλλοφύλων.
Α Παραλ. 14,16 καὶ ἐποίησε καθὼς ἐνετείλατο αὐτῷ ὁ Θεός, καὶ ἐπάταξε τὴν παρεμβολὴν τῶν ἀλλοφύλων ἀπὸ Γαβαὼν ἕως Γαζηρά.
Α Παραλ. 14,16 Ο Δαυίδ έκαμεν όπως τον διέταξεν ο Θεός, εκτύπησε και κατεδίωξε τον στρατόν των Φιλισταίων από την Γαβαών μέχρι της πόλεως Γαζηρά.
Α Παραλ. 14,17 καὶ ἐγένετο ὄνομα Δαυὶδ ἐν πάσῃ τῇ γῇ, καὶ Κύριος ἔδωκε τὸν φόβον αὐτοῦ ἐπὶ πάντα τὰ ἔθνη.
Α Παραλ. 14,17 Ετσι δε το όνομα του Δαυίδ έγινε γνωστόν και ένδοξον εις όλην την χώραν. Ο δε Κυριος κατέστησεν αυτόν φοβερόν εις όλα τα έθνη.


Μην ταράζεσθε και μην ανησυχείτε διότι αυτός που γνωρίζει όσα υποφέρετε
και είναι σε θέση να τα εμποδίσει είναι φανερό ότι δεν τα εμποδίζει, επειδή προνοεί και ενδιαφέρεται για σας.

Άβαταρ μέλους
ΠΟΠΗ
Δημοσιεύσεις: 808
Εγγραφή: Δευτ Ιούλ 30, 2012 3:29 pm
Επικοινωνία:

Re: ΠΑΡΑΛΕΙΠΟΜΕΝΩΝ Α’ ~ ΓΕΝΕΑΛΟΓΙΚΑ ΔΕΝΤΡΑ. Η ΒΑΣΙΛΕΙΑ ΤΟΥ Δ

Δημοσίευσηαπό ΠΟΠΗ » Παρ Οκτ 12, 2012 6:12 pm

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 15- Η μεταφορά της Κιβωτού στην Ιερουσαλήμ.

Α Παραλ. 15,1 Καὶ ἐποίησεν αὐτῷ οἰκίας ἐν πόλει Δαυίδ, καὶ ἡτοίμασε τὸν τόπον τῇ κιβωτῷ τοῦ Θεοῦ καὶ ἐποίησεν αὐτῇ σκηνήν.
Α Παραλ. 15,1 Ο Δαυίδ κατεσκεύασε δια τον εαυτόν του οικίας εις την πόλιν Δαυίδ, την Σιών, προπαρασκεύασε δε τον τόπον δια την Κιβωτόν του Θεού και κατεσκεύασε δι' αυτήν Σκηνήν.
Α Παραλ. 15,2 τότε εἶπε Δαυίδ· οὐκ ἔστιν ἆραι τὴν κιβωτὸν τοῦ Θεοῦ, ἀλλ᾿ ἢ τοὺς Λευίτας, ὅτι αὐτοὺς ἐξελέξατο Κύριος αἴρειν τὴν κιβωτὸν Κυρίου καὶ λειτουργεῖν αὐτῷ ἕως αἰῶνος.
Α Παραλ. 15,2 Είπε τότε ο Δαυίδ· “δεν επιτρέπεται παρά του Θεού να μεταφέρουν την Κιβωτόν του Κυρίου άλλοι, ειμή μόνον οι Λευίται, διότι αυτούς έχει εκλέξει ο Κυριος να μεταφέρουν την Κιβωτόν του Κυρίου και να υπηρετούν αυτόν πάντοτε”.
Α Παραλ. 15,3 καὶ ἐξεκκλησίασε Δαυὶδ τον πάντα Ἰσραὴλ ἐν Ἱερουσαλὴμ τοῦ ἀνενέγκαι τὴν κιβωτὸν Κυρίου εἰς τὸν τόπον, ὃν ἡτοίμασεν αὐτῇ.
Α Παραλ. 15,3 Ο Δαυίδ συνεκέντρωσεν όλον τον ισραηλιτικόν λαόν εις την Ιερουσαλήμ, δια να μεταφέρουν την Κιβωτόν του Κυρίου στον τόπον, τον οποίον είχε προετοιμάσει δι' αυτήν.
Α Παραλ. 15,4 καὶ συνήγαγε Δαυὶδ τοὺς υἱοὺς Ἀαρὼν τοὺς Λευίτας.
Α Παραλ. 15,4 Συνεκέντρωσε τους απογόνους του Ααρών, ιερείς και Λευίτας.
Α Παραλ. 15,5 τῶν υἱῶν Καάθ· Οὐριὴλ ὁ ἄρχων καὶ οἱ ἀδελφοὶ αὐτοῦ, ἑκατὸν εἴκοσι.
Α Παραλ. 15,5 Από τους απογόνους του Καάθ εκάλεσε τον Ουριήλ, άρχοντα εις την πατριαρχικήν του οικογένειαν και τους συγγενείς αυτού εν όλω εκατόν είκοσι.
Α Παραλ. 15,6 τῶν υἱῶν Μεραρί· Ἀσαΐα ὁ ἄρχων καὶ οἱ ἀδελφοὶ αὐτοῦ, διακόσιοι εἴκοσι.
Α Παραλ. 15,6 Από τους υιούς Μεραρί εκάλεσε τον Ασαΐα, ο οποίος ήτο αρχηγός, και τους συγγενείς αυτού διακοσίους είκοσιν εν όλω.
Α Παραλ. 15,7 τῶν υἱῶν Γηρσάμ· Ἰωὴλ ὁ ἄρχων καὶ οἱ ἀδελφοὶ αὐτοῦ, ἑκατὸν τριάκοντα.
Α Παραλ. 15,7 Από τους απογόνους του Γηρσάμ εκάλεσε τον Ιωήλ, ο οποίος ήτο επίσης αρχηγός, και τους συγγενείς αυτού εν όλω εκατόν τριάκοντα.
Α Παραλ. 15,8 τῶν υἱῶν Ἐλισαφάν· Σεμεΐ ὁ ἄρχων καὶ οἱ ἀδελφοὶ αὐτοῦ, διακόσιοι.
Α Παραλ. 15,8 Από τους υιούς Ελισαφάν εκάλεσε τον Σεμεΐ, τον αρχηγόν, και τους αδελφούς αυτού διακοσίους εν όλω.
Α Παραλ. 15,9 τῶν υἱῶν Χεβρών· Ἐλιὴλ ὁ ἄρχων καὶ οἱ ἀδελφοὶ αὐτοῦ, ὀγδοήκοντα.
Α Παραλ. 15,9 Από τους απογόνους του Χεβρών εκάλεσε τον Ελιήλ, τον αρχηγόν, και τους συγγενείς αυτού εν όλω ογδοήκοντα.
Α Παραλ. 15,10 τῶν υἱῶν Ὀζιήλ· Ἀμιναδὰβ ὁ ἄρχων καὶ οἱ ἀδελφοὶ αὐτοῦ, ἑκατὸν δεκαδύο.
Α Παραλ. 15,10 Από τους υιούς Οζιήλ εκάλεσε τον Αμιναδάδ, τον αρχηγόν, και τους αδελφούς αυτού εκατόν δώδεκα εν όλω.
Α Παραλ. 15,11 καὶ ἐκάλεσε Δαυὶδ τὸν Σαδὼκ καὶ Ἀβιάθαρ, τοὺς ἱερεῖς, καὶ τοὺς Λευίτας, τὸν Οὐριήλ, Ἀσαΐαν καὶ Ἰωὴλ καὶ Σαμαίαν καὶ Ἐλιὴλ καὶ Ἀμιναδάβ,
Α Παραλ. 15,11 Ο Δαυίδ προσεκάλεσεν επίσης και τους αρχιερείς Σαδώκ και Αβιάθαρ, όπως επίσης και τους Λευίτας Ουριήλ, Ασαΐαν, Ιωήλ, Σαμαίαν, Ελιήλ, Αμιναδάβ,
Α Παραλ. 15,12 καὶ εἶπεν αὐτοῖς· ὑμεῖς ἄρχοντες πατριῶν τῶν Λευιτῶν, ἁγνίσθητε ὑμεῖς καὶ οἱ ἀδελφοὶ ὑμῶν καὶ ἀνοίσετε τὴν κιβωτὸν τοῦ Θεοῦ Ἰσραήλ, οὗ ἡτοίμασα αὐτῇ·
Α Παραλ. 15,12 και είπε προς αυτούς· “σεις είσθε οι αρχηγοί των πατριαρχικών οικογενειών των Λευϊτών. Αγνισθήτε σεις και οι συγγενείς σας, διότι θα μεταφέρετε την Κιβωτόν του Θεού του Ισραήλ στον τόπον, τον οποίον εγώ έχω ετοιμάσει δι' αυτήν.
Α Παραλ. 15,13 ὅτι οὐκ ἐν τῷ πρότερον ὑμᾶς εἶναι διέκοψεν ὁ Θεὸς ἡμῶν ἐν ἡμῖν, ὅτι οὐκ ἐξεζητήσαμεν ἐν κρίματι.
Α Παραλ. 15,13 Γνωρίζετε δε ότι, επειδή σεις δεν μετεφέρατε κατά την προηγουμένην φοράν την Κιβωτόν, έστειλε τιμωρίαν ο Θεός εναντίον μας, διότι δεν εφροντίσαμεν δια την μεταφοράν της Κιβωτού σύμφωνα με τον νόμον του”.
Α Παραλ. 15,14 καὶ ἡγνίσθησαν οἱ ἱερεῖς καὶ οἱ Λευῖται τοῦ ἀνενέγκαι τὴν κιβωτὸν Θεοῦ Ἰσραήλ.
Α Παραλ. 15,14 Οι ιερείς και οι Λευίται εκαθαρίσθησαν, δια να μεταφέρουν την Κιβωτόν της Διαθήκης του Θεού του Ισραήλ.
Α Παραλ. 15,15 καὶ ἔλαβον οἱ υἱοὶ τῶν Λευιτῶν τὴν κιβωτὸν τοῦ Θεοῦ, ὡς ἐνετείλατο Μωυσῆς ἐν λόγῳ Θεοῦ κατὰ τὴν γραφήν, ἐν ἀναφορεῦσιν ἐπ᾿ αὐτούς.
Α Παραλ. 15,15 Αυτοί οι Λευίται επήραν πράγματι την Κιβωτόν του Θεού, σύμφωνα με όσα είχε διατάξει ο Μωϋσής, όπως περιέχονται στον γραπτόν λόγον του Κυρίου, με αναφορείς επάνω στους ωμούς των.
