ΠΑΡΑΛΕΙΠΟΜΕΝΩΝ Β’~Η ΒΑΣΙΛΕΙΑ ΤΟΥ ΣΟΛΟΜΩΝΤΑ

Ανάλυση και συζητήσεις γύρω από τα βιβλία της Παλαιάς Διαθήκης

Συντονιστές: Νίκος, Anastasios68, johnge

Άβαταρ μέλους
ΠΟΠΗ
Δημοσιεύσεις: 808
Εγγραφή: Δευτ Ιούλ 30, 2012 3:29 pm
Επικοινωνία:

Re: ΠΑΡΑΛΕΙΠΟΜΕΝΩΝ Β’~Η ΒΑΣΙΛΕΙΑ ΤΟΥ ΣΟΛΟΜΩΝΤΑ

Δημοσίευσηαπό ΠΟΠΗ » Τρί Οκτ 16, 2012 11:30 am

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 20
Νίκη του Ιωσαφάτ εναντίον των Μωαβιτών και των Αμμωνιτών.
Το τέλος της βασιλείας του Ιωσαφάτ.


Νίκη του Ιωσαφάτ εναντίον των Μωαβιτών και των Αμμωνιτών
Β Παραλ. 20,1 Καὶ μετὰ ταῦτα ἦλθον οἱ υἱοὶ Μωάβ, καὶ υἱοὶ Ἀμμὼν καὶ μετ᾿ αὐτῶν ἐκ τῶν Μιναίων πρὸς Ἰωσαφὰτ εἰς πόλεμον.
Β Παραλ. 20,1 Επειτα από τα γεγονότα αυτά οι Μωαβίται και οι Αμμωνίται, μαζή δε με αυτούς και οι Μιναίοι, εξεστράτευσαν να πολεμήσουν εναντίον του Ιωσαφάτ.
Β Παραλ. 20,2 καὶ ἦλθον καὶ ὑπέδειξαν τῷ Ἰωσαφὰτ λέγοντες· ἥκει ἐπὶ σὲ πλῆθος πολὺ ἐκ πέραν τῆς θαλάσσης ἀπὸ Συρίας, καὶ ἰδού εἰσιν ἐν Ἀσασὰν Θαμὰρ (αὕτη ἐστὶν Ἐγγαδί).
Β Παραλ. 20,2 Αγγελιαφόροι δε ήλθον και επληροφορήσαν τον Ιωσαφάτ λέγοντες· “έχει έλθει εναντίον σου πολύ πλήθος στρατού από την Συρίαν, την πέραν της Νεκράς Θαλάσσης. Ιδού, αυτοί ευρίσκονται εις Ασασάν Θαμάρ (αυτή δε η περιοχή είναι η Εγγαδί)”.
Β Παραλ. 20,3 καὶ ἐφοβήθη καὶ ἔδωκεν Ἰωσαφὰτ πρόσωπον αὐτοῦ ἐκζητῆσαι τὸν Κύριον καὶ ἐκήρυξε νηστείαν ἐν παντὶ Ἰούδᾳ.
Β Παραλ. 20,3 Ο Ιωσαφάτ εφοβήθη, έστρεψε το πρόσωπον του προς τον Κυριον, δια να ζητήση βοήθειαν από αυτόν και εκήρυξε νηστείαν εις όλους τους Ιουδαίους.
Β Παραλ. 20,4 καὶ συνήχθη Ἰούδας ἐκζητῆσαι τὸν Κύριον, καὶ ἀπὸ πασῶν τῶν πόλεων Ἰούδα ἦλθον ζητῆσαι τὸν Κύριον.
Β Παραλ. 20,4 Ολοι οι Ιουδαίοι συνεκεντρώθησαν, δια να ζητήσουν με θερμήν προσευχήν βοήθειαν από τον Κυριον. Από όλας τας πόλστου Ιούδα ήλθαν αυτοί, δια να παρακαλέσουν θερμώς τον Κυριον.
Β Παραλ. 20,5 καὶ ἀνέστη Ἰωσαφὰτ ἐν ἐκκλησίᾳ Ἰούδα ἐν Ἱερουσαλὴμ ἐν οἴκῳ Κυρίου κατὰ πρόσωπον τῆς αὐλῆς τῆς καινῆς
Β Παραλ. 20,5 Ο Ιωσαφάτ εσηκώθη όρθιος ανάμεσα εις την συγκέντρωσιν στον ναόν, εμπρός εις την νέαν αυλήν, και είπε·
Β Παραλ. 20,6 καὶ εἶπε· Κύριε ὁ Θεὸς τῶν πατέρων μου, οὐχὶ σὺ εἶ Θεὸς ἐν οὐρανῷ ἄνω καὶ σὺ κυριεύεις πασῶν τῶν βασιλειῶν τῶν ἐθνῶν καὶ ἐν τῇ χειρί σου ἰσχὺς δυναστείας καὶ οὐκ ἔστι πρός σε ἀντιστῆναι;
Β Παραλ. 20,6 “Κυριε και Θεέ των πατέρων μου, συ δεν εξουσιάζεις εις όλας τας βασιλείας των εθνών και στο παντοδύναμόν σου χέρι δεν υπάρχει η δύναμις της κυριαρχίας, εις την οποίαν κανείς δεν ημπορεί να αντισταθή;
Β Παραλ. 20,7 οὐχὶ σὺ ὁ Κύριος ὁ ἐξολοθρεύσας τοὺς κατοικοῦντας τὴν γῆν ταύτην ἀπὸ προσώπου τοῦ λαοῦ σου Ἰσραὴλ καὶ ἔδωκας αὐτὴν σπέρματι Ἁβραὰμ τῷ ἠγαπημένῳ σου εἰς τὸν αἰῶνα;
Β Παραλ. 20,7 Συ δεν είσαι ο Κυριος, ο οποίος εξωλόθρευσες τους κατοίκους αυτής της χώρας εμπρός στον ισραηλιτικόν σου λαόν και την παρέδωκες ως αιώνιον κτήμα στους απογόνους του ηγαπημένου σου Αβραάμ;
Β Παραλ. 20,8 καὶ κατῴκησαν ἐν αὐτῇ καὶ ᾠκοδόμησαν ἐν αὐτῇ ἁγίασμα τῷ ὀνόματί σου λέγοντες·
Β Παραλ. 20,8 Αυτοί υπό την προστασίαν σου και την ευλογίαν σου εγκατεστάθησαν εις την χώραν αυτήν, οικοδόμησαν τον άγιον ναόν επί τω Ονόματί σου και είπαν·
Β Παραλ. 20,9 ἐὰν ἐπέλθῃ ἐφ᾿ ἡμᾶς κακά, ῥομφαία, κρίσις, θάνατος, λιμός, στησόμεθα ἐναντίον τοῦ οἴκου τούτου καὶ ἐναντίον σου, ὅτι τὸ ὄνομά σου ἐπὶ τῷ οἴκῳ τούτῳ, καὶ βοησόμεθα πρὸς σὲ ἀπὸ τῆς θλίψεως, καὶ ἀκούσῃ καὶ σώσεις.
Β Παραλ. 20,9 Εάν επέλθουν εναντίον μας συμφοραί, πόλεμος, τιμωρία, επιδημία θανατηφόρος, πείνα, θα παρουσιασθώμεν ενώπιον του ναού τούτου, δηλαδή ενώπιόν σου, διότι το Ονομά σου λατρεύεται στον οίκον αυτόν, θα βοήσωμεν προς σε ταλαιπωρούμενοι από αυτήν την θλίψιν μας, και συ θα μας ακούσης.
Β Παραλ. 20,10 καὶ νῦν ἰδοὺ οἱ υἱοὶ Ἀμμὼν καὶ Μωὰβ καὶ ὄρος Σηείρ, εἰς οὓς οὐκ ἔδωκας τῷ Ἰσραὴλ διελθεῖν δι᾿ αὐτῶν, ἐξελθόντων αὐτῶν ἐκ γῆς Αἰγύπτου, ὅτι ἐξέκλιναν ἀπ᾿ αὐτῶν καὶ οὐκ ἐξωλόθρευσαν αὐτούς.
Β Παραλ. 20,10 Και τώρα ιδού, οι Αμμωνίται, οι Μωαβίται και οι κάτοικοι του όρους Σηείρ, οι Ιδουμαίοι, δια μέσου της χώρας των οποίων δεν επέτρεψες στους Ισραηλίτας να περάσουν, όταν έβγαιναν από την Αίγυπτον, άλλα παρέκαμψαν από αυτούς και δεν τους κατέστρεψαν,
Β Παραλ. 20,11 καὶ νῦν ἰδοὺ αὐτοὶ ἐπιχειροῦσιν ἐφ᾿ ἡμᾶς ἐξελθεῖν ἐκβαλεῖν ἡμᾶς ἀπὸ τῆς κληρονομίας ἡμῶν, ἧς ἔδωκας ἡμῖν.
Β Παραλ. 20,11 Ιδού αυτοί έχουν εκστρατεύσει εναντίον μας και επιχειρούν να μας διώξουν από την κληρονομίαν μας, την οποίαν συ μας έχεις δώσει.
Β Παραλ. 20,12 Κύριε ὁ Θεὸς ἡμῶν, οὐ κρινεῖς ἐν αὐτοῖς; ὅτι οὐκ ἔστιν ἡμῖν ἰσχὺς τοῦ ἀντιστῆναι πρὸς τὸ πλῆθος τὸ πολὺ τοῦτο τὸ ἐλθὸν ἐφ᾿ ἡμᾶς, καὶ οὐκ οἴδαμεν τί ποιήσωμεν αὐτοῖς, ἀλλ᾿ ἢ ἐπὶ σοὶ οἱ ὀφθαλμοὶ ἡμῶν.
Β Παραλ. 20,12 Κυριε, ο Θεός ημών, δεν θα κρίνης και δεν θα τιμωρήσης αυτούς; Καταφεύγομεν προς σέ, διότι ημείς δεν έχομεν την απαιτουμένην δύναμιν να αντισταθώμεν στο μέγα αυτό πλήθος, το οποίον επήλθεν εναντίον μας, και δεν γνωρίζομεν, τι να κάμωμεν εις αυτούς. Αλλά οι οφθαλμοί μας έχουν στραφή ικετευτικοί προς σε».
Β Παραλ. 20,13 καὶ πᾶς Ἰούδας ἑστηκὼς ἔναντι Κυρίου, καὶ τὰ παιδία αὐτῶν καὶ αἱ γυναῖκες αὐτῶν.
Β Παραλ. 20,13 Ολοι οι Ιουδαίοι ήσαν όρθιοι ενώπιον του Κυρίου, μαζή των δε ήσαν τα παιδιά και αι γυναίκες των.
Β Παραλ. 20,14 καὶ τῷ Ὀζιὴλ τῷ τοῦ Ζαχαρίου τῶν υἱῶν Βαναίου τῶν υἱῶν Ἐλεϊὴλ τοῦ Ματθανίου τοῦ Λευίτου ἀπὸ τῶν υἱῶν Ἀσάφ, ἐγένετο ἐπ᾿ αὐτὸν πνεῦμα Κυρίου ἐν τῇ ἐκκλησίᾳ
Β Παραλ. 20,14 Κατά την συγκέντρωσιν εκείνην ήλθε Πνεύμα Κυρίου στον Οζιήλ, τον υιόν του Ζαχαρίου, από τους υιούς του Βαναίου, ενός εκ των απογόνων του Ελεϊήλ υιού του Λευίτου Ματθανίου εκ των απογόνων του Ασάφ.
Β Παραλ. 20,15 καὶ εἶπεν· ἀκούσατε πᾶς Ἰούδα καὶ οἱ κατοικοῦντες ἐν Ἱερουσαλὴμ καὶ ὁ βασιλεὺς Ἰωσαφάτ· τάδε λέγει Κύριος ὑμῖν αὐτοῖς· μὴ φοβεῖσθε μηδὲ πτοηθῆτε ἀπὸ προσώπου τοῦ ὄχλου τοῦ πολλοῦ τούτου, ὅτι οὐχ ὑμῖν ἐστιν ἡ παράταξις, ἀλλ᾿ ἢ τῷ Θεῷ.
Β Παραλ. 20,15 Αυτός είπεν· “ακούσατε όλοι οι Ιουδαίοι, που κατοικείτε την Ιερουσαλήμ· ας ακούση και ο βασιλεύς Ιωσαφάτ. Αυτά λέγει ο Κυριος προς σας τους ιδίους· Μη φοβείσθε και μη τρομοκρατείσθε από τον πολύν αυτόν όχλον, που επήλθεν εναντίον σας, διότι η μάχη δεν είναι ιδική σας αλλά του Θεού.
