ΠΑΡΑΛΕΙΠΟΜΕΝΩΝ Β’~Η ΒΑΣΙΛΕΙΑ ΤΟΥ ΣΟΛΟΜΩΝΤΑ

Ανάλυση και συζητήσεις γύρω από τα βιβλία της Παλαιάς Διαθήκης

Συντονιστές: Νίκος, Anastasios68, johnge

Άβαταρ μέλους
ΠΟΠΗ
Δημοσιεύσεις: 808
Εγγραφή: Δευτ Ιούλ 30, 2012 3:29 pm
Επικοινωνία:

Re: ΠΑΡΑΛΕΙΠΟΜΕΝΩΝ Β’~Η ΒΑΣΙΛΕΙΑ ΤΟΥ ΣΟΛΟΜΩΝΤΑ

Δημοσίευσηαπό ΠΟΠΗ » Πέμ Νοέμ 01, 2012 5:24 pm

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 30- Μεγαλοπρεπής και χαρμόσυνος εορτασμός του Πάσχα.

Β Παραλ. 30,1 Καὶ ἀπέστειλεν Ἐζεκίας ἐπὶ πάντα Ἰσραὴλ καὶ Ἰούδα καὶ ἐπιστολὰς ἔγραψαν ἐπὶ τὸν Ἐφραὶμ καὶ Μανασσῆ ἐλθεῖν εἰς οἶκον Κυρίου εἰς Ἱερουσαλὴμ ποιῆσαι τὸ φασὲκ τῷ Κυρίῳ Θεῷ Ἰσραήλ.
Β Παραλ. 30,1 Ο Εζεκίας έστειλεν αγγελιαφόρος εις όλους τους ανθρώπους του βασιλείου του Ισραήλ και του βασιλείου του Ιούδα, έγραψε δε και επιστολάς προς τας φυλάς Εφραίμ και Μανασσή και προσεκάλεσεν όλους να ελθουν στον ναόν του Κυρίου εις την Ιερουσαλήμ, να εορτάσουν ομού το Πασχα προς τιμήν του Κυρίου του Θεού του Ισραήλ.
Β Παραλ. 30,2 καὶ ἐβουλεύσατο ὁ βασιλεὺς καὶ οἱ ἄρχοντες καὶ πᾶσα ἡ ἐκκλησία ἐν Ἱερουσαλὴμ ποιῆσαι τὸ φασὲκ τῷ μηνὶ τῷ δευτέρῳ·
Β Παραλ. 30,2 Ο βασιλεύς, οι άρχοντές του και όλοι όσοι είχαν συγκεντρωθή εις την Ιερουσαλήμ, συνεσκέφθησαν και απεφάσισαν να εορτάσουν το Πασχα κατά τον δεύτερον μήνα.
Β Παραλ. 30,3 οὐ γὰρ ἠδυνάσθησαν ποιῆσαι αὐτὸ ἐν τῷ καιρῷ ἐκείνῳ, ὅτι οἱ ἱερεῖς οὐχ ἡγνίσθησαν ἱκανοί, καὶ ὁ λαὸς οὐ συνήχθη εἰς Ἱερουσαλήμ.
Β Παραλ. 30,3 Τούτο δέ, διότι δεν ημπόρεσαν να εορτάσουν αυτό κατά τον καθωρισμένον από τον Νομον πρώτον μήνα του έτους, επειδή πολλοί ιερείς δεν είχαν ακόμη αγνισθή και ο λαός δεν είχε συγκεντρωθή εις την Ιερουσαλήμ.
Β Παραλ. 30,4 καὶ ἤρεσεν ὁ λόγος ἐναντίον τοῦ βασιλέως καὶ ἐναντίον τῆς ἐκκλησίας.
Β Παραλ. 30,4 Αυτή η απόφασις εφάνη αρεστή στον βασιλέα και εις όλην την συγκέντρωσιν.
Β Παραλ. 30,5 καὶ ἔστησαν λόγον διελθεῖν κήρυγμα ἐν παντὶ Ἰσραὴλ ἀπὸ Βηρσαβεὲ ἕως Δάν, ἐλθόντας ποιῆσαι τὸ φασὲκ Κυρίῳ Θεῷ Ἰσραὴλ εἰς Ἱερουσαλήμ, ὅτι πλῆθος οὐκ ἐποίησε κατά τὴν γραφήν.
Β Παραλ. 30,5 Ετσι, λοιπόν, επήραν απόφασιν να στείλουν μήνυμα εις όλον τον ισραηλιτικόν λαόν, από την νοτιωτέραν πόλιν την Βηρσαβεέ μέχρι της βορειοτέρας περιοχής της Δαν. Με το μήνυμα αυτό εκαλούσαν αυτούς να έλθουν να εορτάσουν το Πασχα προς τιμήν Κυρίου του Θεού του Ισραήλ εις την Ιερουσαλήμ, διότι πολύ πλήθος λαού δεν είχεν εορτάσει το Πασχα, όπως ο Νομος ώριζεν.
Β Παραλ. 30,6 καὶ ἐπορεύθησαν οἱ τρέχοντες σὺν ταῖς ἐπιστολαῖς παρὰ τοῦ βασιλέως καὶ τῶν ἀρχόντων εἰς πάντα Ἰσραὴλ καὶ Ἰούδαν κατὰ τὸ πρόσταγμα τοῦ βασιλέως λέγοντες· οἱ υἱοὶ Ἰσραὴλ ἐπιστρέψατε πρὸς Κύριον Θεὸν Ἁβραὰμ καὶ Ἰσαὰκ καὶ Ἰσραήλ, καὶ ἐπιστρέψει τοὺς ἀνασεσωσμένους τοὺς καταλειφθέντας ἀπὸ χειρὸς βασιλέως Ἀσσούρ·
Β Παραλ. 30,6 Οι αγγελιαφόροι έτρεξαν έχοντες μαζή των τας επιστολάς του βασιλέως και των αρχόντων προς όλους τους Ισραηλίτας και τους Ιουδαίους, να αναγγείλουν την εντολήν του βασιλέως και να πουν· “Ισραηλίται, επιστρέψατε εν μετανοία προς Κυριον τον Θεόν του Αβραάμ, του Ισαάκ και του Ιακώβ, και ο Θεός θα επαναφέρη ελευθέρους όσους απέμειναν εις την ζωήν και ευρίσκονται αιχμάλωτοι υπό την εξουσίαν του βασιλέως των Ασσυρίων.
Β Παραλ. 30,7 καὶ μὴ γίνεσθε καθὼς οἱ πατέρες ὑμῶν καὶ οἱ ἀδελφοὶ ὑμῶν, οἳ ἀπέστησαν ἀπὸ Κυρίου Θεοῦ πατέρων αὐτῶν, καὶ παρέδωκεν αὐτοὺς εἰς ἐρήμωσιν, καθὼς ὑμεῖς ὁρᾶτε.
Β Παραλ. 30,7 Μη γίνετε και σεις όμοιοι με τους πατέρας σας και τους αδελφούς σας, οι οποίοι απεστάτησαν από Κυριον τον Θεόν των πατέρων των, ο δε Θεός παρέδωσεν αυτούς εις καταστροφήν, όπως και σεις βλέπετε με τα ίδια σας τα μάτια.
Β Παραλ. 30,8 καὶ νῦν μὴ σκληρύνητε τὰς καρδίας ὑμῶν ὡς οἱ πατέρες ὑμῶν· δότε δόξαν Κυρίῳ τῷ Θεῷ καὶ εἰσέλθετε εἰς τὸ ἁγίασμα αὐτοῦ, ὃ ἡγίασεν εἰς τὸν αἰῶνα, καὶ δουλεύσατε τῷ Κυρίῳ Θεῷ ὑμῶν, καὶ ἀποστρέψει ἀφ᾿ ὑμῶν θυμὸν ὀργῆς.
Β Παραλ. 30,8 Τωρα, λοιπόν, μη θελήσετε να σκληρύνετε και σεις τας καρδίας σας παρακούοντες τας εντολάς του Κυρίου, όπως τας εσκλήρυναν οι πατέρες σας. Δοξάσατε Κυριον τον Θεόν σας, ελάτε στον άγιον αυτού ναόν, τον οποίον καθιέρωσε και ηγίασε, δια να μένη εις αιώνας των αιώνων. Υποταχθήτε στον Κυριον και συμμορφωθήτε με το θέλημά του. Τοτε δε ο Θεός θα αποσύρη από σας και θα διαλύση την βαρείαν οργήν του.
Β Παραλ. 30,9 ὅτι ἐν τῷ ἐπιστρέφειν ὑμᾶς πρὸς Κύριον οἱ ἀδελφοὶ ὑμῶν καὶ τὰ τέκνα ὑμῶν ἔσονται ἐν οἰκτιρμοῖς ἔναντι πάντων τῶν αἰχμαλωτισάντων αὐτούς, καὶ ἀποστρέψει εἰς τὴν γῆν ταύτην, ὅτι ἐλεήμων καὶ οἰκτίρμων Κύριος ὁ Θεὸς ἡμῶν, καὶ οὐκ ἀποστρέψει τὸ πρόσωπον αὐτοῦ ἀφ᾿ ὑμῶν, ἐάν ἐπιστρέψωμεν πρὸς αὐτόν.
Β Παραλ. 30,9 Εάν σεις εν μετανοία επιστρέψετε προς τον Κυριον μας, οι αδελφοί σας και τα τέκνα σας θα βρουν καλωσύνην και κατανόησιν απέναντι εκείνων, οι οποίοι τους έχουν αιχμαλωτίσει, ο δε Θεός θα τους επαναφέρη ελευθέρους εις την χώραν αυτήν, διότι ο Κυριος και Θεός ημών είναι ελεήμων και οικτίρμων. Και στο μέλλον, εάν ημείς επιστρέψωμεν και μείνωμεν πιστοί εις αυτόν, δεν θα αποστρέψη το πρόσωπόν του από σας”.
Β Παραλ. 30,10 καὶ ἦσαν οἱ τρέχοντες διαπορευόμενοι πόλιν ἐκ πόλεως ἐν τῷ ὄρει Ἐφραὶμ καὶ Μανασσῆ καὶ ἕως Ζαβουλών, καὶ ἐγένοντο ὡς καταγελῶντες αὐτῶν καὶ καταμωκώμενοι·
Β Παραλ. 30,10 Οι αγγελιαφόροι διέτρεχον την μίαν πάλιν κατόπιν της άλλης εις την ορεινήν χώραν των φυλών Εφραίμ και Μανασσή, μέχρι και της φυλής του Ζαβουλών. Οι του βασιλείου όμως του Ισραήλ ενέπαιζον και εχλεύαζον αυτούς.
Β Παραλ. 30,11 ἀλλὰ ἄνθρωποι Ἀσὴρ καὶ ἀπὸ Μανασσῆ καὶ ἀπὸ Ζαβουλὼν ἐνετράπησαν καὶ ἦλθον εἰς Ἱερουσαλὴμ καὶ εἰς Ἰούδα.
Β Παραλ. 30,11 Αλλά οι άνθρωποι των φυλών Ασήρ, Μανασσή και Ζαβουλών τους ήκουσαν με συναίσθησιν, εδέχθησαν την πρόσκλησιν και ήλθον εις την Ιερουσαλήμ στο βασίλειον του Ιούδα.
Β Παραλ. 30,12 καὶ ἐγένετο χεὶρ Κυρίου δοῦναι αὐτοῖς καρδίαν μίαν ἐλθεῖν τοῦ ποιῆσαι κατὰ τὰ προστάγματα τοῦ βασιλέως καὶ τῶν ἀρχόντων ἐν λόγῳ Κυρίου,
Β Παραλ. 30,12 Ο Κυριος έβαλε το χέρι του και έκαμε την καρδιά των μίαν, ώστε ομοφώνως να έλθουν και να εορτάσουν το Πασχα σύμφωνα με την εντολήν του βασιλέως και των αρχόντων του Ιουδαϊκού λαού και σύμφωνα με τον λόγον του Κυρίου.
Β Παραλ. 30,13 καὶ συνήχθησαν εἰς Ἱερουσαλὴμ λαὸς πολὺς τοῦ ποιῆσαι τὴν ἑορτὴν τῶν ἀζύμων ἐν τῷ μηνὶ τῷ δευτέρῳ, ἐκκλησία πολλὴ σφόδρα.
Β Παραλ. 30,13 Ετσι πολυάριθμος λαός συνεκεντρώθη εις την Ιερουσαλήμ, δια να εορτάσουν την εορτήν των αζύμων, το Πασχα, κατά τον δεύτερον μήνα. Η συγκέντρωσις αυτή υπήρξε πολυάριθμος.
Β Παραλ. 30,14 καὶ ἀνέστησαν καὶ καθεῖλαν τὰ θυσιαστήρια τὰ ἐν Ἱερουσαλήμ καὶ πάντα, ἐν οἷς ἐθυμίων τοῖς ψευδέσι, κατέσπασαν καὶ ἔῤῥιψαν εἰς τὸν χειμάῤῥουν Κέδρων.
Β Παραλ. 30,14 Αυτοί εσηκώθηκαν και εκρήμνισαν τα ξένα θυσιαστήρια των ειδωλικών θεών, που υπήρχον εις την Ιερουσαλήμ, και όλα τα θυσιαστήρια, εις τα οποία προσέφεραν θυμίαμα προς τους ψευδείς θεούς, τα εθρυμμάτισαν και τα έρριψαν στον χείμαρρον των Κέδρων.
Β Παραλ. 30,15 καὶ ἔθυσαν τὸ φασὲκ τῇ τεσσαρεσκαιδεκάτῃ τοῦ μηνὸς τοῦ δευτέρου· καὶ οἱ ἱερεῖς καὶ οἱ Λευῖται ἐνετράπησαν καὶ ἡγνίσθησαν καὶ εἰσήνεγκαν ὁλοκαυτώματα ἐν οἴκῳ Κυρίου.
Β Παραλ. 30,15 Κατόπιν προσέφεραν την θυσίαν δια το Πασχα κατά την δεκάτην τετάρτην ημέραν του δευτέρου μηνός. Οι ιερείς και οι Λευίται συνησθάνθησαν την ενοχήν των, εκαθαρίσθησαν και εξηγνίσθησαν, όπως διέτασσεν ο Νομος, και προσέφεραν ολοκαυτώματα στον ναόν του Κυρίου.
Β Παραλ. 30,16 καὶ ἔστησαν ἐπὶ τὴν στάσιν αὐτῶν κατὰ τὸ κρίμα αὐτῶν, κατὰ τὴν ἐντολὴν Μωυσῆ ἀνθρώπου τοῦ Θεοῦ, καὶ οἱ ἱερεῖς ἐδέχοντο τὰ αἵματα ἐκ χειρὸς τῶν Λευιτῶν·
Β Παραλ. 30,16 Οι Λευίται επήραν την καθωρισμένην δι' αυτούς θέσιν, σύμφωνα με την εντολήν την οποίαν είχε δώσει ο Μωϋσής, ο άνθρωπος του Θεού. Οι δε ιερείς έπαιρναν τα αίματα των θυσιών από τα χέρια των Λευιτών.
Β Παραλ. 30,17 ὅτι πλῆθος τῆς ἐκκλησίας οὐχ ἡγνίσθη, καὶ οἱ Λευῖται ἦσαν τοῦ θύειν τὸ φασὲκ παντὶ τῷ μὴ δυναμένῳ ἁγνισθῆναι τῷ Κυρίῳ.
Β Παραλ. 30,17 Επειδή όμως όλον το συγκεντρωθέν εκεί πλήθος δεν επρόλαβε να εξαγνισθή σύμφωνα με τον Νομον, οι Λευίται ήσαν υποχρεωμένοι να σφάζουν τα ζώα της πασχαλινής θυσίας και δι' όλους αυτούς, οι οποίοι δεν ήσαν καθαροί ενώπιον του Κυρίου.
Β Παραλ. 30,18 ὅτι τὸ πλεῖστον τοῦ λαοῦ ἀπὸ Ἐφραὶμ καὶ Μανασσῆ καὶ Ἰσσάχαρ καὶ Ζαβουλὼν οὐχ ἡγνίσθησαν, ἀλλ᾿ ἔφαγον τὸ φασὲκ παρὰ τὴν γραφήν. καὶ προσηύξατο Ἐζεκίας περὶ αὐτῶν λέγων· Κύριος ἀγαθὸς ἐξιλασάσθω
Β Παραλ. 30,18 Το μεγαλύτερον μέρος του λαού από τας φυλάς Εφραίμ, Μανασσή, Ισσάχαρ και Ζαβουλών δεν ήσαν νομικώς καθαροί, αλλά έφαγον το Πασχα, παρά την περί καθαρισμού γραπτήν εντολήν του Κυρίου. Ο Εζεκίας όμως προσηυχήθη δι' αυτούς προς τον Κυριον και είπε· “Κυριε, σαν αγαθός που είσαι, συγχώρησε
Β Παραλ. 30,19 ὑπὲρ πάσης καρδίας κατευθυνούσης ἐκζητῆσαι Κύριον τὸν Θεὸν τῶν πατέρων αὐτῶν καὶ οὐ κατὰ τὴν ἁγνείαν τῶν ἁγίων.
Β Παραλ. 30,19 όλους αυτούς, οι οποίοι κατηύθυναν την καρδίαν των να λατρεύσουν σέ, τον Κυριον τον Θεόν των πατέρων των, έστω και αν δεν είναι καθαροί, όπως απαιτεί η αγιότης του ναού σου”.
Β Παραλ. 30,20 καὶ ἐπήκουσε Κύριος τῷ Ἐζεκίᾳ καὶ ἰάσατο τὸν λαόν.
Β Παραλ. 30,20 Ο Κυριος ήκουσε την προσευχήν του Εζεκίου και εσυγχώρησε τον λαόν αυτόν, που δεν επρόλαβε να εξαγνισθή.
Β Παραλ. 30,21 καὶ ἐποίησαν οἱ υἱοὶ Ἰσραὴλ οἱ εὑρεθέντες ἐν Ἱερουσαλὴμ τὴν ἑορτὴν τῶν ἀζύμων ἑπτὰ ἡμέρας ἐν εὐφροσύνῃ μεγάλῃ καὶ καθυμνοῦντες τῷ Κυρίῳ ἡμέραν καθ᾿ ἡμέραν καὶ οἱ ἱερεῖς καὶ οἱ Λευῖται ἐν ὀργάνοις τῷ Κυρίῳ.
Β Παραλ. 30,21 Οι Ισραηλίται, οι οποίοι είχαν ευρεθή εις την Ιερουσαλήμ, εώρτασαν το Πασχα, την λεγομένην εορτήν των αζύμων, επί επτά ημέρας με μεγάλην χαράν δοξολογούντες τον Κυριον κάθε ημέραν, ενώ οι ιερείς και οι Λευίται υμνολογούσαν τον Κυριον με τα μουσικά των όργανα.
Β Παραλ. 30,22 καὶ ἐλάλησεν Ἐζεκίας ἐπὶ πᾶσαν καρδίαν τῶν Λευιτῶν καὶ τῶν συνιόντων σύνεσιν ἀγαθὴν τῷ Κυρίῳ· καὶ συνετέλεσαν τὴν ἑορτὴν τῶν ἀζύμων ἑπτὰ ἡμέρας θύοντες θυσίαν σωτηρίου καὶ ἐξομολογούμενοι τῷ Κυρίῳ Θεῷ τῶν πατέρων αὐτῶν.
Β Παραλ. 30,22 Ο Εζεκίας ωμίλησε κατά τρόπον, που συνεκίνησε τας καρδίας των Λευιτών και μάλιστα τας καρδίας εκείνων που έδειξαν μεγάλην κατανόησιν και αγαθήν διάθεσιν, δια να υπηρετήσουν τον Κυριον. Ετσι ετελείωσε το Πασχα, η εορτή των αζύμων, κατά την οποίαν επί επτά ημέρας προσέφεραν θυσίας σωτηρίου και υμνολογούσαν Κυριον τον Θεόν των πατέρων των.
Β Παραλ. 30,23 καὶ ἐβουλεύσατο ἡ ἐκκλησία ἅμα ποιῆσαι ἑπτὰ ἡμέρας ἄλλας· καὶ ἐποίησαν ἑπτὰ ἡμέρας ἐν εὐφροσύνῃ.
Β Παραλ. 30,23 Ολοι οι συγκεντρωθέντες συνεσκέφθησαν και απεφάσισαν ομοφώνως να εορτάσουν το Πασχα άλλας επτά ημέρας. Και πράγματι εώρτασαν με μεγάλην χαράν επτά ακόμη ημέρας.
Β Παραλ. 30,24 ὅτι Ἐζεκίας ἀπήρξατο τῷ Ἰούδᾳ τῇ ἐκκλησίᾳ χιλίους μόσχους καὶ ἑπτακισχίλια πρόβατα, καὶ οἱ ἄρχοντες ἀπήρξαντο τῷ λαῷ μόσχους χιλίους καὶ πρόβατα δέκα χιλιάδας, καὶ τὰ ἅγια τῶν ἱερέων εἰς πλῆθος.
Β Παραλ. 30,24 Ο Εζεκίας, ο βασιλεύς του Ιούδα, προσέφερεν εις την συγκέντρωσιν αυτήν χιλίους μόσχους και επτά χιλιάδας πρόβατα. Ομως και οι άρχοντες προσέφεραν δια τον λαόν χιλίους μόσχους και δέκα χιλιάδες πρόβατα. Εξ άλλου επραγματοποιήθη και ο καθαρισμός κατά τον Νομον εις πλήθος άλλο ιερέων.
Β Παραλ. 30,25 καὶ ηὐφράνθη πᾶσα ἡ ἐκκλησία, οἱ ἱερεῖς καὶ οἱ Λευῖται καὶ πᾶσα ἡ ἐκκλησία Ἰούδα καὶ οἱ εὑρεθέντες ἐξ Ἱερουσαλὴμ καὶ οἱ προσήλυτοι οἱ ἐλθόντες ἀπὸ γῆς Ἰσραὴλ καὶ οἱ κατοικοῦντες Ἰούδα.
Β Παραλ. 30,25 Ετσι όλοι οι εκεί συγκεντρωθέντες ηυφράνθησαν, οι ιερείς και οι Λευίται, οι συγκεντρωθέντες Ιουδαίοι, όσοι ευρέθησαν κάτοικοι της Ιερουσαλήμ, οι ξένοι οι οποίοι είχαν έλθει από την χώραν του βασιλείου του Ισραήλ, και όλοι οι κάτοικοι της Ιουδαίας.
Β Παραλ. 30,26 καὶ ἐγένετο εὐφροσύνη μεγάλη ἐν Ἱερουσαλήμ· ἀπὸ ἡμερῶν Σαλωμὼν υἱοῦ Δαυὶδ βασιλέως Ἰσραὴλ οὐκ ἐγένετο τοιαύτη ἑορτὴ ἐν Ἱερουσαλήμ.
Β Παραλ. 30,26 Εγινε μεγάλη χαρά και αγαλλίασις εις την Ιερουσαλήμ· από την εποχήν του Σολομώντος του υιού του Δαυίδ, βασιλέως του ισραηλιτικού λαού, δεν έγινεν άλλη εορτή εις την Ιερουσαλήμ τόσον λαμπρά, όπως αυτή.
Β Παραλ. 30,27 καὶ ἀνέστησαν οἱ ἱερεῖς οἱ Λευῖται καὶ εὐλόγησαν τὸν λαόν· καὶ ἐπηκούσθη ἡ φωνὴ αὐτῶν, καὶ ἦλθεν ἡ προσευχὴ αὐτῶν εἰς τὸ κατοικητήριον τὸ ἅγιον αὐτοῦ εἰς τὸν οὐρανόν.
Β Παραλ. 30,27 Μετά ταύτα οι ιερείς οι Λευίται εσηκώθηκαν και ευλόγησαν τον λαόν. Η φωνή των εισηκούσθη, η προσευχή των δηλαδή έφθασεν στο άγιον κατοικητήριον του Θεού στον ουρανόν.