Α Παραλ. 15,16 καὶ εἶπε Δαυὶδ τοῖς ἄρχουσι τῶν Λευιτῶν· στήσατε τοὺς ἀδελφοὺς αὐτῶν τοὺς ψαλτῳδοὺς ἐν ὀργάνοις, νάβλαις, κινύραις καὶ κυμβάλοις τοῦ φωνῆσαι εἰς ὕψος ἐν φωνῇ εὐφροσύνης.
Α Παραλ. 15,16 Ο Δαυίδ είπεν στους αρχηγούς των Λευιτών· “τακτοποιήσατε τους αδελφούς σας ψαλτωδούς, οι οποίοι θα ψάλλουν δυνατά ύμνους χαρμοσύνους, τη συνοδεία μουσικών οργάνων, με νάβλας, με κινυράς και με κύμβαλα”.
Α Παραλ. 15,17 καὶ ἔστησαν οἱ Λευῖται τὸν Αἰμὰν υἱὸν Ἰωήλ· ἐκ τῶν ἀδελφῶν αὐτοῦ Ἀσὰφ υἱὸς Βαραχία. καὶ ἐκ τῶν υἱῶν Μεραρὶ ἀδελφῶν αὐτοῦ Αἰθὰν υἱὸς Κισαίου.
Α Παραλ. 15,17 Οι Λευίται ώρισαν τον Αιμάν, τον υιόν του Ιωήλ, εκ δε των αδελφών του τον Ασάφ, τον υιόν του Βαραχία. Από δε τους απογόνους του Μεραρί εξεχώρισαν από τους αδελφούς του τον Αιθάν, τον υιόν του Κισαίου.
Α Παραλ. 15,18 καὶ μετ᾿ αὐτῶν οἱ ἀδελφοὶ αὐτῶν οἱ δεύτεροι Ζαχαρίας καὶ Ὀζιὴλ καὶ Σεμιραμὼθ καὶ Ἰεϊὴλ καὶ Ἐλιωὴλ καὶ Ἐλιὰβ καὶ Βαναία καὶ Μαασαΐα καὶ Ματταθία καὶ Ἐλιφαλία καὶ Μακενία καὶ Ἀβδεδὸμ καὶ Ἰεϊὴλ καὶ Ὀζίας, οἱ πυλωροί.
Α Παραλ. 15,18 Μαζή δέ με αυτούς ήσαν οι αδελφοί των της δευτέρας σειράς βοηθοί, δηλαδή ο Ζαχαρίας, ο Οζιήλ, ο Σεμιραμώθ, ο Ιεϊήλ, ο Ελιωήλ, ο Ελιάβ, ο Βαναία, ο Μαασαΐα, ο Ματταθία, ο Ελιφαλία, ο Μακενία, ο Αβδεδόμ, ο Ιεϊήλ και ο Οζίας, οι θυρωροί.
Α Παραλ. 15,19 καὶ οἱ ψαλτῳδοί, Αἰμάν, Ἀσὰφ καὶ Αἰθὰν ἐν κυμβάλοις χαλκοῖς τοῦ ἀκουσθῆναι ποιῆσαι·
Α Παραλ. 15,19 Οι ψαλτωδοί, ο Αιμάν, ο Ασάφ και ο Αιθάν, είχαν κύμβαλα χάλκινα, τα οποία τα εκτυπούσαν, ώστε να ακούωνται πολύ.
Α Παραλ. 15,20 Ζαχαρίας καὶ Ὀζιήλ, Σεμιραμώθ, Ἰεϊήλ, Ὠνί, Ἐλιάβ, Μασαίας, Βαναίας ἐν νάβλαις ἐπὶ ἀλαιμώθ.
Α Παραλ. 15,20 Ο δε Ζαχαρίας, ο Οζιήλ, ο Σεμιραμώθ, ο Ιεϊήλ, ο Ωνί, ο Ελιάβ, ο Μασαίας και ο Βαναίας, είχαν κιθάρας ενηρμονισμένας εις υψηλούς τόνους.
Α Παραλ. 15,21 καὶ Ματταθίας καὶ Ἐλιφαλίας καὶ Μακενίας καὶ Ἀβδεδὸμ καὶ Ἰεϊὴλ καὶ Ὀζίας ἐν κινύραις ἀμασενὶθ τοῦ ἐνισχῦσαι.
Α Παραλ. 15,21 Ο Ματταθίας, ο Ελιφαλίας, ο Μακενίας, ο Αβδεδόμ, ο Ιεϊήλ και ο Οζίας είχαν άρπας ενηρμονισμένας εις χαμηλούς τόνους, δια να συνοδεύουν τα μουσικά μέλη.
Α Παραλ. 15,22 καὶ Χωνενία ἄρχων τῶν Λευιτῶν ἄρχων τῶν ᾠδῶν, ὅτι συνετὸς ἦν.
Α Παραλ. 15,22 Ο Χωνενία, ο αρχηγός των Λευϊτών, ήτο και αρχηγός αυτών των ψαλτών, επειδή ήτο άνθρωπος έμπειρος και ικανός.
Α Παραλ. 15,23 καὶ Βαραχία καὶ Ἐλκανὰ πυλωροὶ τῆς κιβωτοῦ.
Α Παραλ. 15,23 Ο Βαραχία και ο Ελκανά ήσαν οι φύλακες της Κιβωτού.
Α Παραλ. 15,24 καὶ Σοβνία καὶ Ἰωσαφὰτ καὶ Ναθαναὴλ καὶ Ἀμασαΐ καὶ Ζαχαρία καὶ Βαναΐ καὶ Ἐλιέζερ οἱ ἱερεῖς σαλπίζοντες ταῖς σάλπιγξιν ἔμπροσθεν τῆς κιβωτοῦ τοῦ Θεοῦ. καὶ Ἀβδεδὸμ καὶ Ἰεΐα πυλωροὶ τῆς κιβωτοῦ τοῦ Θεοῦ.
Α Παραλ. 15,24 Ο Σοβνία, ο Ιωσαφάτ, ο Ναθαναήλ, ο Αμασαΐ, ο Ζαχαρίας, ο Βαναΐ και ο Ελιέζερ, οι ιερείς, αυτοί εσάλπιζαν με τας σάλπιγγας εμπρός από την Κιβωτόν του Θεού. Ο Αβδεδόμ και ο Ιεΐα ήσαν οι φύλακες της Κιβωτού του Θεού.
Α Παραλ. 15,25 καὶ ἦν Δαυὶδ καὶ οἱ πρεσβύτεροι Ἰσραὴλ καὶ οἱ χιλίαρχοι οἱ πορευόμενοι τοῦ ἀναγαγεῖν τὴν κιβωτὸν τῆς διαθήκης ἐξ οἴκου Ἀβδεδὸμ ἐν εὐφροσύνῃ.
Α Παραλ. 15,25 Εις την χαρμόσυνον αυτήν πομπήν μετείχον επίσης ο Δαυίδ, οι πρεσβύτεροι του Ισραηλιτικού λαού και οι χιλίαρχοι του στρατού. Ολοι αυτοί επορεύοντο, δια να μεταφέρουν με μεγάλην χαράν την Κιβωτόν της Διαθήκης από τον οίκον του Αβδεδόμ.
Α Παραλ. 15,26 καὶ ἐγένετο ἐν τῷ κατισχῦσαι τὸν Θεὸν τοὺς Λευίτας αἴροντας τὴν κιβωτὸν τῆς διαθήκης Κυρίου καὶ ἔθυσαν ἑπτὰ μόσχους καὶ ἑπτὰ κριούς.
Α Παραλ. 15,26 Οταν δε ο Θεός ενίσχυσε και ηξίωσε τους Λευίτας να πάρουν στους ώμους των την Κιβωτόν της Διαθήκης του Κυρίου, πριν ξεκινήσουν, προσέφεραν θυσίαν επτά μόσχους και επτά κριούς.
Α Παραλ. 15,27 καὶ Δαυὶδ περιεζωσμένος ἐν στολῇ βυσσίνῃ καὶ πάντες οἱ Λευῖται αἴροντες τὴν κιβωτὸν διαθήκης Κυρίου καὶ οἱ ψαλτῳδοὶ καὶ Χωνενίας ὁ ἄρχων τῶν ᾠδῶν τῶν ᾀδόντων, καὶ ἐπὶ Δαυὶδ στολὴ βυσσίνη.
Α Παραλ. 15,27 Ο Δαυίδ κατά την πομπήν αυτήν εφορούσε στολήν λινήν. Ομοίαν προ την στολήν αυτήν του Δαυίδ είχαν και όλοι οι Λευίται οι μεταφέροντες την Κιβωτόν της Διαθήκης, όπως επίσης και οι ψάλται και ο Χωνενίας, ο οποίος ήτο αρχηγός των ψαλλόντων τους ύμνους.
Α Παραλ. 15,28 καὶ πᾶς Ἰσραὴλ ἀνάγοντες τὴν κιβωτὸν διαθήκης Κυρίου ἐν σημασίᾳ καὶ ἐν φωνῇ σωφὲρ καὶ ἐν σάλπιγξι καὶ ἐν κυμβάλοις, ἀναφωνοῦντες ἐν νάβλαις καὶ ἐν κινύραις.
Α Παραλ. 15,28 Ολος δε ο ισραηλιτικός λαός με αλαλαγμούς χαράς συμμετείχεν εις την πομπήν της μεταφοράς της Κιβωτού της Διαθήκης του Κυρίου, υπό τους ήχους των σαλπίγγων και των κυμβάλων, παίζοντες δυνατά άρπας και κιθάρας.
Α Παραλ. 15,29 καὶ ἐγένετο ἡ κιβωτὸς διαθήκης Κυρίου καὶ ἦλθεν ἕως πόλεως Δαυίδ, καὶ Μελχὸλ ἡ θυγάτηρ Σαοὺλ παρέκυψε διὰ τῆς θυρίδος καὶ εἶδε τὸν βασιλέα Δαυὶδ ὀρχούμενον καὶ παίζοντα, καὶ ἐξουδένωσεν αὐτὸν ἐν τῇ ψυχῇ αὐτῆς.
Α Παραλ. 15,29 Οταν δε η Κιβωτός της Διαθήκης έφθασεν εις την πόλιν του Δαυίδ, η σύζυγος του Δαυίδ η Μελχόλ, θυγάτηρ του Σαούλ έσκυψεν από το παράθυρόν της και είδε τον βασιλέα να χορεύη και να πηδά με χαράν, απεδοκίμασε αυτήν του την πράξιν εσωτερικώς και τον κατεφρόνησε.