Β Παραλ. 20,16 αὔριον κατάβητε ἐπ᾿ αὐτούς· ἰδοὺ ἀναβαίνουσι κατὰ τὴν ἀνάβασιν Ἀσάς, καὶ εὑρήσετε αὐτοὺς ἐπ᾿ ἄκρου ποταμοῦ τῆς ἐρήμου Ἰεριήλ.
Β Παραλ. 20,16 Αύριον να επέλθετε εναντίον αυτών. Ιδού αυτοί θα ανεβαίνουν τον ανήφορον του λόφου Ασάς, και θα τους εύρετε στο άκρον του ποταμού εις την έρημον Ιεριήλ.
Β Παραλ. 20,17 οὐχ ὑμῖν ἐστι πολεμῆσαι· ταῦτα σύνετε καὶ ἴδετε τὴν σωτηρίαν Κυρίου μεθ᾿ ὑμῶν, Ἰούδα καὶ Ἱερουσαλήμ· μὴ φοβηθῆτε μηδὲ πτοηθῆτε αὔριον ἐξελθεῖν εἰς ἀπάντησιν αὐτοῖς, καὶ Κύριος μεθ᾿ ὑμῶν.
Β Παραλ. 20,17 Δεν είναι ιδικόν σας έργον να πολεμήσετε εναντίον των. Αυτά κατανοήσατέ τα καλά, Ιουδαίοι και κάτοικοι της Ιερουσαλήμ, και προσέξατε ότι η σωτηρία σας θα προέλθη από τον Κυριον. Μη φοβηθήτε και μη πτοηθήτε. Αύριον να εξέλθετε εις συνάντησιν αυτών και ο Κυριος θα είναι μαζή σας”.
Β Παραλ. 20,18 καὶ κύψας Ἰωσαφὰτ ἐπὶ πρόσωπον αὐτοῦ καὶ πᾶς Ἰούδα καὶ οἱ κατοικοῦντες Ἱερουσαλὴμ ἔπεσαν ἔναντι Κυρίου προσκυνῆσαι Κυρίῳ.
Β Παραλ. 20,18 Ο Ιωσαφάτ έσκυψε το πρόσωπον αυτού και προσεκύνησε και όλοι οι Ιουδαίοι και οι κάτοικοι της Ιερουσαλήμ έπεσαν κατά γης ενώπιον του Κυρίου, να προσκυνήσουν αυτόν.
Β Παραλ. 20,19 καὶ ἀνέστησαν οἱ Λευῖται ἀπὸ τῶν υἱῶν Καὰθ καὶ ἀπὸ τῶν υἱῶν Κορὲ αἰνεῖν Κυρίῳ Θεῷ Ἰσραὴλ ἐν φωνῇ μεγάλῃ εἰς ὕψος.
Β Παραλ. 20,19 Οι Λευίται, οι προερχόμενοι από τους απογόνους του Καάθ και από τους απογόνους του Κορέ, εσηκώθησαν, δια να υμνήσουν Κυριον τον Θεόν του Ισραήλ με πολύ δυνατήν φωνήν.
Β Παραλ. 20,20 Καὶ ὤρθρισαν πρωΐ καὶ ἐξῆλθον εἰς τὴν ἔρημον Θεκωέ, καὶ ἐν τῷ ἐξελθεῖν αὐτοὺς ἔστη Ἰωσαφὰτ καὶ ἐβόησε καὶ εἶπεν· ἀκούσατέ μου Ἰούδα καὶ οἱ κατοικοῦντες ἐν Ἱερουσαλήμ· ἐμπιστεύσατε ἐν Κυρίῳ Θεῷ ἡμῶν, καὶ ἐμπιστευθήσεσθε· ἐμπιστεύσατε ἐν προφήτῃ αὐτοῦ, καὶ εὐοδωθήσεσθε.
Β Παραλ. 20,20 Την επομένην, λίαν πρωϊ, εσηκώθησαν οι Ιουδαίοι και εξήλθον εις την έρημον Θεκωέ. Οταν αυτοί ανεχώρησαν, ο Ιωσαφάτ εστάθη όρθιος, εφώναξε και είπεν· “ακούσατέ με, Ιουδαίοι και οι άλλοι κάτοικοι της Ιερουσαλήμ. Εμπιστευθήτε τον εαυτόν σαν στον προφήτην αυτού και θα ευοδωθούν αι προσπάθειαί σας”.
Β Παραλ. 20,21 καὶ ἐβουλεύσατο μετὰ τοῦ λαοῦ καὶ ἔστησε ψαλτῳδοὺς καὶ αἰνοῦντας ἐξομολογεῖσθαι καὶ αἰνεῖν τὰ ἅγια ἐν τῷ ἐξελθεῖν ἔμπροσθεν τῆς δυνάμεως, καὶ ἔλεγον· ἐξομολογεῖσθε τῷ Κυρίῳ, ὅτι εἰς τὸν αἰῶνα τὸ ἔλεος αὐτοῦ.
Β Παραλ. 20,21 Κατόπιν συνεσκέφθη με τον λαόν και ώρισεν, όπως οι ψαλτωδοί και οι άλλοι μουσικοί υμνούν και δοξολογούν τον Θεόν και τα άγια αυτού, προπορευόμενοι εμπρός από τον στρατόν. Αυτοί λοιπόν έψαλλον· “Αινείτε τον Κυριον, διότι είναι αγαθός και το έλεός του υπάρχει στους αιώνας των αιώνων”.
Β Παραλ. 20,22 καὶ ἐν τῷ ἄρξασθαι αὐτοὺς τῆς αἰνέσεως καὶ τῆς ἐξομολογήσεως ἔδωκε Κύριος πολεμεῖν τοὺς υἱοὺς Ἀμμὼν ἐπὶ Μωὰβ καὶ ὄρος Σηεὶρ τοὺς ἐξελθόντας ἐπὶ Ἰούδαν, καὶ ἐτροπώθησαν.
Β Παραλ. 20,22 Οταν οι ψάλται αυτοί ήρχισαν να υμνούν και να δοξολογούν τον Θεόν, ο Κυριος έδωκεν, ώστε οι Αμμωνίται να μάχωνται εναντίον Μωαβιτών και των Ιδουμαίων, που είχαν έλθει από το όρος Σηείρ. Ολοι δε αυτοί είχαν εξέλθει εις πόλεμον εναντίον των Ιουδαίων. Ετσι δε οι εχθροί εξωντώθησαν πολεμούντες ο ένας τον άλλον.
Β Παραλ. 20,23 καὶ ἀνέστησαν οἱ υἱοὶ Ἀμμὼν καὶ Μωὰβ ἐπὶ τοὺς κατοικοῦντας ὄρος Σηεὶρ ἐξολοθρεῦσαι καὶ ἐκτρῖψαι αὐτούς· καὶ ὡς συνετέλεσαν τοὺς κατοικοῦντας Σηείρ, ἀνέστησαν εἰς ἀλλήλους τοῦ ἐξολοθρευθῆναι.
Β Παραλ. 20,23 Πράγματι εσηκώθηκαν οι Αμμωνίται και οι Μωαβίται εναντίον των κατοίκων του όρους Σηείρ, των Ιδουμαίων, δια να τους εξολοθρεύσουν και τους συντρίψουν. Οταν δε οι Αμμωνίται και οι Μωαβίται εξώντωσαν τους Ιδουμαίους του όρους Σηείρ, εστράφησαν τότε εναντίον αλλήλων και εξωντώθησαν αναμεταξύ των.
Β Παραλ. 20,24 καὶ Ἰούδας ἦλθεν ἐπὶ τὴν σκοπιὰν τῆς ἐρήμου καὶ ἐπέβλεψε καὶ εἶδε τὸ πλῆθος, καὶ ἰδοὺ πάντες νεκροὶ πεπτωκότες ἐπὶ τῆς γῆς, οὐκ ἦν σωζόμενος.
Β Παραλ. 20,24 Οταν οι Ιουδαίοι ανέβηκαν εις κάποιο υψηλόν μέρος της ερήμου και παρετήρησαν προς το πλήθος των εχθρών των, είδον αίφνης ότι όλοι ήσαν νεκροί, πεσμένοι στο χώμα και κανείς από αυτούς δεν είχε διαφύγει.
Β Παραλ. 20,25 καὶ ἐξῆλθεν Ἰωσαφὰτ καὶ ὁ λαὸς αὐτοῦ σκυλεῦσαι τὰ σκῦλα αὐτῶν καὶ εὗρον κτήνη πολλὰ καὶ ἀποσκευὴν καὶ σκῦλα καὶ σκεύη ἐπιθυμητὰ καὶ ἐσκύλευσαν ἐν αὐτοῖς. καὶ ἐγένοντο ἡμέραι τρεῖς σκυλευόντων αὐτῶν τὰ σκῦλα, ὅτι πολλὰ ἦν.
Β Παραλ. 20,25 Ο Ιωσαφάτ και ο λαός του μετέβησαν, δια να πάρουν τα λάφυρα των εχθρών των. Εκεί ευρήκαν πολλά ζώα, όπως επίσης και πολύτιμα σκεύη, τα οποία και ελαφυραγώγησαν. Επί τρεις κατά συνέχειαν ημέρας έπαιρναν τα λάφυρα των εχθρών των, διότι αυτά ήσαν πολλά.
Β Παραλ. 20,26 καὶ ἐγένετο τῇ ἡμέρᾳ τῇ τετάρτῃ ἐπισυνήχθησαν εἰς τὸν αὐλῶνα τῆς εὐλογίας, ἐκεῖ γὰρ ηὐλόγησαν τὸν Κύριον· διὰ τοῦτο ἐκάλεσαν τὸ ὄνομα τοῦ τόπου ἐκείνου Κοιλὰς εὐλογίας ἕως τῆς ἡμέρας ταύτης.
Β Παραλ. 20,26 Κατά την τετάρτην ημέραν συνεκεντρώθησαν εις μίαν κοιλάδα, η οποία ωνομάσθη “Κοίλας ευλογίας”, διότι εκεί ευλόγησαν και εδοξολόγησαν τον Κυριον. Δια τούτο εκάλεσαν τον τόπον εκείνον “Κοιλάδα ευλογίας” και η ονομασία αυτή παρέμεινεν έως την ημέραν αυτήν.
Β Παραλ. 20,27 καὶ ἐπέστρεψε πᾶς ἀνὴρ Ἰούδα εἰς Ἱερουσαλὴμ καὶ Ἰωσαφὰτ ἡγούμενος αὐτῶν ἐν εὐφροσύνῃ μεγάλῃ, ὅτι εὔφρανεν αὐτοὺς Κύριος ἀπὸ τῶν ἐχθρῶν αὐτῶν,
Β Παραλ. 20,27 Με επικεφαλής τον Ιωσαφάτ όλοι οι άνδρες του Ιούδα επανήλθαν εις την Ιερουσαλήμ με μεγάλην χαράν, διότι ο Κυριος τους ηύφρανε απαλλάξας αυτούς από τους εχθρούς των.
Β Παραλ. 20,28 καὶ εἰσῆλθον εἰς Ἱερουσαλὴμ ἐν νάβλαις καὶ κινύραις καὶ ἐν σάλπιγξιν εἰς οἶκον Κυρίου.
Β Παραλ. 20,28 Εισήλθον εις την Ιερουσαλήμ και στον ναόν του Κυρίου, παίζοντες τα μουσικά των όργανα, νάβλας και κινύρας, και σαλπίζοντες με τας ιεράς των σάλπιγγας.
Β Παραλ. 20,29 καὶ ἐγένετο ἔκστασις Κυρίου ἐπὶ πάσας τὰς βασιλείας τῆς γῆς ἐν τῷ ἀκοῦσαι αὐτοὺς ὅτι Κύριος ἐπολέμησε πρὸς τοὺς ὑπεναντίους Ἰσραήλ.
Β Παραλ. 20,29 Εκ μέρους του Θεού τρόμος έπεσεν στους κατοίκους των άλλων βασιλειών της γης, όταν επληροφορήθησαν ότι αυτός ο ίδιος ο Κυριος επολέμησεν εναντίον των εχθρών του ισραηλιτικού λαού.
Β Παραλ. 20,30 καὶ εἰρήνευσεν ἡ βασιλεία Ἰωσαφάτ, καὶ κατέπαυσεν αὐτῷ ὁ Θεὸς αὐτοῦ κυκλόθεν.
Β Παραλ. 20,30 Ετσι ειρήνευσεν η βασιλεία του Ιωσαφάτ, διότι ο Κυριος τον ανέπαυσε και τον περιεφρούρησε από τους γύρω από αυτόν εχθρούς.