Μην ταράζεσθε και μην ανησυχείτε διότι αυτός που γνωρίζει όσα υποφέρετε
και είναι σε θέση να τα εμποδίσει είναι φανερό ότι δεν τα εμποδίζει, επειδή προνοεί και ενδιαφέρεται για σας.

Άβαταρ μέλους
ΠΟΠΗ
Δημοσιεύσεις: 808
Εγγραφή: Δευτ Ιούλ 30, 2012 3:29 pm
Επικοινωνία:

Re: ΠΑΡΑΛΕΙΠΟΜΕΝΩΝ Β’~Η ΒΑΣΙΛΕΙΑ ΤΟΥ ΣΟΛΟΜΩΝΤΑ

Δημοσίευσηαπό ΠΟΠΗ » Πέμ Νοέμ 01, 2012 5:24 pm

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 31- Ο Εζεκίας οργανώνει τις υπηρεσίες στο Ναό.

Β Παραλ. 31,1 Καὶ ὡς συνετελέσθη πάντα ταῦτα, ἐξῆλθε πᾶς Ἰσραὴλ οἱ εὑρεθέντες ἐν πόλεσιν Ἰούδα καὶ συνέτριψαν τὰς στήλας καὶ ἔκοψαν τά ἄλση καὶ κατέσπασαν τὰ ὑψηλὰ καὶ τοὺς βωμοὺς ἀπὸ πάσης τῆς Ἰουδαίας καὶ Βενιαμίν, καὶ ἐξ Ἐφραὶμ καὶ ἀπὸ Μανασσῆ ἕως εἰς τέλος, καὶ ἐπέστρεψαν πᾶς Ἰσραὴλ ἕκαστος εἰς τὴν κληρονομίαν αὐτοῦ καὶ εἰς τὰς πόλεις αὐτῶν.
Β Παραλ. 31,1 Οταν ετελείωσαν όλαι αι χαρμόσυνοι αυταί εορταί του Πασχα, πάντες οι Ισραηλίται, οι οποίοι ευρέθησαν εις την Ιερουσαλήμ, εξήλθον και διεσκορπίσθησαν ανά τας πόλστου Ιούδα και συνέτριψαν τας ειδωλολατρικάς στήλας, κατέκοψαν τα ειδωλολατρικά άλση και κατέρριψαν τους υψηλούς ειδωλολατρικούς τόπους και τους βωμούς από την χώραν της Ιουδαίας και από την χώραν της φυλής του Βενιαμίν και από τας περιοχάς των φυλών Εφραίμ και Μανασσή, έως ότου τα κατέστρεψαν τελείως. Επειτα όλοι οι Ισραηλίται επέστρεψαν ο καθένας από αυτούς εις τας πόλεις των και τας κατοικίας των.
Β Παραλ. 31,2 καὶ ἔταξεν Ἐζεκίας τὰς ἐφημερίας τῶν ἱερέων καὶ τῶν Λευιτῶν καὶ τὰς ἐφημερίας ἑκάστου κατὰ τὴν ἑαυτοῦ λειτουργίαν τοῖς ἱερεῦσι καὶ τοῖς Λευίταις εἰς τὴν ὁλοκαύτωσιν καὶ εἰς τὴν θυσίαν τοῦ σωτηρίου καὶ αἰνεῖν καὶ ἐξομολογεῖσθαι καὶ λειτουργεῖν ἐν ταῖς πύλαις ἐν ταῖς αὐλαῖς οἴκου Κυρίου.
Β Παραλ. 31,2 Ο βασιλεύς Εζεκίας οργάνωσε τας τάξεις των ιερέων και των Λευιτών ώστε ο καθένας από τους ιερείς και τους Λευίτας να έχη την υπηρεσίαν του, όταν θα προσεφέροντο τα ολοκαυτώματα και αι ειρηνικαί θυσίαι, να δοξολογή, να υμνή τον Κυριον και να υπηρετή ως θυρωρός εις τας αυλάς του Κυρίου.
Β Παραλ. 31,3 καὶ μερὶς τοῦ βασιλέως ἐκ τῶν ὑπαρχόντων αὐτοῦ εἰς τὰς ὁλοκαυτώσεις τὴν πρωϊνὴν καὶ τὴν δειλινὴν καὶ ὁλοκαυτώσεις εἰς τὰ σάββατα καὶ εἰς τὰς νουμηνίας καὶ εἰς τὰς ἑορτὰς τὰς γεγραμμένας ἐν τῷ νόμῳ Κυρίου.
Β Παραλ. 31,3 Ο βασιλεύς παρεχώρησε από τα υπάρχοντα αυτού ένα μέρος δια την προσφοράν των ολοκαυτωμάτων κατά την πρωΐαν και το εσπέρας, όπως επίσης και δια τα ολοκαυτώματα των Σαββάτων, εκάστης πρώτης του μηνός και των εορτών, όπως αύται ήσαν γραμμέναι στον Νομον του Κυρίου.
Β Παραλ. 31,4 καὶ εἶπαν τῷ λαῷ τοῖς κατοικοῦσιν ἐν Ἱερουσαλὴμ δοῦναι τὴν μερίδα τῶν ἱερέων καὶ τῶν Λευιτῶν, ὅπως κατισχύσωσιν ἐν τῇ λειτουργίᾳ οἴκου Κυρίου.
Β Παραλ. 31,4 Εδόθησαν επίσης εντολαί στους ανθρώπους, οι οποίοι κατοικούσαν εις την Ιερουσαλήμ, να δίδουν την καθωρισμένην μερίδα στους ιερείς και τους Λευίτας, δια να αφιερωθούν αυτοί απερίσπαστοι εις την υπηρεσίαν των στον ναόν του Κυρίου.
Β Παραλ. 31,5 καὶ ὡς προσέταξε τὸν λόγον, ἐπλεόνασεν Ἰσραὴλ ἀπαρχὴν σίτου καὶ οἴνου καὶ ἐλαίου καὶ μέλιτος καὶ πᾶν γέννημα ἀγροῦ, καὶ ἐπιδέκατα πάντα εἰς πλῆθος ἤνεγκαν οἱ υἱοὶ Ἰσραὴλ καὶ Ἰούδα.
Β Παραλ. 31,5 Αμέσως μόλις εκοινοποιήθη η διαταγή αυτή, οι Ισραηλίται προσέφεραν στον ναόν αφθόνους τας απαρχάς του σίτου, του οίνου, του ελαίου και του μέλιτος και όλων των άλλων γεωργικών προϊόντων. Ακόμη δε οι Ισραηλίται και οι Ιουδαίοι προσέφεραν δια το ιερατείον εν αφθονία το δέκατον από όλα τα προϊόντα.
Β Παραλ. 31,6 καὶ οἱ κατοικοῦντες ἐν ταῖς πόλεσιν Ἰούδα καὶ αὐτοὶ ἤνεγκαν ἐπιδέκατα μόσχων καὶ προβάτων καὶ ἐπιδέκατα αἰγῶν καὶ ἡγίασαν τῷ Κυρίῳ Θεῷ αὐτῶν καὶ εἰσήνεγκαν καὶ ἔθηκαν σωροὺς σωρούς·
Β Παραλ. 31,6 Οσοι δε κατοικούσαν εις πόλστου Ιούδα και αυτοί προσέφεραν τα δέκατα από τους μόσχους, από τα πρόβατα, από τας αίγας των, τα οποία δέκατα αφιέρωσαν εις Κυριον τον Θεόν των. Τα προσέφεραν και τα ετοποθέτησαν στον ναόν ενώπιον του Κυρίου κατά ομάδας ομάδας.
Β Παραλ. 31,7 ἐν τῷ μηνὶ τῷ τρίτῳ ἤρξαντο οἱ σωροὶ θεμελιοῦσθαι, καὶ ἐν τῷ μηνὶ τῷ ἑβδόμῳ συνετελέσθησαν.
Β Παραλ. 31,7 Κατά τον τρίτον μήνα ήρχισε να γίνεται η συγκέντρωσις και ταξινόμησις όλων των αφιερωμάτων και κατά τον έβδομον μήνα ετελείωσεν.
Β Παραλ. 31,8 καὶ ἦλθεν Ἐζεκίας καὶ οἱ ἄρχοντες καὶ εἶδον τοὺς σωροὺς καὶ ηὐλόγησαν τὸν Κύριον καὶ τὸν λαὸν αὐτοῦ Ἰσραήλ.
Β Παραλ. 31,8 Ο Εζεκίας και οι άρχοντες των Ιουδαίων ήλθον και είδαν το πλήθος των διαφόρων αφιερωμάτων, εδόξασαν τον Κυριον και ευλόγησαν τον λαόν του, τον ισραηλιτικόν.
Β Παραλ. 31,9 καὶ ἐπυνθάνετο Ἐζεκίας τῶν ἱερέων καὶ τῶν Λευιτῶν ὑπὲρ τῶν σωρῶν,
Β Παραλ. 31,9 Ο Εζεκίας εζήτησε να μάθη από τους ιερείς και τους Λευίτας σχετικώς με τα πλήθη αυτά των προσφορών.
Β Παραλ. 31,10 καὶ εἶπε πρὸς αὐτὸν Ἀζαρίας ὁ ἱερεὺς ὁ ἄρχων εἰς οἶκον Σαδὼκ καὶ εἶπεν· ἐξ οὗ ἦρκται ἡ ἀπαρχὴ φέρεσθαι εἰς οἶκον Κυρίου, ἐφάγομεν καὶ ἐπίομεν καὶ κατελίπομεν ἕως εἰς πλῆθος, ὅτι Κύριος ηὐλόγησε τὸν λαὸν αὐτοῦ, καὶ κατελίπομεν ἐπὶ τὸ πλῆθος τοῦτο.
Β Παραλ. 31,10 Ο αρχιερεύς Αζαρίας, ο οποίος ήτο ο άρχων εις την οικογένειαν του Σαδώκ, απήντησε και είπε προς αυτόν· “από τότε που έγινεν η αρχή να προσφέρωνται αυταί αι απαρχαί στον ναόν του Κυρίου, εφάγομεν και επίομεν και εχορτάσαμεν και αφήσαμεν πολύ πλήθος περισσευμάτων, διότι ο Κυριος ηυλόγησε τον λαόν αυτού, ώστε να αφήσωμεν το πλήθος αυτό των περισσευμάτων”.
Β Παραλ. 31,11 καὶ εἶπεν Ἐζεκίας ἔτι ἑτοιμάσαι παστοφόρια εἰς οἶκον Κυρίου, καὶ ἡτοίμασαν.
Β Παραλ. 31,11 Ο Εζεκίας διέταξε να κατασκευάσουν δωμάτια πλησίον του ναού του Κυρίου, τα υποία πράγματι κατεσκεύασαν και ετακτοποίησαν.
Β Παραλ. 31,12 καὶ ἤνεγκαν ἐκεῖ τὰς ἀπαρχὰς καὶ τὰ ἐπιδέκατα ἐν πίστει, καὶ ἐπ᾿ αὐτῶν ἐπιστάτης Χωνενίας ὁ Λευίτης, καὶ Σεμεΐ ὁ ἀδελφὸς αὐτοῦ διαδεχόμενος,
Β Παραλ. 31,12 Εκεί μετέφεραν όλα όσα είχαν περισσεύσει από τας απαρχάς και από το δέκατον των προϊόντων. Επόπτης δε επάνω εις αυτά και υπεύθυνος ωρίσθη ο Λευίτης Χωνενίας και ως αντικαταστάτης αυτού ο αδελφός του ο Σεμεΐ.
Β Παραλ. 31,13 καὶ Ἰεϊὴλ καὶ Ὀζαζίας καὶ Ναὲθ καὶ Ἀσαὴλ καὶ Ἱεριμὼθ καὶ Ἰωζαβὰδ καὶ Ἐλιὴλ καὶ Σαμαχία καὶ Μαὰθ καὶ Βαναΐας καὶ οἱ υἱοὶ αὐτοῦ καθεσταμένοι διὰ Χωνενίου καὶ Σεμεΐ τοῦ ἀδελφοῦ αὐτοῦ, καθὼς προσέταξεν Ἐζεκίας ὁ βασιλεὺς καὶ Ἀζαρίας ὁ ἡγούμενος οἴκου Κυρίου.
Β Παραλ. 31,13 Ο δε Ιεϊήλ, ο Οζαζίας, ο Ναέθ, ο Ασαήλ, ο Ιεριμώθ, ο Ιωζαβάδ, ο Ελιήλ, ο Σαμαχίας, ο Μαάθ, ο Βαναΐας και οι υιοί αυτού είχαν διορισθή ως επόπται υπό την επίβλεψιν του Χωνενίου και του αδελφού του Σεμεΐ, όπως ακριβώς είχε διατάξει ο βασιλεύς Εζεκίας και ο αρχιερεύς Αζαρίας, ο οποίος ήτο και ο γενικός αρχηγός στον ναόν του Κυρίου.
Β Παραλ. 31,14 καὶ Κωρὴ ὁ τοῦ Ἰεμνὰ ὁ Λευίτης ὁ πυλωρὸς κατὰ ἀνατολὰς ἐπὶ τῶν δομάτων δοῦναι τὰς ἀπαρχὰς Κυρίου καὶ τὰ ἅγια τῶν ἁγίων
Β Παραλ. 31,14 Ο Κωρή, ο υιός του Ιεμνά ο Λευίτης, ήτο θυρωρός εις τας ανατολικάς αιθούσας του ναού και είχεν αναλάβει να κατανέμη τας προσφερομένας απαρχάς και τας άλλας αγιωτάτας προσφοράς.
Β Παραλ. 31,15 διὰ χειρὸς Ὀδὸμ καὶ Βενιαμὶν καὶ Ἰησοῦς καὶ Σεμεΐ καὶ Ἀμαρίας, καὶ Σεχονίας διὰ χειρὸς τῶν ἱερέων ἐν πίστει δοῦναι τοῖς ἀδελφοῖς αὐτῶν κατὰ τὰς ἐφημερίας, κατὰ τὸν μέγαν καὶ τὸν μικρόν,
Β Παραλ. 31,15 Αυτά δε τα διένεμε δια μέσου των βοηθών του, του Οδόμ, του Βενιαμίν, του Ιησού, του Σεμεΐ, του Αμαρία και του Σεχονία, οι οποίοι είχον αυτό το έργον να διανέμουν στους αδελφούς των τας προσφοράς δικαίως, κατά τας τάξεις αυτών, εις μεγάλους και εις μικρούς,
Β Παραλ. 31,16 ἐκτὸς τῆς ἐπιγονῆς τῶν ἀρσενικῶν ἀπὸ τριετοῦς καὶ ἐπάνω, παντὶ τῷ εἰσπορευομένῳ εἰς οἶκον Κυρίου, εἰς λόγον ἡμερῶν εἰς ἡμέραν, εἰς λειτουργίαν ἐφημερίαις διατάξεως αὐτῶν.
Β Παραλ. 31,16 όπως επίσης και δια τα άνω των τριών ετών άρρενα τέκνα όλων των ιερέων, οι οποίοι εισήρχοντο στον ναόν του Κυρίου δια τας υπηρεσίας εκάστης ημέρας, δια να προσφέρουν τας υπηρεσίας των, όπως ήτο καθωρισμένον δια την τάξιν των.
Β Παραλ. 31,17 οὗτος ὁ καταλοχισμὸς τῶν ἱερέων κατ᾿ οἴκους πατριῶν, καὶ οἱ Λευῖται ἐν ταῖς ἐφημερίαις αὐτῶν ἀπὸ εἰκοσαετοῦς καὶ ἐπάνω ἐν διατάξει,
Β Παραλ. 31,17 Αυτός ο κατάλογος των ιερέων είχε συνταχθή σύμφωνα με τας πατριαρχικάς οικογενείας. Οι Λευίται είχον και αυτοί εγγραφή εις καταλόγους από εικοσαετούς και άνω, δια να μετέχουν εις την διανομήν αυτήν κατά την τάξιν των.
Β Παραλ. 31,18 ἐν καταλοχίαις, ἐν πάσῃ ἐπιγονῇ υἱῶν αὐτῶν καὶ θυγατέρων αὐτῶν εἰς πᾶν πλῆθος, ὅτι ἐν πίστει ἥγνισαν τὸ ἅγιον
Β Παραλ. 31,18 Απεφασίσθη να εγγραφούν όλα τα τέκνα των, οι υιοί των και αι θυγατέρες των εν τω συνόλω, διότι αυτοί είχαν αφιερώσει εαυτούς πιστώς εις τα άγια.
Β Παραλ. 31,19 τοῖς υἱοῖς Ἀαρὼν τοῖς ἱερατεύουσι, καὶ οἱ ἀπὸ τῶν πόλεων αὐτῶν ἐν πάσῃ πόλει καὶ πόλει ἄνδρες, οἳ ὠνομάσθησαν ἐν ὀνόματι, δοῦναι μερίδα παντὶ ἀρσενικῷ ἐν τοῖς ἱερεῦσι καὶ παντὶ καταριθμουμένῳ ἐν τοῖς Λευίταις.
Β Παραλ. 31,19 Δια δε τους υιούς του Ααρών, τους ιερείς, οι οποίοι ευρίσκοντο εις τας αγροτικάς περιοχάς γύρω από τας πόλεις των, εις κάθε πόλιν υπήρχον άνδρες, οι οποίοι ονομαστί είχαν ορισθή, να δίδουν μερίδας εις όλα τα άρρενα παιδιά των ιερέων και εις όλους τους Λευίτας τους εγγεγραμμένους στους καταλόγους.
Β Παραλ. 31,20 καὶ ἐποίησεν οὕτως Ἐζεκίας ἐν παντὶ Ἰούδᾳ καὶ ἐποίησε τὸ καλὸν καὶ τὸ εὐθὲς ἐναντίον τοῦ Κυρίου Θεοῦ αὐτοῦ.
Β Παραλ. 31,20 Ετσι έκαμεν ο Εζεκίας καθ' όλην την Ιουδαίαν, έπραξε δηλαδή το καλόν και ευάρεστον ενώπιον Κυρίου του Θεού του.
Β Παραλ. 31,21 καὶ ἐν παντὶ ἔργῳ, ᾧ ἤρξατο ἐν ἐργασίᾳ ἐν οἴκῳ Κυρίου, καὶ ἐν τῷ νόμῳ καὶ ἐν τοῖς προστάγμασιν ἐξεζήτησε τὸν Θεὸν αὐτοῦ ἐξ ὅλης ψυχῆς αὐτοῦ καὶ ἐποίησε καὶ εὐωδώθη.
Β Παραλ. 31,21 Γενικώς κάθε έργον, το οποίον ανέλαβε να εκτελέση στον ναόν του Κυρίου, το έπραξε σύμφωνα με τον Νομον και τας εντολάς του Θεού, τον οποίον με όλην του την ψυχήν ελάτρευε. Κατ' αυτόν τον τρόπον ενήργησεν ο Εζεκίας και ευωδώθη εις την ζωήν του.


Μην ταράζεσθε και μην ανησυχείτε διότι αυτός που γνωρίζει όσα υποφέρετε
και είναι σε θέση να τα εμποδίσει είναι φανερό ότι δεν τα εμποδίζει, επειδή προνοεί και ενδιαφέρεται για σας.

Άβαταρ μέλους
ΠΟΠΗ
Δημοσιεύσεις: 808
Εγγραφή: Δευτ Ιούλ 30, 2012 3:29 pm
Επικοινωνία:

Re: ΠΑΡΑΛΕΙΠΟΜΕΝΩΝ Β’~Η ΒΑΣΙΛΕΙΑ ΤΟΥ ΣΟΛΟΜΩΝΤΑ

Δημοσίευσηαπό ΠΟΠΗ » Πέμ Νοέμ 01, 2012 5:26 pm

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 32
Η εισβολή των Ασσυρίων στο βασίλειο του Ιούδα.
Οι καυχησιολογίες και το οικτρό τέλος του Σενναχηρίμ.
Το τέλος της βασιλείας του Εζεκία.