Μην ταράζεσθε και μην ανησυχείτε διότι αυτός που γνωρίζει όσα υποφέρετε
και είναι σε θέση να τα εμποδίσει είναι φανερό ότι δεν τα εμποδίζει, επειδή προνοεί και ενδιαφέρεται για σας.

Άβαταρ μέλους
ΠΟΠΗ
Δημοσιεύσεις: 808
Εγγραφή: Δευτ Ιούλ 30, 2012 3:29 pm
Επικοινωνία:

Re: ΠΑΡΑΛΕΙΠΟΜΕΝΩΝ Α’ ~ ΓΕΝΕΑΛΟΓΙΚΑ ΔΕΝΤΡΑ. Η ΒΑΣΙΛΕΙΑ ΤΟΥ Δ

Δημοσίευσηαπό ΠΟΠΗ » Παρ Οκτ 12, 2012 6:16 pm

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 16- Η μεταφορά της Κιβωτού στην Ιερουσαλήμ.
Ευχαριστήριος ψαλμός του Δαβίδ. Η οργάνωση της λατρείας.


Η μεταφορά της Κιβωτού στην Ιερουσαλήμ
Α Παραλ. 16,1 Καὶ εἰσήνεγκαν τὴν κιβωτὸν τοῦ Θεοῦ καὶ ἀπηρείσαντο αὐτὴν ἐν μέσῳ τῆς σκηνῆς, ἧς ἔπηξεν αὐτῇ Δαυίδ, καὶ προσήνεγκαν ὁλοκαυτώματα καὶ σωτηρίου ἐναντίον τοῦ Θεοῦ.
Α Παραλ. 16,1 Εφεραν, λοιπόν, εντός της πόλεως την Κιβωτόν του Θεού και την ετοποθέτησαν μέσα εις την Σκηνήν, την οποίαν είχε κατασκευάσει δι' αυτήν ο Δαυίδ. Οι δε Ισραηλίται προσέφεραν θυσίας ολοκαυτωμάτων και θυσίας ειρηνικάς ενώπιον του Θεού.
Α Παραλ. 16,2 καὶ συνετέλεσε Δαυὶδ ἀναφέρων ὁλοκαυτώματα καὶ σωτηρίου καὶ εὐλόγησε τὸν λαὸν ἐν ὀνόματι Κυρίου.
Α Παραλ. 16,2 Ο Δαυίδ, αφού ετελείωσε και αυτός την προσφοράν ολοκαυτωμάτων και των ειρηνικών θυσιών, ηυλόγησε τον λαόν εν ονόματι του Κυρίου.
Α Παραλ. 16,3 καὶ διεμέρισε παντὶ ἀνδρὶ Ἰσραὴλ ἀπὸ ἀνδρὸς καὶ ἕως γυναικός, τῷ ἀνδρὶ ἄρτον ἕνα ἀρτοκοπικὸν καὶ ἀμορίτην.
Α Παραλ. 16,3 Επειτα δε εμοίρασεν εις όλους τους Ισραηλίτας, εις άνδρας και γυναίκας, στον καθένα από αυτούς, ένα άρτον αρτοποιείου και ένα γλύκισμα από σταφίδας.
Α Παραλ. 16,4 καὶ ἔταξε κατὰ πρόσωπον τῆς κιβωτοῦ διαθήκης Κυρίου ἐκ τῶν Λευιτῶν λειτουργοῦντας ἀναφωνοῦντας καὶ ἐξομολογεῖσθαι καὶ αἰνεῖν Κύριον τὸν Θεὸν Ἰσραήλ·
Α Παραλ. 16,4 Εταξε δε ο Δαυίδ ενώπιον της Διαθήκης του Θεού μερικούς άνδρας από τους Λευίτας, δια να υπηρετούν εις την Σκηνήν ψάλλοντες, αινούντες και δοξολογούντες Κυριον τον Θεόν του Ισραήλ.
Α Παραλ. 16,5 Ἀσὰφ ὁ ἡγούμενος, καὶ δευτερεύων αὐτῷ Ζαχαρίας, Ἰεϊήλ, Σεμιραμώθ, Ἰεϊήλ, Ματταθίας, Ἐλιὰβ καὶ Βαναίας, καὶ Ἀβδεδὸμ καὶ Ἰεϊὴλ ἐν ὀργάνοις, νάβλαις, κινύραις, καὶ Ἀσὰφ ἐν κυμβάλοις ἀναφωνῶν.
Α Παραλ. 16,5 Αυτοί δε ήσαν ο Ασάφ ο αρχηγός, ο Ζαχαρίας κατόπιν από αυτόν, έπειτα δε ο Ιεϊήλ, ο Σεμιραμώθ, ο Ιεϊήλ, ο Ματταθίας, ο Ελιάβ, ο Βαναΐας, ο Αβδεδόμ και ο Ιεϊήλ, οι οποίοι έπαιζαν μουσικά όργανα, άρπας και κιθάρας, ενώ ο Ασάφ έπληττε τα κύμβαλα να αντηχούν ζωηρώς.
Α Παραλ. 16,6 καὶ Βαναίας καὶ Ὀζιὴλ οἱ ἱερεῖς ἐν ταῖς σάλπιγξι διαπαντὸς ἐναντίον τῆς κιβωτοῦ τῆς διαθήκης τοῦ Θεοῦ.
Α Παραλ. 16,6 Ο Βαναίας και ο Οζιήλ, οι ιερείς, είχον ως έργον των να σαλπίζουν με τας σάλπιγγας πάντοτε ενώπιον της Κιβωτού της Διαθήκης του Θεού.

[size=150]Ευχαριστήριος ψαλμός του Δαβίδ[/size]
Α Παραλ. 16,7 Ἐν τῇ ἡμέρᾳ ἐκείνη τότε ἔταξε Δαυὶδ ἐν ἀρχῇ τοῦ αἰνεῖν τὸν Κύριον ἐν χειρὶ Ἀσὰφ καὶ τῶν ἀδελφῶν αὐτοῦ.
Α Παραλ. 16,7 Ο Δαυίδ κατά την ημέραν εκείνην, παρέδωσε δια πρώτην φοράν εις τα χέρια του Ασάφ και των αδελφών αυτού ωδήν, δια να υμνήσουν τον Κυριον.
Α Παραλ. 16,8 ῼΔΗ. Ἐξομολογεῖσθε τῷ Κυρίῳ, ἐπικαλεῖσθε αὐτὸν ἐν ὀνόματι αὐτοῦ, γνωρίσατε ἐν λαοῖς τὰ ἐπιτηδεύματα αὐτοῦ.
Α Παραλ. 16,8 Η ΩΔΗ είναι αυτή· “Δοξολογήσατε τον Κυριον, επικαλεσθήτε το όνομα αυτού, καταστήσατε γνωστά στους λαούς τα μεγάλα και θαυμαστά αυτού έργα.
Α Παραλ. 16,9 ᾄσατε αὐτῷ καὶ ὑμνήσατε αὐτῷ, διηγήσασθε πᾶσι τὰ θαυμάσια αὐτοῦ, ἃ ἐποίησε Κύριος.
Α Παραλ. 16,9 Ψαλατε και υμνήσατε αυτόν. Διηγηθήτε εις όλους τα θαυμάσια αυτού, τα οποία ο Κυριος έκαμε.
Α Παραλ. 16,10 αἰνεῖτε ἐν ὀνόματι ἁγίῳ αὐτοῦ, εὐφρανθήσεται καρδία ζητοῦσα τὴν εὐδοκίαν αὐτοῦ.
Α Παραλ. 16,10 Υμνείτε το άγιον Ονομά του, ας ευφρανθή κάθε καρδιά, η οποία ζητεί με πίστιν την ευλογίαν του Θεού.
Α Παραλ. 16,11 ζητήσατε τὸν Κύριον καὶ ἰσχύσατε, ζητήσατε τὸ πρόσωπον αὐτοῦ διαπαντός.
Α Παραλ. 16,11 Ζητήσατε τον Κυριον και αποκτήσατε δι' αυτού δύναμιν, ζητήσατε συνεχώς και ακαταπαύστως το πρόσωπον αυτού.
Α Παραλ. 16,12 μνημονεύετε τὰ θαυμάσια αὐτοῦ, ἃ ἐποίησε, τέρατα καὶ κρίματα τοῦ στόματος αὐτοῦ.
Α Παραλ. 16,12 Να ενθυμήσθε πάντοτε όλα τα θαυμαστά αυτού έργα, τα οποία έκαμε, τα μεγάλα θαύματα και τας υψηλάς νομοθεσίας και εντολάς, αι οποίαι εξήλθον από το στόμα του.
Α Παραλ. 16,13 σπέρμα Ἰσραὴλ παῖδες αὐτοῦ, υἱοὶ Ἰακὼβ ἐκλεκτοὶ αὐτοῦ.
Α Παραλ. 16,13 Σεις, οι απόγονοι του Ισραήλ, δούλοι του Θεού, παιδιά του Ιακώβ, εκλεκτοί του Θεού.
Α Παραλ. 16,14 αὐτὸς Κύριος ὁ Θεὸς ἡμῶν, ἐν πάσῃ τῇ γῇ τὰ κρίματα αὐτοῦ.
Α Παραλ. 16,14 Αυτός ο Κυριος είναι ο Θεός μας. Αι κρίσεις και αι αποφάσστου εκτείνονται εις όλην την γην.
Α Παραλ. 16,15 μνημονεύων εἰς αἰῶνα διαθήκης αὐτοῦ, λόγον αὐτοῦ, ὃν ἐνετείλατο εἰς χιλίας γενεάς,
Α Παραλ. 16,15 Να ενθυμήσθε πάντοτε την Διαθήκην του, τον λόγον του, τον οποίον είπε και ο οποίος θα παραμείνη εις γενεάς γενεών·
Α Παραλ. 16,16 ὃν διέθετο τῷ Ἁβραὰμ καὶ τὸν ὅρκον αὐτοῦ τῷ Ἰσαάκ·
Α Παραλ. 16,16 τον λόγον, τον οποίον, ως διαθήκην, συνήψε προς τον Αβραάμ και τον όρκον, τον οποίον έδωσεν στον Ισαάκ.
Α Παραλ. 16,17 ἔστησεν αὐτὸν τῷ Ἰακὼβ εἰς πρόσταγμα, τῷ Ἰσραὴλ διαθήκην αἰώνιον
Α Παραλ. 16,17 Ενθυμηθήτε την εντολήν, την οποίαν έδωσεν στον Ιακώβ, την αιωνίαν διαθήκην την οποίαν συνήψε με τον Ισραήλ
Α Παραλ. 16,18 λέγων· σοὶ δώσω τὴν γῆν Χαναὰν σχοίνισμα κληρονομίας ὑμῶν.
Α Παραλ. 16,18 λέγων· “εις σε θα δώσω την χώραν Χαναάν ως μερίδιον της κληρονομίας σας”.
Α Παραλ. 16,19 ἐν τῷ γενέσθαι αὐτοὺς ὀλιγοστοὺς ἀριθμῷ ὡς ἐσμικρύνθησαν καὶ παρῴκησαν ἐν αὐτῇ.
Α Παραλ. 16,19 Και είπεν αυτά, όταν οι εκλεκτοί του ήσαν ολίγοι κατά τον αριθμόν και ασήμαντοι και οι οποίοι ως πάροικοι και ως ξένοι κατοικούσαν εις την χώραν αυτήν.
Α Παραλ. 16,20 καὶ ἐπορεύθησαν ἀπὸ ἔθνους εἰς ἔθνος καὶ ἀπὸ βασιλείας εἰς λαὸν ἕτερον.
Α Παραλ. 16,20 Μετέβησαν από έθνους εις έθνος και από την μίαν βασιλείαν εις άλλους λαούς.
Α Παραλ. 16,21 οὐκ ἀφῆκεν ἄνδρα τοῦ δυναστεῦσαι αὐτοὺς καὶ ἤλεγξε περὶ αὐτῶν βασιλεῖς·
Α Παραλ. 16,21 Ο Θεός δεν αφήκε κανένα να τους καταδυναστεύση, ετιμώρησε δε προς χάριν αυτών βασιλείς, οι οποίοι ηθέλησαν το κακόν των.
Α Παραλ. 16,22 μὴ ἅψησθε τῶν χριστῶν μου καὶ ἐν τοῖς προφήταις μου μὴ πονηρεύεσθε.
Α Παραλ. 16,22 “Μη εγγίζετε τους αγίους μου και μη κάνετε τίποτε το κακόν στους προφήτας μου”.
Α Παραλ. 16,23 ᾄσατε τῷ Κυρίῳ, πᾶσα ἡ γῆ, ἀναγγείλατε ἐξ ἡμέρας εἰς ἡμέραν σωτηρίαν αὐτοῦ.
Α Παραλ. 16,23 Ψαλατε προς τον Κυριον όλοι οι κάτοικοι της γης. Αναγγείλατε από ημέρας εις ημέραν την σωτηρίαν, την οποίαν αυτός προσφέρει.
Α Παραλ. 16,24 ἐξηγεῖσθε ἐν τοῖς ἔθνεσι τὴν δόξαν αὐτοῦ, ἐν πᾶσι τοῖς λαοῖς τὰ θαυμάσια αὐτοῦ.
Α Παραλ. 16,24 Διηγηθήτε και παραστήσατε εις όλα τα έθνη την δόξαν αυτού, εις όλους τους λαούς τα θαυμαστά αυτού έργα.
Α Παραλ. 16,25 ὅτι μέγας Κύριος καὶ αἰνετὸς σφόδρα, φοβερός ἐστιν ἐπὶ πάντας τοὺς θεούς.
Α Παραλ. 16,25 Διότι ο Κυριος είναι μέγας και άξιος να υμνολογήται με όλην μας την δύναμιν. Είναι φοβερός εναντίον όλων των ψευδών θεών.
Α Παραλ. 16,26 ὅτι πάντες οἱ θεοὶ τῶν ἐθνῶν εἴδωλα, καὶ ὁ Θεὸς ἡμῶν οὐρανοὺς ἐποίησε.
Α Παραλ. 16,26 Διότι όλοι οι θεοί των εθνών είναι άψυχα και ψευδή είδωλα, ο δε Θεός ημών είναι ο δημιουργός των ουρανών.
Α Παραλ. 16,27 δόξα καὶ ἔπαινος κατὰ πρόσωπον αὐτοῦ, ἰσχὺς καὶ καύχημα ἐν τόπῳ αὐτοῦ.
Α Παραλ. 16,27 Δοξα και έπαινος πάντοτε υπάρχει ενώπιόν του. Δυναμις και καύχημα στον τόπον του, στον ιερόν δηλαδή ναόν του.
Α Παραλ. 16,28 δότε τῷ Κυρίῳ αἱ πατριαὶ τῶν ἐθνῶν, δότε τῷ Κυρίῳ δόξαν καὶ ἰσχύν·
Α Παραλ. 16,28 Αποδώσατε στον Κυριον όλαι αι πατριαρχικαί οικογένειαι των εθνών, αποδώσατε στον Κυριον δόξαν, αναγνωρίσατε την παντοδυναμίαν αυτού.
Α Παραλ. 16,29 δότε τῷ Κυρίῳ δόξαν ὀνόματος αὐτοῦ, λάβετε δῶρα καὶ ἐνέγκατε κατὰ πρόσωπον αὐτοῦ καὶ προσκυνήσατε Κυρίῳ ἐν αὐλαῖς ἁγίαις αὐτοῦ.
Α Παραλ. 16,29 Δώστε δόξαν στον Κυριον, στο όνομα το υπερύμνητον αυτού. Παρετε δώρα και φέρετέ τα ενώπιόν του και προσκυνήσατε τον Κυριον εις τας αγίας αυλάς της Σκηνής του Μαρτυρίου του.
Α Παραλ. 16,30 φοβηθήτω ἀπὸ προσώπου αὐτοῦ πᾶσα ἡ γῆ, κατορθωθήτω ἡ γῆ καὶ μὴ σαλευθήτω·
Α Παραλ. 16,30 Ας συγκλονισθή από φόβον ολόκληρος η οικουμένη ενώπιόν του. Δια της θείας παντοδυναμίας του ας διορθωθή η γη, ώστε να μη κληνισθή στον αιώνα.
Α Παραλ. 16,31 εὐφρανθήτω ὁ οὐρανὸς καὶ ἀγαλλιάσθω ἡ γῆ, καὶ εἰπάτωσαν ἐν τοῖς ἔθνεσι· Κύριος βασιλεύων.
Α Παραλ. 16,31 Ο ουρανός ας ευφρανθή και η γη ας αγαλλιασθή. Διαλαλήσατε δε μεταξύ όλων των εθνών· Ο Κυριος είναι ο μόνος βασιλεύς !
Α Παραλ. 16,32 βομβήσει ἡ θάλασσα σὺν τῷ πληρώματι καὶ ξύλον ἀγροῦ καὶ πάντα τὰ ἐν αὐτῷ·
Α Παραλ. 16,32 Θα βοήση η θάλασσα μαζή με όλα όσα υπάρχουν εις αυτήν. Θα ευφρανθούν τα δένδρα των πεδιάδων και όλα όσα υπάρχουν εις αυτάς.
Α Παραλ. 16,33 τότε εὐφρανθήσεται τὰ ξύλα τοῦ δρυμοῦ ἀπὸ προσώπου Κυρίου, ὅτι ἦλθε κρῖναι τὴν γῆν.
Α Παραλ. 16,33 Τοτε θα ευφρανθούν τα δένδρα του δάσους ενώπιον του Κυρίου, διότι αυτός ήλθε να κρίνη την γην.
Α Παραλ. 16,34 ἐξομολογεῖσθε τῷ Κυρίῳ, ὅτι ἀγαθόν, ὅτι εἰς τὸν αἰῶνα τὸ ἔλεος αὐτοῦ.
Α Παραλ. 16,34 Δοξολογήσατε τον Κυριον, διότι τούτο είναι αγαθόν. Δοξολογήσατε αυτόν, διότι το έλεός του είναι αιώνιον.
Α Παραλ. 16,35 καὶ εἴπατε· σῶσον ἡμᾶς, ὁ Θεὸς τῆς σωτηρίας ἡμῶν, καὶ ἄθροισον ἡμᾶς, καὶ ἐξελοῦ ἡμᾶς ἐκ τῶν ἐθνῶν τοῦ αἰνεῖν τὸ ὄνομα τὸ ἅγιόν σου καὶ καυχᾶσθαι ἐν ταῖς αἰνέσεσί σου.
Α Παραλ. 16,35 Είπατε· “Σώσον ημάς, συ ο οποίος είσαι Θεός σωτήρ μας. Βγάλε μας από τα έθνη, όπου είχαμεν διασπαρή, συγκέντρωσέ μας, δια να δοξολογούμεν το άγιόν σου όνομα και να καυχώμεθα με τας δοξολογίας, που θα σου αναπέμπωμεν.
Α Παραλ. 16,36 εὐλογημένος Κύριος ὁ Θεὸς Ἰσραὴλ ἀπὸ τοῦ αἰῶνος καὶ ἕως τοῦ αἰῶνος· καὶ ἐρεῖ πᾶς ὁ λαός· ἀμήν. καὶ ᾔνεσαν τῷ Κυρίῳ.
Α Παραλ. 16,36 Ας είναι δοξασμένος Κυριος ο Θεός του ισραηλιτικού λαού εις όλους τους αιώνας των αιώνων !” Και όλος ο λαός απήντησεν· “Αμήν”. Ετσι εδοξολόγησαν κατά την ημέραν εκείνην τον Κυριον.