Το τέλος της βασιλείας του Ιωσαφάτ
Β Παραλ. 20,31 Καὶ ἐβασίλευσεν Ἰωσαφὰτ ἐπὶ τὸν Ἰούδαν, ὢν ἐτῶν τριακονταπέντε ἐν τῷ βασιλεῦσαι αὐτόν, καὶ εἴκοσι καὶ πέντε ἔτη ἐβασίλευσεν ἐν Ἱερουσαλήμ, καὶ ὄνομα τῇ μητρὶ αὐτοῦ Ἀζουβὰ θυγάτηρ Σαλί.
Β Παραλ. 20,31 Ο Ιωσαφάτ εβασίλευσεν στο βασίλειον του Ιούδα. Οταν ανήλθεν στον βασιλικόν θρόνον ήτο ηλικίας τριάκοντα πέντε ετών. Εβασίλευσε με πρωτεύουσαν την Ιερουσαλήμ επί είκοσι πέντε έτη. Το όνομα της μητρός του ήτο Αζουβά, η οποία ήτο θυγάτηρ του Σαλί.
Β Παραλ. 20,32 καὶ ἐπορεύθη ἐν ταῖς ὁδοῖς τοῦ πατρὸς αὐτοῦ Ἀσὰ καὶ οὐκ ἐξέκλινε τοῦ ποιῆσαι τὸ εὐθὲς ἐνώπιον Κυρίου·
Β Παραλ. 20,32 Αυτός εβάδιζε τον δρόμον του ευσεβούς πατρός του Ασά και δεν παρεξέκλινεν από του να πράττη το ορθόν και ευάρεστον ενώπιον του Κυρίου.
Β Παραλ. 20,33 ἀλλὰ τὰ ὑψηλὰ ἔτι ὑπῆρχε, καὶ ἔτι ὁ λαὸς οὐ κατεύθυνε τὴν καρδίαν αὐτῶν πρὸς Κύριον τὸν Θεὸν τῶν πατέρων αὐτῶν.
Β Παραλ. 20,33 Οι υψηλοί όμως ειδωλολατρικοί τόποι υπήρχον ακόμη, διότι ο ιουδαϊκός λαός δεν είχε κατευθύνει πλήρως την καρδίαν του προς Κυριον τον Θεόν των πατέρων του.
Β Παραλ. 20,34 καὶ οἱ λοιποὶ λόγοι Ἰωσαφὰτ οἱ πρῶτοι καὶ οἱ ἔσχατοι ἰδοὺ γεγραμμένοι ἐν λόγοις Ἰοὺ τοῦ Ἀνανί, ὃς κατέγραψε βιβλίον βασιλέων Ἰσραήλ.
Β Παραλ. 20,34 Τα υπόλοιπα έργα του Ιωσαφάτ, τα πρώτα και τα τελευταία, είναι γραμμένα στο βιβλίον του Ιού, υιού του Ανανί, ο οποίος κατέγραψε το βιβλίον των βασιλέων του Ισραήλ.
Β Παραλ. 20,35 Καὶ μετὰ ταῦτα ἐκοινώνησεν Ἰωσαφὰτ βασιλεὺς Ἰούδα πρὸς Ὀχοζίαν βασιλέα Ἰσραήλ (καὶ οὗτος ἠνόμησεν)
Β Παραλ. 20,35 Επειτα από αυτά ο Ιωσαφάτ, ο βασιλεύς του Ιούδα, ήλθεν εις στενήν επικοινωνίαν με τον βασιλέα του ισραηλιτικού λαού τον Οχοζίαν, (ο οποίος είχε παρανομήσει ενώπιον του Κυρίου).
Β Παραλ. 20,36 ἐν τῷ ποιῆσαι καὶ πορευθῆναι πρὸς αὐτὸν τοῦ ποιῆσαι πλοῖα τοῦ πορευθῆναι εἰς Θαρσεῖς καὶ ἐποίησε πλοῖα ἐν Γασιὼν Γαβέρ.
Β Παραλ. 20,36 Συνεδέθη δε ο Ιωσαφάτ με αυτόν, δια να κατασκευάση πλοία, τα οποία θα έπλεαν εις Θαρσείς. Πράγματι δε κατεσκεύασεν αυτά τα πλοία εις Γασιών Γαβέρ.
Β Παραλ. 20,37 καὶ ἐπροφήτευσεν Ἐλιέζερ ὁ τοῦ Δωδία ἀπὸ Μαρισῆς ἐπὶ Ἰωσαφὰτ λέγων· ὡς ἐφιλίασας τῷ Ὀχοζίᾳ, ἔθραυσε Κύριος τὸ ἔργον σου, καὶ συνετρίβη τὰ πλοῖά σου. καὶ οὐκ ἐδυνάσθη πορευθῆναι εἰς Θαρσεῖς.
Β Παραλ. 20,37 Τοτε ο Ελιέζερ, ο υιός του Δωδία, από την Μαρισήν προεφήτευσεν εναντίον του Ιωσαφάτ και είπεν· “επειδή συνήψες φιλίαν με τον Οχοζίαν, ο Κυριος θα καταστρέψη το έργον σου”. Και πράγματι τα πλοία αυτού κατεστράφησαν και δεν κατώρθωσαν να πλεύσουν εις Θαρσείς.