Η εισβολή των Ασσυρίων στο βασίλειο του Ιούδα
Β Παραλ. 32,1 Καὶ μετὰ τοὺς λόγους τούτους καὶ τὴν ἀλήθειαν ταύτην ἦλθε Σενναχηρὶμ βασιλεὺς Ἀσσυρίων καὶ ἦλθεν ἐπὶ Ἰούδαν καὶ παρενέβαλεν ἐπὶ τὰς πόλεις τὰς τειχήρεις καὶ εἶπε προκαταλαβέσθαι αὐτάς.
Β Παραλ. 32,1 Επειτα από τα γεγονότα αυτά, τας συμφώνους προς το θέλημα του Θεού πράξεις αυτάς του Εζεκίου, ο Σενναχηρίμ ο βασιλεύς των Ασσυρίων εξεστράτευσεν εναντίον της Ιουδαίας, επολιόρκησε τας οχυράς πόλεις και έδωσε διαταγήν να τας καταλάβουν.
Β Παραλ. 32,2 καὶ εἶδεν Ἐζεκίας ὅτι ἥκει Σενναχηρὶμ καὶ τὸ πρόσωπον αὐτοῦ τοῦ πολεμῆσαι ἐπὶ Ἱερουσαλήμ,
Β Παραλ. 32,2 Οταν ο Εζεκίας είδεν ότι είχεν έλθει ο Σενναχηρίμ με τον σκοπόν να πολεμήση κατά της Ιερουσαλήμ,
Β Παραλ. 32,3 καὶ ἐβουλεύσατο μετὰ τῶν πρεσβυτέρων αὐτοῦ καὶ τῶν δυνατῶν ἐμφράξαι τὰ ὕδατα τῶν πηγῶν, ἃ ἦν ἔξω τῆς πόλεως, καὶ συνεπίσχυσαν αὐτῷ.
Β Παραλ. 32,3 συνεσκέφθη και απεφάσισε με τους πρεσβυτέρους της πόλεως και τους άλλους γενναίους άνδρας να κλείσουν τας πηγάς των υδάτων, που ήσαν έξω από την πόλιν της Ιερουσαλήμ. Οι πρεσβύτεροι και οι άλλοι τον ενεθάρρυναν στο έργον αυτό.
Β Παραλ. 32,4 καὶ συνήγαγε λαὸν πολὺν καὶ ἐνέφραξε τὰ ὕδατα τῶν πηγῶν καὶ τὸν ποταμὸν τὸν διορίζοντα διὰ τῆς πόλεως λέγων· μὴ ἔλθῃ βασιλεὺς Ἀσσοὺρ καὶ εὕρῃ ὕδωρ πολὺ καὶ κατισχύσῃ.
Β Παραλ. 32,4 Ο βασιλεύς συνεκέντρωσε πολύν λαόν και έφραξε τας πηγάς των υδάτων και το ποτάμι, που έρρεε πλησίον της πόλεως, λέγων· “αυτό γίνεται, δια να μη εύρη πολύ ύδωρ, όταν έλθη ο βασιλεύς των Ασσυρίων και μας νικήση”.
Β Παραλ. 32,5 καὶ κατίσχυσεν Ἐζεκίας καὶ ᾠκοδόμησε πᾶν τὸ τεῖχος τὸ κατεσκαμμένον καὶ πύργους καὶ ἔξω προτείχισμα ἄλλο καὶ κατίσχυσε τὸ ἀνάλημμα τῆς πόλεως Δαυὶδ καὶ κατεσκεύασεν ὅπλα πολλά.
Β Παραλ. 32,5 Ο Εζεκίας έλαβε θάρρος ανοικοδόμησεν όλον το τείχος της Ιερουσαλήμ, όπου αυτό είχε καταστροφή, και τους πύργους αυτού, έκτισεν άλλο τείχος έξω από την πόλιν και ενίσχυσε το φρούριον της πόλεως Δαυίδ. Επί πλέον δε κατεσκεύασε και πολλά όπλα.
Β Παραλ. 32,6 καὶ ἔθετο ἄρχοντας τοῦ πολέμου ἐπὶ τὸν λαόν, καὶ συνήχθησαν πρὸς αὐτὸν ἐπὶ τὴν πλατεῖαν τῆς πύλης τῆς φάραγγος, καὶ ἐλάλησεν ἐπὶ καρδίαν αὐτῶν λέγων·
Β Παραλ. 32,6 Ωρισε στρατιωτικούς αρχηγούς επί του στρατού, οι οποίοι και συνεκεντρώθησαν κοντά εις αυτόν εις την πλατείαν της πύλης της φάραγγος. Προς αυτούς ωμίλησεν εις τας καρδίας των ο βασιλεύς και είπε·
Β Παραλ. 32,7 ἰσχύσατε καὶ ἀνδρίζεσθε καὶ μὴ φοβηθῆτε, μηδὲ πτοηθῆτε ἀπὸ προσώπου βασιλέως Ἀσσοὺρ καὶ ἀπὸ προσώπου παντὸς τοῦ ἔθνους τοῦ μετ᾿ αὐτοῦ, ὅτι μεθ᾿ ἡμῶν πλείονες ἢ μετ᾿ αὐτοῦ·
Β Παραλ. 32,7 “έχετε θάρρος, φανήτε ανδρείοι, μη φοβηθήτε και μη πτοηθήτε εξ αιτίας του βασιλέως των Ασσυρίων και εξ αιτίας όλου του λαού, που ευρίσκεται μαζή του, διότι εκείνοι που είναι μαζή μας, είναι περισσότεροι, από εκείνους που είναι μαζή του.
Β Παραλ. 32,8 μετ᾿ αὐτοῦ βραχίονες σάρκινοι, μεθ᾿ ἡμῶν δὲ Κύριος ὁ Θεὸς ἡμῶν τοῦ σῴζειν καὶ τοῦ πολεμεῖν τὸν πόλεμον ἡμῶν. καὶ κατεθάρσησεν ὁ λαὸς ἐπὶ τοῖς λόγοις Ἐζεκίου βασιλέως Ἰούδα.
Β Παραλ. 32,8 Με τον βασιλέα των Ασσυρίων είναι βραχίονες σάρκινοι, ενώ μαζή μας είναι Κυριος ο Θεός μας, ο οποίος είναι ικανός να μας σώζη από κινδύνους, να αναλαμβάνη και οδηγή εις νίκην τον πόλεμάν μας”. Ο λαός επήρε θάρρος από τα λόγια αυτά του Εζεκίου βασιλέως των Ιουδαίων.

Οι καυχησιολογίες και το οικτρό τέλος του Σενναχηρίμ
Β Παραλ. 32,9 καὶ μετὰ ταῦτα ἀπέστειλε Σενναχηρὶμ βασιλεὺς Ἀσσυρίων τοὺς παῖδας ἑαυτοῦ ἐπὶ Ἱερουσαλήμ, καὶ αὐτὸς ἐπὶ Λαχὶς καὶ πᾶσα ἡ στρατιὰ μετ᾿ αὐτοῦ, καὶ ἀπέστειλε πρὸς Ἐζεκίαν βασιλέα Ἰούδα καὶ πρὸς πάντα Ἰούδα τὸν ἐν Ἱερουσαλὴμ λέγων·
Β Παραλ. 32,9 Μετά ταύτα ο Σενναχηρίμ, ο βασιλεύς των Ασσυρίων, απέστειλε μερικούς δούλους του εναντίον της Ιερουσαλήμ, αυτός δε και μαζή με αυτόν όλος ο στρατός του παρέμειναν εις την Λαχίς. Εστειλε δε τους άνδρας αυτούς προς τον Εζεκίαν και προς όλους τους Ιουδαίους, οι οποίοι ευρίσκοντο εις την Ιερουσαλήμ, και τους είπε·
Β Παραλ. 32,10 οὕτως λέγει Σενναχηρὶμ βασιλεὺς Ἀσσυρίων· ἐπὶ τί ὑμεῖς πεποίθατε καὶ καθήσεσθε ἐν τῇ περιοχῇ ἐν Ἱερουσαλήμ;
Β Παραλ. 32,10 “Αυτά λέγει ο Σενναχηρίμ ο βασιλεύς των Ασσυρίων. Που σεις στηρίζετε την πεποίθησίν σας και μένετε περικυκλωμένοι μέσα εις την Ιερουσαλήμ;
Β Παραλ. 32,11 οὐχὶ Ἐζεκίας ἀπατᾷ ὑμᾶς τοῦ παραδοῦναι ὑμᾶς εἰς θάνατον καὶ εἰς λιμὸν καὶ εἰς δίψαν λέγων· Κύριος ὁ Θεὸς ἡμῶν σώσει ἡμᾶς ἐκ χειρὸς βασιλέως Ἀσσούρ;
Β Παραλ. 32,11 Ο Εζεκίας δεν είναι εκείνος, ο οποίος σας εξαπατά δια να σας παραδώση εις βέβαιον θάνατον, εις την πείναν και την δίψαν λέγων ότι, τάχα, Κυριος ο Θεός μας θα μας σώση από τα χέρια των Ασσυρίων;
Β Παραλ. 32,12 οὐχ οὗτός ἐστιν Ἐζεκίας, ὃς περιεῖλε τὰ θυσιαστήρια αὐτοῦ καὶ τὰ ὑψηλὰ αὐτοῦ καὶ εἶπε τῷ Ἰούδᾳ καὶ τοῖς κατοικοῦσιν ἐν Ἱερουσαλὴμ λέγων· κατέναντι τοῦ θυσιαστηρίου τούτου προσκυνήσετε καὶ ἐπ᾿ αὐτῷ θυμιάσατε;
Β Παραλ. 32,12 Αυτός ο Εζεκίας δεν είναι εκείνος που κατέστρεψε τα θυσιαστήρια του ειδωλικού θεού και τους υψηλούς ειδωλολατρικούς τόπους και είπεν εις όλους τους Ιουδαίους και ειδικότερα στους κατοίκους της Ιερουσαλήμ ότι μόνον ενώπιον του θυσιαστηρίου αυτού, που υπάρχει στον ναόν, θα προσκυνήτε και επάνω εις αυτό θα προσφέρετε το θυμίαμα;
Β Παραλ. 32,13 οὐ γνώσεσθε ὅ,τι ἐποίησα ἐγὼ καὶ οἱ πατέρες μου πᾶσι τοῖς λαοῖς τῶν χωρῶν; μὴ δυνάμενοι ἠδύναντο θεοὶ τῶν ἐθνῶν πάσης τῆς γῆς σῶσαι τὸν λαὸν αὐτῶν ἐκ χειρός μου;
Β Παραλ. 32,13 Δεν έχετε μάθει όσα εγώ και οι προκάτοχοί μου βασιλείς έχομεν κάμει εις όλους τους λαούς των γύρω χωρών; Μηπως, τάχα και ημπόρεσαν καθόλου οι θεοί των άλλων εθνών όλης της γης να σώσουν τους λαούς των από το χέρια μου;
Β Παραλ. 32,14 τίς ἐν πᾶσι τοῖς θεοῖς τῶν ἐθνῶν τούτων, οὓς ἐξωλόθρευσαν οἱ πατέρες μου; μὴ ἐδύναντο σῶσαι τὸν λαὸν αὐτῶν ἐκ χειρός μου, ὅτι δυνήσεται ὁ Θεὸς ὑμῶν σῶσαι ὑμᾶς ἐκ χειρός μου;
Β Παραλ. 32,14 Μεταξύ όλων των άλλων θεών, που λατρεύουν τα έθνη αυτά, τα οποία οι προκάτοχοί μου κατέστρεψαν, ποίος θεός υπήρξε που ημπόρεσε να σώση τον λαόν του από τα χέρια μου, ώστε να πιστεύσετε και σεις ότι ημπορεί ο Θεός σας να σας σώση από τα χέρια μου;
Β Παραλ. 32,15 νῦν οὖν μὴ ἀπατάτω ὑμᾶς Ἐζεκίας καὶ μὴ πεποιθέναι ὑμᾶς ποιείτω κατὰ ταῦτα, καὶ μὴ πιστεύετε αὐτῷ· ὅτι οὐ μὴ δύνηται ὁ Θεὸς παντὸς ἔθνους καὶ βασιλείας τοῦ σῶσαι τὸν λαὸν αὐτοῦ ἐκ χειρός μου καὶ ἐκ χειρὸς πατέρων μου, ὅτι ὁ Θεὸς ὑμῶν οὐ μὴ σώσει ὑμᾶς ἐκ χειρός μου.
Β Παραλ. 32,15 Τωρα, λοιπόν, ας μη σας εξαπατά ο Εζεκίας και ας μη σας παρασύρη να έχετε πεποίθησιν εις αυτά και να πράξετε, όπως αυτός σας λέγει. Μη τον πιστεύετε, διότι δεν θα ημπορέση κανένας θεός, οιουδήποτε έθνους και οιασδήποτε βασιλείας να σώση τον λαόν του από τα χέρια μου, όπως δεν τον έσωσεν από τα χέρια των πατέρων μου. Επαναλαμβάνω, ότι ο Θεός σας δεν θα σας σώση από το χέρι μου”.
Β Παραλ. 32,16 καὶ ἔτι ἐλάλησαν οἱ παῖδες αὐτοῦ ἐπὶ τὸν Κύριον Θεὸν καὶ ἐπὶ Ἐζεκίαν παῖδα αὐτοῦ.
Β Παραλ. 32,16 Είπαν ακόμη περισσότερα οι δούλοι του Σενναχηρίμ εναντίον Κυρίου του Θεού και εναντίον του Εζεκίου του δούλου του.
Β Παραλ. 32,17 καὶ βιβλίον ἔγραψεν ὀνειδίζειν τὸν Κύριον Θεὸν Ἰσραὴλ καὶ εἶπε περὶ αὐτοῦ λέγων· ὡς οἱ θεοὶ τῶν ἐθνῶν τῆς γῆς οὐκ ἐξείλαντο λαοὺς αὐτῶν ἐκ χειρός μου, οὕτως οὐ μὴ ἐξέληται ὁ Θεὸς Ἐζεκίου λαὸν αὐτοῦ ἐκ χειρός μου,
Β Παραλ. 32,17 Εγραψε δε ο βασιλεύς Σενναχηρίμ επιστολήν, δια να υβρίση Κυριον τον Θεόν του Ισραήλ λέγων εναντίον του Θεού· “όπως οι θεοί των άλλων εθνών της γης δεν έσωσαν τους λαούς των από τα χέρια μου, κατά παρόμοιον τρόπον και ο Θεός του Εζεκίου δεν θα σώση τον λαόν του από τα χέρια μου”.
Β Παραλ. 32,18 καὶ ἐβόησε φωνῇ μεγάλῃ Ἰουδαϊστὶ ἐπὶ τὸν λαὸν Ἱερουσαλὴμ τὸν ἐπὶ τοῦ τείχους, τοῦ φοβῆσαι αὐτοὺς καὶ κατασπάσαι, ὅπως προκαταλάβωνται τὴν πόλιν.
Β Παραλ. 32,18 Ενας δε από τους δούλους του Σενναχηρίμ εκραύγασε με μεγάλην φωνήν εις την γλώσσαν την ιουδαϊκήν προς τον λαόν της Ιερουσαλήμ, που ευρίσκετο επάνω στο τείχος, δια να εκφοβίση και καταπτοήση αυτούς και ημπορέσουν έτσι οι Ασσύριοι να καταλάβουν την πόλιν.
Β Παραλ. 32,19 καὶ ἐλάλησεν ἐπὶ Θεὸν Ἱερουσαλήμ, ὡς καὶ ἐπὶ θεοὺς λαῶν τῆς γῆς, ἔργα χειρῶν ἀνθρώπων.
Β Παραλ. 32,19 Αυτός ο δούλος του Σενναχηρίμ ωμίλησεν εναντίον του Θεού της Ιερουσαλήμ, όπως θα ωμιλούσε και εναντίον των ειδωλολατρικών θεών των λαών της γης, οι οποίοι ήσαν έργα χειρών ανθρώπων.
Β Παραλ. 32,20 καὶ προσηύξατο Ἐζεκίας ὁ βασιλεὺς καὶ Ἡσαΐας υἱὸς Ἀμὼς ὁ προφήτης περὶ τούτων καὶ ἐβόησαν εἰς τὸν οὐρανόν.
Β Παραλ. 32,20 Ο Εζεκίας και ο προφήτης Ησαΐας ο υιός του Αμώς ακούσαντες τους υβριστικούς αυτούς λόγους προσηυχήθησαν προς τον Θεόν, η δε κραυγή των ανέβηκεν έως στον ουρανόν.
Β Παραλ. 32,21 καὶ ἀπέστειλε Κύριος ἄγγελον, καὶ ἐξέτριψε πάντα δυνατὸν πολεμιστὴν καὶ ἄρχοντα καὶ στρατηγὸν ἐν τῇ παρεμβολῇ βασιλέως Ἀσσούρ, καὶ ἀπέστρεψε μετὰ αἰσχύνης προσώπου εἰς τὴν γῆν ἑαυτοῦ. καὶ ἦλθεν εἰς οἶκον Θεοῦ αὐτοῦ, καὶ τῶν ἐξελθόντων ἐκ κοιλίας αὐτοῦ κατέβαλον αὐτὸν ἐν ῥομφαίᾳ.
Β Παραλ. 32,21 Ο δε Κυριος έστειλεν άγγελον από τον ουρανόν, ο οποίος εξεπάστρεψε κάθε γενναίον πολεμιστήν και άρχοντα και στρατηγόν στο στρατόπεδον του βασιλέως της Ασσυρίας. Ετσι δε ο βασιλεύς αυτός κατεντροπιασμένος ανεχώρησε και επανήλθεν εις την πατρίδα του. Οταν έφθασεν εκεί, εισήλθεν στον ναόν του θεού του. Μερικοί όμως από τους υιούς του τον εφόνευσαν δια ρομφαίας.
Β Παραλ. 32,22 καὶ ἔσωσε Κύριος τὸν Ἐζεκίαν καὶ τοὺς κατοικοῦντας ἐν Ἱερουσαλὴμ ἐκ χειρὸς Σενναχηρὶμ βασιλέως Ἀσσοὺρ καὶ ἐκ χειρὸς πάντων καὶ κατέπαυσεν αὐτοὺς κυκλόθεν.
Β Παραλ. 32,22 Ετσι δε ο Κυριος έσωσε τον Εζεκίαν και όλους τους κατοίκους της Ιερουσαλήμ από τα χέρια του Σενναχηρίμ, του βασιλέως των Ασσυρίων, και από τα χέρια όλων των άλλων εχθρών. Ανέπαυσε και περιεφρούρησε τον Εζεκίαν και τους κατοίκους της Ιερουσαλήμ από τους κύκλω εχθρούς των.
Β Παραλ. 32,23 καὶ πολλοὶ ἔφερον δῶρα τῷ Κυρίῳ εἰς Ἱερουσαλὴμ καὶ δόματα τῷ Ἐζεκίᾳ βασιλεῖ Ἰούδα, καὶ ὑπερήρθη κατ᾿ ὀφθαλμοὺς πάντων τῶν ἐθνῶν μετὰ ταῦτα.
Β Παραλ. 32,23 Πολλοί προσέφεραν αφιερώματα προς τον Κυριον εις την Ιερουσαλήμ και δώρα στον Εζεκίαν βασιλέα των Ιουδαίων. Ο δε Εζεκίας έπειτα από αυτά εξυψώθη εις τα μάτια όλων των εθνών.