Η οργάνωση της λατρείας
Α Παραλ. 16,37 Καὶ κατέλιπον ἐκεῖ ἔναντι τῆς κιβωτοῦ διαθήκης Κυρίου τὸν Ἀσὰφ καὶ τοὺς ἀδελφοὺς αὐτοῦ τοῦ λειτουργεῖν ἐναντίον τῆς κιβωτοῦ διαπαντὸς τὸ τῆς ἡμέρας εἰς ἡμέραν.
Α Παραλ. 16,37 Αφήκαν έπειτα ενώπιον της Κιβωτού της Διαθήκης του Κυρίου, τον Ασάφ και τους αδελφούς του, δια να υπηρετούν συνεχώς ενώπιον της Κιβωτού και να εκτελούν τα δι' έκαστην ημέραν καθωρισμένα έργα.
Α Παραλ. 16,38 καὶ Ἀβδεδὸμ καὶ οἱ ἀδελφοὶ αὐτοῦ, ἑξήκοντα καὶ ὀκτώ, καὶ Ἀβδεδὸμ υἱὸς Ἰδιθοὺν καὶ Ὀσσὰ εἰς πυλωρούς.
Α Παραλ. 16,38 Τον Αβδεδόμ, υιόν του Ιδιθούν, και τους αδελφούς αυτού εξήκοντά οκτώ εν όλω και τον Οσσά, τους θυρωρούς.
Α Παραλ. 16,39 καὶ τὸν Σαδὼκ τὸν ἱερέα καὶ τοὺς ἀδελφοὺς αὐτοῦ τοὺς ἱερεῖς ἐναντίον τῆς σκηνῆς Κυρίου ἐν Βαμὰ τῇ ἐν Γαβαὼν
Α Παραλ. 16,39 Τον Σαδώκ εγκατέστησεν ο Δαυίδ ως αρχιερέα, τους δε αδελφούς του ως ιερείς ενώπιον της Σκηνής του Μαρτυρίου, η οποία ευρίσκετο εις την τοποθεσίαν Βαμά, πλησίον της πόλεως Γαβαών.
Α Παραλ. 16,40 τοῦ ἀναφέρειν ὁλοκαυτώματα τῷ Κυρίῳ ἐπὶ τοῦ θυσιαστηρίου τῶν ὁλοκαυτωμάτων διαπαντὸς τὸ πρωΐ καὶ τὸ ἑσπέρας καὶ κατὰ πάντα τὰ γεγραμμένα ἐν νόμῳ Κυρίου ὅσα ἐνετείλατο ἐφ᾿ υἱοῖς Ἰσραὴλ ἐν χειρὶ Μωυσῆ τοῦ θεράποντος τοῦ Θεοῦ·
Α Παραλ. 16,40 Εργον αυτών ήτο να προσφέρουν τα ολοκαυτώματα στον Κυριον επάνω στο θυσιαστήριον των ολοκαυτωμάτων, πάντοτε, πρωΐαν και εσπέραν, σύμφωνα με εκείνα τα οποία ήσαν γραμμένα στον Νομον του Κυρίου, σύμφωνα με τας εντολάς, τας οποίας ο Θεός δια του δούλου αυτού του Μωϋσέως είχε δώσει προς τους υιούς του Ισραήλ.
Α Παραλ. 16,41 καὶ μετ᾿ αὐτοῦ Αἰμὰν καὶ Ἰδιθοὺν καὶ οἱ λοιποὶ ἐκλεγέντες ἐπ᾿ ὀνόματος τοῦ αἰνεῖν τὸν Κύριον, ὅτι εἰς τὸν αἰῶνα τὸ ἔλεος αὐτοῦ,
Α Παραλ. 16,41 Μαζή με τον αρχιερέα υπηρετούσαν ο Αιμάν και ο Ιδιθούν και όσοι άλλοι ονομαστί είχον εκλεγή, οι οποίοι ωρίσθησαν να δοξολογούν τον Κυριον, διότι το έλεος αυτού είναι αιώνιον·
Α Παραλ. 16,42 καὶ μετ᾿ αὐτῶν σάλπιγγες καὶ κύμβαλα τοῦ ἀναφωνεῖν καὶ ὄργανα τῶν ᾠδῶν τοῦ Θεοῦ, οἱ δὲ υἱοὶ Ἰδιθοὺν εἰς τὴν πύλην.
Α Παραλ. 16,42 να τον δοξολογούν με σάλπιγγας και κύμβαλα, τα οποία θα αντηχούσαν ζωηρώς και με όργανα. Οι δε υιοί του Ιδιθούν είχαν διορισθη ως θυρωροί εις την πύλην.
Α Παραλ. 16,43 καὶ ἐπορεύθη πᾶς ὁ λαὸς ἕκαστος εἰς τὸν οἶκον αὐτοῦ, καὶ ἐπέστρεψε Δαυὶδ τοῦ εὐλογῆσαι τὸν οἶκον αὐτοῦ.
Α Παραλ. 16,43 Επειτα από αυτήν την εορτήν όλος ο λαός διελύθη και επορεύθη ο καθένας στον οίκον του. Και ο Δαυίδ επέστρεψε, δια να ευλογήση τον οίκον αυτού.


Μην ταράζεσθε και μην ανησυχείτε διότι αυτός που γνωρίζει όσα υποφέρετε
και είναι σε θέση να τα εμποδίσει είναι φανερό ότι δεν τα εμποδίζει, επειδή προνοεί και ενδιαφέρεται για σας.

Άβαταρ μέλους
ΠΟΠΗ
Δημοσιεύσεις: 808
Εγγραφή: Δευτ Ιούλ 30, 2012 3:29 pm
Επικοινωνία:

Re: ΠΑΡΑΛΕΙΠΟΜΕΝΩΝ Α’ ~ ΓΕΝΕΑΛΟΓΙΚΑ ΔΕΝΤΡΑ. Η ΒΑΣΙΛΕΙΑ ΤΟΥ Δ

Δημοσίευσηαπό ΠΟΠΗ » Παρ Οκτ 12, 2012 6:17 pm

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 17- Εντολή του Θεού περί της ανοικοδομήσεως του Ναού.