Μην ταράζεσθε και μην ανησυχείτε διότι αυτός που γνωρίζει όσα υποφέρετε
και είναι σε θέση να τα εμποδίσει είναι φανερό ότι δεν τα εμποδίζει, επειδή προνοεί και ενδιαφέρεται για σας.

Άβαταρ μέλους
ΠΟΠΗ
Δημοσιεύσεις: 808
Εγγραφή: Δευτ Ιούλ 30, 2012 3:29 pm
Επικοινωνία:

Re: ΠΑΡΑΛΕΙΠΟΜΕΝΩΝ Β’~Η ΒΑΣΙΛΕΙΑ ΤΟΥ ΣΟΛΟΜΩΝΤΑ

Δημοσίευσηαπό ΠΟΠΗ » Τρί Οκτ 30, 2012 1:02 pm

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 21- Η βασιλεία του Ιωράμ στον Ιούδα.

Β Παραλ. 21,1 Καὶ ἐκοιμήθη Ἰωσαφὰτ μετὰ τῶν πατέρων αὐτοῦ καὶ ἐτάφη ἐν πόλει Δαυίδ, καὶ ἐβασίλευσεν Ἰωρὰμ υἱὸς αὐτοῦ ἀντ᾿ αὐτοῦ.
Β Παραλ. 21,1 Εκοιμήθη ο Ιωσαφάτ και ετάφη μαζή με τους πατέρας του εις την πόλιν Δαυίδ, εις Ιερουσαλήμ. Αντί δε αυτού έγινε βασιλεύς ο υιός του ο Ιωράμ.
Β Παραλ. 21,2 καὶ αὐτῷ ἀδελφοὶ υἱοὶ Ἰωσαφὰτ ἕξ, Ἀζαρίας καὶ Ἰεϊὴλ καὶ Ζαχαρίας καὶ Ἀζαρίας καὶ Μιχαὴλ καὶ Σαφατίας· πάντες οὗτοι υἱοὶ Ἰωσαφὰτ βασιλέως Ἰούδα.
Β Παραλ. 21,2 Ο Ιωράμ είχεν άλλους εξ αδελφούς, υιούς του πατρός του Ιωσαφάτ, τον Αζαρίαν, τον Ιεϊήλ, τον Ζαχαρίαν, τον Αζαρίαν, τον Μιχαήλ και τον Σαφατίαν. Ολοι αυτοί ήσαν υιοί του Ιωσαφάτ, βασιλέως του βασιλείου του Ιούδα.
Β Παραλ. 21,3 καὶ ἔδωκεν αὐτοῖς ὁ πατὴρ αὐτῶν δόματα πολλά, ἀργύριον καὶ χρυσίον καὶ ὅπλα μετὰ τῶν πόλεων τετειχισμένων ἐν Ἰούδᾳ· καὶ τὴν βασιλείαν ἔδωκε τῷ Ἰωράμ, ὅτι οὗτος ὁ πρωτότοκος.
Β Παραλ. 21,3 Ο πατήρ των ο Ιωσαφάτ έδωκεν εις όλους αυτούς πολλά δώρα, άργυρον και χρυσόν και όπλα και οχυράς πόλεις εις την Ιουδαίαν. Αλλά την βασιλείαν την έδωκεν στον Ιωράμ, διότι αυτός ήτο ο πρωτότοκος.
Β Παραλ. 21,4 καὶ ἀνέστη Ἰωρὰμ ἐπὶ τὴν βασιλείαν αὐτοῦ καὶ ἐκραταιώθη καὶ ἀπέκτεινε πάντας τοὺς ἀδελφοὺς αὐτοῦ ἐν ῥομφαίᾳ καὶ ἀπὸ τῶν ἀρχόντων Ἰσραήλ.
Β Παραλ. 21,4 Οταν όμως ο Ιωράμ ανέλαβε την βασιλείαν του πατρός του και εστερεώθη εις αυτήν, διέταξε και εφόνευσαν με ρομφαίαν όλους τους αδελφούς του και μερικούς άλλους από τους αρχηγούς του Ισραήλ.
Β Παραλ. 21,5 ὄντος αὐτοῦ τριάκοντα καὶ δύο ἐτῶν, κατέστη Ἰωρὰμ ἐπὶ τὴν βασιλείαν αὐτοῦ καὶ ὀκτὼ ἔτη ἐβασίλευσεν ἐν Ἱερουσαλήμ.
Β Παραλ. 21,5 Ο Ιωράμ, όταν ανήλθεν στον βασιλικόν θρόνον, ήτο ηλικίας τριάκοντα δύο ετών. Επί οκτώ έτη εβασίλευσεν αυτός εις την Ιερουσαλήμ.
Β Παραλ. 21,6 καὶ ἐπορεύθη ἐν ὁδῷ βασιλέων Ἰσραήλ, ὡς ἐποίησεν οἶκος Ἀχαάβ, ὅτι θυγάτηρ Ἀχαὰβ ἦν αὐτοῦ γυνή, καὶ ἐποίησε τὸ πονηρὸν ἐναντίον Κυρίου.
Β Παραλ. 21,6 Αυτός επορεύθη τον δρόμον της ασεβείας των βασιλέων του Ισραήλ. Εφέρθη και έζησεν, όπως η οικογένεια του Αχαάβ, διότι η σύζυγός του ήτο θυγάτηρ του Αχαάβ. Ετσι δε εξέκλινεν εις την ειδωλολατρείαν και έπραξε το πονηρόν ενώπιον του Κυρίου.
Β Παραλ. 21,7 καὶ οὐκ ἐβούλετο Κύριος ἐξολοθρεῦσαι τὸν οἶκον Δαυὶδ διὰ τὴν διαθήκην, ἣν διέθετο τῷ Δαυίδ, καὶ ὡς εἶπεν αὐτῷ δοῦναι αὐτῷ λύχνον καὶ τοῖς υἱοῖς αὐτοῦ πάσας τὰς ἡμέρας.
Β Παραλ. 21,7 Ο Κυριος όμως δεν ηθέλησε να τον τιμωρήση, δια να μη εξολοθρεύση την γενεάν του Δαυίδ, επειδή είχε δώσει υπόσχεσιν και συνήψε διαθήκην με τον Δαυίδ, στον οποίον και είχεν υποσχεθή, ότι θα αφήση αναμμένον τον λύχνον του, δηλαδή, θα έδιδε διάδοχον πάντοτε επί του θρόνου του από τους απογόνους του.
Β Παραλ. 21,8 ἐν ταῖς ἡμέραις ἐκείναις ἀπέστη Ἐδὼμ ἀπὸ τοῦ Ἰούδα καὶ ἐβασίλευσαν ἐφ᾿ ἑαυτοὺς βασιλέα.
Β Παραλ. 21,8 Κατά τας ημέρας εκείνας οι Ιδουμαίοι απεστάτησαν από τους Ιουδαίους και ανεκήρυξαν ιδικόν των βασιλέα.
Β Παραλ. 21,9 καὶ ᾤχετο Ἰωρὰμ μετὰ τῶν ἀρχόντων καὶ πᾶσα ἡ ἵππος μετ᾿ αὐτοῦ· καὶ ἐγένετο καὶ ἠγέρθη νυκτὸς καὶ ἐπάταξεν Ἐδὼμ τὸν κυκλοῦντα αὐτὸν καὶ τοὺς ἄρχοντας τῶν ἁρμάτων, καὶ ἔφυγεν ὁ λαὸς εἰς τὰ σκηνώματα αὐτῶν.
Β Παραλ. 21,9 Ο Ιωράμ, μαζή με τους αρχηγούς του στρατού του και με όλον το ιππικόν του, επήλθεν εναντίον των. Εσηκώθη την νύκτα ο Ιωράμ και προσέβαλε τους Ιδουμαίους. Αλλά οι Ιδουμαίοι περιεκύκλωσαν αυτόν και τους αρχηγούς των πολεμικών του αρμάτων και έτσι ο στρατός του ηναγκάσθη να τροπή εις φυγήν, οι δε άνδρες του διελύθησαν και ήλθον εις τας πόλεις των.
Β Παραλ. 21,10 καὶ ἀπέστη ἀπὸ Ἰούδα Ἐδὼμ ἕως τῆς ἡμέρας ταύτης· τότε ἀπέστη Λομνὰ ἐν τῷ καιρῷ ἐκείνῳ ἀπὸ χειρὸς αὐτοῦ, ὅτι ἐγκατέλιπε Κύριον τὸν Θεὸν τῶν πατέρων αὐτοῦ·
Β Παραλ. 21,10 Τοτε οι Ιδουμαίοι απεσπάσθησαν οριστικώς από τον ιουδαϊκόν ζυγόν και έμειναν ελεύθεροι μέχρι της ημέρας αυτής. Κατά την εποχήν αυτήν απεστάτησε και η Λομνά από την κυριαρχίαν του Ιωράμ, διότι ο Ιωράμ και ο λαός του εγκατέλιπαν Κυριον τον Θεόν των πατέρων των.
Β Παραλ. 21,11 καὶ γὰρ αὐτὸς ἐποίησεν ὑψηλὰ ἐν ταῖς πόλεσιν Ἰούδα καὶ ἐξεπόρνευσε τοὺς κατοικοῦντας ἐν Ἱερουσαλὴμ καὶ ἀπεπλάνησε τὸν Ἰούδαν.
Β Παραλ. 21,11 Και διότι ακόμη αυτός κατεσκεύασεν υψηλούς ειδωλολατρικούς τόπους εις τας πόλστου βασιλείου του Ιούδα, ωδήγησε τους κατοίκους της Ιερουσαλήμ εις την φαυλότητα και απεπλάνησεν όλους τους Ιουδαίους προς την ειδωλολατρείαν.
Β Παραλ. 21,12 καὶ ἦλθεν αὐτῷ ἐν γραφῇ παρὰ Ἠλιοὺ τοῦ προφήτου λέγων· τάδε λέγει Κύριος Θεὸς Δαυὶδ τοῦ πατρός σου· ἀνθ᾿ ὧν οὐκ ἐπορεύθης ἐν ὁδῷ Ἰωσαφὰτ τοῦ πατρός σου καὶ ἐν ὁδοῖς Ἀσὰ βασιλέως Ἰούδα
Β Παραλ. 21,12 Τοτε εκ μέρους του προφήτου Ηλιού έφθασε προς αυτόν γραπτή προφητεία, η οποία έλεγεν· “αυτά λέγει Κυριος ο Θεός του Δαυίδ του προπάτορός σου· Επειδή συ δεν εβάδισες τον δρόμον της ευσεβείας του πατρός σου Ιωσαφάτ, όπως επίσης και τους ευσεβείς δρόμους του βασιλέως των Ιουδαίων Ασά,
Β Παραλ. 21,13 καὶ ἐπορεύθης ἐν ὁδοῖς βασιλέων Ἰσραὴλ καὶ ἐξεπόρνευσας τὸν Ἰούδαν καὶ τοὺς κατοικοῦντας ἐν Ἱερουσαλήμ, ὡς ἐξεπόρνευσεν οἶκος Ἀχαάβ, καὶ τοὺς ἀδελφούς σου υἱοὺς τοῦ πατρός σου τοὺς ἀγαθοὺς ὑπὲρ σὲ ἀπέκτεινας,
Β Παραλ. 21,13 αλλά αντιθέτως επορεύθης τους δρόμους της ασεβείας των βασιλέων του Ισραήλ και εξώθησες προς την ειδωλολατρείαν τους Ιουδαίους και τους κατοίκους της Ιερουσαλήμ, όπως έκαμε και ο οίκος του Αχαάβ, και επειδή εφόνευσες τους αδελφούς σου, τους υιούς του πατρός σου, οι οποίοι ήσαν καλύτεροι από σέ,
Β Παραλ. 21,14 ἰδοὺ Κύριος πατάξει σε πληγὴν μεγάλην ἐν τῷ λαῷ σου καὶ ἐν τοῖς υἱοῖς σου καὶ ἐν γυναιξί σου καὶ ἐν πάσῃ τῇ ἀποσκευῇ σου.
Β Παραλ. 21,14 ιδού ο Κυριος θα στείλη εναντίον σου μεγάλην συμφοράν, όπως και εναντίον του λαού σου και εναντίον των υιών σου και των γυναικών σου και εναντίον όλων, όσα σου ανήκουν.
Β Παραλ. 21,15 καὶ σὺ ἐν μαλακίᾳ πονηρᾷ, ἐν νόσῳ κοιλίας, ἕως οὗ ἐξέλθῃ ἡ κοιλία σου μετὰ τῆς μαλακίας ἐξ ἡμερῶν εἰς ἡμέρας.
Β Παραλ. 21,15 Και συ ο ίδιος θα προσβληθής από σκληράν και οδυνηράν ασθένειαν, ασθένειαν της κοιλίας, ώστε τα έντερά σου θα εξέρχωνται εξ αιτίας της νόσου αυτής από την κοιλίαν σου από ημέρας εις ημέραν”.
Β Παραλ. 21,16 καὶ ἐπήγειρε Κύριος ἐπὶ Ἰωρὰμ τοὺς ἀλλοφύλους καὶ τοὺς Ἄραβας καὶ τοὺς ὁμόρους τῶν Αἰθιόπων,
Β Παραλ. 21,16 Ο Κυριος εξήγειρεν εναντίον του Ιωράμ τους Φιλισταίους, τους Αραβας και τους γείτονας των Αιθιόπων.
Β Παραλ. 21,17 καὶ ἀνέβησαν ἐπὶ Ἰούδαν καὶ κατεδυνάστευον καὶ ἀπέστρεψαν πᾶσαν τὴν ἀποσκευήν, ἣν εὗρον ἐν οἴκῳ τοῦ βασιλέως, καὶ τοὺς υἱοὺς αὐτοῦ καὶ τὰς θυγατέρας αὐτοῦ, καὶ οὐ κατελείφθη αὐτῷ υἱός, ἀλλ᾿ ἢ Ὀχοζίας ὁ μικρότατος τῶν υἱῶν αὐτοῦ.
Β Παραλ. 21,17 Αυτοί επήλθον εναντίον της Ιουδαίας, διεσπάρησαν μέσα εις αυτήν, την ελεηλάτουν και επήραν όλα τα πλούτη, τα οποία ευρήκαν στο βασιλικόν ανάκτορον. Επί πλέον συνέλαβαν τους υιούς του βασιλέως και τας θυγατέρας και δεν απέμεινεν εις αυτόν παρά ένας, ο μικρότερος από προς υιούς του, ο Οχοζίας.
Παραλ. 21,18 καὶ μετὰ ταῦτα πάντα ἐπάταξεν αὐτὸν Κύριος εἰς τὴν κοιλίαν μαλακίαν, ᾗ οὐκ ἔστιν ἰατρεία.
Β Παραλ. 21,18 Επειτα από όλα αυτά ο Κυριος εκτύπησε τον Ιωρέμ με νόσον της κοιλίας, η οποία ήτο αθεράπευτος.
Β Παραλ. 21,19 καὶ ἐγένετο ἐξ ἡμερῶν εἰς ἡμέρας, καὶ ὡς ἦλθε καιρὸς τῶν ἡμερῶν ἡμέρας δύο, ἐξῆλθεν ἡ κοιλία αὐτοῦ μετὰ τῆς νόσου, καὶ ἀπέθανεν ἐν μαλακίᾳ πονηρᾷ. καὶ οὐκ ἐποίησεν ὁ λαὸς αὐτοῦ ἐκφορὰν καθὼς ἐκφορὰν πατέρων αὐτοῦ.
Β Παραλ. 21,19 Καθώς δε επερνούσαν αι ημέραι, κατά το τέλος των ημερών του δευτέρου έτους, εβγήκαν εξ αιτίας της νόσου του τα έντερά του από την κοιλίαν του και έτσι αυτός απέθανεν από την οδυνηράν αυτήν νόσον. Ο ιουδαϊκός λαός δεν τον εκήδευσεν, όπως εκήδευσε τους προπάτοράς του.
Β Παραλ. 21,20 ἦν τριάκοντα καὶ δύο ἐτῶν, ὅτε ἐβασίλευσε, καὶ ὀκτὼ ἔτη ἐβασίλευσεν ἐν Ἱερουσαλήμ· καὶ ἐπορεύθη οὐκ ἐν ἐπαίνῳ καὶ ἐτάφη ἐν πόλει Δαυὶδ καὶ οὐκ ἐν τάφοις τῶν βασιλέων.
Β Παραλ. 21,20 Ο Ιωράμ ήτο τριάκοντα δύο ετών, όταν ανεκηρύχθη βασιλεύς. Εβασίλευσεν επί οκτώ έτη εις την Ιερουσαλήμ. Απέθανε χωρίς κανείς να είπη έπαινον τινα δι' αυτόν και ετάφη εις την πόλιν Δαυίδ, όχι όμως στους τάφους των βασιλέων.