Το τέλος της βασιλείας του Εζεκία
Β Παραλ. 32,24 Ἐν ταῖς ἡμέραις ἐκείναις ἠῤῥώστησεν Ἐζεκίας ἕως θανάτου· καὶ προσηύξατο πρὸς Κύριον, καὶ ἐπήκουσεν αὐτῷ, καὶ σημεῖον ἔδωκεν αὐτῷ.
Β Παραλ. 32,24 Κατά τας ημέρας εκείνας αρρώστησεν ο Εζεκίας μέχρι θανάτου, προσηυχήθη όμως προς τον Κυριον, ο δε Κυριος ήκουσε την προσευχήν του και του έδωσε κάποιον σημείον εις θαυματουργικήν θεραπείαν του.
Β Παραλ. 32,25 καὶ οὐ κατὰ τὸ ἀνταπόδομα, ὃ ἔδωκεν αὐτῷ ἀνταπέδωκεν Ἐζεκίας, ἀλλὰ ὑψώθη ἡ καρδία αὐτοῦ, καὶ ἐγένετο ἐπ᾿ αὐτὸν ὀργὴ καὶ ἐπὶ Ἰούδαν καὶ Ἱερουσαλήμ.
Β Παραλ. 32,25 Ο Εζεκίας όμως δεν απέδωσε προς τον Κυριον ανάλογον ευγνωμοσύνην προς την δωρεάν, που έλαβε, διότι η καρδία του υπερηφανεύθη. Δι' αυτό και εξέσπασεν εναντίον αυτού και εναντίον των Ιουδαίων των κατοίκων της Ιερουσαλήμ η οργή του Κυρίου.
Β Παραλ. 32,26 καὶ ἐταπεινώθη Ἐζεκίας ἀπὸ τοῦ ὕψους τῆς καρδίας αὐτοῦ αὐτὸς καὶ οἱ κατοικοῦντες Ἱερουσαλήμ, καὶ οὐκ ἐπῆλθεν ἐπ᾿ αὐτοὺς ὀργὴ Κυρίου ἐν ταῖς ἡμέραις Ἐζεκίου.
Β Παραλ. 32,26 Αλλά ο Εζεκίας εταπεινώθη από την υπερηφάνειαν της καρδίας του, αυτός και οι κάτοικοι της Ιερουσαλήμ. Ετσι δε δεν επήλθεν εναντίον των η οργή του Κυρίου κατά τας ημέρας του Εζεκίου.
Β Παραλ. 32,27 καὶ ἐγένετο τῷ Ἐζεκίᾳ πλοῦτος καὶ δόξα πολλὴ σφόδρα, καὶ θησαυροὺς ἐποίησεν αὐτῷ ἀργυρίου καὶ χρυσίου καὶ τοῦ λίθου τοῦ τιμίου καὶ εἰς τὰ ἀρώματα καὶ ὁπλοθήκας καὶ εἰς σκεύη ἐπιθυμητὰ
Β Παραλ. 32,27 Ο Εζεκίας απέκτησε πολύν πλούτον και πολύ μεγάλην δόξαν. Εθησαύρισεν άργυρον, χρυσόν, πολυτίμους λίθους, αρώματα, οπλοθήκας και άλλα πολύτιμα αντικείμενα.
Β Παραλ. 32,28 καὶ πόλεις εἰς τὰ γεννήματα τοῦ σίτου καὶ οἴνου καὶ ἐλαίου καὶ κώμας καὶ φάτνας παντὸς κτήνους καὶ μάνδρας εἰς τὰ ποίμνια
Β Παραλ. 32,28 Ωρισε πόλεις δια την συγκέντρωσιν των προϊόντων του σίτου, του οίνου, και του ελαίου. Εκτισε κώμας, όπως επίσης φάτνας δια τα κτήνη και μάνδρας δια τα ποίμνια.
Β Παραλ. 32,29 καὶ πόλεις, ἃς ᾠκοδόμησεν αὐτῷ, καὶ ἀποσκευὴν προβάτων καὶ βοῶν εἰς πλῆθος, ὅτι ἔδωκεν αὐτῷ Κύριος ἀποσκευὴν πολλὴν σφόδρα.
Β Παραλ. 32,29 Ανοικοδόμησε πόλεις και απέκτησε πολλά πρόβατα και πλήθος βοών, διότι ο Κυριος του έδωκε πάρα πολλά πλούτη.
Β Παραλ. 32,30 αὐτὸς Ἐζεκίας ἐνέφραξε τὴν ἔξοδον τοῦ ὕδατος Γιὼν τὸ ἄνω καὶ κατηύθυνεν αὐτὰ κάτω πρὸς λίβα τῆς πόλεως Δαυίδ· καὶ εὐωδώθη Ἐζεκίας ἐν πᾶσι τοῖς ἔργοις αὐτοῦ.
Β Παραλ. 32,30 Ο Εζεκίας ήτο εκείνος, που έκλεισε τας άνω πηγάς της Γιών και κατηύθυνε τα ύδατα κατ' ευθείαν κάτω προς την νοτίαν πλευράν της πόλεως του Δαυίδ. Ο Εζεκίας ευδοκιμούσεν εις όλα τα έργα του.
Β Παραλ. 32,31 καὶ οὕτως τοῖς πρεσβευταῖς τῶν ἀρχόντων ἀπὸ Βαβυλῶνος τοῖς ἀποσταλεῖσι πρὸς αὐτὸν πυθέσθαι παρ᾿ αὐτοῦ τό τέρας, ὃ ἐγένετο ἐπὶ τῆς γῆς, ἐγκατέλιπεν αὐτὸν Κύριος τοῦ πειράσαι αὐτόν, εἰδέναι τὰ ἐν τῇ καρδίᾳ αὐτοῦ.
Β Παραλ. 32,31 Εις την περίπτωσιν όμως των απεσταλμένων εκ μέρους των αρχόντων της Βαβυλώνος, οι οποίοι είχαν αποσταλή εις αυτόν, δια να τον ερωτήσουν περί του θαύματος, που έγινεν εις την χώραν του, ο Θεός τον εγκατέλειψε, δια να τον δοκιμάση, ώστε να γίνουν γνωστά όλα όσα υπήρχον εις την καρδίαν του.
Β Παραλ. 32,32 καὶ τὰ λοιπὰ τῶν λόγων Ἐζεκίου καὶ τὸ ἔλεος αὐτοῦ ἰδοὺ γέγραπται ἐν τῇ προφητείᾳ Ἡσαΐου υἱοῦ Ἀμὼς τοῦ προφήτου καὶ ἐπὶ βιβλίου βασιλέων Ἰούδα καὶ Ἰσραήλ.
Β Παραλ. 32,32 Τα υπόλοιπα έργα του Εζεκίου και αι καλαί αυτού πράξεις είναι γραμμένοι εις την προφητείαν του προφήτου Ησαΐου, υιού του Αμώς, και στο βιβλίον των βασιλέων Ιούδα και Ισραήλ.
Β Παραλ. 32,33 καὶ ἐκοιμήθη Ἐζεκίας μετὰ τῶν πατέρων αὐτοῦ, καὶ ἔθαψαν αὐτὸν ἐν ἀναβάσει τάφων υἱῶν Δαυίδ, καὶ δόξαν καὶ τιμὴν ἔδωκαν αὐτῷ ἐν τῷ θανάτῳ αὐτοῦ πᾶς Ἰούδα καὶ οἱ κατοικοῦντες ἐν Ἱερουσαλήμ· καὶ ἐβασίλευσε Μανασσῆς υἱὸς αὐτοῦ ἀντ᾿ αὐτοῦ.
Β Παραλ. 32,33 Ο Εζεκίας εκοιμήθη και ετάφη με τους προπάτοράς του εις ένα ύψωμα των τάφων των απογόνων του Δαυίδ. Ολοι δε οι Ιουδαίοι και οι κάτοικοι της Ιερουσαλήμ απέδωσαν εις αυτόν δόξαν και τιμήν κατά τον θάνατόν του. Αντί δε αυτού έγινε βασιλεύς ο υιός του ο Μανασσής.


Μην ταράζεσθε και μην ανησυχείτε διότι αυτός που γνωρίζει όσα υποφέρετε
και είναι σε θέση να τα εμποδίσει είναι φανερό ότι δεν τα εμποδίζει, επειδή προνοεί και ενδιαφέρεται για σας.

Άβαταρ μέλους
ΠΟΠΗ
Δημοσιεύσεις: 808
Εγγραφή: Δευτ Ιούλ 30, 2012 3:29 pm
Επικοινωνία:

Re: ΠΑΡΑΛΕΙΠΟΜΕΝΩΝ Β’~Η ΒΑΣΙΛΕΙΑ ΤΟΥ ΣΟΛΟΜΩΝΤΑ

Δημοσίευσηαπό ΠΟΠΗ » Πέμ Νοέμ 01, 2012 5:27 pm

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 33- Η βασιλεία του Μανασσή και του Αμών στον Ιούδα.

Η βασιλεία του Μανασσή στον Ιούδα
Β Παραλ. 33,1 Ὢν δεκαδύο ἐτῶν Μανασσῆς ἐν τῷ βασιλεῦσαι αὐτὸν καὶ πεντηκονταπέντε ἔτη ἐβασίλευσεν ἐν Ἱερουσαλήμ.
Β Παραλ. 33,1 Ο Μανασσής ανήλθεν στον βασιλικόν θρόνον, όταν ήτο δώδεκα ετών. Εβασίλευσε δε εις την Ιερουσαλήμ επί πεντήκοντα πέντε έτι.
Β Παραλ. 33,2 καὶ ἐποίησε τὸ πονηρὸν ἐναντίον Κυρίου ἀπὸ πάντων τῶν βδελυγμάτων τῶν ἐθνῶν, οὓς ἐξωλόθρευσε Κύριος ἀπὸ προσώπου τῶν υἱῶν Ἰσραήλ.
Β Παραλ. 33,2 Εξέκλινεν όμως από τον δρόμον του Θεού και διέπραξε τας πονηράς πράξεις της ειδωλολατρείας ενώπιον του Κυρίου. Κατεσκεύασεν αγάλματα όλων των βδελυρών θεοτήτων, που είχαν τα άλλα έθνη, τα οποία ο Κυριος εξωλόθρευσεν εμπρός από τους Ισραηλίτας.
Β Παραλ. 33,3 καὶ ἐπέστρεψε καὶ ᾠκοδόμησε τὰ ὑψηλά, ἃ κατέσπασεν Ἐζεκίας ὁ πατὴρ αὐτοῦ, καὶ ἔστησε στήλας τοῖς Βααλὶμ καὶ ἐποίησεν ἄλση καὶ προσεκύνησε πάσῃ τῇ στρατιᾷ τοῦ οὐρανοῦ καὶ ἐδούλευσεν αὐτοῖς.
Β Παραλ. 33,3 Εκτισε πάλιν τους υψηλούς τόπους, τους οποίους ο πατήρ του ο Εζεκίας είχε κατεδαφίσει, έστησε ειδωλολατρικάς στήλας εις τα είδωλα του Βαάλ, καθιέρωσεν άλση προς τιμήν της Αστάρτης, προσεκύνησεν όλην την στρατιάν των αστέρων του ουρανού και έγινε δούλος εις τα είδωλα.
Β Παραλ. 33,4 καὶ ᾠκοδόμησε θυσιαστήρια ἐν οἴκῳ Κυρίου, οὗ εἶπε Κύριος· ἐν Ἱερουσαλὴμ ἔσται τὸ ὄνομά μου εἰς τὸν αἰῶνα.
Β Παραλ. 33,4 Ανοικοδόμησε μάλιστα και ειδωλολατρικά θυσιαστήρια εντός του ναού του Κυρίου στον τόπον, δια τον οποίον ο Κυριος είχεν είπει· “εις την Ιερουσαλήμ θα είναι και θα ακούεται αιωνίως το Ονομά μου”.
Β Παραλ. 33,5 καὶ ᾠκοδόμησε θυσιαστήρια πάσῃ τῇ στρατιᾷ τοῦ οὐρανοῦ ἐν ταῖς δυσὶν αὐλαῖς οἴκου Κυρίου.
Β Παραλ. 33,5 Ανοικοδόμησε θυσιαστήρια εις τας δύο αυλάς του ναού του Κυρίου προς τιμήν όλης της στρατιάς των αστέρων του ουρανού.
Β Παραλ. 33,6 καὶ αὐτὸς διήγαγε τὰ τέκνα αὐτοῦ ἐν πυρὶ ἐν Γεβενεννὸμ καὶ ἐκληδονίζετο καὶ οἰωνίζετο καὶ ἐφαρμακεύετο καὶ ἐποίησεν ἐγγαστριμύθους καὶ ἐπᾳοιδούς· καὶ ἐπλήθυνε τοῦ ποιῆσαι τὸ πονηρὸν ἐναντίον Κυρίου τοῦ παροργίσαι αὐτόν.
Β Παραλ. 33,6 Επέρασεν ο ίδιος τα παιδιά του με το εξαγνιστικόν, τάχα, πυρ, όπως εσυνήθιζαν οι ειδωλολάτραι εις την Γεβενεννόμ, εσυμβουλεύετο τους μάντεις, τους οιωνοσκόπους, τους μάγους, ανέδειξεν ανθρώπους που ωμιλούσαν με την κοιλίαν, και άλλους οι οποίοι έψαλλον μαγικά άσματα. Ετσι δε διέπραξε πλήθος πονηρά έργα της ειδωλολατρείας, ώστε να εξοργίση εναντίον του τον Θεόν.
Β Παραλ. 33,7 καὶ ἔθηκε τὸ γλυπτὸν καὶ τὸ χωνευτόν, εἰκόνα ἣν ἐποίησεν, ἐν οἴκῳ Θεοῦ, οὗ εἶπε Θεὸς πρὸς Δαυὶδ καὶ πρὸς Σαλωμὼν υἱὸν αὐτοῦ· ἐν τῷ οἴκῳ τούτῳ καὶ Ἱερουσαλήμ, ἣν ἐξελεξάμην ἐκ πασῶν φυλῶν Ἰσραήλ, θήσω τὸ ὄνομά μου εἰς τὸν αἰῶνα·
Β Παραλ. 33,7 Κατεσκεύασεν ένα γλυπτόν άγαλμα και ένα άλλο χυτόν και τα ετοποθέτησεν στον ναόν του Θεού, εκεί όπου ο Θεός είπε προς τον Δαυίδ και προς τον υιόν του τον Σολομώντα, ότι “στον ναόν αυτόν και εις την πόλιν αυτήν την Ιερουσαλήμ, την οποίαν εγώ εξέλεξα από όλας τας φυλάς του ισραηλιτικού λαού, θα θέσω το Ονομά μου, δια να είναι και να ακούεται στους αιώνας.
Β Παραλ. 33,8 καὶ οὐ προσθήσω σαλεῦσαι τὸν πόδα Ἰσραὴλ ἀπὸ τῆς γῆς, ἧς ἔδωκα τοῖς πατράσιν αὐτῶν, πλὴν ἐὰν φυλάσσωνται τοῦ ποιῆσαι πάντα, ἃ ἐνετειλάμην αὐτοῖς, κατὰ πάντα τὸν νόμον καὶ τὰ προστάγματα καὶ τὰ κρίματα ἐν χειρὶ Μωϋσῆ.
Β Παραλ. 33,8 Δεν θα αφήσω πλέον να σαλευθή το πόδι του ισραηλιτικού μου λαού από την χώραν αυτήν, την οποίαν έδωκα στους πατέρας των, υπό τον όρόν όμως να προσέξουν αυτοί να εφαρμόζουν όλα όσα τους έχω διατάξει σύμφωνα με τον Νομον και με τα προστάγματα και τας θείας αποφάσεις, που έχουν δοθή δια του Μωϋσέως”.
Β Παραλ. 33,9 καὶ ἐπλάνησε Μανασσῆς τὸν Ἰούδαν καὶ τοὺς κατοικοῦντας ἐν Ἱερουσαλὴμ τοῦ ποιῆσαι τὸ πονηρὸν ὑπὲρ πάντα τὰ ἔθνη, ἃ ἐξῇρε Κύριος ἀπὸ προσώπου υἱῶν Ἰσραήλ.
Β Παραλ. 33,9 Ο Μανασσής όχι μόνον εξέκλινεν ο ίδιος εις την ειδωλολατρείαν, αλλά παρεπλάνησε και τους Ιουδαίους γενικώς και τους κατοίκους της Ιερουσαλήμ, ώστε και αυτοί να υποπέσουν στο μεγάλον κακόν της ειδωλολατρείας, και μάλιστα περισσότερον από όλα τα αλλά έθνη, τα οποία είχεν αποδιώξει ο Κυριος από το πρόσωπον των Ισραηλιτών.
Β Παραλ. 33,10 καὶ ἐλάλησε Κύριος ἐπὶ Μανασσῆ καὶ ἐπὶ τὸν λαὸν αὐτοῦ, καὶ οὐκ ἐπήκουσαν.
Β Παραλ. 33,10 Ωμίλησεν ο Κυριος στον Μανασσήν και στον λαόν αυτού και τους συνέστησε να μετανοήσουν. Εκείνοι όμως δεν υπήκουσαν εις την προτροπήν του Κυρίου.
Β Παραλ. 33,11 καὶ ἤγαγε Κύριος ἐπ᾿ αὐτοὺς τοὺς ἄρχοντας τῆς δυνάμεως τοῦ βασιλέως Ἀσσούρ, καὶ κατέλαβον τὸν Μανασσῆ ἐν δεσμοῖς καὶ ἔδησαν αὐτὸν ἐν πέδαις καὶ ἤγαγον εἰς Βαβυλῶνα.
Β Παραλ. 33,11 Δια τούτο ο Κυριος έφερεν εναντίον αυτών τους στρατηγούς του στρατού του βασιλέως της Ασσυρίας, οι οποίοι και συνέλαβον τον Μανασσήν, τον έδεσαν και δεμένον με χειροπέδας τον έφεραν εις την Βαβυλώνα.
Β Παραλ. 33,12 καὶ ὡς ἐθλίβη, ἐζήτησε τὸ πρόσωπον Θεοῦ τοῦ Κυρίου αὐτοῦ καὶ ἐταπεινώθη σφόδρα ἀπὸ προσώπου Θεοῦ πατέρων αὐτοῦ.
Β Παραλ. 33,12 Ο Μανασσής επειδή κατεβαρύνθη πολύ από την θλίψιν, ικέτευσε Κυριον τον Θεόν, εταπεινώθη πάρα πολύ ενώπιον του Θεού των πατέρων του
Β Παραλ. 33,13 καὶ προσηύξατο πρὸς αὐτόν, καὶ ἐπήκουσεν αὐτοῦ· καὶ ἐπήκουσε τῆς βοῆς αὐτοῦ καὶ ἐπέστρεψεν αὐτὸν εἰς Ἱερουσαλὴμ ἐπὶ τὴν βασιλείαν αὐτοῦ· καὶ ἔγνω Μανασσῆς, ὅτι Κύριος αὐτός ἐστι Θεός.
Β Παραλ. 33,13 και προσευχήθη προς τον Θεόν. Ο δε Θεός ήκουσε την θερμήν προσευχήν του, τον απηλευθέρωσε και τον επανέφερεν εις την Ιερουσαλήμ στον βασιλικόν του θρόνον. Ο Μανασσής έμαθε τότε καλά, ότι ο Κυριος αυτός είναι ο αληθινός Θεός.
Β Παραλ. 33,14 καὶ μετὰ ταῦτα ᾠκοδόμησε τεῖχος ἔξω τῆς πόλεως Δαυὶδ ἀπὸ λιβὸς κατὰ Γιὼν ἐν τῷ χειμάῤῥῳ καὶ κατὰ τὴν εἴσοδον τὴν διὰ τῆς πύλης τῆς ἰχθυϊκῆς ἐκπορευομένων τὴν πύλην τὴν κυκλόθεν καὶ εἰς Ὀφλὰ καὶ ὕψωσε σφόδρα. καὶ κατέστησεν ἄρχοντας τῆς δυνάμεως ἐν πάσαις ταῖς πόλεσι ταῖς τειχήρεσιν ἐν Ἰούδᾳ
Β Παραλ. 33,14 Μετά ταύτα ο Μανασσής οικοδόμησε το έξω από την πόλιν Δαυίδ τείχος προς δυσμάς πλησίον της πηγής Γιών και του χειμάρρου Κέδρων μέχρι της εισόδου της πύλης των ιχθύων, ώστε αυτό περιέκλεισε την έξοδον της πύλης, την Οφλά. Υψωσε αυτό εις μέγα ύψος, εγκατέστησε δε διοικητάς του στρατού εις όλας τας οχυράς πόλεις της Ιουδαίας.
Β Παραλ. 33,15 καὶ περιεῖλε τοὺς θεοὺς τοὺς ἀλλοτρίους καὶ τὸ γλυπτὸν ἐξ οἴκου Κυρίου καὶ πάντα τὰ θυσιαστήρια, ἃ ᾠκοδόμησεν ἐν ὄρει οἴκου Κυρίου καὶ ἐν Ἱερουσαλὴμ καὶ ἔξωθεν τῆς πόλεως.
Β Παραλ. 33,15 Εξέβαλε τα αγάλματα των ξένων θεών και το γλυπτόν άγαλμα από τον ναόν του Κυρίου. Επίσης εκρήμνισεν όλα τα θυσιαστήρια, τα οποία είχεν οικοδομήσει στο όρος του ναού του Κυρίου εν Ιερουσαλήμ και έξω από την πόλιν.
Β Παραλ. 33,16 καὶ κατώρθωσε τὸ θυσιαστήριον Κυρίου καὶ ἐθυσίασεν ἐπ᾿ αὐτὸ θυσίαν σωτηρίου καὶ αἰνέσεως καὶ εἶπε τῷ Ἰούδᾳ τοῦ δουλεύειν Κυρίῳ Θεῷ Ἰσραήλ·
Β Παραλ. 33,16 Ανώρθωσε το θυσιαστήριον των ολοκαυτωμάτων του Κυρίου και επάνω εις αυτό προσέφερε θυσίας σωτηρίου και αινέσεως και προέτρεψεν εντόνως τους Ιουδαίους να λατρεύουν Κυριον τον Θεόν του Ισραήλ.
Β Παραλ. 33,17 πλὴν ἔτι ὁ λαὸς ἐπὶ τῶν ὑψηλῶν ἐθυσίαζε, πλὴν Κύριος ὁ Θεὸς αὐτῶν.
Β Παραλ. 33,17 Παρ' όλα όμως αυτά ο λαός εξακολουθούσε να προσφέρη θυσίας στους υψηλούς ειδωλολατρικούς τόπους. Εν τούτοις ο Κυριος ο Θεός ήτο μαζή των.
Β Παραλ. 33,18 καὶ τὰ λοιπὰ τῶν λόγων Μανασσῆ καὶ ἡ προσευχὴ αὐτοῦ ἡ πρὸς τὸν Θεὸν καὶ λόγοι τῶν ὁρώντων τῶν λαλούντων πρὸς αὐτὸν ἐπ᾿ ὀνόματι Θεοῦ Ἰσραὴλ
Β Παραλ. 33,18 Τα υπόλοιπα έργα του Μανασσή, όπως η προσευχή του προς τον Θεόν, και οι λόγοι των προφητών, οι οποίοι του ωμιλούσαν εν ονόματι του Θεού του Ισραήλ,
Β Παραλ. 33,19 ἰδοὺ ἐπὶ λόγων προσευχῆς αὐτοῦ, ὡς καὶ ἐπήκουσεν αὐτοῦ, καὶ πᾶσαι αἱ ἁμαρτίαι αὐτοῦ καὶ ἀποστάσεις αὐτοῦ καὶ οἱ τόποι, ἐφ᾿ οἷς ᾠκοδόμησεν ἐν αὐτοῖς τὰ ὑψηλὰ καὶ ἔστησεν ἐκεῖ ἄλση καὶ γλυπτά, πρὸ τοῦ ἐπιστρέψαι, ἰδοὺ γέγραπται ἐπὶ τῶν λόγων τῶν ὁρώντων.
Β Παραλ. 33,19 η εις τα λόγια της προσευχής του απάντησις του Θεού, πως δηλαδή εισήκουσεν ο Θεός αυτόν, αι αμαρτίαι του, αι αποστασίαι του και τα μέρη εις τα οποία αυτός είχεν ανοικοδομήσει τους υψηλούς ειδωλολατρικούς τόπους, τα αγάλματα της Αστάρτης και τα άλλα γλυπτά αγάλματα, τα οποία είχε τοποθετήσει και ελάτρευεν ως θεούς πριν μετανοήση, είναι όλα αυτά γραμμένα εις τα βιβλία των προφητών.
Β Παραλ. 33,20 καὶ ἐκοιμήθη Μανασσῆς μετὰ τῶν πατέρων αὐτοῦ, καὶ ἔθαψαν αὐτὸν ἐν παραδείσῳ οἴκου αὐτοῦ· καὶ ἐβασίλευσεν ἀντ᾿ αὐτοῦ Ἀμὼν υἱὸς αὐτοῦ.
Β Παραλ. 33,20 Ο Μανασσής απέθανε και τον έθαψαν με τους πατέρας του εις ένα κήπον του οίκου του. Αντί δε αυτού εβασίλευσεν ο υιός του Αμών.