Α Παραλ. 17,1 Καὶ ἐγένετο ὡς κατῴκησε Δαυὶδ ἐν οἴκῳ αὐτοῦ, καὶ εἶπε Δαυὶδ πρὸς Νάθαν τὸν προφήτην· ἰδοὺ ἐγὼ κατοικῶ ἐν οἴκῳ κεδρίνῳ, καὶ ἡ κιβωτὸς διαθήκης Κυρίου ὑποκάτω δέῤῥεων.
Α Παραλ. 17,1 Οταν ο Δαυίδ εγκατεστάθη στον οίκον του, είπε προς τον Ναθαν τον προφήτην· “ιδού, εγώ κατοικώ εις πολυτελή οίκον από ξύλα κέδρου καμωμένον, ενώ η Κιβωτός του Κυρίου στεγάζεται κάτω από τα δέρματα της Σκηνής του Μαρτυρίου”.
Α Παραλ. 17,2 καὶ εἶπε Νάθαν πρὸς Δαυίδ· πᾶν τὸ ἐν τῇ ψυχῇ σου ποίει, ὅτι Θεὸς μετὰ σοῦ.
Α Παραλ. 17,2 Ο Ναθαν απήντησε προς αυτόν· “κάθε τι που η ψυχή σου ποθεί, κάμε το, διότι ο Θεός είναι μαζή σου”.
Α Παραλ. 17,3 καὶ ἐγένετο ἐν τῇ νυκτὶ ἐκείνῃ καὶ ἐγένετο λόγος Κυρίου πρὸς Νάθαν·
Α Παραλ. 17,3 Κατά την νύκτα όμως εκείνην ωμίλησεν ο Κυριος προς τον Ναθαν και του είπε·
Α Παραλ. 17,4 πορεύου καὶ εἰπὸν πρὸς Δαυὶδ τὸν δοῦλόν μου· οὕτως εἶπε Κύριος· οὐ σὺ οἰκοδομήσεις μοι οἶκον τοῦ κατοικῆσαί με ἐν αὐτῷ·
Α Παραλ. 17,4 “πήγαινε και ειπέ στον δούλον μου, τον Δαυίδ· Αυτά λέγει ο Κυριος· δεν θα οικοδομήσης συ τον ναόν μου, δια να κατοικήσω εγώ εις αυτόν,
Α Παραλ. 17,5 ὅτι οὐ κατῴκησα ἐν οἴκῳ ἀπὸ τῆς ἡμέρας, ἧς ἀνήγαγον τὸν Ἰσραήλ, ἕως τῆς ἡμέρας ταύτης καὶ ἤμην ἐν σκηνῇ καὶ ἐν καλύμματι
Α Παραλ. 17,5 διότι δεν κατώκησα εις κτισμένον ναόν από την ημέραν, κατά την οποίαν έβγαλα ελευθέρους τους Ισραηλίτας από την Αίγυπτον έως την ημέραν αυτήν, αλλά έμεινα πάντοτε εις την σκηνήν, υπό τα καλύμματα,
Α Παραλ. 17,6 ἐν πᾶσιν, οἷς διῆλθον ἐν παντὶ Ἰσραήλ· εἰ λαλῶν ἐλάλησα πρὸς μίαν φυλὴν τοῦ Ἰσραήλ, οἷς ἐνετειλάμην τοῦ ποιμαίνειν τὸν λαόν μου λέγων, ὅτι οὐκ ᾠκοδομήσατέ μοι οἶκον κέδρινον.
Α Παραλ. 17,6 όλας τας ημέρας, κατά τας οποίας συνεπορευόμην με τον ισραηλιτικόν λαόν. Αλλωστε ποτέ δεν είπα εις καμιιίαν φυλήν του ισραηλιτικού λαού, την οποίαν εξέλεγα ως αρχηγόν του λαού μου· διατί δεν μου οικοδομήσατε ναόν κέδρινον;
Α Παραλ. 17,7 καὶ νῦν οὕτως ἐρεῖς τῷ δούλῳ μου Δαυίδ· τάδε λέγει Κύριος παντοκράτωρ· ἐγὼ ἔλαβόν σε ἐκ τῆς μάνδρας ἐξόπισθεν τῶν ποιμνίων τοῦ εἶναι εἰς ἡγούμενον ἐπὶ τὸν λαόν μου Ἰσραήλ·
Α Παραλ. 17,7 Και τώρα έτσι θα είπης προς τον δούλον μου, τον Δαυίδ· αυτά λέγει Κυριος ο παντοκράτωρ· Εγώ σε επήρα από την μάνδραν των προβάτων σου, πίσω από τα πρόβατά σου, και σε ανέδειξα βασιλέα στον λαόν μου τον ισραηλιτικόν.
Α Παραλ. 17,8 καὶ ἤμην μετὰ σοῦ ἐν πᾶσιν, οἷς ἐπορεύθης, καὶ ἐξωλόθρευσα πάντας τοὺς ἐχθρούς σου ἀπὸ προσώπου σου καὶ ἐποίησά σοι ὄνομα κατὰ τὸ ὄνομα τῶν μεγάλων τῶν ἐπὶ τῆς γῆς.
Α Παραλ. 17,8 Ημην πάντοτε μαζή σου εις όλους τους δρόμους, στους οποίους επορεύθης και εξολόθρευσα όλους τους εχθρούς σου από εμπρός σου και έκαμα το όνομά σου ένδοξον, όπως ένα από τα μεγάλα ονόματα των μεγάλων ανδρών της οικουμένης.
Α Παραλ. 17,9 καὶ θήσομαι τόπον τῷ λαῷ μου Ἰσραὴλ καὶ καταφυτεύσω αὐτόν, καὶ κατασκηνώσει καθ᾿ ἑαυτὸν καὶ οὐ μεριμνήσει ἔτι, καὶ οὐ προσθήσει υἱὸς ἀδικίας τοῦ ταπεινῶσαι αὐτὸν καθὼς ἀπ᾿ ἀρχῆς
Α Παραλ. 17,9 Θα ορίσω εγώ τόπον δια τον λαόν μου τον ισραηλιτικόν και θα εγκαταστήσω αυτόν εκεί και θα κατοικήση μόνος και ελεύθερος και δεν θα βασανίζεται από μερίμνας, ούτε και θα τολμήση κανείς άδικος άνθρωπος να τον εξευτελίση και τον τυραννήση, όπως έγινεν άλλοτε κατά τας ημέρας των Κριτών·
Α Παραλ. 17,10 καὶ ἀφ᾿ ἡμερῶν, ὦν ἔταξα κριτὰς ἐπὶ τὸν λαόν μου Ἰσραήλ, καὶ ἐταπείνωσα πάντας τοὺς ἐχθρούς σου, καὶ αὐξήσω σε, καὶ οἶκον οἰκοδομήσει σοι Κύριος.
Α Παραλ. 17,10 τότε, που εγώ ώρισα Κριτάς στον ισραηλιτικόν του λαόν. Εταπείνωσα δε και όλους τους ιδικούς σου εχθρούς. Εγώ θα σε αυξήσω και θα σε δοξάσω και εγώ ο Κυριος θα οικοδομήσω προς χάριν σου κάποιον άλλον οίκον.
Α Παραλ. 17,11 καὶ ἔσται ὅταν πληρωθῶσιν ἡμέραι σου καὶ κοιμηθήσῃ μετὰ τῶν πατέρων σου, καὶ ἀναστήσω τὸ σπέρμα σου μετὰ σέ, ὃς ἔσται ἐκ τῆς κοιλίας σου, καὶ ἑτοιμάσω τὴν βασιλείαν αὐτοῦ·
Α Παραλ. 17,11 Οταν δε συμπληρωθούν πλέον αι ημέραι της ζωής σου, θα κοιμηθής, όπως και οι πατέρες σου. Εγώ δε θα αναδείξω έπειτα από σε ένα απόγονόν σου, ο οποίος θα προέρχεται από σέ. Θα ετοιμάσω δι' αυτόν στερεάν και ακλόνητον την βασιλείαν του.
Α Παραλ. 17,12 αὐτὸς οἰκοδομήσει μοι οἶκον, καὶ ἀνορθώσω τὸν θρόνον αὐτοῦ ἕως αἰῶνος.
Α Παραλ. 17,12 Αυτός θα οικοδομήση προς τιμήν μου τον ναόν και εγώ θα ανορθώσω τον θρόνον αυτού ακατάλυτον στους αιώνας των αιώνων.
Α Παραλ. 17,13 ἐγὼ ἔσομαι αὐτῷ εἰς πατέρα, καὶ αὐτὸς ἔσται μοι εἰς υἱόν· καὶ τὸ ἔλεός μου οὐκ ἀποστήσω ἀπ᾿ αὐτοῦ ὡς ἀπέστησα ἀπὸ τῶν ὄντων ἔμπροσθέν σου.
Α Παραλ. 17,13 Εγώ θα είμαι προς αυτόν πατήρ και αυτός θα είναι δι' εμέ υιός. Δεν θα απομακρύνω από αυτόν το έλεός μου, όπως το απεμάκρυνα από μερικούς άλλους, οι οποίοι υπήρξαν ενωρίτερον από σέ.
Α Παραλ. 17,14 καὶ πιστώσω αὐτὸν ἐν οἴκῳ μου καὶ ἐν βασιλείᾳ αὐτοῦ ἕως αἰῶνος, καὶ ὁ θρόνος αὐτοῦ ἔσται ἀνωρθωμένος ἕως αἰῶνος.
Α Παραλ. 17,14 Θα αναδείξω αυτόν αξιόπιστον και στερεόν πάντοτε στον οίκόν μου· η βασιλεία του θα μένη αιωνία και ο θρόνος του θα είναι ανωρθωμένος και ένδοξος στους αιώνας των αιώνων”.
Α Παραλ. 17,15 κατὰ πάντας τοὺς λόγους τούτους καὶ κατὰ πᾶσαν τὴν ὅρασιν ταύτην, οὕτως ἐλάλησε Νάθαν πρὸς Δαυίδ.
Α Παραλ. 17,15 Ο Ναθαν είπεν όλους αυτούς τους λόγους, όλην αυτήν την προφητικήν όρασιν, που είδε· έτσι ωμίλησε προς τον Δαυίδ ο Ναθαν.
Α Παραλ. 17,16 καὶ ἦλθεν ὁ βασιλεὺς Δαυὶδ καὶ ἐκάθισεν ἀπέναντι Κυρίου καὶ εἶπε· τίς εἰμι ἐγὼ Κύριε ὁ Θεός, καὶ τίς ὁ οἶκός μου, ὅτι ἠγάπησάς με ἕως αἰῶνος;
Α Παραλ. 17,16 Ο βασιλεύς Δαυίδ ήλθεν, εκάθησε με ευλάβειαν απέναντι της Σκηνής του Μαρτυρίου και προσευχήθη προς τον Κυριον λέγων· “Ποιός είμαι εγώ, Κυριε και Θεέ μου, και ποιά είναι η οικογένειά μου, ώστε συ να με αγαπήσης με τέτοιαν παντοτεινήν αγάπην;
Α Παραλ. 17,17 καὶ ἐσμικρύνθη ταῦτα ἐνώπιόν σου, ὁ Θεός, καὶ ἐλάλησας ἐπὶ τὸν οἶκον τοῦ παιδός σου ἐκ μακρῶν καὶ ἐπεῖδές με ὡς ὅρασις τοῦ ἀνθρώπου καὶ ὕψωσάς με, Κύριε ὁ Θεός.
Α Παραλ. 17,17 Και ως εάν όλα αυτά είναι μικρά ενώπιον της αγάπης σου, Κυριε και Θεέ μου, ωμίλησες και έπραξες αγαθά εις την οικογένειαν του δούλου σου από μακρού χρόνου και επέβλεψες προς εμέ, ως εάν είμαι κανένας μέγας ανήρ και με ανέδειξες, Κυριε και Θεέ μου.
Α Παραλ. 17,18 τί προσθήσει ἔτι Δαυὶδ πρός σε τοῦ δοξάσαι; καὶ σὺ τὸν δοῦλόν σου οἶδας.
Α Παραλ. 17,18 Τι ήμπορω εγώ ο Δαυίδ να προσθέσω εις την ιδικήν σου δόξαν; Συ γνωρίζεις πόσον μικρός είμαι εγώ ο δούλος σου.
Α Παραλ. 17,19 καὶ κατὰ τὴν καρδίαν σου ἐποίησας τὴν πᾶσαν μεγαλωσύνην.
Α Παραλ. 17,19 Αλλά δια την αγαθότητα της καρδίας σου έδειξες όλην αυτήν την καλωσύνην σου προς εμέ.
Α Παραλ. 17,20 Κύριε, οὐκ ἔστιν ὅμοιός σοι, καὶ οὐκ ἔστι Θεὸς πλὴν σοῦ κατὰ πάντα, ὅσα ἠκούσαμεν ἐν ὠσὶν ἡμῶν.
Α Παραλ. 17,20 Κυριε, δεν υπάρχει άλλος Θεός όμοιός σου, δεν υπάρχει κανείς άλλος Θεός πλην από σέ, όπως μαρτυρούν όλα τα θαυμαστά σου έργα, όσα ηκούσαμεν με τα ίδια μας τα αυτιά.
Α Παραλ. 17,21 καὶ οὐκ ἔστιν ὡς ὁ λαός σου Ἰσραὴλ ἔθνος ἔτι ἐπὶ τῆς γῆς, ὡς ὡδήγησεν αὐτὸν ὁ Θεὸς τοῦ λυτρώσασθαι λαὸν ἑαυτῷ, τοῦ θέσθαι ἑαυτῷ ὄνομα μέγα καὶ ἐπιφανές, τοῦ ἐκβαλεῖν ἀπὸ προσώπου λαοῦ σου, οὓς ἐλυτρώσω ἐξ Αἰγύπτου, ἔθνη.
Α Παραλ. 17,21 Και δεν υπάρχει άλλος λαός ούτε άλλο έθνος επί της γης, όπως ο λαός σου ο ισραηλιτικός, τον οποίον συ έβγαλες από την Αίγυπτον, τον έσωσες από την δουλείαν, ώστε να τον κάμης λαόν ιδικόν σου. Εδωσες εις αυτόν όνομα μέγα και περιφανές. Εδιωξες τα ειδωλολατρικά έθνη εμπρός από τον λαόν σου, τον οποίον συ ελεύθερον έβγαλες από την Αίγυπτον.
Α Παραλ. 17,22 καὶ ἔδωκας τὸν λαόν σου Ἰσραὴλ σεαυτῷ λαὸν ἕως αἰῶνος, καὶ σύ, Κύριε, ἐγενήθης αὐτοῖς εἰς Θεόν.
Α Παραλ. 17,22 Εκαμες τον ισραηλιτικόν λαόν ιδικόν σου λαόν στους αιώνας των αιώνων. Και συ έγινες εις αυτούς τους Ισραηλίτας ο πραγματικός Θεός και προστάτης.
Α Παραλ. 17,23 καὶ νῦν, Κύριε, ὁ λόγος σου, ὃν ἐλάλησας πρὸς τὸν παῖδά σου καὶ ἐπὶ τὸν οἶκον αὐτοῦ, πιστωθήτω ἕως αἰῶνος. καὶ ποίησον καθὼς ἐλάλησας,
Α Παραλ. 17,23 Και τώρα, Κυριε, ο λόγος σου, τον οποίον είπες προς εμέ τον δούλον σου σχετικώς με την οικογένειάν μου, ας αποδειχθή αληθινός στους αιώνας των αιώνων. Καμε, όπως είπες.
Α Παραλ. 17,24 καὶ πιστωθήτω καὶ μεγαλυνθήτω τὸ ὄνομά σου ἕως αἰῶνος λεγόντων· Κύριε Κύριε, παντοκράτωρ Θεὸς Ἰσραήλ, καὶ ὁ οἶκος Δαυὶδ παιδός σου ἀνωρθωμένος ἐναντίον σου.
Α Παραλ. 17,24 Ας στερεωθή λοιπόν, και ας δοξασθή το όνομά σου στους αιώνας, δια να λέγη ο καθένας· Κυριε Κυριε, συ είσαι ο παντοκράτωρ Θεός του Ισραήλ, δε οικογένεια του δούλου σου, του Δαυίδ, θα μένη ορθία πάντοτε ενώπιόν σου.
Α Παραλ. 17,25 ὅτι σὺ Κύριος ὁ Θεός μου ἤνοιξας τὸ οὖς τοῦ παιδός σου τοῦ οἰκοδομῆσαι αὐτῷ οἶκον· διὰ τοῦτο εὗρεν ὁ παῖς σου τοῦ προσεύξασθαι κατὰ πρόσωπόν σου.
Α Παραλ. 17,25 Διότι συ, ο Κυριος και ο Θεός μου, ήνοιξας τα αυτιά εμού του δούλου σου, δια να ανοικοδομήσω τον ναόν σου. Δια τούτο ο δούλός σου ευρήκε το θάρρος να παρουσιασθή ενώπιόν σου και να σε παρακαλέση.
Α Παραλ. 17,26 καὶ νῦν, Κύριε, σὺ εἶ αὐτὸς Θεὸς καὶ ἐλάλησας ἐπὶ τὸν δοῦλόν σου τὰ ἀγαθὰ ταῦτα·
Α Παραλ. 17,26 Και τώρα, Κυριε, συ είσαι ο αυτός και ο αναλλοίωτος Θεός, ο οποίος είπες εις εμέ τον δούλον σου τα αγαθά αυτά.
Α Παραλ. 17,27 καὶ νῦν ἦρξαι τοῦ εὐλογῆσαι τὸν οἶκον τοῦ παιδός σου τοῦ εἶναι εἰς τὸν αἰῶνα ἐναντίον σου· ὅτι σύ, Κύριε, εὐλόγησας, καὶ εὐλόγησον εἰς τὸν αἰῶνα.
Α Παραλ. 17,27 Συ έχεις κάμει αρχήν να ευλογής τον οίκον εμού του δούλου σου, δια να μένη αυτός αιώνιος ενώπιόν σου. Και θα μείνη αιώνιος, διότι συ, Κυριε, τον ηυλόγησες. Ευλόγησον τον οίκόν μου εις αιώνας αιώνων”.