Μην ταράζεσθε και μην ανησυχείτε διότι αυτός που γνωρίζει όσα υποφέρετε
και είναι σε θέση να τα εμποδίσει είναι φανερό ότι δεν τα εμποδίζει, επειδή προνοεί και ενδιαφέρεται για σας.

Άβαταρ μέλους
ΠΟΠΗ
Δημοσιεύσεις: 808
Εγγραφή: Δευτ Ιούλ 30, 2012 3:29 pm
Επικοινωνία:

Re: ΠΑΡΑΛΕΙΠΟΜΕΝΩΝ Β’~Η ΒΑΣΙΛΕΙΑ ΤΟΥ ΣΟΛΟΜΩΝΤΑ

Δημοσίευσηαπό ΠΟΠΗ » Τρί Οκτ 30, 2012 1:04 pm

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 22- Η βασιλεία του Οχοζία στον Ιούδα. Η βασίλισσα Γοθολία.


Η βασιλεία του Οχοζία στον Ιούδα
Β Παραλ. 22,1 Καὶ ἐβασίλευσαν οἱ κατοικοῦντες ἐν Ἱερουσαλὴμ τὸν Ὀχοζίαν υἱὸν αὐτοῦ τὸν μικρὸν ἀντ᾿ αὐτοῦ, ὅτι πάντας τοὺς πρεσβυτέρους ἀπέκτεινε τὸ ἐπελθὸν ἐπ᾿ αὐτοὺς λῃστήριον, οἱ Ἄραβες καὶ οἱ Ἀλιμοζονεῖς· καὶ ἐβασίλευσεν Ὀχοζίας υἱὸς Ἰωρὰμ βασιλέως Ἰούδα.
Β Παραλ. 22,1 Οι κάτοικοι της Ιερουσαλήμ ανεκήρυξαν ως βασιλέα των αντί του Ιωράμ τον μικρότερον υιόν του τον Οχοζίαν, διότι τους μεγαλυτέρους αδελφούς του Οχοζία είχον φονεύσει οι επιδραμόντες εναντίον της Ιουδαίας λησταί, Αραβες και Αλιμοζονείς. Ετσι ο Οχοζίας, ο υιός του Ιωράμ, έγινε βασιλεύς του βασιλείου του Ιούδα.
Β Παραλ. 22,2 ὢν ἐτῶν εἴκοσιν Ὀχοζίας ἐβασίλευσε καὶ ἐνιαυτὸν ἕνα ἐβασίλευσεν ἐν Ἱερουσαλήμ, καὶ ὄνομα τῇ μητρὶ αὐτοῦ Γοθολία θυγάτηρ Ἀμβρί.
Β Παραλ. 22,2 Είκοσι ετών ήτο ο Οχοζίας, όταν ανήλθεν στον βασιλικόν θρόνον. Επί ένα έτος εβασίλευσεν εις την Ιερουσαλήμ. Η μητέρα του ωνομάζετο Γοθολία και ήτο εγγονή του Αμβρί.
Β Παραλ. 22,3 καὶ οὗτος ἐπορεύθη ἐν ὁδῷ οἴκου Ἀχαάβ, ὅτι μήτηρ αὐτοῦ ἦν σύμβουλος τοῦ ἁμαρτάνειν·
Β Παραλ. 22,3 Και αυτός ο Οχοζίας επορεύθη τον ασεβή δρόμον του οίκου Αχαάβ, διότι η ασεβής μητέρα του ήτο κακή σύμβουλός του, που τον παρώτρυνε προς την αμαρτίαν.
Β Παραλ. 22,4 καὶ ἐποίησε τὸ πονηρὸν ἐναντίον Κυρίου ὡς οἶκος Ἀχαάβ, ὅτι αὐτοὶ ἦσαν αὐτῷ σύμβουλοι μετὰ τὸ ἀποθανεῖν τὸν πατέρα αὐτοῦ, τοῦ ἐξολοθρεῦσαι αὐτόν,
Β Παραλ. 22,4 Επραξε το πονηρόν ενώπιον του Κυρίου, όπως και ο οίκος του Αχαάβ. Εξέκλινε δε προς την ειδωλολατρείαν, διότι μετά τον θάνατον του πατρός του είχεν ως συμβούλους του ανθρώπους του Αχαάβ, οι οποίοι ειργάζοντο δια την καταστροφήν του.
Β Παραλ. 22,5 καὶ ἐν ταῖς βουλαῖς αὐτῶν ἐπορεύθη καὶ ἐπορεύθη μετὰ Ἰωρὰμ υἱοῦ Ἀχαὰβ βασιλέως Ἰσραὴλ εἰς πόλεμον ἐπὶ Ἀζαὴλ βασιλέα Συρίας εἰς Ῥαμὼθ Γαλαάδ· καὶ ἐπάταξαν οἱ τοξόται τὸν Ἰωράμ.
Β Παραλ. 22,5 Τας συμβουλάς των ανθρώπων αυτών ηκολούθησε και εξεστράτευσε μαζή με τον Ιωράμ, υιόν του Αχαάβ βασιλέως των Ισραηλιτών, εναντίον του Αζαήλ, βασιλέως της Συρίας, και εναντίον της πόλεως Ραμώθ της χώρας Γαλαάδ. Συροι όμως τοξόται εκτύπησαν αυτόν και τον επλήγωσαν.
Β Παραλ. 22,6 καὶ ἐπέστρεψεν Ἰωρὰμ τοῦ ἰατρευθῆναι εἰς Ἰεζράελ ἀπὸ τῶν πληγῶν, ὧν ἐπάταξαν αὐτὸν οἱ Σύροι ἐν Ῥαμὼθ ἐν τῷ πολεμεῖν αὐτὸν πρὸς Ἀζαὴλ βασιλέα Συρίας· καὶ Ὀχοζίας υἱὸς Ἰωρὰμ βασιλεὺς Ἰούδα κατέβη θεάσασθαι τὸν Ἰωρὰμ υἱὸν Ἀχαὰβ εἰς Ἰεζράελ, ὅτι ἠῤῥώστει.
Β Παραλ. 22,6 Ο Ιωράμ επανήλθεν εις Ιεζράελ, δια να θεραπευθή από τας πληγάς, που του είχαν προξενήσει οι Συροι εις την Ραμώθ, όταν αυτός επολεμούσε εναντίον του βασιλέως της Συρίας του Αζαήλ. Ο Οχοζίας, ο υιός του Ιωράμ βασιλεύς του βασιλείου Ιούδα, ήλθε να επισκεφθή τον Ιωράμ, υιόν του Αχαάβ, εις την Ιεζράελ, όπου αυτός έμενεν ασθενής.
Β Παραλ. 22,7 καὶ παρὰ τοῦ Θεοῦ ἐγένετο καταστροφὴ Ὀχοζίᾳ ἐλθεῖν πρὸς Ἰωράμ· καὶ ἐν τῷ ἐλθεῖν αὐτὸν ἐξῆλθε μετ᾿ αὐτοῦ Ἰωρὰμ πρὸς Ἰοὺ υἱὸν Ναμεσσεΐ χριστὸν Κυρίου εἰς τὸν οἶκον Ἀχαάβ.
Β Παραλ. 22,7 Κατά παραχώρησιν Θεού μετέβη ο Οχοζίας προς καταστροφήν του εις επίσκεψιν του Ιωράμ, διότι όταν αυτός έφθασεν εκεί, εβγήκε μαζή με τον Ιωράμ, δια να μεταβούν εις συνάντησιν Ιού, του υιού του Ναμεσσεΐ, ο οποίος πάλιν ήρχετο προς αυτούς. Ο Ιού είχε χρισθή από τον προφήτην του Κυρίου (τον Ηλιού), δια να καταστρέψη τον οίκον Αχαάβ.
Β Παραλ. 22,8 καὶ ἐγένετο ὡς ἐξεδίκησεν Ἰοὺ τὸν οἶκον Ἀχαάβ, καὶ εὗρε τοὺς ἄρχοντας Ἰούδα καὶ τοὺς ἀδελφοὺς Ὀχοζίου λειτουργοῦντας τῷ Ὀχοζίᾳ καὶ ἀπέκτεινεν αὐτούς.
Β Παραλ. 22,8 Οταν ο Ιού ετιμωρούσε εκ μέρους του Θεού τον οίκον του Αχαάβ, συνήντησε τους άρχοντας του Ιούδα και τους υιούς του αδελφού του Οχοζίου, οι οποίοι υπηρετούσαν τον Οχοζίαν και τους εφόνευσε.
Β Παραλ. 22,9 καὶ εἶπε τοῦ ζητῆσαι τὸν Ὀχοζίαν, καὶ κατέλαβον αὐτὸν ἰατρευόμενον ἐν Σαμαρείᾳ καὶ ἤγαγον αὐτὸν πρὸς Ἰού, καὶ ἀπέκτεινεν αὐτὸν καὶ ἔθαψαν αὐτόν, ὅτι εἶπαν· υἱὸς Ἰωσαφάτ ἐστιν, ὃς ἐζήτησε τὸν Κύριον ἐν ὅλῃ τῇ καρδίᾳ αὐτοῦ. καὶ οὐκ ἦν ἐν οἴκῳ Ὀχοζίᾳ κατισχῦσαι δύναμιν περὶ τῆς βασιλείας.
Β Παραλ. 22,9 Απεφάσισε δε να αναζητήση και τον Οχοζίαν. Οι άνθρωποί του ευρήκαν αυτόν να νοσηλεύεται εις την Σαμάρειαν. Τον συνέλαβαν και τον ωδήγησαν προς τον Ιού, ο οποίος και τον εφόνευσε. Οι Ιουδαίοι όμως τον έθαψαν, διότι είπον· “αυτός είναι υιός του Ιωσαφάτ, ο οποίος με όλην του την καρδίαν ελάτρευσε τον Κυριον”. Από δε την οικογένειαν του Οχοζίου δεν υπήρχε κανένας άνδρας με επαρκή δύναμιν, δια να αναλάβη την βασιλείαν.