Η βασιλεία του Αμών στον Ιούδα
Β Παραλ. 33,21 Ὢν ἐτῶν εἴκοσι καὶ δύο Ἀμὼν ἐν τῷ βασιλεύειν αὐτὸν καὶ δύο ἔτη ἐβασίλευσεν ἐν Ἱερουσαλήμ.
Β Παραλ. 33,21 Οταν ο Αμών ανήλθεν στον βασιλικόν θρόνον ήτο είκοσι δύο ετών. Εβασίλευσε δε επί δύο έτη εις την Ιερουσαλήμ.
Β Παραλ. 33,22 καὶ ἐποίησε τὸ πονηρὸν ἐνώπιον Κυρίου, ὡς ἐποίησε Μανασσῆς ὁ πατὴρ αὐτοῦ, καὶ πᾶσι τοῖς εἰδώλοις, οἷς ἐποίησε Μανασσῆς ὁ πατὴρ αὐτοῦ, ἔθυεν Ἀμὼν καὶ ἐδούλευσεν αὐτοῖς.
Β Παραλ. 33,22 Διέπραξε και αυτός το μέγα αμάρτημα της ειδωλολατρείας, όπως και ο πατήρ του ο Μανασσής, εθυσίαζεν εις αυτά και τα υπηρετούσε δουλικώς.
Β Παραλ. 33,23 καὶ οὐκ ἐταπεινώθη ἐναντίον Κυρίου, ὡς ἐταπεινώθη Μανασσῆς ὁ πατὴρ αὐτοῦ, ὅτι υἱὸς αὐτοῦ Ἀμὼν ἐπλήθυνε πλημμέλειαν.
Β Παραλ. 33,23 Αλλά δεν εταπεινώθη ενώπιον του Κυρίου, όπως είχε ταπεινωθή και μετενόησε ο Μανασσής ο πατήρ του. Εξ αντιθέτου ο υιός του Μανασσή ο Αμών διέπραξε πλήθος ανομιών.
Β Παραλ. 33,24 καὶ ἐπέθεντο αὐτῷ οἱ παῖδες αὐτοῦ καὶ ἐπάταξαν αὐτὸν ἐν οἴκῳ αὐτοῦ.
Β Παραλ. 33,24 Οι δούλοι του όμως έκαμαν συνωμοσίαν εναντίον του και τον εφόνευσαν μέσα στον οίκον του.
Β Παραλ. 33,25 καὶ ἐπάταξεν ὁ λαὸς τῆς γῆς τοὺς ἐπιθεμένους ἐπὶ τὸν βασιλέα Ἀμών, καὶ ἐβασίλευσεν ὁ λαὸς τῆς γῆς τὸν Ἰωσίαν υἱὸν αὐτοῦ ἀντ᾿ αὐτοῦ.
Β Παραλ. 33,25 Αλλ' ο λαός της χώρας εθανάτωσε τους συνωμοτήσαντας εναντίον του βασιλέως Αμών, ανεβίβασε δε στον βασιλικόν θρόνον αντ' αυτού τον υιόν του Ιωσίαν.


Μην ταράζεσθε και μην ανησυχείτε διότι αυτός που γνωρίζει όσα υποφέρετε
και είναι σε θέση να τα εμποδίσει είναι φανερό ότι δεν τα εμποδίζει, επειδή προνοεί και ενδιαφέρεται για σας.

Άβαταρ μέλους
ΠΟΠΗ
Δημοσιεύσεις: 808
Εγγραφή: Δευτ Ιούλ 30, 2012 3:29 pm
Επικοινωνία:

Re: ΠΑΡΑΛΕΙΠΟΜΕΝΩΝ Β’~Η ΒΑΣΙΛΕΙΑ ΤΟΥ ΣΟΛΟΜΩΝΤΑ

Δημοσίευσηαπό ΠΟΠΗ » Πέμ Νοέμ 01, 2012 5:31 pm

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 34
Η βασιλεία του Ιωσία και οι μεταρρυθμίσεις του.
Η ανεύρεση του βιβλίου του νόμου.
Ο Ιωσίας τρομοκρατείται και δεσμεύεται με το νέο Νόμο.


Η βασιλεία του Ιωσία και οι μεταρρυθμίσεις του
Β Παραλ. 34,1 Ὢν ὀκτὼ ἐτῶν Ἰωσίας ἐν τῷ βασιλεῦσαι αὐτὸν καὶ τριάκοντα καὶ ἓν ἔτος ἐβασίλευσεν ἐν Ἱερουσαλήμ.
Β Παραλ. 34,1 Οταν ο Ιωσίας ανήλθεν στον βασιλικόν θρόνον, ήτο οκτώ ετών· εβασίλευσε δε εις την Ιερουσαλήμ επί τριάκοντα και εν έτη.
Β Παραλ. 34,2 καὶ ἐποίησε τὸ εὐθὲς ἐναντίον Κυρίου καὶ ἐπορεύθη ἐν ὁδοῖς Δαυὶδ τοῦ πατρὸς αὐτοῦ καὶ οὐκ ἐξέκλινε δεξιὰ καὶ ἀριστερά.
Β Παραλ. 34,2 Αυτός έπραξε το ορθόν και ευάρεστον ενώπιον του Κυρίου, εβάδισεν εις τας οδούς της ευσεβείας του προπάτορός του Δαυίδ, δεν εξέκλινεν ούτε δεξιά ούτε αριστερά.
Β Παραλ. 34,3 καὶ ἐν τῷ ὀγδόῳ ἔτει τῆς βασιλείας αὐτοῦ -καὶ αὐτὸς ἔτι παιδάριον- ἤρξατο τοῦ ζητῆσαι Κύριον τὸν Θεὸν Δαυὶδ τοῦ πατρὸς αὐτοῦ. καὶ ἐν τῷ δωδεκάτῳ ἔτει τῆς βασιλείας αὐτοῦ ἤρξατο τοῦ καθαρίσαι τὸν Ἰούδαν καὶ τὴν Ἱερουσαλὴμ ἀπὸ τῶν ὑψηλῶν καὶ τῶν ἄλσεων καὶ ἀπὸ τῶν περιβωμίων καὶ ἀπὸ τῶν χωνευτῶν.
Β Παραλ. 34,3 Κατά το όγδοον έτος της βασιλείας του, όταν ακόμη ήτο νεαρός, ήρχισε να λατρεύη εν επιγνώσει Κυριον τον Θεόν του προπάτορός του Δαυίδ. Κατά δε το δωδέκατον έτος της βασιλείας του άρχισε να καθαρίζη την χώραν της Ιουδαίας και την πόλιν της Ιερουσαλήμ από τους υψηλούς ειδωλολατρικούς τόπους, από τα άλση της Αστάρτης, από τους βωμούς και από τα χυτά αγάλματα.
Β Παραλ. 34,4 καὶ κατέσπασε τὰ κατὰ πρόσωπον αὐτοῦ θυσιαστήρια τῶν Βααλὶμ καὶ τὰ ὑψηλὰ τὰ ἐπ᾿ αὐτῶν καὶ ἔκοψε τὰ ἄλση καὶ τὰ γλυπτὰ καὶ τὰ χωνευτὰ συνέτριψε καὶ ἐλέπτυνε καὶ ἔῤῥιψεν ἐπὶ πρόσωπον τῶν μνημάτων τῶν θυσιαζόντων αὐτοῖς
Β Παραλ. 34,4 Διέταξε και εκρήμνισαν έμπροσθέν του τα θυσιαστήρια του Βααλ, τους υψηλούς ειδωλολατρικούς τόπους, κατέκοψε τα αγάλματα της Αστάρτης, τα δε γλυπτά και χωνευτά αγάλματα συνέτριψε, τα έκαμε μικρά κομμάτια και τα συντρίμματά των τα έρριψεν επάνω εις τα μνήματα εκείνων, οι οποίοι, όταν εζούσαν, εθυσίαζαν εις αυτά.
Β Παραλ. 34,5 καὶ ὀστᾶ ἱερέων κατέκαυσεν ἐπὶ τὰ θυσιαστήρια· καὶ ἐκαθάρισε τὸν Ἰούδαν καὶ τὴν Ἱερουσαλήμ.
Β Παραλ. 34,5 Ο Ιωσίας κατέκαυσε τα οστά των ιερέων επάνω εις τα ειδωλολατρικά αυτά θυσιαστήρια και εκαθάρισεν έτσι από τον μολυσμόν της ειδωλολατρείας την χώραν της Ιουδαίας και την πόλιν Ιερουσαλήμ,
Β Παραλ. 34,6 καὶ ἐν πόλεσι Μανασσῆ καὶ Ἐφραὶμ καὶ Συμεὼν καὶ Νεφθαλὶ καὶ τοῖς τόποις αὐτῶν κύκλῳ
Β Παραλ. 34,6 καθώς επίσης και τας πόλεις των φυλών Μανασσή, Εφραίμ, Συμεών και Νεφθαλί και τας γύρω από αυτάς περιοχάς,
Β Παραλ. 34,7 καὶ κατέσπασε τὰ θυσιαστήρια καὶ τὰ ἄλση, καὶ εἴδωλα κατέκοψε λεπτὰ καὶ πάντα τὰ ὑψηλὰ ἔκοψεν ἀπὸ πάσης τῆς γῆς Ἰσραήλ, καὶ ἀπέστρεψεν εἰς Ἱερουσαλήμ.
Β Παραλ. 34,7 εθρυμμάτισε τα ειδωλολατρικά θυσιαστήρια, τα δε αγάλματα της Αστάρτης συνέτριψεν εις λεπτά τεμάχια. Ολους τους υψηλούς ειδωλολατρικούς τόπους κατέστρεψε καθ' όλην την έκτασιν της ιουδαϊκής χώρας. Επειτα δε από αυτά επέστρεψεν εις την Ιερουσαλήμ.

Η ανεύρεση του βιβλίου του νόμου
Β Παραλ. 34,8 Καὶ ἐν τῷ ἔτει τῷ ὀκτωκαιδεκάτῳ τῆς βασιλείας αὐτοῦ τοῦ καθαρίσαι τὴν γῆν καὶ τὸν οἶκον ἀπέστειλε τὸν Σαφὰν υἱὸν Ἐσελία καὶ τὸν Μαασὰ ἄρχοντα τῆς πόλεως καὶ τὸν Ἰουὰχ υἱὸν Ἰωάχαζ τὸν ὑπομνηματογράφον αὐτοῦ κραταιῶσαι τὸν οἶκον Κυρίου τοῦ Θεοῦ αὐτοῦ.
Β Παραλ. 34,8 Κατά το δέκατον όγδοον έτος της βασιλείας του, αφού ήδη είχε καθαρίσει την χώραν και τον ναόν του Θεού από τον μολυσμόν της ειδωλολατρείας, απέστειλεν ο Ιωσίας τον Σαφάν ο υιόν του Εσελία, τον Μαασά τον άρχοντα της πόλεως Ιερουσαλήμ, τον υιόν του Ιωάχαζ Ιουάχ, τον αρχειοφύλακά του, δια να συσκεφθούν περί της επιδιορθώσεως του ναού Κυρίου του Θεού του.
Β Παραλ. 34,9 καὶ ἦλθον πρὸς Χελκίαν τὸν ἱερέα τὸν μέγαν καὶ ἔδωκαν τὸ ἀργύριον τὸ εἰσενεχθὲν εἰς οἶκον Θεοῦ, ὃ συνήγαγον οἱ Λευῖται φυλάσσοντες τὴν πύλην ἐκ χειρὸς Μανασσῆ καὶ Ἐφραὶμ καὶ τῶν ἀρχόντων καὶ ἀπὸ παντὸς καταλοίπου ἐν Ἰσραὴλ καὶ υἱῶν Ἰούδα καὶ Βενιαμὶν καὶ οἰκούντων ἐν Ἱερουσαλήμ,
Β Παραλ. 34,9 Ηλθαν, λοιπόν, προς τον αρχιερέα Χελκίαν και παρέδωσαν τα χρήματα, τα οποία είχαν προσφερθή εις τυν ναόν του Θεού και τα οποία είχαν συγκεντρώσει οι Λευίται οι θυρωροί. Αυτά τα χρήματα είχαν προσφερθή από τας φυλάς Μανασσή και Εφραίμ και από τους αρχηγούς όλων των άλλων Ισραηλιτών, των ανδρών της φυλής Ιούδα και του Βενιαμίν και των κατοίκων της Ιερουσαλήμ
Β Παραλ. 34,10 καὶ ἔδωκαν αὐτὸ ἐπὶ χεῖρα ποιούντων τὰ ἔργα οἱ καθεσταμένοι ἐν οἴκῳ Κυρίου καὶ ἔδωκαν αὐτὸ ποιοῦσι τὰ ἔργα, οἳ ἐποίουν ἐν οἴκῳ Κυρίου, ἐπισκευάσαι καὶ κατισχῦσαι τὸν οἶκον.
Β Παραλ. 34,10 Αυτό το χρήμα το παρέδωσαν εις τα χέρια των εργολάβων, οι οποίοι ήσαν υπεύθυνοι δια την συντήρησιν του οίκου του Κυρίου. Αυτοί δε οι εργολάβοι έδιδαν τα χρήματα στους εργάτας, οι οποίοι θα ανελάμβαναν να εργασθούν στον ναόν του Κυρίου δια την επιδιόρθωσιν και ενίσχυσιν αυτού.
Β Παραλ. 34,11 καὶ ἔδωκαν τοῖς τέκτοσι καὶ τοῖς οἰκοδόμοις ἀγοράσαι λίθους τετραπέδους καὶ ξύλα εἰς δοκοὺς στεγάσαι τοὺς οἴκους, οὓς ἐξωλόθρευσαν βασιλεῖς Ἰούδα·
Β Παραλ. 34,11 Αυτοί έδωσαν χρήματα στους ξυλουργούς και τους κτίστας να αγοράσουν λίθους πελεκημένους και ξύλα ως δοκούς, δια να στεγάσουν τα διαμερίσματα εκείνα του ναού, τα οποία οι ασεβείς βασιλείς του Ιούδα είχαν καταστρέψει.
Β Παραλ. 34,12 καὶ οἱ ἄνδρες ἐν πίστει ἐπὶ τῶν ἔργων, καὶ ἐπ᾿ αὐτῶν ἐπίσκοποι Ἰὲθ καὶ Ἀβδίας οἱ Λευῖται ἐξ υἱῶν Μεραρὶ καὶ Ζαχαρίας καὶ Μοσολλὰμ ἐκ τῶν υἱῶν Καὰθ ἐπισκοπεῖν καὶ πᾶς Λευίτης καὶ πᾶς συνιὼν ἐν ὀργάνοις ᾠδῶν.
Β Παραλ. 34,12 Οι εργάται αυτοί ειργάσθησαν πιστώς εις την εργασίαν των. Επόπται δε εις αυτούς ήσαν οι Λευίται Ιέθ και Αβδίας από τους απογόνους του Μεραρί ο Ζαχαρίας και ο Μοσολλάμ από τους απογόνους του Καάθ. Αυτοί επέβλεπον τας εργασίας, μαζή δε με αυτούς και κάθε Λευίτης, μάλιστα δε εκείνοι οι οποίοι εγνώριζαν και ημπορούσαν να παίζουν μουσικά όργανα.
Β Παραλ. 34,13 καὶ ἐπὶ τῶν νωτοφόρων καὶ ἐπὶ πάντων τῶν ποιούντων τὰ ἔργα ἐργασία καὶ ἐργασία, καὶ ἀπὸ τῶν Λευιτῶν γραμματεῖς καὶ κριταὶ καὶ πυλωροί.
Β Παραλ. 34,13 Αυτοί επίσης επέβλεπαν τους αχθοφόρους και διηύθυνον γενικώς όλους εκείνους, οι οποίοι ειργάζοντο εις τας διαφόρους εργασίας. Μεταξύ δε αυτών υπήρχον ακόμη και Λευίται γραμματείς, κριταί και θυρωροί.
Β Παραλ. 34,14 καὶ ἐν τῷ ἐκφέρειν αὐτοὺς τὸ ἀργύριον τὸ εἰσοδιασθὲν εἰς οἶκον Κυρίου εὗρε Χελκίας ὁ ἱερεὺς βιβλίον νόμου Κυρίου διὰ χειρὸς Μωυσῆ.
Β Παραλ. 34,14 Οταν αυτοί μετέφεραν στον ναόν του Κυρίου το εισπραχθέν αργύριον, ο αρχιερεύς Χελκίας εύρε τότε το βιβλίον του Νομου του Κυρίου, το οποίον είχε γραφή από το χέρι του Μωϋσέως.
Β Παραλ. 34,15 καὶ ἀπεκρίθη Χελκίας καὶ εἶπε πρὸς Σαφὰν τὸν γραμματέα· βιβλίον νόμου εὗρον ἐν οἴκῳ Κυρίου· καὶ ἔδωκε Χελκίας τὸ βιβλίον τῷ Σαφάν.
Β Παραλ. 34,15 Ο Χελκίας ωμίλησε προς τον γραμματέα Σαφάν σχετικώς και του είπε· “ευρήκα το βιβλίον του Νομου στον ναόν του Κυρίου”. Ο Χελκίας παρέδωσε το βιβλίον αυτό στον Σαφάν.
Β Παραλ. 34,16 καὶ εἰσήνεγκε Σαφὰν τὸ βιβλίον πρὸς τὸν βασιλέα καὶ ἀπέδωκεν ἔτι τῷ βασιλεῖ λόγον· πᾶν τὸ δοθὲν ἀργύριον ἐν χειρὶ τῶν παίδων σου τῶν ποιούντων τὸ ἔργον,
Β Παραλ. 34,16 Ο Σαφάν έφερε το βιβλίον αυτό προς τον βασιλέα και συγχρόνως έδωσεν εις αυτόν λογαριασμόν δια το αργύριον του ναού και είπεν· “όλον το χρήμα, το οποίον ευρέθη, εδόθη στους δούλους σου, οι οποίοι έχουν αναλάβει να κάμουν το έργον της επιδιορθώσεως του ναού.
Β Παραλ. 34,17 καὶ ἐχώνευσαν τὸ ἀργύριον τὸ εὑρεθὲν ἐν οἴκῳ Κυρίου καὶ ἔδωκαν ἐπὶ χεῖρα τῶν ἐπισκόπων καὶ ἐπὶ χεῖρα τῶν ποιούντων τὴν ἐργασίαν.
Β Παραλ. 34,17 Ηριθμήθη, δηλαδή, το κατατεθέν αργύριον στον ναόν και το παρέδωκαν εις τα χέρια των εποπτών. Εκείνοι πάλιν παρέδωκαν αυτό εις εκείνους, που ανέλαβαν την εκτέλεσιν της εργασίας στον ναόν”.
Β Παραλ. 34,18 καὶ ἀπήγγειλε Σαφὰν ὁ γραμματεὺς τῷ βασιλεῖ λόγον λέγων· βιβλίον δέδωκέ μοι Χελκίας ὁ ἱερεύς· καὶ ἀνέγνω αὐτὸ Σαφὰν ἐναντίον τοῦ βασιλέως.
Β Παραλ. 34,18 Ο γραμματεύς Σαφάν κατέστησε συγχρόνως γνωστόν στον βασιλέα και περί του βιβλίου και είπε· “ο αρχιερεύς ο Χελκίας μου έδωκε βιβλίον”. Ο Σαφάν ανέγνωσε το βιβλίον αυτό ενώπιον του βασιλέως.