Μην ταράζεσθε και μην ανησυχείτε διότι αυτός που γνωρίζει όσα υποφέρετε
και είναι σε θέση να τα εμποδίσει είναι φανερό ότι δεν τα εμποδίζει, επειδή προνοεί και ενδιαφέρεται για σας.

Άβαταρ μέλους
ΠΟΠΗ
Δημοσιεύσεις: 808
Εγγραφή: Δευτ Ιούλ 30, 2012 3:29 pm
Επικοινωνία:

Re: ΠΑΡΑΛΕΙΠΟΜΕΝΩΝ Α’ ~ ΓΕΝΕΑΛΟΓΙΚΑ ΔΕΝΤΡΑ. Η ΒΑΣΙΛΕΙΑ ΤΟΥ Δ

Δημοσίευσηαπό ΠΟΠΗ » Παρ Οκτ 12, 2012 6:20 pm

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 18- Ο Δαβίδ υποτάσσει τα γειτονικά έθνη.
Οι ανώτατοι αξιωματούχοι του Δαβίδ.


Ο Δαβίδ υποτάσσει τα γειτονικά έθνη
Α Παραλ. 18,1 Καὶ ἐγένετο μετὰ ταῦτα καὶ ἐπάταξε Δαυὶδ τοὺς ἀλλοφύλους καὶ ἐτροπώσατο αὐτοὺς καὶ ἔλαβε τὴν Γὲθ καὶ τὰς κώμας αὐτῆς ἐκ χειρὸς ἀλλοφύλων.
Α Παραλ. 18,1 Μετά ταύτα ο Δαυίδ εκτύπησε τους Φιλισταίους, κατετρόπωσεν αυτούς και επήρε την πόλιν Γεθ και τας γύρω από αυτήν κώμας από τα χέρια των αλλοφύλων.
Α Παραλ. 18,2 καὶ ἐπάταξε τὴν Μωάβ, καὶ ἦσαν Μωὰβ παῖδες τῷ Δαυὶδ φέροντες δῶρα.
Α Παραλ. 18,2 Επειτα ο Δαυίδ εκτύπησε την χώραν των Μωαβιτών και υπέταξεν αυτήν, οι δε Μωαβίται έγιναν δούλοι, φόρου υποτελείς, στον Δαυίδ.
Α Παραλ. 18,3 καὶ ἐπάταξε Δαυὶδ τὸν Ἀδρααζὰρ βασιλέα Σουβὰ Ἡμάθ, πορευομένου αὐτοῦ ἐπιστῆσαι χεῖρα αὐτοῦ ἐπὶ ποταμὸν Εὐφράτην.
Α Παραλ. 18,3 Ακολούθως ο Δαυίδ επολέμησε τον Αδρααζάρ τον βασιλέα Σουβά εις Ημάθ, καθ' ον χρόνον μετέβαινε, δια να εγκαταστήση την εξουσίαν του μέχρι και του ποταμού Ευφράτου.
Α Παραλ. 18,4 καὶ προκατελάβετο Δαυὶδ αὐτῶν χίλια ἅρματα καὶ ἑπτὰ χιλιάδας ἵππων καὶ εἴκοσι χιλιάδας ἀνδρῶν πεζῶν· καὶ παρέλυσε Δαυὶδ πάντα τὰ ἅρματα καὶ ὑπελίπετο ἐξ αὐτῶν ἑκατὸν ἅρματα.
Α Παραλ. 18,4 Ο Δαυίδ εκυρίευσε κατά την μάχην χίλια άρματα, επτά χιλιάδας ίππους και είκοσι χιλιάδας πεζούς. Ηχρήστευσε δε ο Δαυίδ όλα τα άρματα και αφήκε δια τον εαυτόν του εκατόν μόνον.
Α Παραλ. 18,5 καὶ ἦλθε Σύρος ἐκ Δαμασκοῦ βοηθῆσαι Ἀδρααζὰρ βασιλεῖ Σουβά, καὶ ἐπάταξε Δαυὶδ ἐν τῷ Σύρῳ εἴκοσι καὶ δύο χιλιάδας ἀνδρῶν.
Α Παραλ. 18,5 Οι Συροι από την Δαμασκόν ήλθαν να βοηθήσουν τον Αδρααζάρ βασιλέα Σουβά. Ο Δαυίδ επετέθη εναντίον των Συρων και κατενίκησεν είκοσι δύο χιλιάδας άνδρας από αυτούς.
Α Παραλ. 18,6 καὶ ἔθετο Δαυὶδ φρουρὰν ἐν Συρίᾳ τῇ κατὰ Δαμασκόν, καὶ ἦσαν τῷ Δαυὶδ εἰς παῖδας φέροντας δῶρα, καὶ ἔσωζε Κύριος Δαυὶδ ἐν πᾶσιν, οἷς ἐπορεύετο.
Α Παραλ. 18,6 Ο Δαυίδ ετοποθέτησεν ιδικήν του φρουράν στο συριακόν έθνος της Δαμασκού, οι δε Συροι έγιναν δούλοι, φόρου υποτελείς, στον Δαυίδ. Ο δε Κυριος εβοηθούσε και περιφρουρούσε τον Δαυίδ εις όλα τα έργα του και όπου αυτός επορεύετο.
Α Παραλ. 18,7 καὶ ἔλαβε Δαυὶδ τοὺς κλοιοὺς τοὺς χρυσοῦς, οἳ ἦσαν ἐπὶ τοὺς παῖδας Ἀδρααζάρ, καὶ ἤνεγκεν αὐτοὺς εἰς Ἱερουσαλήμ.
Α Παραλ. 18,7 Επήρεν ο Δαυίδ τα χρυσά περιλαίμια, τα οποία έφεραν οι στρατιώται του Αδρααζάρ, και τα μετέφερεν εις την Ιερουσαλήμ.
Α Παραλ. 18,8 καὶ ἐκ τῆς μεταβηχὰς καὶ ἐκ τῶν ἐκλεκτῶν πόλεων τῶν Ἀδρααζὰρ ἔλαβε Δαυὶδ χαλκὸν πολὺν σφόδρα· ἐξ αὐτοῦ ἐποίησε Σαλωμὼν τὴν θάλασσαν τὴν χαλκῆν καὶ τοὺς στύλους καὶ τὰ σκεύη τὰ χαλκᾶ.
Α Παραλ. 18,8 Από δε την πόλιν Μεταβηχάς και από άλλας ευημερούσας πόλστου Αδρααζάρ, επήρεν ο Δαυίδ τεραστίας ποσότητας χαλκού. Από αυτόν τον χαλκόν κατεσκεύασεν αργότερα ο Σολομών την θάλασσαν την χαλκίνην, τους στύλους και τα χάλκινα σκεύη του ιερού ναού.
Α Παραλ. 18,9 καὶ ἤκουσε Θωὰ βασιλεὺς Ἡμὰθ ὅτι ἐπάταξε Δαυὶδ τὴν πᾶσαν δύναμιν Ἀδρααζὰρ βασιλέως Σουβά,
Α Παραλ. 18,9 Ο βασιλεύς της Ημάθ, ο Θωα, επληροφορήθη, ότι ο Δαυίδ κατενίκησεν όλην την δύναμιν του 'Αδρααζαρ βασιλέως Σουβά.
Α Παραλ. 18,10 καὶ ἀπέστειλε τὸν Ἀδουρὰμ υἱὸν αὐτοῦ πρὸς τὸν βασιλέα Δαυὶδ τοῦ ἐρωτῆσαι αὐτὸν τὰ εἰς εἰρήνην καὶ τοῦ εὐλογῆσαι αὐτὸν ὑπὲρ οὗ ἐπολέμησε τὸν Ἀδρααζὰρ καὶ ἐπάταξεν αὐτόν, ὅτι ἀνὴρ πολέμιος Θωὰ ἦν τῷ Ἀδρααζάρ.
Α Παραλ. 18,10 Απέστειλε, λοιπόν, τον υιόν του τον Αδουράμ προς τον βασιλέα Δαυίδ, δια να του ζητήση να έχουν ειρηνικάς σχέσεις μεταξύ των και να τον συγχαρή δια τον πόλεμον και την νίκην, την οποίαν κατώρθωσεν εναντίον του Αδρααζάρ. Τούτο δέ, διότι ο Αδρααζάρ ήτο εχθρός του Θωα.
Α Παραλ. 18,11 καὶ πάντα τὰ σκεύη τὰ χρυσᾶ καὶ τὰ ἀργυρᾶ καὶ τὰ χαλκᾶ, καὶ ταῦτα ἡγίασεν ὁ βασιλεὺς Δαυὶδ τῷ Κυρίῳ μετὰ τοῦ ἀργυρίου καὶ τοῦ χρυσίου, οὗ ἔλαβεν ἐκ πάντων τῶν ἐθνῶν, ἐξ Ἰδουμαίας καὶ Μωὰβ καὶ ἐξ υἱῶν Ἀμμὼν καὶ ἐκ τῶν ἀλλοφύλων καὶ ἐξ Ἀμαλήκ.
Α Παραλ. 18,11 Ολα τα χρυσά, τα αργυρά και τα χάλκινα σκεύη τα αφιέρωσεν ο Δαυίδ στον Κυριον μαζή με το αργύριον και το χρυσίον, το οποίον εκυρίευσεν από όλα τα έθνη, από τους Ιδουμαίους, τους Μωαβίτας, τους Αμμωνίτας, τους Φιλισταίους και τους Αμαληκίτας.
Α Παραλ. 18,12 καὶ Ἀβεσσὰ υἱὸς Σαρουΐας ἐπάταξε τὴν Ἰδουμαίαν ἐν κοιλάδι τῶν ἁλῶν, ὀκτωκαίδεκα χιλιάδας.
Α Παραλ. 18,12 Ο Αβεσσά, υιός της Σαρουΐας επετέθη και ενίκησε τους Ιδουμαίους εις την κοιλάδα της Νεκράς Θαλάσσης, εν όλω δεκαοκτώ χιλιάδας.
Α Παραλ. 18,13 καὶ ἔθετο ἐν τῇ κοιλάδι φρουράς· καὶ ἦσαν πάντες οἱ Ἰδουμαῖοι παῖδες Δαυίδ. καὶ ἔσωζε Κύριος τὸν Δαυὶδ ἐν πᾶσιν, οἷς ἐπορεύετο.
Α Παραλ. 18,13 Εις αυτήν την κοιλάδα έθεσε φρουράς Ισραηλιτών. Ολοι δε οι Ιδουμαίοι έγιναν δούλοι στον Δαυίδ. Ο δε Κυριος εβοηθούσε και περιέσωζε τον Δαυίδ εις όλα τα έργα του και όπου αυτός επορεύετο.