Η βασίλισσα Γοθολία
Β Παραλ. 22,10 Καὶ Γοθολία ἡ μήτηρ Ὀχοζίου εἶδεν ὅτι τέθνηκεν ὁ υἱὸς αὐτῆς καὶ ἠγέρθη καὶ ἀπώλεσε πᾶν τὸ σπέρμα τῆς βασιλείας ἐν οἴκῳ Ἰούδα.
Β Παραλ. 22,10 Η Γοθολία, η μήτηρ του Οχοζίου, όταν επληροφορήθη ότι εφονεύθη ο υιός της, εσηκώθη και εφόνευσεν όλους τους απογόνους του βασιλικού οίκου του Ιούδα.
Β Παραλ. 22,11 καὶ ἔλαβεν Ἰωσαβὲθ θυγάτηρ τοῦ βασιλέως τὸν Ἰωὰς υἱὸν Ὀχοζίου καὶ ἔκλεψεν αὐτὸν ἐκ μέσου υἱῶν τοῦ βασιλέως τῶν θανατουμένων καὶ ἔδωκεν αὐτὸν καὶ τὴν τροφὸν αὐτοῦ εἰς ταμιεῖον τῶν κλινῶν· καὶ ἔκρυψεν αὐτὸν Ἰωσαβὲθ θυγάτηρ τοῦ βασιλέως Ἰωράμ, ἀδελφὴ Ὀχοζίου, γυνὴ Ἰωδαὲ τοῦ ἱερέως, καὶ ἔκρυψεν αὐτὸν ἀπὸ προσώπου τῆς Γοθολίας, καὶ οὐκ ἀπέκτεινεν αὐτόν.
Β Παραλ. 22,11 Η Ιωσαβέθ όμως, κόρη του βασιλέως, επήρε τον Ιωάς, υιόν του Οχοζίου, κρυφά ανάμεσα από τα άλλα παιδιά του βασιλέως, όταν εκείνοι εθανατώνοντο από την Γοθολίαν, και έθεσεν αυτόν και την τροφόν του εις ένα απόκρυφον κοιτώνα. Εκεί η Ιωσαβέθ, η θυγάτηρ του βασιλέως Ιωράμ, η οποία ήτο αδελφή του Οχοζίου, σύζυγος του αρχιερέως Ιωδαέ, τον έκρυψεν από το πρόσωπον της Γοθολίας. Ετσι δε η Γοθολία δεν εθανάτωσε και αυτόν.
Β Παραλ. 22,12 καὶ ἦν μετ᾿ αὐτοῦ ἐν οἴκῳ τοῦ Θεοῦ κατακεκρυμμένος ἓξ ἔτη, καὶ Γοθολία ἐβασίλευσεν ἐπὶ τῆς γῆς.
Β Παραλ. 22,12 Ο Ιωάς έμεινε κρυμμένος στον ναόν του Θεού επί εξ έτη. Η δε Γοθολία εβασίλευσε κατά τα έτη αυτά εις την Ιουδαίαν.


Μην ταράζεσθε και μην ανησυχείτε διότι αυτός που γνωρίζει όσα υποφέρετε
και είναι σε θέση να τα εμποδίσει είναι φανερό ότι δεν τα εμποδίζει, επειδή προνοεί και ενδιαφέρεται για σας.

Άβαταρ μέλους
ΠΟΠΗ
Δημοσιεύσεις: 808
Εγγραφή: Δευτ Ιούλ 30, 2012 3:29 pm
Επικοινωνία:

Re: ΠΑΡΑΛΕΙΠΟΜΕΝΩΝ Β’~Η ΒΑΣΙΛΕΙΑ ΤΟΥ ΣΟΛΟΜΩΝΤΑ

Δημοσίευσηαπό ΠΟΠΗ » Τρί Οκτ 30, 2012 1:04 pm

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 23- Επανάσταση κατά της Γοθολίας.

Β Παραλ. 23,1 Καὶ ἐν τῷ ἔτει τῷ ὀγδόῳ ἐκραταίωσεν Ἰωδαὲ καὶ ἔλαβε τοὺς ἑκατοντάρχους, τὸν Ἀζαρίαν υἱὸν Ἰωρὰμ καὶ τὸν Ἰσμαὴλ υἱὸν Ἰωανὰν καὶ τὸν Ἀζαρίαν υἱὸν Ὠβὴδ καὶ τὸν Μαασαίαν υἱὸν Ἀδαΐα καὶ τὸν Ἐλισαφὰν υἱὸν Ζαχαρίου, μεθ᾿ ἑαυτοῦ εἰς οἶκον Κυρίου.
Β Παραλ. 23,1 Κατά το όγδοον έτος ο αρχιερεύς Ιωδαέ αναθαρρήσας εκάλεσε τους εκατοντάρχους, τον Αζαρίαν, υιόν του Ιωράμ, τον Ισμαήλ υιόν του Ιωανάν, τον Αζαρίαν υιόν του Ωβήδ, τον Μαασαίαν υιόν του Αδαΐα και τον Ελισαφάν υιόν του Ζαχαρίου, και ήλθε μαζή με αυτούς στον ναόν του Κυρίου.
Β Παραλ. 23,2 καὶ ἐκύκλωσαν τὸν Ἰούδαν καὶ συνήγαγον τοὺς Λευίτας ἐκ πασῶν τῶν πόλεων Ἰούδα καὶ ἄρχοντας πατριῶν τοῦ Ἰσραήλ, καὶ ἦλθον εἰς Ἱερουσαλήμ.
Β Παραλ. 23,2 Από εκεί διεσπάρησαν αυτοί κύκλω ανά την χώραν του βασιλείου Ιούδα, συνεκέντρωσαν τους Λευίτας από όλας τας πόλστου Ιούδα και τους αρχηγούς των φυλών του Ισραήλ και ήλθον με αυτούς εις την Ιερουσαλήμ.
Β Παραλ. 23,3 καὶ διέθεντο πᾶσα ἡ ἐκκλησία Ἰούδα διαθήκην ἐν οἴκῳ τοῦ Θεοῦ μετὰ τοῦ βασιλέως, καὶ ἔδειξεν αὐτοῖς τὸν υἱὸν τοῦ βασιλέως καὶ εἶπεν αὐτοῖς· ἰδοὺ ὁ υἱὸς τοῦ βασιλέως βασιλευσάτω, καθὼς ἐλάλησε Κύριος ἐπὶ τὸν οἶκον Δαυίδ.
Β Παραλ. 23,3 Ολη αυτή η συγκέντρωσις υπέγραψε συμφωνίαν στον ναόν του Θεού με τον εκεί ευρισκόμενον νεαρόν βασιλέα. Ο Ιωδαέ έδειξεν εις αυτούς τον Ιωάς, τον υιόν του βασιλέως, και τους είπεν· “Ιδού ο νόμιμος υιός του βασιλέως. Αυτός πρέπει να βασιλεύση, όπως ο Θεός ώρισε δια τον οίκον του Δαυίδ.
Β Παραλ. 23,4 νῦν ὁ λόγος οὗτος, ὃν ποιήσετε· τὸ τρίτον ἐξ ὑμῶν εἰσπορευέσθωσαν τὸ σάββατον, τῶν ἱερέων καὶ τῶν Λευιτῶν, καὶ εἰς τὰς πύλας τῶν εἰσόδων,
Β Παραλ. 23,4 Θα σας είπω δε τώρα, τι προς τον σκοπόν αυτόν πρέπει να κάμετε. Το εν τρίτον από σας τους ιερείς και τους Λευίτας, οι οποίοι θα εισέλθετε κατά το Σαββατον εις την υπηρεσίαν του ναού, θα καταλάβετε τας πύλας των είσοδων προς τον ναόν.
Β Παραλ. 23,5 καὶ τὸ τρίτον ἐν οἴκῳ τοῦ βασιλέως, καὶ τὸ τρίτον ἐν τῇ πύλῃ τῇ μέσῃ, καὶ πᾶς ὁ λαὸς ἐν αὐλαῖς οἴκου Κυρίου.
Β Παραλ. 23,5 Το άλλο εν τρίτον θα ευρίσκεται στο βασιλικόν ανάκτορον και το τελευταίον τρίτον θα ευρίσκεται εις την μέσην πύλην. Ολος δε ο άλλος λαός θα ευρίσκεται εις τας αυλάς του ναού του Κυρίου.
Β Παραλ. 23,6 καὶ μὴ εἰσελθέτω εἰς οἶκον Κυρίου ἐὰν μὴ οἱ ἱερεῖς καὶ οἱ Λευῖται καὶ οἱ λειτουργοῦντες τῶν Λευιτῶν· αὐτοὶ εἰσελεύσονται, ὅτι ἅγιοί εἰσι, καὶ πᾶς ὁ λαὸς φυλασσέτω φυλακὰς Κυρίου.
Β Παραλ. 23,6 Εις τον ναόν του Κυρίου δεν θα εισέλθη κανείς άλλος, ειμή μόνον οι ιερείς και οι Λευίται και εκείνοι από τους Λευίτας, οι οποίοι θα έχουν υπηρεσίαν στον ναόν. Αυτοί θα εισέλθουν, διότι είναι καθιερωμένοι και άξιοι να εισέλθουν. Ολος ο άλλος λαός θα τηρήση την εντολήν του Κυρίου και βα μείνη έξω από τον ιερόν χώρον.
Β Παραλ. 23,7 καὶ κυκλώσουσιν οἱ Λευῖται τὸν βασιλέα κύκλῳ, ἀνδρὸς σκεῦος σκεῦος ἐν χειρὶ αὐτοῦ, καὶ ὁ εἰσπορευόμενος εἰς τὸν οἶκον ἀποθανεῖται· καὶ ἔσονται μετὰ τοῦ βασιλέως ἐκπορευομένου καὶ εἰσπορευομένου αὐτοῦ.
Β Παραλ. 23,7 Οι ωρισμένοι αυτοί Λευίται θα περιβάλλουν προστατευτικώς τον βασιλέα κρατούντες ο καθένας εις τα χέρια του το όπλον του. Οιοσδήποτε άλλος τολμήση να εισέλθη στον ναόν, θα φονευθή. Αυτοί θα είναι μαζή με τον βασιλέα και θα ακολουθούν αυτόν, όπου εκείνος εισέρχεται και εξέρχεται”.
Β Παραλ. 23,8 καὶ ἐποίησαν οἱ Λευῖται καὶ πᾶς Ἰούδα κατὰ πάντα, ὅσα ἐνετείλατο αὐτοῖς Ἰωδαὲ ὁ ἱερεύς, καὶ ἔλαβον ἕκαστος τοὺς ἄνδρας αὐτοῦ ἀπ᾿ ἀρχῆς τοῦ σαββάτου ἕως ἐξόδου τοῦ σαββάτου, ὅτι οὐ κατέλυσεν Ἰωδαὲ ὁ ἱερεὺς τὰς ἐφημερίας.
Β Παραλ. 23,8 Οι Λευίται και όλοι οι Ιουδαίοι έκαμαν ακριβώς, όπως τους είχε διατάξει ο αρχιερεύς ο Ιωδαέ. Επήρεν ο καθένας από αυτούς τους άνδρας του, οι οποίοι θα ανελάμβαναν υπηρεσίαν στον ναόν κατά το Σαββατον, όπως επίσης και εκείνους των οποίων η υπηρεσία έληγε και θα εξήρχοντο. Ο αρχιερεύς Ιωδαέ δεν επέτρεψεν εις καμμίαν από τας ιερατικάς τάξεις, που έληγεν η υπηρεσία της, να φύγη από τον ναόν και διαλυθή.
Β Παραλ. 23,9 καὶ ἔδωκεν Ἰωδαὲ τὰς μαχαίρας καὶ τοὺς θυρεοὺς καὶ τὰ ὅπλα, ἃ ἦν τοῦ βασιλέως Δαυίδ, ἐν οἴκῳ τοῦ Θεοῦ.
Β Παραλ. 23,9 Ο ίδιος ο αρχιερεύς παρέδωκεν εις αυτούς τας μαχαίρας, τας μεγάλας ασπίδας και τα όπλα, τα οποία ανήκον στον βασιλέα Δαυίδ και ήσαν αποτεθειμένα στον ναόν του Θεού.
Β Παραλ. 23,10 καὶ ἔστησε τὸν λαὸν πάντα, ἕκαστον ἐν τοῖς ὅπλοις αὐτοῦ, ἀπὸ τῆς ὠμίας τοῦ οἴκου τῆς δεξιᾶς ἕως τῆς ὠμίας τῆς ἀριστερᾶς τοῦ θυσιαστηρίου καὶ τοῦ οἴκου ἐπὶ τὸν βασιλέα κύκλῳ.
Β Παραλ. 23,10 Ετοποθέτησεν όλον τον λαόν, καθένα ωπλισμένον με το όπλον του, από την δεξιάν πλευράν του ναού μέχρι την αριστεράν πλευράν αυτού πλησίον στο θυσιαστήριον των ολοκαυτωμάτων και στον ναόν εις τρόπον, ώστε να περιβάλλουν τον βασιλέα κύκλω.
Β Παραλ. 23,11 καὶ ἐξήγαγε τὸν υἱὸν τοῦ βασιλέως καὶ ἔδωκεν ἐπ᾿ αὐτὸν τὸ βασίλειον καὶ τὰ μαρτύρια, καὶ ἐβασίλευσαν καὶ ἔχρισαν αὐτὸν Ἰωδαὲ ὁ ἱερεὺς καὶ οἱ υἱοὶ αὐτοῦ καὶ εἶπαν· ζήτω ὁ βασιλεύς.
Β Παραλ. 23,11 Τοτε ο Ιωδαέ έβγαλεν από τον ναόν τον Ιωάς, τον υιόν του βασιλέως, έθεσεν επάνω εις αυτόν το βασιλικόν διάδημα, έδωσεν εις τα χέρια του τον Νομον και αφού ο αρχιερεύς Ιωδαέ και οι υιοί του τον έχρισαν, τον ανεκήρυξαν βασιλέα και εκραύγασαν· “ζήτω ο βασιλεύς”.
Β Παραλ. 23,12 καὶ ἤκουσε Γοθολία τὴν φωνὴν τοῦ λαοῦ τρεχόντων καὶ ἐξομολογουμένων καὶ αἰνούντων τὸν βασιλέα καὶ εἰσῆλθε πρὸς τὸν βασιλέα εἰς οἶκον Κυρίου.
Β Παραλ. 23,12 Οταν η Γοθολία ήκουσε τας φωνάς των ανθρώπων αυτών, οι οποίοι έτρεχαν και εφώναζαν δοξάζοντες και αινούντες τον βασιλέα, εισήλθε και αυτή στον ιερόν χώρον του ναού του Κυρίου, όπου ευρίσκετο ο βασιλεύς.
Β Παραλ. 23,13 καὶ εἶδε καὶ ἰδοὺ ὁ βασιλεὺς ἐπὶ τῆς στάσεως αὐτοῦ, καὶ ἐπὶ τῆς εἰσόδου οἱ ἄρχοντες καὶ αἱ σάλπιγγες καὶ οἱ ἄρχοντες περὶ τὸν βασιλέα, καὶ πᾶς ὁ λαὸς τῆς γῆς ηὐφράνθη καὶ ἐσάλπισαν ταῖς σάλπιγξι καὶ οἱ ᾄδοντες ἐν τοῖς ὀργάνοις ᾠδοὶ καί ὑμνοῦντες αἶνον· καὶ διέῤῥηξε Γοθολία τὴν στολὴν αὐτῆς καὶ ἐβόησεν· ἐπιτιθέμενοι ἐπιτίθεσθε.
Β Παραλ. 23,13 Παρετήρησε και αίφνης είδε τον βασιλέα επί ενός βάθρου παρά την είσοδον της αυλής του ναού. Πλησίον αυτού και περί αυτόν ήσαν οι άρχοντες, οι σαλπιγκταί, όλοι οι άρχοντες γύρω από τον βασιλέα και όλος ο λαός της χώρας, οι οποίοι και έχαιραν. Οι σαλπιγκταί εσάλπιζαν με τας σάλπιγγας αυτών, οι ψάλται με τα μουσικά των όργανα ανέπεμπαν αίνους και ωδάς. Η Γοθολία, όταν είδεν όλα αυτά, έσχισε την βασιλικήν της στολήν και εφώναξε· “σεις, λοιπόν, συνωμοτήσατε και επιτίθεσθε εναντίον μου”.
Β Παραλ. 23,14 καὶ ἐξῆλθεν Ἰωδαὲ ὁ ἱερεύς, καὶ ἐνετείλατο Ἰωδαὲ ὁ ἱερεὺς τοῖς ἑκατοντάρχοις καὶ τοῖς ἀρχηγοῖς τῆς δυνάμεως καὶ εἶπεν αὐτοῖς· ἐκβάλετε αὐτὴν ἐκτὸς τοῦ οἴκου καὶ εἰσέλθατε ὀπίσω αὐτῆς, καὶ ἀποθανέτω μαχαίρᾳ· ὅτι εἶπεν ὁ ἱερεύς· μὴ ἀποθανέτω ἐν οἴκῳ Κυρίου.
Β Παραλ. 23,14 Ο αρχιερεύς Ιωδαέ εβγήκεν από εκεί, όπου ευρίσκετο. Διέταξε τους εκατοντάρχους και τους άλλους αρχηγούς της στρατιωτικής δυνάμεως και τους είπε· “διώξτε αυτήν έξω από τον ναόν, ακολουθήσατέ την και ας εκτελεσθή δια μαχαίρας”. Τούτο δε έγινε, διότι ο αρχιερεύς είχεν είπει· “δεν πρέπει να φονευθή αυτή εντός του ιερού χώρου”.
Β Παραλ. 23,15 καὶ ἔδωκαν αὐτῇ ἄνεσιν καὶ διῆλθε διὰ τῆς πύλης τῶν ἱππέων τοῦ οἴκου τοῦ βασιλέως, καὶ ἐθανάτωσαν αὐτὴν ἐκεῖ.
Β Παραλ. 23,15 Εδωσαν εις αυτήν δίοδον, αυτή δε εξήλθε δια της θύρας των ιππέων του βασιλικού ανακτόρου. Εκεί δε και την εθανάτωσαν.
Β Παραλ. 23,16 καὶ διέθετο Ἰωδαὲ διαθήκην ἀνὰ μέσον αὐτοῦ καὶ τοῦ λαοῦ καὶ τοῦ βασιλέως εἶναι λαὸν τῷ Κυρίῳ.
Β Παραλ. 23,16 Ο αρχιερεύς Ιωδαέ έκλεισε συμφωνίαν μεταξύ αυτού, του λαού και του βασιλέως, να είναι όλοι λαός του Κυρίου.
Β Παραλ. 23,17 καὶ εἰσῆλθε πᾶς ὁ λαὸς τῆς γῆς εἰς οἶκον Βάαλ καὶ κατέσπασαν αὐτὸν καὶ τὰ θυσιαστήρια αὐτοῦ καὶ τὰ εἴδωλα αὐτοῦ ἐλέπτυναν καὶ τὸν Ματθὰν ἱερέα Βάαλ ἐθανάτωσαν ἐναντίον τῶν θυσιαστηρίων αὐτοῦ.
Β Παραλ. 23,17 Κατόπιν ο λαός των Ιουδαίων εισώρμησεν στον ναόν του Βααλ και κατέστρεψεν αυτόν και τα θυσιαστήριά του. Τα είδωλα αυτού εκονιορτοποίησε και εφόνευσαν τον ιερέα του Βααλ, τον Ματθάν ενώπιον των θυσιαστηρίων αυτού.
Β Παραλ. 23,18 καὶ ἐνεχείρισεν Ἰωδαὲ ὁ ἱερεὺς τὰ ἔργα οἴκου Κυρίου διὰ χειρὸς ἱερέων καὶ Λευιτῶν καὶ ἀνέστησε τὰς ἐφημερίας τῶν ἱερέων καὶ τῶν Λευιτῶν, ἃς διέστειλε Δαυὶδ ἐπὶ τὸν οἶκον Κυρίου καὶ ἀνενέγκαι ὁλοκαυτώματα Κυρίῳ, καθὼς γέγραπται ἐν νόμῳ Μωυσῆ, ἐν εὐφροσύνῃ καὶ ἐν ᾠδαῖς διὰ χειρὸς Δαυίδ.
Β Παραλ. 23,18 Ο αρχιερεύς Ιωδαέ ενεπιστεύθη τα έργα του ναού του Κυρίου εις την εποπτείαν των ιερέων και των Λευιτών. Αποκατέστησε τας τάξεις των ιερέων και των Λευιτών, όπως είχεν ορίσει ο Δαυίδ, στον ναόν του Κυρίου, δια να προσφέρουν τα ολοκαυτώματα στον Κυριον σύμφωνα με όσα είναι γραμμένα στον Νομον του Μωϋσέως. Αυτό έγινε με χαράν και με άσματα, όπως άλλωστε και ο Δαυίδ είχε δώσει εντολήν.
Β Παραλ. 23,19 καὶ ἔστησαν οἱ πυλωροὶ ἐπὶ τὰς πύλας οἴκου Κυρίου, καὶ οὐκ εἰσελεύσεται ἀκάθαρτος εἰς πᾶν πρᾶγμα.
Β Παραλ. 23,19 Ετοποθετήθησαν οι θυρωροί εις τας πύλας του ναού του Κυρίου, δια να μη εισέρχεται εκεί δι' οιονδήποτε λόγον κανένας νομικώς ακάθαρτος.
Β Παραλ. 23,20 καὶ ἔλαβε τοὺς πατριάρχας καὶ τοὺς δυνατοὺς καὶ τοὺς ἄρχοντας τοῦ λαοῦ καὶ πάντα τὸν λαὸν τῆς γῆς καὶ ἐπεβίβασαν τὸν βασιλέα εἰς οἶκον Κυρίου, καὶ εἰσῆλθε διὰ τῆς πύλης τῆς ἐσωτέρας εἰς τὸν οἶκον τοῦ βασιλέως, καὶ ἐκάθισαν τὸν βασιλέα ἐπὶ τοῦ θρόνου τῆς βασιλείας.
Β Παραλ. 23,20 Ο Ιωδαέ επήρε μαζή του τους αρχηγούς των φυλών, τους επ' εξουσίαις και τους άρχοντας του λαού και όλον τον ιουδαϊκόν λαόν και έφεραν εν πομπή τον βασιλέα στον ναόν του Κυρίου. Από εκεί αυτός εισήλθε δια της εσωτερικής πύλης στο βασιλικόν ανάκτορον. Ενεθρόνισαν εκεί τον βασιλέα επί του βασιλικού θρόνου.
Β Παραλ. 23,21 καὶ ηὐφράνθη πᾶς ὁ λαὸς τῆς γῆς, καὶ ἡ πόλις ἡσύχασε, καὶ τὴν Γοθολίαν ἐθανάτωσαν μαχαίρᾳ.
Β Παραλ. 23,21 Με όλα αυτά τα γεγονότα ηυφράνθη όλος ο ιουδαϊκός λαός της χώρας, η δε πόλις Ιερουσαλήμ ησύχασε. Την Γοθολίαν είχον ήδη θανατώσει δια μαχαίρας.