Ο Ιωσίας τρομοκρατείται και δεσμεύεται με το νέο Νόμο
Β Παραλ. 34,19 καὶ ἐγένετο ὡς ἤκουσεν ὁ βασιλεὺς τοὺς λόγους τοῦ νόμου, καὶ διέῤῥηξε τὰ ἱμάτια αὐτοῦ.
Β Παραλ. 34,19 Οταν ο βασιλεύς ήκουσε τους λόγους του Νομου, έσχισε τα ενδύματά του.
Β Παραλ. 34,20 καὶ ἐνετείλατο βασιλεὺς τῷ Χελκίᾳ καὶ τῷ Ἀχικὰμ υἱῷ Σαφὰν καὶ τῷ Ἀβδὼν υἱῷ Μιχαία καὶ τῷ Σαφὰν τῷ γραμματεῖ καὶ τῷ Ἀσαΐᾳ παιδὶ τοῦ βασιλέως λέγων·
Β Παραλ. 34,20 Ο βασιλεύς έδωσε τότε εντολήν στον Χελκίαν και τον Αχικάμ, υιόν του Σαφάν, τον Αβδών υιόν του Μιχαία, τον Σαφάν τον γραμματέα, και τον Ασαΐα τον δούλον του και τους είπε·
Β Παραλ. 34,21 πορεύθητε ζητήσατε τὸν Κύριον περὶ ἐμοῦ καὶ περὶ παντὸς τοῦ καταλειφθέντος ἐν Ἰσραὴλ καὶ Ἰούδᾳ περὶ τῶν λόγων τοῦ βιβλίου τοῦ εὑρεθέντος, ὅτι μέγας ὁ θυμὸς Κυρίου ἐκκέκαυται ἐν ἡμῖν, διότι οὐκ εἰσήκουσαν οἱ πατέρες ἡμῶν τῶν λόγων Κυρίου τοῦ ποιῆσαι κατὰ πάντα τὰ γεγραμμένα ἐν τῷ βιβλίῳ τούτῳ.
Β Παραλ. 34,21 “πηγαίνετε και ζητήσετε να μάθετε από τον Κυριον, ποίαν σχέσιν έχουν τα λόγια του βιβλίου αυτού δι' εμέ και δι' όλους τους απομείναντας Ισραηλίτας και Ιουδαίους, διότι από αυτό φαίνεται, ότι έχει ανάψει μεγάλος ο θυμός του Κυρίου εναντίον μας, επειδή οι πατέρες μας δεν υπήκουσαν και δεν συνεμορφώθησαν προς τα λόγια του Κυρίου, δια να εφαρμόσουν όλας τας εντολάς, που είναι γραμμέναι στο βιβλίον τούτο.
Β Παραλ. 34,22 καὶ ἐπορεύθη Χελκίας καὶ οἷς εἶπεν ὁ βασιλεὺς πρὸς Ὄλδαν τὴν προφῆτιν γυναῖκα Σελλὴμ υἱοῦ Θεκωὲ υἱοῦ Ἀρὰς φυλάσσουσαν τὰς ἐντολάς -καὶ αὕτη κατῴκει ἐν Ἱερουσαλὴμ ἐν μασαναί- καὶ ἐλάλησαν αὐτῇ κατὰ ταῦτα.
Β Παραλ. 34,22 Ο Χελκίας επήγε μαζή με εκείνους, τους οποίους ώρισεν ο βασιλεύς, προς την Ολδαν την προφήτιδα, σύζυγον του Σελλήμ υιού του Θεκωέ του υιού του Αράς, η οποία εφοβείτο τον Κυριον και ετήρει τας εντολάς του. -Αυτή η Ολδα κατοικούσεν εις την Ιερουσαλήμ εις την δευτέραν συνοικίαν. -Οι απεσταλμένοι της είπαν, όσα διετάχθησαν από τον βασιλέα.
Β Παραλ. 34,23 καὶ εἶπεν αὐτοῖς· οὕτως εἶπε Κύριος ὁ Θεὸς Ἰσραήλ· εἴπατε τῷ ἀνδρὶ τῷ ἀποστείλαντι ὑμᾶς πρός με.
Β Παραλ. 34,23 Η Ολδα απήντησεν εις αυτούς· “ειπέτε στον άνδρα, ο οποίος σας έστειλε προς εμέ,
Β Παραλ. 34,24 οὕτω λέγει Κύριος· ἰδοὺ ἐγὼ ἐπάγω ἐπὶ τὸν τόπον τοῦτον κακά, τοὺς πάντας λόγους τοὺς γεγραμμένους ἐν τῷ βιβλίῳ τῷ ἀνεγνωσμένῳ ἐναντίον τοῦ βασιλέως Ἰούδα,
Β Παραλ. 34,24 αυτά λέγει ο Κυριος· Ιδού, εγώ επιφέρω συμφοράς στον τόπον τούτον, σύμφωνα με τους λόγους, που είναι γραμμένοι στο βιβλίον, το οποίον ανεγνώσθη ενώπιον του βασιλέως των Ιουδαίων.
Β Παραλ. 34,25 ἀνθ᾿ ὧν ἐγκατέλιπόν με καὶ ἐθυμίασαν θεοῖς ἀλλοτρίοις, ἵνα παροργίσωσί με ἐν πᾶσι τοῖς ἔργοις τῶν χειρῶν αὐτῶν· καὶ ἐξεκαύθη ὁ θυμός μου ἐν τῷ τόπῳ τούτῳ καὶ οὐ σβεσθήσεται.
Β Παραλ. 34,25 Θα εξαποστείλω δε τας συμφοράς αυτάς, επειδή οι Ιουδαίοι με εγκατέλιπαν και προσέφεραν θυμίαμα εις ξένους ειδωλολατρικούς θεούς, ώστε να με παροργίσουν με όλα τα έργα των χειρών των. Ο θυμός μου άναψε εναντίον του τόπου τούτου και δεν θα σβήση.
Β Παραλ. 34,26 καὶ ἐπὶ βασιλέα Ἰούδα τὸν ἀποστείλαντα ὑμᾶς τοῦ ζητῆσαι τὸν Κύριον οὕτως ἐρεῖτε αὐτῷ· οὕτω λέγει Κύριος ὁ Θεὸς Ἰσραήλ· τοὺς λόγους, οὓς ἤκουσας,
Β Παραλ. 34,26 Ειδικώτερον στον βασιλέα του Ιούδα, ο οποίος σας έστειλε να ζητήσετε και να μάθετε παρά του Κυρίου το θέλημά του, θα πήτε εις αυτόν τα εξής· Αυτά λέγει Κυριος ο Θεός του Ισραήλ ως προς τους λόγους, που ήκουσες και οι οποίοι προαναγγέλλουν τιμωρίας.
Β Παραλ. 34,27 καὶ ἐνετράπη ἡ καρδία σου καὶ ἐταπεινώθης ἀπὸ προσώπου μου ἐν τῷ ἀκοῦσαί σε τοὺς λόγους μου ἐπὶ τὸν τόπον τοῦτον καὶ ἐπὶ τοὺς κατοικοῦντας αὐτὸν καὶ ἐταπεινώθης ἐναντίον μου καὶ διέῤῥηξας τὰ ἱμάτιά σου καὶ ἔκλαυσας κατεναντίον μου, καὶ ἐγὼ ἤκουσα, φησὶ Κύριος·
Β Παραλ. 34,27 Επειδή η καρδία σου μετενόησε και εταπεινώθης ενώπιόν μου, μόλις ήκουσες τους απειλητικούς τούτους λόγους εναντίον του τόπου αυτού και εναντίον εκείνων που τον κατοικούν, και μετενόησες ενώπιόν μου και έσχισες τα ενδύματά σου από λύπην και έκλαυσες συντετριμμένος ενώπιόν μου, εγώ σε ήκουσα, λέγει ο Κυριος.
Β Παραλ. 34,28 ἰδοὺ προστίθημί σε πρὸς τοὺς πατέρας σου, καὶ προστεθήσῃ πρὸς τὰ μνήματά σου ἐν εἰρήνῃ, καὶ οὐκ ὄψονται οἱ ὀφθαλμοί σου ἐν πᾶσι τοῖς κακοῖς, οἷς ἐγὼ ἐπάγω ἐπὶ τὸν τόπον τοῦτον καὶ ἐπὶ τοὺς κατοικοῦντας αὐτόν. καὶ ἀπέδωκαν τῷ βασιλεῖ λόγον,
Β Παραλ. 34,28 Ιδού, εγώ θα σε αφήσω να αποθάνης εν ειρήνη και να προστεθής στους πατέρας σου. Θα προστεθής εις τα μνήματα των προπατόρων σου αποθνήσκων εν ειρήνη και έτσι τα μάτια σου δεν θα ίδουν καμμίαν από τας συμφοράς, τας οποίας εγώ θα εξαποστείλω εναντίον του τόπου τούτου και εναντίον εκείνων, που κατοικούν εις αυτόν”. Οι απεσταλμένοι μετέφεραν την απάντησιν αυτήν προς τον βασιλέα.
Β Παραλ. 34,29 καὶ ἀπέστειλεν ὁ βασιλεὺς καὶ συνήγαγε τοὺς πρεσβυτέρους Ἰούδα καὶ Ἱερουσαλήμ.
Β Παραλ. 34,29 Απέστειλεν ο βασιλεύς αγγελιαφόρους και συνεκέντρωσε τους πρεσβυτέρους της Ιουδαίας και της πόλεως Ιερουσαλήμ.
Β Παραλ. 34,30 καὶ ἀνέβη ὁ βασιλεὺς εἰς οἶκον Κυρίου καὶ πᾶς Ἰούδα καὶ οἱ κατοικοῦντες Ἱερουσαλὴμ καὶ οἱ ἱερεῖς καὶ οἱ Λευῖται καὶ πᾶς ὁ λαὸς ἀπὸ μικροῦ ἕως μεγάλου· καὶ ἀνέγνω ἐν ὠσὶν αὐτῶν πάντας λόγους βιβλίου τῆς διαθήκης τοὺς εὑρεθέντας ἐν οἴκῳ Κυρίου.
Β Παραλ. 34,30 Ανέβηκεν ο βασιλεύς στον ναόν του Κυρίου και μαζή με αυτόν ανέβηκαν όλοι οι Ιουδαίοι, οι κάτοικοι της Ιερουσαλήμ, οι ιερείς και οι Λευίται και όλος ο λαός από τον μικρότερον έως τον μεγαλύτερον. Εκεί ο βασιλεύς ανέγνωσεν εις επήκοον αυτών όλους τους λόγους του βιβλίου της διαθήκης, οι οποίοι ευρέθησαν στον ναόν του Κυρίου.
Β Παραλ. 34,31 καὶ ἔστη ὁ βασιλεὺς ἐπὶ τὸν στῦλον καὶ διέθετο διαθήκην ἐναντίον Κυρίου τοῦ πορευθῆναι ἐνώπιον Κυρίου τοῦ φυλάσσειν τὰς ἐντολὰς αὐτοῦ καὶ μαρτύρια καὶ προστάγματα αὐτοῦ ἐν ὅλῃ καρδίᾳ καὶ ἐν ὅλῃ ψυχῇ, ὥστε ποιεῖν τοὺς λόγους τῆς διαθήκης τοὺς γεγραμμένους ἐπὶ τῷ βιβλίῳ τούτῳ.
Β Παραλ. 34,31 Επειτα ο βασιλεύς εστάθη όρθιος εις υψηλόν βάθρον και έκαμε διαθήκην ενώπιον του Κυρίου και έδωσε την υπόσχεσιν, ότι οι Ιουδαίοι θα πορευθούν ενώπιον του Κυρίου φυλάσσοντες τας εντολάς αυτού, τα μαρτύριά του και τα προστάγματά του με όλην των την καρδίαν και με όλην των την ψυχήν. Θα εφαρμόζουν τας εντολάς της διαθήκης, αι οποίαι είναι γραμμέναι στο βιβλίον τούτο.
Β Παραλ. 34,32 καὶ ἔστησε πάντας τοὺς εὑρεθέντας ἐν Ἱερουσαλὴμ καὶ Βενιαμίν, καὶ ἐποίησαν οἱ κατοικοῦντες Ἱερουσαλὴμ διαθήκην ἐν οἴκῳ Κυρίου Θεοῦ πατέρων αὐτῶν.
Β Παραλ. 34,32 Επειτα υπεχρέωσεν όλους, όσοι ευρέθησαν εις την Ιερουσαλήμ, όπως και της φυλής Βενιαμίν, να μείνουν πιστοί εις την διαθήκην αυτήν του Κυρίου. Οι κάτοικοι της Ιερουσαλήμ συνεμορφώθησαν και έπραξαν σύμφωνα με την διαθήκην του Θεού, του Θεού των πατέρων των.
Β Παραλ. 34,33 καὶ περιεῖλεν Ἰωσίας τὰ πάντα βδελύγματα ἐκ πάσης τῆς γῆς, ἣ ἦν υἱῶν Ἰσραήλ, καὶ ἐποίησε πάντας τοὺς εὑρεθέντας ἐν Ἱερουσαλὴμ καὶ ἐν Ἰσραὴλ τοῦ δουλεύειν Κυρίῳ Θεῷ αὐτῶν πάσας τὰς ἡμέρας αὐτοῦ· οὐκ ἐξέκλινεν ἀπὸ ὄπισθεν Κυρίου Θεοῦ πατέρων αὐτοῦ.
Β Παραλ. 34,33 Επειτα ο Ιωσίας έβγαλεν όλα τα βδελυρά είδωλα από όλην την χώραν, η οποία ανήκεν στους Ισραηλίτας, και υπεχρέωσε καθ' όλας τας ημέρας της ζωής του όλους, όσοι ευρέθησαν εις την Ιερουσαλήμ και εις την χώραν του Ισραήλ, να γίνουν και να μείνουν όλας τας ημέρας της ζωής των δούλοι Κυρίου του Θεού των. Ο ίδιος δε δεν παρεξέκλινε καθόλου από την ευθείαν οδόν, αλλά ηκολούθησε τον Κυριον και Θεόν των πατέρων του.


Μην ταράζεσθε και μην ανησυχείτε διότι αυτός που γνωρίζει όσα υποφέρετε
και είναι σε θέση να τα εμποδίσει είναι φανερό ότι δεν τα εμποδίζει, επειδή προνοεί και ενδιαφέρεται για σας.

Άβαταρ μέλους
ΠΟΠΗ
Δημοσιεύσεις: 808
Εγγραφή: Δευτ Ιούλ 30, 2012 3:29 pm
Επικοινωνία:

Re: ΠΑΡΑΛΕΙΠΟΜΕΝΩΝ Β’~Η ΒΑΣΙΛΕΙΑ ΤΟΥ ΣΟΛΟΜΩΝΤΑ

Δημοσίευσηαπό ΠΟΠΗ » Πέμ Νοέμ 01, 2012 5:32 pm

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 35- Μεγαλοπρεπής εορτασμός του Πάσχα. Το τέλος της βασιλείας του Ιωσία.


Μεγαλοπρεπής εορτασμός του Πάσχα
Β Παραλ. 35,1 Καὶ ἐποίησεν Ἰωσίας τὸ φασὲκ τῷ Κυρίῳ Θεῷ αὐτοῦ, καὶ ἔθυσε τὸ φασὲκ τῇ τεσσαρεσκαιδεκάτῃ ἡμέρᾳ τοῦ μηνὸς τοῦ πρώτου.
Β Παραλ. 35,1 Ο Ιωσίας εόρτασε το Πασχα προς δόξαν Κυρίου του Θεού αυτού. Προσέφερεν ως θυσίαν τον πασχάλιον αμνόν κατά την δεκάτην τετάρτην ημέραν του πρώτου μηνός.
Β Παραλ. 35,2 καὶ ἔστησε τοὺς ἱερεῖς ἐπὶ τὰς φυλακὰς αὐτῶν καὶ κατίσχυσεν αὐτοὺς εἰς τὰ ἔργα οἴκου Κυρίου.
Β Παραλ. 35,2 Διώρισε τους ιερείς εις τας υπηρεσίας των και τους ανεθάρυννε να εκτελούν τας εργασίας των στον ναόν του Κυρίου.
Β Παραλ. 35,3 καὶ εἶπε τοῖς Λευίταις τοῖς δυνατοῖς ἐν παντὶ Ἰσραὴλ τοῦ ἁγιασθῆναι αὐτοὺς τῷ Κυρίῳ, καὶ ἔθηκαν τὴν κιβωτὸν τὴν ἁγίαν εἰς τὸν οἶκον, ὃν ᾠκοδόμησε Σαλωμὼν υἱὸς Δαυὶδ τοῦ βασιλέως Ἰσραήλ. καὶ εἶπεν ὁ βασιλεύς· οὐκ ἔστιν ὑμῖν ἐπ᾿ ὤμων ἆραι οὐδέν· νῦν οὖν λειτουργήσατε τῷ Κυρίῳ Θεῷ ὑμῶν καὶ τῷ λαῷ αὐτοῦ Ἰσραὴλ
Β Παραλ. 35,3 Εις δε τους Λευίτας, οι οποίοι είχον ως καθήκον να διδάσκουν όλον τον ισραηλιτικόν λαόν και ήσαν αφιερωμένοι στον Κυριον, είπε και έθεσαν την Ιεράν Κιβωτόν στον ναόν, τον οποίον οικοδόμησεν ο Σολομών ο υιός του Δαυίδ του βασιλέως του ισραηλιτικού λαού. Και προσέθεσεν ο βασιλεύς. “Δεν υπάρχει πλέον ανάγκη να σηκώνετε τίποτε επάνω στους ώμους σας. Από τώρα και στο εξής θα προσφέρετε τας άλλας υπηρεσίας εις Κυριον τον Θεόν σας και στον λαόν αυτού τον ισραηλιτικόν.
Β Παραλ. 35,4 καὶ ἑτοιμάσθητε κατ᾿ οἴκους πατριῶν ὑμῶν καὶ κατὰ τὰς ἐφημερίας ὑμῶν κατὰ τὴν γραφὴν Δαυὶδ βασιλέως Ἰσραὴλ καὶ διὰ χειρὸς Σαλωμὼν υἱοῦ αὐτοῦ
Β Παραλ. 35,4 Τακτοποιηθήτε κατά τους πατριαρχικούς σας οίκους και κατά τας τάξεις σύμφωνα με την ταξινόμησίν σας, την οποίαν γραπτώς παρέδωκεν ο Δαυίδ ο βασιλεύς του Ισραήλ και η οποία παρεδόθη μέχρις ημών δια του υιού του του Σολομώντος.
Β Παραλ. 35,5 καὶ στῆτε ἐν τῷ οἴκῳ κατὰ τὰς διαιρέσεις οἴκων πατριῶν ὑμῶν τοῖς ἀδελφοῖς ὑμῶν υἱοῖς τοῦ λαοῦ, καὶ μερὶς οἴκου πατριᾶς τοῖς Λευίταις,
Β Παραλ. 35,5 Να είσθε, λοιπόν, πάντοτε έτοιμοι προς υπηρεσίαν στον ναόν του Κυρίου, σύμφωνα με τας τάξεις των πατριαρχικών σας οίκων μεταξύ των αδελφών σας του ισραηλιτικού λαού. Θα υπάρχη λοιπόν, δια τους Λευίτας μία κατανομή σύμφωνα με τους οίκους των πατριαρχικών οικογενειών των.
Β Παραλ. 35,6 καὶ θύσατε τὸ φασὲκ καὶ ἑτοιμάσατε τοῖς ἀδελφοῖς ὑμῶν τοῦ ποιῆσαι κατὰ τὸν λόγον Κυρίου διὰ χειρὸς Μωυσῆ.
Β Παραλ. 35,6 Βοηθήσατε, λοιπόν, εις την θυσίαν του Πασχα και ετοιμάσατε αυτήν δια τους αδελφούς σας σύμφωνα με την εντολήν του Κυρίου, που εδόθη δια μέσου του Μωϋσέως”.
Β Παραλ. 35,7 καὶ ἀπήρξατο Ἰωσίας τοῖς υἱοῖς τοῦ λαοῦ πρόβατα καὶ ἀμνοὺς καὶ ἐρίφους ἀπὸ τῶν τέκνων τῶν αἰγῶν, πάντα εἰς τὸ φασέκ, καὶ πάντας τοὺς εὑρεθέντας εἰς ἀριθμὸν τριάκοντα χιλιάδας καὶ μόσχων τρεῖς χιλιάδας· ταῦτα ἀπὸ τῆς ὑπάρξεως τοῦ βασιλέως.
Β Παραλ. 35,7 Ο βασιλεύς Ιωσίας έκαμεν αρχήν και έδωσεν στον λαόν πρόβατα, αμνούς, ερίφια αιγών· έδωσεν όλα αυτά δια το Πασχα και δι' όλους εκείνους, οι οποίοι ευρέθησαν εκεί. Ο αριθμός των προβάτων, που προσεφέρθησαν, ανήλθεν εις τριάκοντα χιλιάδας, των δε μόσχων εις τρεις χιλιάδας. Ολα δε αυτά προήρχοντο από την ιδιαιτέραν περιουσίαν του βασιλέως.
Β Παραλ. 35,8 καὶ οἱ ἄρχοντες αὐτοῦ ἀπήρξαντο τῷ λαῷ καὶ τοῖς ἱερεῦσι καὶ τοῖς Λευίταις· ἔδωκε δὲ Χελκίας καὶ Ζαχαρίας καὶ Ἰειὴλ οἱ ἄρχοντες τοῖς ἱερεῦσιν οἴκου Θεοῦ καὶ ἔδωκεν εἰς τὸ φασὲκ πρόβατα καὶ ἀμνοὺς καὶ ἐρίφους δισχίλια ἑξακόσια καὶ μόσχους τριακοσίους.
Β Παραλ. 35,8 Και οι άρχοντες του βασιλέως προσέφεραν στον λαόν, στους ιερείς και στους Λευίτας ζώα προς θυσίας. Ο Χελκίας, ο Ζαχαρίας, ο Ιειήλ, οι αρχηγοί, έδωκαν στους ιερείς του ναού του Θεού δια το Πασχα δύο χιλιάδας εξακόσια πρόβατα, αμνούς και ερίφια και τριακοσίους μόσχους.
Β Παραλ. 35,9 καὶ Χωνενίας καὶ Βαναίας καὶ Σαμαίας καὶ Ναθαναὴλ ἀδελφὸς αὐτοῦ καὶ Ἀσαβίας καὶ Ἰειὴλ καὶ Ἰωζαβὰδ ἄρχοντες τῶν Λευιτῶν ἀπήρξαντο τοῖς Λευίταις εἰς τὸ φασὲκ πρόβατα πεντακισχίλια καὶ μόσχους πεντακοσίους.
Β Παραλ. 35,9 Ο Χωνενίας, ο Βαναίας, ο Σαμαίας και ο αδελφός του ο Ναθαναήλ, ο Ασαβίας, ο Ιειήλ, ο Ιωζαβάδ, οι αρχηγοί των Λευιτών έδωκαν προθύμως προς τους Λευίτας δια το Πασχα πέντε χιλιάδας πρόβατα και πεντακοσίους μόσχους.
Β Παραλ. 35,10 καὶ κατωρθώθη ἡ λειτουργία, καὶ ἔστησαν οἱ ἱερεῖς ἐπὶ τὴν στάσιν αὐτῶν καὶ οἱ Λευῖται ἐπὶ τὰς διαιρέσεις αὐτῶν κατὰ τὴν ἐντολὴν τοῦ βασιλέως
Β Παραλ. 35,10 Ετσι δε ετακτοποιήθη η όλη υπηρεσία. Οι ιερείς ίσταντο εις τας θέσεις των, οι Λευίται εις τας τάξεις των, σύμφωνα με την εντολήν του βασιλέως.
Β Παραλ. 35,11 καὶ ἔθυσαν τὸ φασέκ, καὶ προσέχεαν οἱ ἱερεῖς τὸ αἷμα ἐκ χειρὸς αὐτῶν, καὶ οἱ Λευῖται ἐξέδειραν.
Β Παραλ. 35,11 Οι Λευίται εθυσίαζαν τας πασχαλινάς θυσίας, οι δε ιερείς ελάμβαναν τα αίμα των θυσιών από τα χέρια των Λευιτών και έχυναν αυτό στο θυσιαστήριον. Οι Λευίται είχαν αναλάβει επί πλέον το έργον της εκδοράς των θυσιαζομένων ζώων.
Β Παραλ. 35,12 καὶ ἡτοίμασαν τὴν ὁλοκαύτωσιν παραδοῦναι αὐτοῖς κατὰ τὴν διαίρεσιν κατ᾿ οἴκους πατριῶν τοῖς υἱοῖς τοῦ λαοῦ τοῦ προσάγειν τῷ Κυρίῳ, ὡς γέγραπται ἐν βίβλῳ Μωυσῆ, καὶ οὕτως εἰς τὸ πρωΐ.
Β Παραλ. 35,12 Ετακτοποίησαν τα τεμάχια τα προοριζόμενα προς ολοκαύτωσιν, δια να παραδώσουν αυτά εις τας τάξεις των οικογενειών των ανθρώπων του λαού, να προσφέρουν αυτά προς τον Κυριον, όπως είναι γραμμένον στο βιβλίον του Μωϋσέως. Το ίδιο έκαμε και δια την θυσίαν της επομένης ημέρας.
Β Παραλ. 35,13 καὶ ὤπτησαν τὸ φασὲκ ἐν πυρὶ κατὰ τὴν κρίσιν καὶ τὰ ἅγια ὕψησαν ἐν τοῖς χαλκείοις καὶ ἐν τοῖς λέβησι· καὶ εὐωδώθη, καὶ ἔδραμον πρὸς πάντας τοὺς υἱοὺς τοῦ λαοῦ.
Β Παραλ. 35,13 Εψησαν ταν πασχάλιον αμνόν στο πυρ, όπως διέτασσεν ο Νομος, τας δε άλλας ιεράς θυσίας έβρασαν εις τα χάλκινα δοχεία και τους λέβητας. Το έργον των κατευωδώθη. Κατόπιν έσπευσαν να διανείμουν αυτά εις όλους τους ανθρώπους του λαού.
Β Παραλ. 35,14 καὶ μετὰ τὸ ἑτοιμάσαι αὐτοῖς καὶ τοῖς ἱερεῦσιν, ὅτι οἱ ἱερεῖς ἐν τῷ ἀναφέρειν τὰ ὁλοκαυτώματα καὶ τὰ στέατα ἕως νυκτός, καὶ οἱ Λευῖται ἡτοίμασαν αὐτοῖς καὶ τοῖς ἀδελφοῖς αὐτῶν υἱοῖς Ἀαρών.
Β Παραλ. 35,14 Κατόπιν ητοίμασαν το Πασχα δι' αυτούς και δια τους ιερείς. Ητοίμασαν δε αυτοί τα Πασχα και δια τους ιερείς, επειδή οι ιερείς ήσαν απησχολημένοι να προσφέρουν τα ολοκαυτώματα και τα λιπαρά μέρη των ζώων έως την νύκτα. Δι' αυτό οι Λευίται ητοίμασαν το Πασχα και δια τον εαυτόν των και δια τους αδελφούς των τους ιερείς, τους απογόνους του Ααρών.
Β Παραλ. 35,15 καὶ οἱ ψαλτῳδοὶ υἱοὶ Ἀσὰφ ἐπὶ τῆς στάσεως αὐτῶν κατὰ τὰς ἐντολὰς Δαυὶδ καὶ Ἀσὰφ καὶ Αἰμὰν καὶ Ἰδιθὼμ οἱ προφῆται τοῦ βασιλέως καὶ οἱ ἄρχοντες καὶ οἱ πυλωροὶ πύλης καὶ πύλης, οὐκ ἦν αὐτοῖς κινεῖσθαι ἀπὸ τῆς λειτουργίας τῶν ἁγίων, ὅτι ἀδελφοὶ αὐτῶν οἱ Λευῖται ἡτοίμασαν αὐτοῖς.
Β Παραλ. 35,15 Οι ψάλται οι απόγονοι του Ασάφ ευρίσκοντο και αυτοί εις τας θέσεις των σύμφωνά με τας εντολάς, που είχε δώσει ο Δαυίδ, ο Ασάφ, ο Αιμάν και ο Ιδιθώμ, οι προφήται αυτοί του βασιλέως και οι άρχοντες αυτού. Επίσης εις τας θέσεις των ευρίσκοντο και οι θυρωροί των διαφόρων πυλών, διότι εις αυτούς δεν ήτο επιτετραμμένον να μετακινηθούν από τας θέσεις των, από την υπηρεσίαν δηλαδή των ιερών χώρων. Δι' αυτό και οι αδελφοί των, οι Λευίται, ητοίμασαν και δι' αυτούς το Πασχα.
Β Παραλ. 35,16 καὶ κατωρθώθη καὶ ἡτοιμάσθη πᾶσα ἡ λειτουργία Κυρίου ἐν τῇ ἡμέρᾳ ἐκείνῃ τοῦ ποιῆσαι τὸ φασὲκ καὶ ἐνεγκεῖν τὰ ὁλοκαυτώματα ἐπὶ τὸ θυσιαστήριον Κυρίου κατὰ τὴν ἐντολὴν τοῦ βασιλέως Ἰωσίου.
Β Παραλ. 35,16 Ετσι επετεύχθη και ητοιμάσθη όλη η λειτουργία της υπηρεσίας του Κυρίου κατά την ημέραν εκείνην, ώστε να εορτασθή το Πασχα, να προσφερθούν τα ολοκαυτώματα στο θυσιαστήριον του Κυρίου σύμφωνα με την εντολήν του βασιλέως Ιωσίου.
Β Παραλ. 35,17 καὶ ἐποίησαν οἱ υἱοὶ Ἰσραὴλ οἱ εὑρεθέντες τὸ φασὲκ ἐν τῷ καιρῷ ἐκείνῳ καὶ τὴν ἑορτὴν τῶν ἀζύμων ἑπτὰ ἡμέρας.
Β Παραλ. 35,17 Οι Ισραηλίται, οι οποίοι ευρέθησαν εκεί, εώρτασαν το Πασχα κατά τον καιρόν εκείνον και την εορτήν των αζύμων επί επτά ημέρας.
Β Παραλ. 35,18 καὶ οὐκ ἐγένετο φασὲκ ὅμοιον αὐτῷ ἐν Ἰσραὴλ ἀπὸ ἡμερῶν Σαμουὴλ τοῦ προφήτου καὶ παντὸς βασιλέως Ἰσραὴλ οὐκ ἐποίησαν τὸ φασέκ, ὃ ἐποίησεν Ἰωσίας καὶ οἱ ἱερεῖς καὶ οἱ Λευῖται καὶ πᾶς Ἰούδα καὶ Ἰσραὴλ ὁ εὑρεθεὶς καὶ οἱ κατοικοῦντες ἐν Ἱερουσαλὴμ τῷ Κυρίῳ.
Β Παραλ. 35,18 Ομοιον Πασχα προς αυτό δεν είχεν εορτασθή μεταξύ των Ισραηλιτών από τας ημέρας του προφήτου Σαμουήλ. Κανείς βασιλεύς του Ισραήλ δεν εώρτασε τόσον λαμπρόν Πασχα, όμοιον προς εκείνο που εώρτασεν ο βασιλεύς Ιωσίας, οι ιερείς, οι Λευίται, όλοι οι Ιουδαίοι και οι Ισραηλίται, που ήσαν εκεί παρόντες, μαζή με τους κατοίκους της Ιερουσαλήμ.
Β Παραλ. 35,19 τῷ ὀκτωκαιδεκάτῳ ἔτει τῆς βασιλείας Ἰωσίου ἐποιήθη τὸ φασὲκ τοῦτο.
Β Παραλ. 35,19 Αυτό το Πασχα έγινε κατά το δέκατον όγδοον έτος της βασιλείας του Ιωσίου.
Β Παραλ. 35,19α καὶ τοὺς ἐγγαστριμύθους καὶ τοὺς γνώστας καὶ τὰ θεραφὶν καὶ τὰ εἴδωλα καὶ τὰ καρησίμ, ἃ ἦν ἐν γῇ Ἰούδα καὶ ἐν Ἱερουσαλὴμ ἐνεπύρισεν ὁ βασιλεὺς Ἰωσίας, ἵνα στήσῃ τοὺς λόγους τοῦ νόμου τοὺς γεγραμμένους ἐπὶ τοῦ βιβλίου, οὗ εὗρε Χελκίας ὁ ἱερεὺς ἐν τῷ οἴκῳ Κυρίου.
Β Παραλ. 35,19α Ο βασιλεύς Ιωσίας παρέδωσεν στο πυρ τους εγγαστριμύθους, τους μάγους, τα ειδωλολατρικά αγαλμάτια, τα είδωλα και τα άλλα βδελυρά σύμβολα της ειδωλολατρικής θρησκείας, τα οποία υπήρχον εις την χώραν της Ιουδαίας και εις την πόλιν Ιερουσαλήμ, δια να εφαρμόση έτσι τας εντολάς του Νομου, που ήσαν γραμμέναι στο βιβλίον, το οποίον είχεν ανεύρει ο Χελκίας ο αρχιερεύς στον ναόν του Κυρίου.
Β Παραλ. 35,19β ὅμοιος αὐτῷ οὐκ ἐγενήθη ἔμπροσθεν αὐτοῦ, ὃς ἐπέστρεψε πρὸς Κύριον ἐν ὅλῃ καρδίᾳ αὐτοῦ καὶ ἐν ὅλῃ ψυχῇ αὐτοῦ καὶ ἐν ὅλῃ τῇ ἰσχύϊ αὐτοῦ κατὰ πάντα τὸν νόμον Μωυσῆ, καὶ μετ᾿ αὐτὸν οὐκ ἀνέστη ὅμοιος αὐτῷ·
Β Παραλ. 35,19β Βασιλεύς όμοιος προς τον Ιωσίαν δεν υπήρξε ποτέ προ αυτού, ο οποίος να είχε δώσει προς τον Κυριον όλην του την καρδίαν και όλην του την ψυχήν και όλην του την δύναμιν, δια να ζήση σύμφωνα με όλα όσα υπήρχον στον Νομον του Μωϋσέως. Αλλά και έπειτα από αυτόν δεν παρουσιάσθη όμοιος προς αυτόν βασιλεύς.
Β Παραλ. 35,19γ πλὴν οὐκ ἀπεστράφη Κύριος ἀπὸ ὀργῆς θυμοῦ αὐτοῦ τοῦ μεγάλου, οὗ ὠργίσθη θυμῷ Κύριος ἐν τῷ Ἰούδᾳ, ἐπὶ πάντα τὰ παροργίσματα αὐτοῦ, ἃ παρώργισε Μανασσῆς.
Β Παραλ. 35,19γ Ο Κυριος όμως δεν απέστρεψεν την φοβεράν και μεγάλην αυτού οργήν εναντίον του Ιούδα και εναντίον όλων των εξοργιστικών ειδωλολατρικών πράξεων, με τας οποίας ο Μανασσής προηγουμένως είχε παροργίσει τον Θεόν.
Β Παραλ. 35,19δ καὶ εἶπε Κύριος· καί γε τὸν Ἰούδαν ἀποστήσω ἀπὸ προσώπου μου, καθὼς ἀπέστησα τὸν Ἰσραήλ, καὶ ἀπωσάμην τὴν πόλιν, ἣν ἐξελεξάμην τὴν Ἱερουσαλήμ, καὶ τὸν οἶκον ὃν εἶπα· ἔσται τὸ ὄνομά μου ἐκεῖ.
Β Παραλ. 35,19δ Δια τούτο ο Κυριος είπε· “και από αυτούς ακόμη τους Ιουδαίους θα αποσύρω την προστασίαν μου, όπως την απέσυρα από τον άλλον ισραηλιτικόν λαόν και θα απωθήσω μακράν από εμέ την Ιερουσαλήμ, την πόλιν, την οποίαν εγώ εξέλεξα και τον ναόν, δια τον οποίον εγώ είχα είπει· Εκεί θα υμνήται το Ονομά μου”.