Οι ανώτατοι αξιωματούχοι του Δαβίδ
Α Παραλ. 18,14 καὶ ἐβασίλευσε Δαυὶδ ἐπὶ πάντα Ἰσραὴλ καὶ ἦν ποιῶν κρίμα καὶ δικαιοσύνην τῷ παντὶ λαῷ αὐτοῦ.
Α Παραλ. 18,14 Ο Δαυίδ έγινε βασιλεύς επί όλου του ισραηλιτικού λαού. Παντοτε δε έκρινε δικαίως και απένειμε δικαιοσύνην εις όλον τον λαόν του.
Α Παραλ. 18,15 καὶ Ἰωὰβ υἱὸς Σαρουΐας ἐπὶ τῆς στρατιᾶς καὶ Ἰωσαφὰτ υἱὸς Ἀχιλοὺδ ὑπομνηματογράφος
Α Παραλ. 18,15 Ο Ιωάβ, ο υιός της Σαρουΐας, ήτο αρχιστράτηγος του στρατού του. Ο Ιωσαφάτ, ο υιός του Αχιλούδ, ήτο ο αρχειοφύλαξ.
Α Παραλ. 18,16 καὶ Σαδὼκ υἱὸς Ἀχιτὼβ καὶ Ἀχιμέλεχ υἱὸς Ἀβιάθαρ ἱερεῖς καὶ Σουσὰ γραμματεὺς
Α Παραλ. 18,16 Ο Σαδώκ, ο υιός του Αχιτώβ, και ο Αχιμέλεχ ο υιός του Αβιάθαρ, ήσαν αρχιερείς, ο δε Σουσά γραμματεύς.
Α Παραλ. 18,17 καὶ Βαναίας υἱὸς Ἰωδαὲ ἐπὶ τοῦ Χερεθθὶ καὶ ἐπὶ τοῦ Φελεθθὶ καὶ υἱοὶ Δαυὶδ οἱ πρῶτοι διάδοχοι τοῦ βασιλέως.
Α Παραλ. 18,17 Ο Βαναίας, ο υιός του Ιωδαέ, ήτο αρχηγός των σωματοφυλάκων του Δαυίδ των Χερεθθί και Φελεθθί, οι δε υιοί του Δαυίδ ήσαν οι ανώτεροι μεταξύ των αρχόντων εις την υπηρεσίαν του βασιλέως.


Μην ταράζεσθε και μην ανησυχείτε διότι αυτός που γνωρίζει όσα υποφέρετε
και είναι σε θέση να τα εμποδίσει είναι φανερό ότι δεν τα εμποδίζει, επειδή προνοεί και ενδιαφέρεται για σας.

Άβαταρ μέλους
ΠΟΠΗ
Δημοσιεύσεις: 808
Εγγραφή: Δευτ Ιούλ 30, 2012 3:29 pm
Επικοινωνία:

Re: ΠΑΡΑΛΕΙΠΟΜΕΝΩΝ Α’ ~ ΓΕΝΕΑΛΟΓΙΚΑ ΔΕΝΤΡΑ. Η ΒΑΣΙΛΕΙΑ ΤΟΥ Δ

Δημοσίευσηαπό ΠΟΠΗ » Παρ Οκτ 12, 2012 6:21 pm

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 19- Νίκες κατά των Αμμωνιτών και των Σύρων.