Μην ταράζεσθε και μην ανησυχείτε διότι αυτός που γνωρίζει όσα υποφέρετε
και είναι σε θέση να τα εμποδίσει είναι φανερό ότι δεν τα εμποδίζει, επειδή προνοεί και ενδιαφέρεται για σας.

Άβαταρ μέλους
ΠΟΠΗ
Δημοσιεύσεις: 808
Εγγραφή: Δευτ Ιούλ 30, 2012 3:29 pm
Επικοινωνία:

Re: ΠΑΡΑΛΕΙΠΟΜΕΝΩΝ Β’~Η ΒΑΣΙΛΕΙΑ ΤΟΥ ΣΟΛΟΜΩΝΤΑ

Δημοσίευσηαπό ΠΟΠΗ » Τρί Οκτ 30, 2012 1:07 pm

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 24- Η βασιλεία του Ιωάς στον Ιούδα.


Η βασιλεία του Ιωάς στον Ιούδα
Β Παραλ. 24,1 Ὢν ἐτῶν ἑπτὰ Ἰωὰς ἐν τῷ βασιλεύειν αὐτὸν καὶ τεσσαράκοντα ἔτη ἐβασίλευσεν ἐν Ἱερουσαλήμ, καὶ ὄνομα τῇ μητρὶ αὐτοῦ Σαβιὰ ἐκ Βηρσαβεέ.
Β Παραλ. 24,1 Επτά ετών ήτο ο Ιωάς, όταν ανήλθεν στον βασιλικόν θρόνον. Εβασίλευσε δε εις την Ιερουσαλήμ επί τεσσαράκοντα έτη. Η μητέρα του ωνομάζετο Σαβιά και κατήγετο από την Βηρσαβέε.
Β Παραλ. 24,2 καὶ ἐποίησεν Ἰωὰς τὸ εὐθὲς ἐνώπιον Κυρίου πάσας τὰς ἡμέρας Ἰωδαὲ τοῦ ἱερέως.
Β Παραλ. 24,2 Ο Ιωάς έπραξε το ορθόν και ευάρεστον ενώπιον του Κυρίου, εφ' όσον χρόνον εζούσε ο αρχιερεύς Ιωδαέ.
Β Παραλ. 24,3 καὶ ἔλαβεν Ἰωδαέ δύο γυναῖκας ἑαυτῷ, καὶ ἐγέννησαν υἱοὺς καὶ θυγατέρας.
Β Παραλ. 24,3 Ο Ιωδαέ επήρε δια τον Ιωάς δύο συζύγους, αι οποίαι εγέννησαν εις αυτόν υιούς και θυγατέρας.
Β Παραλ. 24,4 καὶ ἐγένετο μετά ταῦτα καί ἐγένετο ἐπὶ καρδίαν Ἰωὰς ἐπισκευάσαι τὸν οἶκον Κυρίου.
Β Παραλ. 24,4 Επειτα από αυτά τα γεγονότα επεθύμησεν ο Ιωάς, να επισκευάση τον ναόν του Κυρίου.
Β Παραλ. 24,5 καὶ συνήγαγε τοὺς ἱερεῖς καὶ τοὺς Λευίτας καὶ εἶπεν αὐτοῖς· ἐξέλθατε εἰς τὰς πόλεις Ἰούδα καὶ συναγάγετε ἀπὸ παντὸς Ἰσραὴλ ἀργύριον κατισχῦσαι τὸν οἶκον Κυρίου ἐνιαυτὸν κατ᾿ ἐνιαυτὸν καὶ σπεύσατε λαλῆσαι· καὶ οὐκ ἔσπευσαν οἱ Λευῖται.
Β Παραλ. 24,5 Δια τον σκοπόν αυτόν συνεκέντρωσε τους ιερείς και τους Λευίτας και τους είπεν· “εβγάτε εις τας πόλστου βασιλείου του Ιούδα και δι' εράνου συγκεντρώσατε κάθε χρόνον αργύριον, δια να επισκευάσετε τον ναόν του Κυρίου. Σπεύσατε να αναγγείλετε αυτό στους Ισραηλίτας”. Οι Λευίται όμως και οι ιερείς δεν έδειξαν προθυμίαν να εκτελέσουν την εντολήν.
Β Παραλ. 24,6 καὶ ἐκάλεσεν ὁ βασιλεὺς Ἰωὰς τὸν Ἰωδαέ τὸν ἄρχοντα καὶ εἶπεν αὐτῷ· διατί οὐκ ἐπεσκέψω περὶ τῶν Λευιτῶν τοῦ εἰσενέγκαι ἀπὸ Ἰούδα καὶ Ἱερουσαλὴμ τὸ κεκριμένον ὑπὸ Μωυσῆ ἀνθρώπου τοῦ Θεοῦ, ὅτι ἐξεκκλησίασε τὸν Ἰσραὴλ εἰς τὴν σκηνὴν τοῦ μαρτυρίου;
Β Παραλ. 24,6 Ο βασιλεύς Ιωάς εκάλεσε τον αρχιερέα Ιωδαέ και του είπε· “διατί δεν επέβλεψες στους Λευίτας, ώστε να εισπράξουν αυτοί από το βασίλειον του Ιούδα και από την Ιερουσαλήμ τον φόρον, τον ορισθέντα στους Ισραηλίτας από τον Μωϋσήν, τον άνθρωπον αυτόν του Θεού, τον οποίον φόρον αυτός ώρισεν, όταν συνεκέντρωσε τον ισραηλιτικόν λαόν ενώπιον της Σκηνής του Μαρτυρίου;
Β Παραλ. 24,7 ὅτι Γοθολία ἦν ἡ ἄνομος, καὶ οἱ υἱοὶ αὐτῆς κατέσπασαν τὸν οἶκον τοῦ Θεοῦ· καὶ γὰρ τὰ ἅγια οἴκου Κυρίου ἐποίησαν ταῖς Βααλίμ.
Β Παραλ. 24,7 Διότι, όπως γνωρίζετε, η παράνομος Γοθολία και τα παιδιά της επέφεραν μεγάλας καταστροφάς στον οίκον του Θεού, και αυτά τα ιερά μέρη του ναού του Κυρίου τα μετέβαλαν εις τόπον λατρείας των αγαλμάτων του Βααλ”.
Β Παραλ. 24,8 καὶ εἶπεν ὁ βασιλεύς· γενηθήτω γλωσσόκομον καὶ τεθήτω ἐν πύλῃ οἴκου Κυρίου ἔξω·
Β Παραλ. 24,8 Ο βασιλεύς τότε διέταξεν· “ας κατασκευασθή ένα χρηματοκιβώτιον και ας τοποθετηθή έξω από τον ναόν του Κυρίου, παρά την πύλην.
Β Παραλ. 24,9 καὶ κηρυξάτωσαν ἐν Ἰούδᾳ καὶ ἐν Ἱερουσαλὴμ εἰσενέγκαι Κυρίῳ, καθὼς εἶπε Μωυσῆς παῖς τοῦ Θεοῦ ἐπὶ τὸν Ἰσραὴλ ἐν τῇ ἐρήμῳ.
Β Παραλ. 24,9 Κηρυκες δε ας διαλαλήσουν εις όλην την Ιουδαίαν και την Ιερουσαλήμ να προσφέρη ο,τι ο καθένας είναι υποχρεωμένος στον Κυριον, τον φόρον τον οποίον διέταξεν ο Μωϋσής, ο δούλος αυτός του Θεού, προς τους Ισραηλίτας, όταν αυτοί ευρίσκοντο εις την έρημον”.
Β Παραλ. 24,10 καὶ ἔδωκαν πάντες ἄρχοντες καὶ πᾶς ὁ λαὸς καὶ εἰσέφερον καὶ ἐνέβαλλον εἰς τὸ γλωσσόκομον, ἕως οὗ ἐπληρώθη,
Β Παραλ. 24,10 Ολοι οι άρχοντες και όλος ο λαός έδωκαν τας εισφοράς των, τας οποίας και έρριπταν εις αυτό το κιβώτιον, έως ότου εγέμισεν.
Β Παραλ. 24,11 καὶ ἐγένετο ὡς εἰσέφερον τὸ γλωσσόκομον πρὸς τοὺς προστάτας τοῦ βασιλέως διὰ χειρὸς τῶν Λευιτῶν καὶ ὡς εἶδον ὅτι ἐπλεόνασε τὸ ἀργύριον, καὶ ἦλθεν ὁ γραμματεὺς τοῦ βασιλέως καὶ ὁ προστάτης τοῦ ἱερέως τοῦ μεγάλου καὶ ἐξεκένωσαν τὸ γλωσσόκομον καὶ κατέστησαν εἰς τὸν τόπον αὐτοῦ· οὕτως ἐποίουν ἡμέραν ἐξ ἡμέρας καὶ συνήγαγον ἀργύριον πολύ.
Β Παραλ. 24,11 Οταν δε το κιβώτιον αυτό μετεφέρθη δια των χειρών των Λευιτών στους βασιλικούς επόπτας, είδον αυτοί ότι υπήρχεν εντός του κιβωτίου πολύ, πάρα πολύ αργύριον. Ο γραμματεύς του βασιλέως και ο αντιπρόσωπος του αρχιερέως ήλθον, εξεκένωσαν το κιβώτιον αυτό και το ετοποθέτησαν πάλιν στον τόπον του. Αυτό έκαναν κάθε φοράν, που το κιβώτιον εγέμιζεν με αργυρά νομίσματα. Με τον τρόπον αυτόν συνεκέντρωσαν πολύ αργύριον.
Β Παραλ. 24,12 καὶ ἔδωκεν αὐτὸ ὁ βασιλεὺς καὶ Ἰωδαὲ ὁ ἱερεὺς τοῖς ποιοῦσι τὰ ἔργα εἰς ἐργασίαν οἴκου Κυρίου, καὶ ἐμισθοῦντο λατόμους καὶ τέκτονας ἐπισκευάσαι τὸν οἶκον Κυρίου καὶ χαλκεῖς σιδήρου καὶ χαλκοῦ ἐπισκευάσαι τὸν οἶκον Κυρίου.
Β Παραλ. 24,12 Ο βασιλεύς Ιωάς και ο Ιωδαέ ο αρχιερεύς έδωκαν αυτό το αργύριον εις εκείνους, οι οποίοι θα ανελάμβαναν τα έργα της επισκευής του ναού του Κυρίου. Αυτοί δε εμίσθωσαν λατόμους και κτίστας, δια να επισκευάσουν τον ναόν του Κυρίου όπως επίσης και σιδηρουργούς, δια να κατεργασθούν τον σίδηρον και τον χαλκόν προς επισκευήν του ναού του Κυρίου.
Β Παραλ. 24,13 καὶ ἐποίουν οἱ ποιοῦντες τὰ ἔργα, καὶ ἀνέβη μῆκος τῶν ἔργων ἐν χερσὶν αὐτῶν καὶ ἀνέστησαν τὸν οἶκον Κυρίου ἐπὶ τὴν στάσιν αὐτοῦ καὶ ἐνίσχυσαν.
Β Παραλ. 24,13 Ετσι οι εργάται ειργάζοντο εντατικά και το έργον της ανακαινίσεως επροχωρούσε εις τα χέρια των, μέχρις ότου αποκατέστησαν τον ναόν του Θεού σύμφωνα με το σχέδιόν του και τον εστερέωσαν.
Β Παραλ. 24,14 καὶ ὡς συνετέλεσαν, ἤνεγκαν πρὸς τὸν βασιλέα καὶ πρὸς Ἰωδαὲ τὸ κατάλοιπον τοῦ ἀργυρίου, καὶ ἐποίησαν σκεύη εἰς οἶκον Κυρίου, σκεύη λειτουργικὰ ὁλοκαυτωμάτων καὶ θυΐσκας χρυσᾶς καὶ ἀργυρᾶς· καὶ ἀνήνεγκαν ὁλοκαυτώσεις ἐν οἴκῳ Κυρίου διαπαντὸς πάσας τὰς ἡμέρας Ἰωδαέ.
Β Παραλ. 24,14 Οταν δε ετελείωσαν το έργον των, έφεραν στον βασιλέα Ιωάς και τον αρχιερέα Ιωδαέ το υπόλοιπον αργύριον και κατεσκεύασαν με αυτό ιερά σκεύη δια τον ναόν του Κυρίου. Σκεύη δια την προσφοράν των ολοκαυτωμάτων, όπως επίσης και θυμιατήρια μικρά, αργυρά και χρυσά. Εκτοτε δε προσέφεραν ολοκαυτώματα στον ναόν του Κυρίου καθ' όλας τας ημέρας, κατά τας οποίας εζούσεν ο αρχιερεύς Ιωδαέ.
Β Παραλ. 24,15 Καὶ ἐγήρασεν Ἰωδαὲ πλήρης ἡμερῶν καὶ ἐτελεύτησεν ὢν ἑκατὸν καὶ τριάκοντα ἐτῶν ἐν τῷ τελευτᾶν αὐτόν·
Β Παραλ. 24,15 Ο Ιωδαέ, πλήρης ημερών, εγήρασε και απέθανε. Οταν απέθανεν, ήτο ηλικίας εκατόν τριάκοντα ετών.
Β Παραλ. 24,16 καὶ ἔθαψαν αὐτὸν ἐν πόλει Δαυὶδ μετὰ τῶν βασιλέων, ὅτι ἐποίησεν ἀγαθωσύνην μετὰ Ἰσραὴλ καὶ μετὰ τοῦ Θεοῦ καὶ τοῦ οἴκου αὐτοῦ.
Β Παραλ. 24,16 Τον έθαψαν εις την πόλιν Δαυίδ, εις την Ιερουσαλήμ, μαζή με τους βασιλείς, διότι είχε κάμει πολλά καλά έργα στον ισραηλιτικόν λαόν, στον Θεόν και στον ναόν του Θεού.

Ο Ιωάς εγκαταλείπει το δρόμο του Θεού- η τιμωρία και το τέλος της βασιλείας του
Β Παραλ. 24,17 καὶ ἐγένετο μετὰ τὴν τελευτὴν Ἰωδαὲ εἰσῆλθον οἱ ἄρχοντες Ἰούδα καὶ προσεκύνησαν τὸν βασιλέα· τότε ἐπήκουσεν αὐτοῖς ὁ βασιλεύς.
Β Παραλ. 24,17 Μετά τον θάνατον του Ιωδαέ ασεβείς άρχοντες παρουσιάσθησαν πρας τον βασιλέα Ιωάς και τον προσεκύνησαν. Αυτός τους εδέχθη και τους ήκουσε με προσοχήν.
Β Παραλ. 24,18 καὶ ἐγκατέλιπον τὸν οἶκον Κυρίου Θεοῦ τῶν πατέρων αὐτῶν καὶ ἐδούλευον ταῖς Ἀστάρταις καὶ τοῖς εἰδώλοις· καὶ ἐγένετο ὀργὴ ἐπὶ Ἰούδαν καὶ ἐπὶ Ἱερουσαλὴμ ἐν τῇ ἡμέρᾳ ταύτῃ.
Β Παραλ. 24,18 Αυτοί είχαν εγκαταλείψει τον ναόν του Κυρίου, του Θεού των πατέρων των, και ελάτρευαν τα είδωλα της Αστάρτης και διάφορα είδωλα άλλων θεών. Δια τούτο εξέσπασεν οργή Κυρίου εναντίον του λαού των Ιουδαίων και της Ιερουσαλήμ κατά την ημέραν εκείνην.
Β Παραλ. 24,19 καὶ ἀπέστειλε πρὸς αὐτοὺς προφήτας ἐπιστρέψαι πρὸς Κύριον, καὶ οὐκ ἤκουσαν· καὶ διεμαρτύρατο αὐτοῖς, καὶ οὐχ ὑπήκουσαν.
Β Παραλ. 24,19 Ο Θεός έστειλεν εις αυτούς προφήτας, δια να επιστρέψουν προς τον Κυριον. Εκείνοι όμως δεν υπήκουσαν. Ο Θεός διεμαρτυρήθη εναντίον των, άλλα και πάλιν αυτοί δεν υπήκουσαν.
Β Παραλ. 24,20 καὶ πνεῦμα Θεοῦ ἐνέδυσε τὸν Ἀζαρίαν τὸν τοῦ Ἰωδαὲ τὸν ἱερέα καὶ ἀνέστη ἐπάνω τοῦ λαοῦ καὶ εἶπε· τάδε λέγει Κύριος· τί παραπορεύεσθε τὰς ἐντολὰς Κυρίου; καὶ οὐκ εὐοδωθήσεσθε, ὅτι ἐγκατελίπετε τὸν Κύριον, καὶ ἐγκαταλείψει ὑμᾶς.
Β Παραλ. 24,20 Τοτε Πνεύμα Θεού ενεδυνάμωσε τον Αζαρίαν τον αρχιερέα, υιόν του Ιωδαέ, ο οποίος εσηκώθη ενώπιον του λαού και είπε· “αυτά λέγει ο Κυριος· Διατί παραβαίνετε τας εντολάς του Κυρίου; Δεν θα ευοδωθούν τα έργα σας και δεν θα ευημερήσετε, διότι έχετε εγκαταλείψει τον Κυριον και ο Κυριος θα σας εγκαταλείψη”.
Β Παραλ. 24,21 καὶ ἐπέθεντο αὐτῷ καὶ ἐλιθοβόλησαν αὐτὸν δι᾿ ἐντολῆς Ἰωὰς τοῦ βασιλέως ἐν αὐλῇ οἴκου Κυρίου.
Β Παραλ. 24,21 Αυτοί όμως επετέθησαν εναντίον του Αζαρίου και τον εφόνευσαν με λιθοβολισμόν, κατόπιν εντολής του βασιλέως Ιωάς, μέσα εις την αυλήν του ναού του Θεού.
Β Παραλ. 24,22 καὶ οὐκ ἐμνήσθη Ἰωὰς τοῦ ἐλέους, οὗ ἐποίησεν Ἰωδαὲ ὁ πατὴρ αὐτοῦ μετ᾿ αὐτοῦ, καὶ ἐθανάτωσε τὸν υἱὸν αὐτοῦ. καὶ ὡς ἀπέθνησκεν, εἶπεν· ἴδοι Κύριος καὶ κρινάτω.
Β Παραλ. 24,22 Ο βασιλεύς Ιωάς ελησμόνησε το καλόν, που είχε κάμει εις αυτόν ο Ιωδαέ, ο πατήρ του φονευθέντος, και αυτός ανταποδίδων κακόν αντί καλού εθανάτωσε τον υιόν εκείνου. Ο Αζαριας, όταν απέθνησκεν είπεν· “ας ίδη ο Κυριος την αδικίαν αυτήν και ας κρίνη”.
Β Παραλ. 24,23 καὶ ἐγένετο μετὰ τὴν συντέλειαν τοῦ ἐνιαυτοῦ ἀνέβη ἐπ᾿ αὐτὸν δύναμις Συρίας καὶ ἦλθεν ἐπὶ Ἰούδαν καὶ ἐπὶ Ἱερουσαλὴμ καὶ κατέφθειραν πάντας τοὺς ἄρχοντας τοῦ λαοῦ ἐν τῷ λαῷ καὶ πάντα τά σκῦλα αὐτῶν ἀπέστειλαν τῷ βασιλεῖ Δαμασκοῦ·
Β Παραλ. 24,23 Οταν ετελείωσε το έτος αυτό, εξεστράτευσεν εναντίον του Ιωάς ο στρατός της Συρίας. Αυτοί επήλθον ενάντιον της Ιουδαίας και της Ιερουσαλήμ και κατέκοψαν ανάμεσα στον λαόν όλους τους αρχηγούς του λαού. Επήραν λάφυρα και έστειλαν όλα τα λάφυρά των στον βασιλέα της Δαμασκού.
Β Παραλ. 24,24 ὅτι ἐν ὀλίγοις ἀνδράσι παρεγένετο δύναμις Συρίας, καὶ ὁ Θεὸς παρέδωκεν εἰς τὰς χεῖρας αὐτῶν δύναμιν πολλὴν σφόδρα, ὅτι ἐγκατέλιπον Κύριον τὸν Θεὸν τῶν πατέρων αὐτῶν· καὶ μετὰ Ἰωὰς ἐποίησε κρίματα.
Β Παραλ. 24,24 Ο στρατός των Συρων, ο οποίος είχεν έλθει, ήτο ολιγάριθμος. Ο Θεός όμως παρέδωκεν εις τας χείρας αυτών την πολύ μεγάλην στρατιωτικήν δύναμιν των Ιουδαίων, διότι αυτοί είχον εγκαταλείψει Κυριον τον Θεόν των πατέρων των. Ετσι ο Θεός δια του στρατού των Συρων ετιμώρησε τας παρανομίας του Ιωάς.
Β Παραλ. 24,25 καὶ μετὰ τὸ ἀπελθεῖν αὐτοὺς ἀπ᾿ αὐτοῦ, ἐν τῷ ἐγκαταλιπεῖν αὐτὸν ἐν μαλακίαις μεγάλαις καὶ ἐπέθεντο αὐτῷ οἱ παῖδες αὐτοῦ ἐν αἵμασιν υἱοῦ Ἰωδαέ τοῦ ἱερέως καὶ ἐθανάτωσαν αὐτὸν ἐπὶ τῆς κλίνης αὐτοῦ, καὶ ἀπέθανε· καὶ ἔθαψαν αὐτὸν ἐν πόλει Δαυὶδ καὶ οὐκ ἔθαψαν αὐτὸν ἐν τῷ τάφῳ τῶν βασιλέων.
Β Παραλ. 24,25 Οταν αυτοί απεμακρύνθησαν, αφήκαν τον Ιωάς με πολλάς και μεγάλας ασθενείας. Οι δούλοι του έκαμαν τότε συνωμοσίαν, επετέθησαν ενάντίον του και τον εφόνευσαν επάνω εις την κλίνην του, τιμωρούντες έτσι το αθώον αίμα του υιού του αρχιερέως Ιωδαέ. Κατ' αυτόν τον τρόπον απέθανεν ο Ιωάς. Οι Ιουδαίοι τον έθαψαν εις την πόλιν Δαυίδ εις την Ιερουσαλήμ, όχι όμως στον τάφον των βασιλέων.
Β Παραλ. 24,26 καὶ οἱ ἐπιθέμενοι ἐπ᾿ αὐτὸν Ζαβὲδ ὁ τοῦ Σαμαὰθ ὁ Ἀμμανίτης καὶ Ἰωζαβὲδ ὁ τοῦ Σομαρὼθ ὁ Μωαβίτης
Β Παραλ. 24,26 Οι επιτεθέντες και φονεύσαντες τον Ιωάς δούλοι του ήσαν ο Ζαβέδ υιός του Σαμαάθ ο Αμμανίτης, και ο Ιωζαβέδ υιός του Σομαρώθ ο Μωαβίτης
Β Παραλ. 24,27 καὶ οἱ υἱοὶ αὐτοῦ πάντες, καὶ προσῆλθον αὐτῷ οἱ πέντε. καὶ τὰ λοιπὰ ἰδοὺ γεγραμμένα ἐπὶ τὴν γραφὴν τῶν βασιλέων· καὶ ἐβασίλευσεν Ἀμασίας υἱὸς αὐτοῦ ἀντ᾿ αὐτοῦ.
Β Παραλ. 24,27 με όλα τα παιδιά του, μάλιστα δε πέντε από αυτούς ήλθον μαζή του. Τα υπόλοιπα από τα έργα του Ιωάς είναι γραμμένα εις τα απομνημονεύματα του βιβλίου των βασιλέων. Αντί του Ιωάς ανεκηρύχθη βασιλεύς ο υιός του, ο Αμασίας.