Το τέλος της βασιλείας του Ιωσία
Β Παραλ. 35,20 Καὶ ἀνέβη φαραὼ Νεχαὼ βασιλεὺς Αἰγύπτου ἐπὶ τὸν βασιλέα Ἀσσυρίων ἐπὶ τὸν ποταμὸν Εὐφράτην, καὶ ἐπορεύθη βασιλεὺς Ἰωσίας εἰς συνάντησιν αὐτῷ.
Β Παραλ. 35,20 Ετσι και έγινε. Ο Φαραώ Νεχαώ, βασιλεύς της Αιγύπτου εξεστράτευσεν εναντίον των Ασσυρίων παρά τον ποταμόν τον Ευφράτην. Ο βασιλεύς Ιωσίας εξήλθε, δια να πολεμήση εναντίον του.
Β Παραλ. 35,21 καὶ ἀπέστειλε πρὸς αὐτὸν ἀγγέλους λέγων· τί ἐμοὶ καὶ σοί, βασιλεῦ Ἰούδα; οὐκ ἐπὶ σὲ ἥκω σήμερον πόλεμον πολεμῆσαι, καὶ ὁ Θεὸς εἶπε τοῦ κατασπεῦσαί με· πρόσεχε ἀπὸ τοῦ Θεοῦ τοῦ μετ᾿ ἐμοῦ μὴ καταφθείρῃ σε.
Β Παραλ. 35,21 Ο Φαραώ απέστειλεν αγγελιαφόρους προς τον Ιωσίαν και του είπα· “τι διαφοράς έχομεν ημείς μεταξύ μας, βασιλέα του Ιούδα; Εγώ δεν έχω έλθει σήμερον να πολεμήσω εναντίον σου, διότι ο Θεός με διέταξε να σπεύσω εναντίον άλλων. Παψε λοιπόν να εξοργίζης τον θεόν μου, δια να μη σε εξολοθρεύση”.
Β Παραλ. 35,22 καὶ οὐκ ἀπέστρεψεν Ἰωσίας τὸ πρόσωπον αὐτοῦ ἀπ᾿ αὐτοῦ, ἀλλ᾿ ἢ πολεμεῖν αὐτὸν ἐκραταιώθη καὶ οὐκ ἤκουσε τῶν λόγων Νεχαὼ διά στόματος Θεοῦ καὶ ἦλθε τοῦ πολεμῆσαι ἐν τῷ πεδίῳ Μαγεδδώ.
Β Παραλ. 35,22 Ο Ιωσίας όμως δεν ηθέλησε να αποχωρήση από τον βασιλέα της Αιγύπτου, αλλά ώρμησε να πολεμήση εναντίον του. Δεν ήκουσε τα λόγια του Νεχαώ, που ήσαν λόγια του Θεού, και ήλθε να πολεμήση εναντίον του Νεχαώ, εις την πεδιάδα Μαγεδδώ.
Β Παραλ. 35,23 καὶ ἐτόξευσαν οἱ τοξόται ἐπὶ βασιλέα Ἰωσίαν· καὶ εἶπεν ὁ βασιλεὺς τοῖς παισὶν αὐτοῦ· ἐξαγάγετέ με, ὅτι ἐπόνεσα σφόδρα.
Β Παραλ. 35,23 Οι τοξόται του Φαραώ έρριψαν τα τόξα των εναντίον του βασιλέως Ιωσία και τον επλήγωσαν. Ο βασιλεύς είπεν στους δούλους του· “βγάλτε με μακράν από την μάχην, διότι επληγώθηκα βαρειά”.
Β Παραλ. 35,24 καὶ ἐξήγαγον αὐτὸν οἱ παῖδες αὐτοῦ ἀπὸ τοῦ ἅρματος καὶ ἀνεβίβασαν αὐτὸν ἐπὶ τὸ ἅρμα τὸ δευτεραῖον, ὃ ἦν αὐτῷ, καὶ ἤγαγον αὐτὸν εἰς Ἱερουσαλήμ· καὶ ἀπέθανε καὶ ἐτάφη μετὰ τῶν πατέρων αὐτοῦ. καὶ πᾶς Ἰούδα καὶ Ἱερουσαλὴμ ἐπένθησαν ἐπὶ Ἰωσίαν,
Β Παραλ. 35,24 Οι δούλοι του τον κατέβασαν από το πολεμικόν του άρμα και τον ανεβίβασαν εις δεύτερον άρμα αναπαυτικώτερον, το οποίον ανήκεν εις αυτόν, και έτσι τον έφεραν εις την Ιερουσαλήμ. Ο Ιωσίας απέθανε και ετάφη μαζή με τους προπάτοράς του. Ολοι οι Ιουδαίοι, μάλιστα δε οι κάτοικοι της Ιερουσαλήμ, επένθησαν δια τον θάνατον του Ιωσίου.
Β Παραλ. 35,25 καὶ ἐθρήνησεν Ἱερεμίας ἐπὶ Ἰωσίαν, καὶ εἶπαν πάντες οἱ ἄρχοντες καὶ αἱ ἄρχουσαι θρῆνον ἐπὶ Ἰωσίαν ἕως τῆς σήμερον· καὶ ἔδωκαν αὐτὸν εἰς πρόσταγμα ἐπὶ Ἰσραήλ, καὶ ἰδοὺ γέγραπται ἐπὶ τῶν θρήνων.
Β Παραλ. 35,25 Ωδάς θρήνων συνέθεσεν ο προφήτης Ιερεμίας δια τον Ιωσίαν. Ολοι δε οι ψαλτωδοί, άνδρες και γυναίκες, συνέθεσαν και αυτοί θρήνους δια ταν Ιωσίαν, οι οποίοι υπάρχουν μέχρι σήμερον. Οι θρήνοι δε αυτοί δια τον Ιωσίαν επεβλήθησαν και εψάλλοντο από όλον τον ισραηλιτικόν λαόν. Ιδού, αυτοί οι θρήνοι έχουν γραφή στο βιβλίον των θρήνων.
Β Παραλ. 35,26 καὶ ἦσαν οἱ λοιποὶ λόγοι Ἰωσίου καὶ ἡ ἐλπὶς αὐτοῦ γεγραμμένα ἐν νόμῳ Κυρίου·
Β Παραλ. 35,26 Τα υπόλοιπα έργα του Ιωσίου και αι άλλαι αυτού πράξεις, όπως και η έλπίς του εις όλα όσα ήσαν γραμμένα στον Νομον του Κυρίου,
Β Παραλ. 35,27 καὶ οἱ λόγοι αὐτοῦ οἱ πρῶτοι καὶ οἱ ἔσχατοι ἰδοὺ γεγραμμένοι ἐπὶ βιβλίῳ βασιλέων Ἰσραὴλ καὶ Ἰούδα.
Β Παραλ. 35,27 τα έργα αυτού, τα πρώτα και τα τελευταία, ιδού, είναι γραμμένα στο βιβλίον των βασιλέων του Ισραήλ και του Ιούδα.


Μην ταράζεσθε και μην ανησυχείτε διότι αυτός που γνωρίζει όσα υποφέρετε
και είναι σε θέση να τα εμποδίσει είναι φανερό ότι δεν τα εμποδίζει, επειδή προνοεί και ενδιαφέρεται για σας.

Άβαταρ μέλους
ΠΟΠΗ
Δημοσιεύσεις: 808
Εγγραφή: Δευτ Ιούλ 30, 2012 3:29 pm
Επικοινωνία:

Re: ΠΑΡΑΛΕΙΠΟΜΕΝΩΝ Β’~Η ΒΑΣΙΛΕΙΑ ΤΟΥ ΣΟΛΟΜΩΝΤΑ

Δημοσίευσηαπό ΠΟΠΗ » Πέμ Νοέμ 01, 2012 5:34 pm

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 36
Η βασιλεία των Ιωάχαζ, Ιωακίμ και του Ιεχονία στον Ιούδα.
Η βασιλεία του Σεδεκία και η κατάλυση του βασιλείου του Ιούδα.
Το διάταγμα του Κύρου.


Η βασιλεία του Ιωάχαζ στον Ιούδα
Β Παραλ. 36,1 Καὶ ἔλαβεν ὁ λαὸς τῆς γῆς τὸν Ἰωάχαζ υἱὸν Ἰωσίου καὶ ἔχρισαν αὐτόν, καὶ κατέστησαν αὐτὸν ἀντὶ τοῦ πατρὸς αὐτοῦ εἰς βασιλέα ἐπὶ Ἰερουσαλήμ.
Β Παραλ. 36,1 Ο ιουδαϊκός λαός επήρε τον Ιωάχαζ υιόν του Ιωσίου, τον έχρισαν βασιλέα και εγκατέστησαν αυτόν ως βασιλέα αντί του πατρός του εις την Ιερουσαλήμ.
Β Παραλ. 36,2 υἱὸς εἴκοσι καὶ τριῶν ἐτῶν Ἰωάχαζ ἐν τῷ βασιλεύειν αὐτὸν καὶ τρίμηνον ἐβασίλευσεν ἐν Ἱερουσαλήμ,
Β Παραλ. 36,2 Ο Ιωάχαζ, όταν ανήλθεν στον βασιλικόν θρόνον, ήτο είκοσι τριών ετών. Τρεις μήνας εβασίλευσεν εις την Ιερουσαλήμ.
Β Παραλ. 36,2α καὶ ὄνομα τῆς μητρὸς αὐτοῦ Ἀμιτὰλ θυγάτηρ Ἱερεμίου ἐκ Λοβενά.
Β Παραλ. 36,2α Η μητέρα του ωνομάζετο Αμιτάλ, ήτο δε θυγάτηρ του Ιερεμίου, ο οποίος κατήγετο από την Λοβενά.
Β Παραλ. 36,2β καὶ ἐποίησε τὸ πονηρὸν ἐνώπιον Κυρίου κατὰ πάντα, ἃ ἐποίησαν οἱ πατέρες αὐτοῦ.
Β Παραλ. 36,2β Ο Ιωαχάζ διέπραξε το μεγάλο αμάρτημα της ειδωλολατρείας, όπως ακριβώς είχαν πράξει οι προπάτορές του.
Β Παραλ. 36,2γ καὶ ἔδησεν αὐτὸν φαραὼ Νεχαὼ ἐν Δεβλαθὰ ἐν γῇ Αἰμάθ, τοῦ μὴ βασιλεύειν αὐτὸν ἐν Ἱερουσαλήμ,
Β Παραλ. 36,2γ Ο Νεχαώ ο Φαραώ τον έδεσεν εις την πόλιν Δεβλαθά της χώρας Αιμάθ, δια να παύση πλέον να είναι βασιλεύς της Ιερουσαλήμ.
Β Παραλ. 36,3 καὶ μετήγαγεν αὐτὸν ὁ βασιλεὺς εἰς Αἴγυπτον, καὶ ἐπέβαλε φόρον ἐπὶ τὴν γῆν ἑκατὸν τάλαντα ἀργυρίου καὶ τάλαντον χρυσίου.
Β Παραλ. 36,3 Ο βασιλεύς Νεχαώ τον μετέφερε κατόπιν εις την Αίγυπτον και υπέβαλεν εις την χώραν του φόρον εκατόν τάλαντα αργυρίου και ένα τάλαντον χρυσίου.
Β Παραλ. 36,4 καὶ κατέστησε φαραὼ Νεχαὼ τὸν Ἐλιακὶμ υἱὸν Ἰωσίου βασιλέα ἐπὶ Ἰούδα ἀντὶ Ἰωσίου τοῦ πατρὸς αὐτοῦ καὶ μετέστρεψε τὸ ὄνομα αὐτοῦ Ἰωακίμ· καὶ τὸν Ἰωάχαζ ἀδελφὸν αὐτοῦ ἔλαβε φαραὼ Νεχαώ, καὶ εἰσήγαγεν αὐτὸν εἰς Αἴγυπτον, καὶ ἀπέθανεν ἐκεῖ.
Β Παραλ. 36,4 Ο Φαραώ Νεχαώ εγκατέστησεν ως βασιλέα επί της Ιουδαίας τον Ελιακίμ, υιόν του Ιωσίου, αντί του πατρός του Ιωσίου, το δε όνομά του το μετέβαλεν εις Ιωακίμ. Ο Φαραώ Νεχαώ επήρε τον αδελφόν του Ιωακίμ, τον Ιωάχαζ, και τον μετέφερεν εις την Αίγυπτον. Εκεί ο Ιωάχαζ απέθανεν.
Β Παραλ. 36,4α καὶ τὸ ἀργύριον καὶ τὸ χρυσίον ἔδωκε τῷ φαραῷ· τότε ἤρξατο ἡ γῆ φορολογεῖσθαι τοῦ δοῦναι τὸ ἀργύριον ἐπὶ στόμα φαραώ, καὶ ἕκαστος κατὰ δύναμιν ἀπῄτει τὸ ἀργύριον καὶ τὸ χρυσίον παρὰ τοῦ λαοῦ τῆς γῆς δοῦναι φαραῷ Νεχαῷ.
Β Παραλ. 36,4α Ο Ιωακίμ εδιδεν στον Φαραώ κάθε έτος το επιβληθέν ως φόρον αργύριον και χρυσίον. Δια την πληρωμήν του φόρου αυτού η χώρα της Ιουδαίας ήρχισε να φορολογήται, δια να δίδεται το ορισθέν από τον Φαραώ ποσόν. Από κάθε φορολογούμενον της Ιουδαίας εζητείτο το κατά δύναμιν αργύριον και χρυσίον, δια να συγκεντρώνεται έτσι και δίδεται το ορισθέν ποσόν στον Φαραώ Νεχαώ.