Α Παραλ. 19,1 Καὶ ἐγένετο μετὰ ταῦτα ἀπέθανε Ναὰς βασιλεὺς υἱῶν Ἀμμών, καὶ ἐβασίλευσεν Ἀνὰν υἱὸς αὐτοῦ ἀντ᾿ αὐτοῦ.
Α Παραλ. 19,1 Επειτα από αυτά απέθανεν ο Ναάς, ο βασιλεύς των Αμμωνιτών, και αντ' αυτού ανήλθεν στον βασιλικόν θρόνον ο υιός του, ο Ανάν.
Α Παραλ. 19,2 καὶ εἶπε Δαυίδ· ποιήσω ἔλεος μετὰ Ἀνὰν υἱοῦ Ναάς, ὡς ἐποίησεν ὁ πατὴρ αὐτοῦ μετ᾿ ἐμοῦ ἔλεος· καὶ ἀπέστειλεν ἀγγέλους Δαυὶδ τοῦ παρακαλέσαι αὐτὸν περὶ τοῦ πατρὸς αὐτοῦ. καὶ ἦλθον παῖδες Δαυὶδ εἰς γῆν υἱῶν Ἀμμὼν πρὸς Ἀνὰν τοῦ παρακαλέσαι αὐτόν.
Α Παραλ. 19,2 Είπε τότε ο Δαυίδ· “ας δείξω καλωσύνην προς τον Ανάν, τον υιόν του Ναάς, όπως έδειξε καλωσύνην και ο πατήρ του προς εμέ”. Εστειλε, λοιπόν, ο Δαυίδ αγγελιαφόρους να παρηγορήσουν αυτόν δια τον θάνατον του πατρός του. Οι άνδρες του Δαυίδ ήλθον εις την χώραν των Αμμωνιτών, παρουσιάσθησαν ενώπιον του Ανάν, δια να τον παρηγορήσουν.
Α Παραλ. 19,3 καὶ εἶπον ἄρχοντες υἱῶν Ἀμμὼν πρὸς Ἀνάν· μὴ δοξάζων Δαυὶδ τὸν πατέρα σου ἐναντίον σου ἀπέστειλέ σοι παρακαλοῦντας; οὐχὶ ὅπως ἐξερευνήσωσι τὴν πόλιν καὶ τοῦ κατασκοπῆσαι τὴν γῆν ἦλθον παῖδες αὐτοῦ πρός σε;
Α Παραλ. 19,3 Αλλά οι άρχοντες των Αμμωνιτών είπαν προς τον Ανάν· “μήπως, τυχόν, και φαντάζεσαι ότι ο Δαυίδ, δια να τιμήση την μνήμην του πατρός σου, έστειλε προς σε τους άνδρας του να σε παρηγορήσουν; Οχι ! Τους έστειλε, δια να εξερευνήσουν την πόλιν και να κατασκοπεύσουν την χώραν μας. Δι' αυτό ήλθαν οι άνδρες του προς σέ”.
Α Παραλ. 19,4 καὶ ἔλαβεν Ἀνὰν τοὺς παῖδας Δαυὶδ καὶ ἐξύρησεν αὐτοὺς καὶ ἀφεῖλε τῶν μανδυῶν αὐτῶν τὸ ἥμισυ ἕως τῆς ἀναβολῆς καὶ ἀπέστειλεν αὐτούς.
Α Παραλ. 19,4 Ο Ανάν παρασυρθείς από τας εισηγήσεις αυτάς, συνέλαβε τους απεσταλμένους του Δαυίδ, τους εξύρισε, έκοψε από τους μανδύας αυτών το ήμισυ από την μέσην και κάτω και έτσι γελοιοποιημένους τους απέπεμψε.
Α Παραλ. 19,5 καὶ ἦλθον ἀπαγγεῖλαι τῷ Δαυὶδ περὶ τῶν ἀνδρῶν, καὶ ἀπέστειλεν εἰς ἀπάντησιν αὐτοῖς, ὅτι ἦσαν ἠτιμωμένοι σφόδρα. καὶ εἶπεν ὁ βασιλεύς· καθίσατε ἐν Ἱεριχὼ ἕως τοῦ ἀνατεῖλαι τοὺς πώγωνας ὑμῶν καὶ ἀνακάμψατε.
Α Παραλ. 19,5 Καποιοι άνθρωποι ήλθαν προς τον Δαυίδ και του ανήγγειλαν, όσα συνέβησαν στους απεσταλμένους του. Ο Δαυίδ έστειλεν ανθρώπους του προς συνάντησιν εκείνων, επειδή εκείνοι είχαν καταληφθή από μεγάλην εντροπήν δια τον εξευτελισμόν, τον οποίον υπέστησαν. Ο βασιλεύς, λοιπόν, τους παρήγγειλε· “παραμείνατε εις την Ιεριχώ, έως ότου αυξηθούν τα γένεια σας, και κατόπιν επιστρέψατε εδώ”.
Α Παραλ. 19,6 καὶ εἶδον οἱ υἱοὶ Ἀμμὼν ὅτι ᾐσχύνθη λαὸς Δαυίδ, καὶ ἀπέστειλεν Ἀνὰν καὶ υἱοὶ Ἀμμὼν χίλια τάλαντα ἀργυρίου τοῦ μισθώσασθαι ἑαυτοῖς ἐκ Συρίας Μεσοποταμίας καὶ ἐκ Συρίας Μοοχὰ καὶ παρὰ Σωβὰ ἅρματα καὶ ἱππεῖς.
Α Παραλ. 19,6 Οι Αμμωνίται είδαν ότι ο λαός του Δαυίδ προσεβλήθη με την πράξιν των εκείνην και, επειδή εφοβήθησαν πόλεμον, έστειλεν ο Ανάν και οι Αμμωνίται χίλια τάλαντα αργυρίου, δια να καταρτίσουν μισθοφορικόν στρατόν εκ πολεμικών αρμάτων και ιππέων δια τον εαυτόν των από την Συρίαν της Μεσοποταμίας, από την Συρίαν Μοοχά και από το βασίλειον Σωβά.
Α Παραλ. 19,7 καὶ ἐμισθώσαντο ἑαυτοῖς δύο καὶ τριάκοντα χιλιάδας ἁρμάτων καὶ τὸν βασιλέα Μοοχὰ καὶ τὸν λαὸν αὐτοῦ καὶ ἦλθον καὶ παρενέβαλον κατέναντι Μαιδαβά, καὶ οἱ υἱοὶ Ἀμμὼν συνήχθησαν ἐκ τῶν πόλεων αὐτῶν καὶ ἦλθον εἰς τὸ πολεμῆσαι.
Α Παραλ. 19,7 Συνεκρότησαν πράγματι μισθοφορικόν στρατόν και τριάκοντα δύο χιλιάδας πολεμικά άρματα· επήραν εις την υπηρεσίαν των τον βασιλέα της Μοοχά και τον λαόν του. Ολοι αυτοί ήλθαν και εστρατοπέδευσαν απέναντι της Μαιδαβά. Εκεί δε συνεκεντρώθησαν και οι Αμμωνίται από τας πόλεις των, οι οποίοι ήλθαν, δια να πολεμήσουν εναντίον του Δαυίδ.
Α Παραλ. 19,8 καὶ ἤκουσε Δαυὶδ καὶ ἀπέστειλε τὸν Ἰωὰβ καὶ πᾶσαν τὴν στρατιὰν τῶν δυνατῶν.
Α Παραλ. 19,8 Ο Δαυίδ επληροφορήθη τα γεγονότα αυτά και έστειλε τον αρχιστράτηγον Ιωάβ και όλον τον εκλεκτόν αυτού στρατόν.
Α Παραλ. 19,9 καὶ ἐξῆλθον οἱ υἱοὶ Ἀμμὼν καὶ παρατάσσονται εἰς πόλεμον παρὰ τὸν πυλῶνα τῆς πόλεως, καὶ οἱ βασιλεῖς οἱ ἐλθόντες παρενέβαλον καθ᾿ ἑαυτοὺς ἐν τῷ πεδίῳ.
Α Παραλ. 19,9 Οι Αμμωνίται εβγήκαν και παρετάχθησαν εις πόλεμον πλησίον της πύλης της πόλεώς των. Οι δε σύμμαχοί των, που είχον έλθει να τους βοηθήσουν, εστρατοπέδευσαν μόνοι των εις την πεδιάδα.
Α Παραλ. 19,10 καὶ εἶδεν Ἰωὰβ ὅτι γεγόνασιν ἀντιπρόσωποι τοῦ πολεμεῖν πρὸς αὐτὸν κατὰ πρόσωπον καὶ ἐξόπισθεν, καὶ ἐξελέξατο ἐκ παντὸς νεανίου ἐξ Ἰσραήλ, καὶ παρετάξαντο ἐναντίον τοῦ Σύρου·
Α Παραλ. 19,10 Ο Ιωάβ, όταν είδεν ότι οι εχθροί παρετάχθησαν να πολεμήσουν αυτόν κατά μέτωπον και εκ των όπισθεν, εδιάλεξε από όλον τον ισραηλιτικόν στρατόν τους ανδρείους νέους, μαζή με τους οποίους παρετάχθη εναντίον των συριακών στρατευμάτων.
Α Παραλ. 19,11 καὶ τὸ κατάλοιπον τοῦ λαοῦ ἔδωκεν ἐν χειρὶ Ἀβεσσὰ ἀδελφοῦ αὐτοῦ, καὶ παρετάξαντο ἐξεναντίας υἱῶν Ἀμμών.
Α Παραλ. 19,11 Τον δε υπόλοιπον στρατόν έθεσεν υπό την διοίκησιν του αδελφού του, του Αβεσσά, ο οποίος και παρετάχθη απέναντι των Αμμωνιτών.
Α Παραλ. 19,12 καὶ εἶπεν· ἐὰν κρατήσῃ ὑπὲρ ἐμὲ ὁ Σύρος, καὶ ἔσῃ μοι εἰς σωτηρίαν, καὶ ἐὰν οἱ υἱοὶ Ἀμμὼν κρατήσωσιν ὑπὲρ σέ, καὶ σώσω σε·
Α Παραλ. 19,12 Είπε δε ο Ιωάβ προς τον Αβεσσά· “εάν οι Συροι υπερισχύσουν εναντίον μου, θα έλθης συ εις βοήθειάν μου δια να με σώσης ! Εάν δε οι Αμμωνίται υπερισχύσουν εναντίον σου, εγώ θα σε σώσω.
Α Παραλ. 19,13 ἀνδρίζου καὶ ἐνισχύσωμεν περὶ τοῦ λαοῦ ἡμῶν καὶ περὶ τῶν πόλεων τοῦ Θεοῦ ἡμῶν, καὶ Κύριος τὸ ἀγαθὸν ἐν ὀφθαλμοῖς αὐτοῦ ποιήσει.
Α Παραλ. 19,13 Να φανής ανδρείος και ας πολεμήσωμεν με γενναιότητα υπέρ του λαού μας και υπέρ των πόλεων του Θεού μας. Ο δε Κυριος είθε να πράξη ο,τι κρίνει καλόν ενώπιόν του.
Α Παραλ. 19,14 καὶ παρετάξατο Ἰωὰβ καὶ ὁ λαὸς ὁ μετ᾿ αὐτοῦ κατέναντι Σύρων εἰς πόλεμον, καὶ ἔφυγον ἀπ᾿ αὐτῶν.
Α Παραλ. 19,14 Ο Ιωάβ Και ο στρατός, τον οποίον αυτός εξέλεξε, παρετάχθησαν απέναντι των Συρων και επολέμησαν εναντίον των. Οι Συροι κατενικήθησαν και ετράπησαν εις φυγήν.
Α Παραλ. 19,15 καὶ οἱ υἱοὶ Ἀμμὼν εἶδον ὅτι ἔφυγον οἱ Σύροι, καὶ ἔφυγον καὶ αὐτοὶ ἀπὸ προσώπου Ἀβεσσὰ καὶ ἀπὸ προσώπου Ἰωὰβ τοῦ ἀδελφοῦ αὐτοῦ καὶ ἦλθον εἰς τὴν πόλιν. καὶ ἦλθεν Ἰωὰβ εἰς Ἱερουσαλήμ.
Α Παραλ. 19,15 Οι Αμμωνίται, όταν είδαν ότι οι Συροι είχαν τροπή εις φυγήν, επανικοβλήθησαν και αυτοί, ετράπησαν εις φυγήν μακράν από τον Αβεσσά, μακράν από τον Ιωάβ, τον αδελφόν αυτού, και εισήλθον εις την πόλιν των. Ο δε Ιωάβ επέστρεψεν εις την Ιερουσαλήμ.
Α Παραλ. 19,16 καὶ εἶδεν ὁ Σύρος ὅτι ἐτροπώσατο αὐτὸν Ἰσραήλ, καὶ ἀπέστειλεν ἀγγέλους, καὶ ἐξήγαγον τὸν Σύρον ἐκ τοῦ πέραν τοῦ ποταμοῦ, καὶ Σωφὰ ἀρχιστράτηγος δυνάμεως Ἀδρααζὰρ ἔμπροσθεν αὐτῶν.
Α Παραλ. 19,16 Οταν οι Συροι είδαν ότι κατετροπώθησαν από τους Ισραηλίτας, έστειλαν αγγελιαφόρους και έφεραν πλησίον των τους άλλους Συρους, που κατοικούσαν πέραν από τον Ευφράτην ποταμόν. Ο Σωφά δε ο αρχιστράτηγος του στρατού του Αδρααζάρ ήτο αρχηγός εκείνων.
Α Παραλ. 19,17 καὶ ἀπηγγέλη τῷ Δαυίδ, καὶ συνήγαγε τὸν πάντα Ἰσραὴλ καὶ διέβη τὸν Ἰορδάνην καὶ ἦλθεν ἐπ᾿ αὐτοὺς καὶ παρετάξατο ἐπ᾿ αὐτούς, καὶ παρατάσσεται Σύρος ἐξεναντίας Δαυὶδ εἰς πόλεμον καὶ ἐπολέμησαν αὐτόν,
Α Παραλ. 19,17 Ανηγγέλθη στον Δαυίδ το γεγονός αυτό και αυτός συνεκέντρωσεν όλον τον ισραηλιτικόν στρατόν, επέρασε τον Ιορδάνην, ήλθε πλησίον των Συρων και αντιπαρετάχθη εις πόλεμον εναντίον των. Απέναντι από τον Δαυίδ είχαν παραταχθή οι Συροι προς πόλεμον, οι οποίοι και επετέθησαν εναντίον του.
Α Παραλ. 19,18 καὶ ἔφυγε Σύρος ἀπὸ προσώπου Ἰσραήλ, καὶ ἀπέκτεινε Δαυὶδ ἀπὸ τοῦ Σύρου ἑπτὰ χιλιάδας ἁρμάτων καὶ τεσσαράκοντα χιλιάδας πεζῶν καὶ τὸν Σωφὰ ἀρχιστράτηγον δυνάμεως ἀπέκτεινε.
Α Παραλ. 19,18 Κατά την μάχην οι Συροι ηττήθησαν και πανικόβλητοι ετράπησαν εις φυγήν εμπρός από τον ισραηλιτικόν στρατόν. Ο στρατός του Δαυίδ εφόνευσε κατά την μάχην εκείνην επτά χιλιάδας Συρους από τους επιβαίνοντας εις τα πολεμικά άρματα και τεσσαράκοντα χιλιάδας πεζούς. Εφόνευσε δε και αυτόν τον αρχιστράτηγον, τον Σωφά.
Α Παραλ. 19,19 καὶ εἶδον παῖδες Ἀδρααζὰρ ὅτι ἐπταίκασιν ἀπὸ προσώπου Ἰσραήλ, καὶ διέθεντο μετὰ Δαυὶδ καὶ ἐδούλευσαν αὐτῷ· καὶ οὐκ ἠθέλησε Σύρος τοῦ βοηθῆσαι τοῖς υἱοῖς Ἀμμὼν ἔτι.
Α Παραλ. 19,19 Οι άνδρες του Αδρααζάρ, όταν είδον ότι είχον κατατροπωθή από τους Ισραηλίτας, έκαμαν συνθήκην με τον Δαυίδ και έγιναν δούλοι του. Εκτοτε οι Συροι δεν ηθέλησαν κατ' ουδένα τρόπον να έλθουν εις βοήθειαν των Αμμωνιτών.


Μην ταράζεσθε και μην ανησυχείτε διότι αυτός που γνωρίζει όσα υποφέρετε
και είναι σε θέση να τα εμποδίσει είναι φανερό ότι δεν τα εμποδίζει, επειδή προνοεί και ενδιαφέρεται για σας.


Επιστροφή στο

Μέλη σε σύνδεση

Μέλη σε αυτή την Δ. Συζήτηση: 1 και 0 επισκέπτες