Η βασιλεία του Ιωακίμ στον Ιούδα
Β Παραλ. 36,5 Ὢν εἴκοσι καὶ πέντε ἐτῶν Ἰωακὶμ ἐν τῷ βασιλεύειν αὐτὸν καὶ ἕνδεκα ἔτη ἐβασίλευσεν ἐν Ἱερουσαλήμ, καὶ ὄνομα τῆς μητρὸς αὐτοῦ Ζεχωρὰ θυγάτηρ Νηρίου ἐκ Ῥαμά. καὶ ἐποίησε τὸ πονηρὸν ἐναντίον Κυρίου κατὰ πάντα ὅσα ἐποίησαν οἱ πατέρες αὐτοῦ.
Β Παραλ. 36,5 Ο Ιωακίμ ανήλθεν στον βασιλικόν θρόνον, όταν ήτο είκοσι πέντε ετών. Εβασίλευσεν επί ένδεκα έτη εις την Ιερουσαλήμ. Η μητέρα του ωνομάζετο Ζεχωρά, ήτο δε θυγάτηρ του Νηρίου του καταγομένου από την Ραμά. Και αυτός διέπραξε το μεγάλο αμάρτημα της ειδωλολατρείας ενώπιον του Κυρίου και ηκολούθησεν όλα όσα είχαν κάμει και οι προπάτορές του.
Β Παραλ. 36,5α ἐν ταῖς ἡμέραις αὐτοῦ ἦλθε Ναβουχοδονόσορ ὁ βασιλεὺς Βαβυλῶνος εἰς τὴν γῆν, καὶ ἦν αὐτῷ δουλεύων τρία ἔτη καὶ ἀπέστη ἀπ᾿ αὐτοῦ.
Β Παραλ. 36,5α Επί των ημερών του επήλθεν εναντίον της Ιουδαίας ο Ναβουχοδονόσορ ο βασιλεύς της Βαβυλώνος. Ο Ιωακίμ υπετάγη εις αυτόν επί τρία έτη. Επειτα δε απεστάτησεν από αυτόν.
Β Παραλ. 36,5β καὶ ἀπέστειλε Κύριος ἐπ᾿ αὐτοὺς τοὺς Χαλδαίους καὶ λῃστήρια Σύρων καὶ λῃστήρια Μωαβιτῶν καὶ υἱῶν Ἀμμὼν καὶ τῆς Σαμαρείας, καὶ ἀπέστησαν μετὰ τὸν λόγον τοῦτον κατὰ τὸν λόγον Κυρίου ἐν χειρὶ τῶν παίδων αὐτοῦ τῶν προφητῶν.
Β Παραλ. 36,5β Κατόπιν ο Κυριος εξαπέστειλεν εναντίον του Ιωακίμ τους Χαλδαίους, ληστρικά σώματα Συρων και ληστρικά σώματα Μωαβιτών, Αμμωνιτών και Σαμαρειτών. Αυτοί επέδραμον εναντίον της Ιουδαίας, δια να τιμωρηθούν οι κάτοικοί της σύμφωνα με τον λόγον, τον οποίον ο Κυριος είχεν είπει δια μέσου των δούλων του των προφητών.
Β Παραλ. 36,5γ πλὴν θυμὸς Κυρίου ἦν ἐπὶ Ἰούδαν τοῦ ἀποστῆναι αὐτὸν ἀπὸ προσώπου αὐτοῦ διὰ τὰς ἁμαρτίας Μανασσῆ ἐν πᾶσιν, οἷς ἐποίησε,
Β Παραλ. 36,5γ Ο θυμός του Κυρίου ήτο τόσος εναντίον των Ιουδαίων, ώστε να απομακρύνη αυτούς από την προστασίαν του εξ αιτίας όλων των αμαρτιών, τας οποίας ο Μανασσής είχε διαπράξει.
Β Παραλ. 36,5δ καὶ ἐν αἵματι ἀθῴῳ, ᾧ ἐξέχεεν Ἰωακὶμ καὶ ἔπλησε τὴν Ἱερουσαλὴμ αἵματος ἀθῴου, καὶ οὐκ ἠθέλησε Κύριος ἐξολοθρεῦσαι αὐτούς.
Β Παραλ. 36,5δ Και ειδικώτερον εξ αιτίας του αθώου αίματος, το οποίον έχυσεν ο Ιωακίμ και το οποίον ήτο τόσον πολύ, ώστε με αυτό το αθώον αίμα επλημμύρισεν η Ιερουσαλήμ. Ο Κυριος δεν ηθέλησε να αποστείλη τιμωρίαν τότε, που διεπράττοντο αυτά, διότι ο Μανασσής είχεν εν τω μεταξύ μετανοήσει.
Β Παραλ. 36,6 καὶ ἀνέβη ἐπ᾿ αὐτὸν Ναβουχοδονόσορ βασιλεὺς Βαβυλῶνος καὶ ἔδησεν αὐτὸν ἐν χαλκαῖς πέδαις καὶ ἀπήγαγεν αὐτὸν εἰς Βαβυλῶνα.
Β Παραλ. 36,6 Ο Ναβουχοδονόσορ ο βασιλεύς της Βαβυλώνος επήλθεν εναντίον του αποστατήσαντος Ιωακίμ, τον συνέλαβε, τον έδεσε με χαλκίνας χειροιπέδας και τον ωδήγησεν εις την Βαβυλώνα.
Β Παραλ. 36,7 καὶ μέρος τῶν σκευῶν οἴκου Κυρίου ἀπήνεγκεν εἰς Βαβυλῶνα καὶ ἔθηκεν αὐτὰ ἐν τῷ ναῷ αὐτοῦ ἐν Βαβυλῶνι.
Β Παραλ. 36,7 Ενα μέρος από τα ιερά σκεύη του ναού του Κυρίου επήρεν ο βασιλεύς της Βαβυλώνος και τα έφερεν εις την Βαβυλώνα. Τα ετοποθέτησεν στον εν Βαβυλώνι ιδιαίτερον ναόν του.
Β Παραλ. 36,8 καὶ τὰ λοιπὰ τῶν λόγων Ἰωακὶμ καὶ πάντα, ἃ ἐποίησεν, οὐκ ἰδοὺ ταῦτα γεγραμμένα ἐν βιβλίῳ λόγων τῶν ἡμερῶν τοῖς βασιλεῦσιν Ἰούδα; καὶ ἐκοιμήθη Ἰωακὶμ μετὰ τῶν πατέρων αὐτοῦ καὶ ἐτάφη ἐν Γανοζὰ μετά τῶν πατέρων αὐτοῦ, καὶ ἐβασίλευσεν Ἰεχονίας υἱὸς αὐτοῦ ἀντ᾿ αὐτοῦ.
Β Παραλ. 36,8 Τα υπόλοιπα από τα έργα του Ιωακίμ, όλα όσα έκαμε, δεν είναι γραμμένα στο βιβλίον των ημερών των έργων των βασιλέων του Ιούδα; Ο Ιωακίμ εκοιμήθη, όπως και οι προπάτορές του, και ενεταφιάσθη εις Γανοζά με τους προπάτορας αυτού. ' Αντί δε αυτού έγινε βασιλεύς ο υιός του ο Ιεχονίας.

Η βασιλεία του Ιεχονία στον Ιούδα
Β Παραλ. 36,9 Ὀκτὼ ἐτῶν Ἰεχονίας ἐν τῷ βασιλεύειν αὐτὸν καὶ τρίμηνον καὶ δέκα ἡμέρας ἐβασίλευσεν ἐν Ἱερουσαλὴμ καὶ ἐποίησε τὸ πονηρὸν ἐνώπιον Κυρίου.
Β Παραλ. 36,9 Ο Ιεχονίας ήτο οχτώ ετών, όταν ανήλθεν στον βασιλικόν θρόνον. Εβασίλευσεν αυτός εις την Ιερουσαλήμ επί τρεις μήνας και δέκα ημέρας και διέπραξε το αμάρτημα της ειδωλολατρείας ενώπιον του Κυρίου.
Β Παραλ. 36,10 καὶ ἐπιστρέφοντος τοῦ ἐνιαυτοῦ ἀπέστειλεν ὁ βασιλεὺς Ναβουχοδονόσορ καὶ εἰσήνεγκεν αὐτὸν εἰς Βαβυλῶνα μετὰ τῶν σκευῶν τῶν ἐπιθυμητῶν οἴκου Κυρίου καὶ ἐβασίλευσε Σεδεκίαν ἀδελφὸν τοῦ πατρὸς αὐτοῦ ἐπὶ Ἰούδαν καὶ Ἱερουσαλήμ.
Β Παραλ. 36,10 Κατά την αρχήν του νέου έτους απέστειλεν ο βασιλεύς Ναβουχοδονόσορ στρατιώτας και μετέφερε τον Ιεχονίαν εις την Βαβυλώνα με τα πολύτιμα ιερά σκεύη του ναού του Κυρίου. Ο Ναβουχοδονόσορ εγκατέστησεν ως βασιλέα εις την Ιουδαίαν και εις την πόλιν Ιερουσαλήμ τον Σεδεκίαν, αδελφόν του πατρός του Ιεχονίου.

Η βασιλεία του Σεδεκία και η κατάλυση του βασιλείου του Ιούδα
Β Παραλ. 36,11 Ἐτῶν εἴκοσιν υἱὸς καὶ ἑνὸς ἔτους Σεδεκίας ἐν τῷ βασιλεύειν αὐτὸν καὶ ἕνδεκα ἔτη ἐβασίλευσεν ἐν Ἱερουσαλήμ.
Β Παραλ. 36,11 Ο Σεδεκίας όταν ανήλθεν στον βασιλικόν θρόνον ήτο είκοσι και ενός ετών. Εβασίλευσεν αυτός εις την Ιερουσαλήμ επί ένδεκα έτη.
Β Παραλ. 36,12 καὶ ἐποίησε τὸ πονηρὸν ἐνώπιον Κυρίου Θεοῦ αὐτοῦ, οὐκ ἐνετράπη ἀπὸ προσώπου Ἱερεμίου τοῦ προφήτου καὶ ἐκ στόματος Κυρίου
Β Παραλ. 36,12 Και αυτός διέπραξε το μεγάλο αμάρτημα της ειδωλολατρείας ενώπιον Κυρίου του Θεού αυτού και δεν μετενόησεν ενώπιον του Ιερεμίου του προφήτου, ο οποίος ωμιλούσε προς αυτόν εν ονόματι του Κυρίου.
Β Παραλ. 36,13 ἐν τῷ τὰ πρὸς τὸν βασιλέα Ναβουχοδονόσορ ἀθετῆσαι, ἃ ὥρκισεν αὐτὸν κατὰ τοῦ Θεοῦ καὶ ἐσκλήρυνε τὸν τράχηλον αὐτοῦ καὶ τὴν καρδίαν αὐτοῦ κατίσχυσε τοῦ μὴ ἐπιστρέψαι πρὸς Κύριον Θεὸν Ἰσραήλ.
Β Παραλ. 36,13 Επανεστάτησε δε εναντίον του βασιλέως Ναβουχοδονόσορος, ο οποίος τον είχεν υποχρεώσει να του ορκισθή πίστιν, εν ονόματι του Θεού, εγωϊστής καθώς ήτο, εσκλήρυνε τον τράχηλόν του, έκαμε σκληράν την καρδίαν του, ώστε να μη επιστρέψη προς τον Κυριον τον Θεόν του Ισραήλ.
Β Παραλ. 36,14 καὶ πάντες οἱ ἔνδοξοι Ἰούδα καὶ οἱ ἱερεῖς καὶ ὁ λαὸς τῆς γῆς ἐπλήθυναν τοῦ ἀθετῆσαι ἀθετήματα βδελυγμάτων ἐθνῶν καὶ ἐμίαναν τὸν οἶκον Κυρίου τὸν ἐν Ἱερουσαλήμ.
Β Παραλ. 36,14 Αλλά και όλοι οι επίσημοι Ιουδαίοι κατά τας ημέρας εκείνας και οι ιερείς και ο λαός επλήθυναν τας αμαρτίας αυτών, ελάτρευσαν τα βδελυρά είδωλα των εθνών και εμόλυναν τον ναόν του Κυρίου, που υπήρχεν εις την Ιερουσαλήμ.
Β Παραλ. 36,15 καὶ ἐξαπέστειλε Κύριος ὁ Θεὸς τῶν πατέρων αὐτῶν ἐν χειρὶ τῶν προφητῶν αὐτοῦ ὀρθρίζων καὶ ἀποστέλλων τοὺς ἀγγέλους αὐτοῦ, ὅτι ἦν φειδόμενος τοῦ λαοῦ αὐτοῦ καὶ τοῦ ἁγιάσματος αὐτοῦ·
Β Παραλ. 36,15 Παρ' όλα όμως αυτά Κυριος ο Θεός των πατέρων των απέστελλε συνεχώς και εγκαίρως δια μέσου των προφητών αυτού τας προτροπάς του προς μετάνοιαν, διότι ελυπείτο τον λαόν του και τον άγιον και ιερόν αυτού ναόν.
Β Παραλ. 36,16 καὶ ἦσαν μυκτηρίζοντες τοὺς ἀγγέλους αὐτοῦ καὶ ἐξουθενοῦντες τοὺς λόγους αὐτοῦ καὶ ἐμπαίζοντες ἐν τοῖς προφήταις αὐτοῦ, ἕως ἀνέβη ὁ θυμὸς Κυρίου ἐν τῷ λαῷ αὐτοῦ, ἕως οὐκ ἦν ἴαμα.
Β Παραλ. 36,16 Εκείνοι όμως περιγελούσαν τους αγγελιαφόρους, ειρωνεύοντο και ενέπαιζον τους προφήτας του, έως ότου άναψεν ο θυμός του Κυρίου εναντίον του λαού αυτού, ώστε να μη υπάρχον πλέον τρόπος θεραπείας δι' αυτούς.
Β Παραλ. 36,17 καὶ ἤγαγεν ἐπ᾿ αὐτοὺς βασιλέα Χαλδαίων, καὶ ἀπέκτεινε τοὺς νεανίσκους αὐτῶν ἐν ῥομφαίᾳ ἐν οἴκῳ ἁγιάσματος αὐτοῦ καὶ οὐκ ἐφείσατο τοῦ Σεδεκίου καὶ τὰς παρθένους αὐτῶν οὐκ ἠλέησε καὶ τοὺς πρεσβυτέρους αὐτῶν ἀπήγαγον· τὰ πάντα παρέδωκεν ἐν χερσίν αὐτῶν.
Β Παραλ. 36,17 Τοτε έφερεν εναντίον αυτών τον βασιλέα των Χαλδαίων, ο οποίος εφόνευσε τους νεαρούς Ιουδαίους δια της ρομφαίας μέσα στον άγιον ναόν και δεν ελυπήθη ούτε αυτόν τον Σεδεκίαν. Δεν αισθάνθη κανένα οίκτον ούτε απέναντι των παρθένων και των, γερόντων, τους οποίους ωδήγησεν αιχμαλώτους. Ο Θεός είχε παραδώσει τα πάντα εις τα χέρια των Χαλδαίων.
Β Παραλ. 36,18 καὶ πάντα τὰ σκεύη οἴκου τοῦ Θεοῦ τά μεγάλα καὶ τὰ μικρὰ καὶ τοὺς θησαυροὺς οἴκου Κυρίου καὶ πάντας τοὺς θησαυροὺς τοῦ βασιλέως καὶ τῶν μεγιστάνων, πάντα εἰσήνεγκεν εἰς Βαβυλῶνα.
Β Παραλ. 36,18 Ο Ναβουχοδονόσορ ελεηλάτησε και μετέφερεν εις την Βαβυλώνα όλα τα ιερά σκεύη, τα μικρά και τα μεγάλα, και όλους τους θησαυρούς του ναού του Κυρίου και όλους τους θησαυρούς του βασιλέως και των μεγιστάνων του.
Β Παραλ. 36,19 καὶ ἐνέπρησε τὸν οἶκον Κυρίου καὶ κατέσκαψε τὸ τεῖχος Ἱερουσαλὴμ καὶ τὰς βάρεις αὐτῆς ἐνέπρησεν ἐν πυρὶ καὶ πᾶν σκεῦος ὡραῖον εἰς ἀφανισμόν.
Β Παραλ. 36,19 Παρέδωκεν στο πυρ τον ναόν του Κυρίου, εκρήμνισε και ανέσκαψε το τείχος της Ιερουσαλήμ, και τα βασιλικά της ανάκτορα παρέδωκεν στο πυρ. Καθε πολύτιμον και ωραίον αντικείμενον παρέδωκεν εις καταστροφήν και αφανισμόν.
Β Παραλ. 36,20 καὶ ἀπῴκισε τοὺς καταλοίπους εἰς Βαβυλῶνα, καὶ ἦσαν αὐτῷ καὶ τοῖς υἱοῖς αὐτοῦ εἰς δούλους ἕως βασιλείας Μήδων
Β Παραλ. 36,20 Οσους διέφυγον την σφαγήν Ιουδαίους μετέφερεν εις την Βαβυλώνα ο Ναβουχοδονόσορ. Αυτοί εχρησιμευαν ως δούλοι του, δούλοι των απογόνων του μέχρι και της βασιλείας των Μηδων.
Β Παραλ. 36,21 τοῦ πληρωθῆναι λόγον Κυρίου διὰ στόματος Ἱερεμίου ἕως τοῦ προσδέξασθαι τὴν γῆν τὰ σάββατα αὐτῆς σαββατίσαι· πάσας τὰς ἡμέρας ἐρημώσεως αὐτῆς ἐσαββάτισεν εἰς συμπλήρωσιν ἐτῶν ἑβδομήκοντα.
Β Παραλ. 36,21 Αυτό δε όλον έγινε, δια να εκπληρωθή ο λόγος του Κυρίου, τον οποίον είχεν εκφράσει δια του στόματος του Ιερεμίου λέγων· “η εξορία αυτή θα διαρκέση, έως ότου η χώρα συμπληρώσει τας ημέρας της αργίας των σαββάτων, κατά τα οποία οι κάτοικοί της παραβαίνοντες τον Νομον του Μωϋσέως ειργάζοντο”. Ετσι ίόλα τα έτη, που διαρκούσεν η ερήμωσις της χώρας, η γη ανεπαύθη από τας εργασίας, ώστε συνεπληρώθησαν εβδομήκοντα έτη.

Το διάταγμα του Κύρου
Β Παραλ. 36,22 Ἔτους πρώτου Κύρου βασιλέως Περσῶν, μετὰ τὸ πληρωθῆναι ῥῆμα Κυρίου διὰ στόματος Ἱερεμίου, ἐξήγειρε Κύριος τὸ πνεῦμα Κύρου βασιλέως Περσῶν καὶ παρήγγειλε κηρύξαι ἐν πάσῃ τῇ βασιλείᾳ αὐτοῦ ἐν γραπτῷ λέγων·
Β Παραλ. 36,22 Κατά δε το πρώτον έτος της βασιλείας του Κυρου βασιλέως των Περσών, αφού συνεπληρώθησαν πλέον τα έτη της ερημώσεως σύμφωνα με τον λόγον του Κυρίου, που είχεν είπει δια του προφήτου Ιερεμίου, ο Κυριος διέθεσεν ευμενώς το πνεύμα Κυρου του βασιλέως των Περσών δια την αποκατάστασιν των Ιουδαίων. Διέταξε τότε ο Κύρος να κηρυχθούν εις όλην αυτού την βασιλείαν γραπτώς τα εξής·
Β Παραλ. 36,23 τάδε λέγει Κῦρος βασιλεὺς Περσῶν πάσαις ταῖς βασιλείαις τῆς γῆς· ἔδωκέ μοι Κύριος ὁ Θεὸς τοῦ οὐρανοῦ, καὶ αὐτὸς ἐνετείλατό μοι οἰκοδομῆσαι οἶκον αὐτῷ ἐν Ἱερουσαλὴμ ἐν τῇ Ἰουδαίᾳ. τίς ἐξ ὑμῶν ἐκ παντὸς τοῦ λαοῦ αὐτοῦ; ἔσται Θεὸς αὐτοῦ μετ᾿ αὐτοῦ, καὶ ἀναβήτω.
Β Παραλ. 36,23 “Αυτά λέγει ο Κύρος ο βασιλεύς των Περσών εις όλας τας βασιλείας της γης. Ο Κυριος ο Θεός του ουρανού μου έδωκεν αυτάς τας βασιλείας της γης και με διέταξε να ανοικοδομήσω εις την πόλιν της Ιερουσαλήμ και εις την χώραν της Ιουδαίας ναόν προς δόξαν αυτού. Ποιός λοιπόν από σας είναι από τον λαόν αυτόν των Ιουδαίων; Είναι ελεύθερος να επανέλθη εις την πατρίδα του”.


Μην ταράζεσθε και μην ανησυχείτε διότι αυτός που γνωρίζει όσα υποφέρετε
και είναι σε θέση να τα εμποδίσει είναι φανερό ότι δεν τα εμποδίζει, επειδή προνοεί και ενδιαφέρεται για σας.


Επιστροφή στο

Μέλη σε σύνδεση

Μέλη σε αυτή την Δ. Συζήτηση: 1 και 0 επισκέπτες