Μην ταράζεσθε και μην ανησυχείτε διότι αυτός που γνωρίζει όσα υποφέρετε
και είναι σε θέση να τα εμποδίσει είναι φανερό ότι δεν τα εμποδίζει, επειδή προνοεί και ενδιαφέρεται για σας.

Άβαταρ μέλους
ΠΟΠΗ
Δημοσιεύσεις: 808
Εγγραφή: Δευτ Ιούλ 30, 2012 3:29 pm
Επικοινωνία:

Re: ΠΑΡΑΛΕΙΠΟΜΕΝΩΝ Β’~Η ΒΑΣΙΛΕΙΑ ΤΟΥ ΣΟΛΟΜΩΝΤΑ

Δημοσίευσηαπό ΠΟΠΗ » Τρί Οκτ 30, 2012 1:09 pm

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 25- Η βασιλεία του Αμασία στον Ιούδα.

Η βασιλεία του Αμασία στον Ιούδα
Β Παραλ. 25,1 Ὢν εἴκοσι καὶ πέντε ἐτῶν ἐβασίλευσεν Ἀμασίας καὶ εἰκοσιεννέα ἔτη ἐβασίλευσεν ἐν Ἱερουσαλήμ, καὶ ὄνομα τῇ μητρὶ αὐτοῦ Ἰωαδὲν ἀπὸ Ἱερουσαλήμ.
Β Παραλ. 25,1 Εικοσιπέντε ετών ήτο ο Αμασίας, όταν έγινε βασιλεύς. Εβασίλευσεν εις την Ιερουσαλήμ επί είκοσι εννέα έτη. Η μητέρα του ωνομάζετο Ιωαδέν και κατήγετο από την Ιερουσαλήμ.
Β Παραλ. 25,2 καὶ ἐποίησε τὸ εὐθὲς ἐνώπιον Κυρίου, ἀλλ᾿ οὐκ ἐν καρδίᾳ πλήρει.
Β Παραλ. 25,2 Αυτός έπραξε το ορθόν και ευάρεστον ενώπιον του Κυρίου, όχι όμως με όλην του την καρδίαν.
Β Παραλ. 25,3 καὶ ἐγένετο ὡς κατέστη ἡ βασιλεία ἐν χειρὶ αὐτοῦ, καὶ ἐθανάτωσε τοὺς παῖδας αὐτοῦ τοὺς φονεύσαντας τὸν βασιλέα πατέρα αὐτοῦ·
Β Παραλ. 25,3 Οταν περιήλθεν εις τα χέρια του η βασιλεία, εφόνευσε τους δούλους του, οι οποίοι είχαν θανατώσει τον βασιλέα πατέρα του.
Β Παραλ. 25,4 καὶ τοὺς υἱοὺς αὐτῶν οὐκ ἀπέκτεινε κατὰ τὴν διαθήκην τοῦ νόμου Κυρίου, καθὼς γέγραπται, ὡς ἐνετείλατο Κύριος λέγων· οὐκ ἀποθανοῦνται πατέρες ὑπὲρ τέκνων, καὶ οἱ υἱοὶ οὐκ ἀποθανοῦνται ὑπὲρ πατέρων, ἀλλ᾿ ἢ ἕκαστος τῇ ἑαυτοῦ ἁμαρτίᾳ ἀποθανοῦνται.
Β Παραλ. 25,4 Τους υιούς όμως των φονέων δεν εθανάτωσε σύμφωνα με τον Νομον του Κυρίου, όπου ρητώς αναγράφεται και ο Κυριος είπε· “δεν θα αποθνήσκουν οι πατέρες ένεκα των παιδιών των ούτε τα τέκνα θα θανατώνωνται ένεκα των πατέρων των. Αλλά ο καθένας θα θανατώνεται δια την ιδικήν του αμαρτίαν”.

Ο Αμασίας πολεμάει τους Εδωμίτες
Β Παραλ. 25,5 καὶ συνήγαγεν Ἀμασίας τὸν οἶκον Ἰούδα καὶ ἀνέστησεν αὐτοὺς κατ᾿ οἴκους πατριῶν αὐτῶν εἰς χιλιάρχους καὶ ἑκατοντάρχους ἐν παντὶ Ἰούδᾳ καὶ Ἱερουσαλήμ· καὶ ἠρίθμησεν αὐτοὺς ἀπὸ εἰκοσαετοῦς καὶ ἐπάνω καὶ εὗρεν αὐτοὺς τριακοσίας χιλιάδας ἐξελθεῖν εἰς πόλεμον δυνατοὺς κρατοῦντας δόρυ καὶ θυρεόν.
Β Παραλ. 25,5 Ο Αμασίας συνεκέντρωσε τους άνδρας της φυλής του Ιούδα και τους κατέταξε κατά τους πατριαρχικούς οίκους των εις όλην την Ιουδαίαν και την Ιερουσαλήμ, ορίσας δι' αυτούς χιλιάρχους και εκατοντάρχους. Εκαμε δε και αρίθμησιν αυτών από είκοσι ετών και άνω και ευρήκεν, ότι ήσαν τριακόσιοι χιλιάδες, ικανοί να εξέλθουν εις πόλεμον και να κρατούν δόρυ και μεγάλην ασπίδα.
Β Παραλ. 25,6 καὶ ἐμισθώσατο ἀπὸ Ἰσραὴλ ἑκατὸν χιλιάδας δυνατοὺς ἰσχύϊ ἑκατὸν ταλάντων ἀργυρίου.
Β Παραλ. 25,6 Επήρε δε από το βασίλειον του Ισραήλ εκατόν χιλιάδας μισθοφόρους δυνατούς αντί εκατόν ταλάντων αργυρίου.
Β Παραλ. 25,7 καὶ ἄνθρωπος τοῦ Θεοῦ ἦλθε πρὸς αὐτὸν λέγων· βασιλεῦ, οὐ πορεύσεται μετὰ σοῦ δύναμις Ἰσραήλ, ὅτι οὐκ ἔστι Κύριος μετά Ἰσραήλ, πάντων τῶν υἱῶν Ἐφραίμ.
Β Παραλ. 25,7 Ενας άνθρωπος του Θεού ήλθε τότε προς τον Αμασίαν και του είπε· “βασιλεύ, δεν πρέπει να πορευθή μαζή σου εις εκστρατείαν ο στρατός αυτός από τον ισραηλιτικόν λαόν, διότι ο Κυριος δεν είναι μαζή με τον λαόν αυτόν, με αυτούς τους απογόνους της φυλής του Εφραίμ.
Β Παραλ. 25,8 ὅτι ἐὰν ὑπολάβῃς κατισχῦσαι ἐν τούτοις, καὶ τροπώσεταί σε Κύριος ἐναντίον τῶν ἐχθρῶν, ὅτι ἐστὶ παρὰ Κυρίου καὶ ἰσχῦσαι καὶ τροπώσασθαι.
Β Παραλ. 25,8 Διότι εάν φαντασθής δη με αυτούς θα υπερισχύσης, σου καθιστώ γνωστόν ότι ο Κυριος θα φέρη έτσι τα πράγματα, ώστε να νικηθής ενώπιον των εχθρών σου. Σκέψου ότι μόνον δια του Κυρίου θα ημπορέσης να νικήσης και να κατατροπώσης τους εχθρούς σου”.
Β Παραλ. 25,9 καὶ εἶπεν Ἀμασίας τῷ ἀνθρώπῳ τοῦ Θεοῦ· καὶ τί ποιήσω τὰ ἑκατὸν τάλαντα, ἃ ἔδωκα τῇ δυνάμει Ἰσραήλ; καὶ εἶπεν ὁ ἄνθρωπος τοῦ Θεοῦ· ἔστι τῷ Κυρίῳ δοῦναί σοι πλεῖστα τούτων.
Β Παραλ. 25,9 Ο Αμασίας είπε τότε στον άνθρωπον του Θεού· “και τι θα γίνη με τα εκατόν τάλαντα, τα οποία έδωκα στον μισθοφορικόν αυτόν στρατόν του Ισραήλ;” Ο άνθρωπος του Θεού του απήντησεν· “στον Κυριον και Θεόν είναι δυνατόν να σου δώση περισσότερα τάλαντα, από εκείνα που συ έδωσες”.
Β Παραλ. 25,10 καὶ διεχώρισεν Ἀμασίας τῇ δυνάμει τῇ ἐλθούσῃ πρὸς αὐτὸν ἀπὸ Ἐφραὶμ ἀπελθεῖν εἰς τὸν τόπον αὐτῶν, καὶ ἐθυμώθησαν σφόδρα ἐπὶ Ἰούδαν καὶ ἐπέστρεψαν εἰς τὸν τόπον αὐτῶν ἐν ὀργῇ θυμοῦ.
Β Παραλ. 25,10 Ο Αμασίας εξεχώρισε τους στρατιώτας αυτούς τους μισθοφόρους, οι οποίοι είχον έλθει προς αυτόν από την φυλήν Εφραίμ, και τους διέταξε να επανέλθουν εις την χώραν των. Εκείνοι ωργίσθησαν πάρα πολύ εναντίον του βασιλείου του Ιούδα και επέστρεψαν στον τόπον των πλήρεις οργής.
Β Παραλ. 25,11 καὶ Ἀμασίας κατίσχυσε καὶ παρέλαβε τὸν λαὸν αὐτοῦ καὶ ἐπορεύθη εἰς τὴν κοιλάδα τῶν ἁλῶν καὶ ἐπάταξεν ἐκεῖ τοὺς υἱοὺς Σηεὶρ δέκα χιλιάδας·
Β Παραλ. 25,11 Ο Αμασίας όμως, ενθαρρυνθείς από τα λόγια του ανθρώπου του Θεού, επήρε τον στρατόν του και εβάδισε προς την κοιλάδα των Αλών. Εκεί δε κατετρόπωσε δέκα χιλιάδας Ιδουμαίους, οι οποίοι κατοικούσαν στο όρος Σηείρ.
Β Παραλ. 25,12 καὶ δέκα χιλιάδας ἐζώγρησαν οἱ υἱοὶ Ἰούδα καὶ ἔφερον αὐτοὺς ἐπὶ τὸ ἄκρον τοῦ κρημνοῦ καὶ κατεκρήμνιζον αὐτοὺς ἀπὸ τοῦ ἄκρου τοῦ κρημνοῦ, καὶ πάντες διεῤῥήγνυντο.
Β Παραλ. 25,12 Αλλας δέκα χιλιάδας Ιδουμαίων συνέλαβαν οι Ιουδαίοι ζώντας, τους οποίους έφεραν εις την άκραν ενός κρημνού. Από το χείλος αυτού του κρημνού τους κατεκρήμνισαν· και εκείνοι όλοι συνετρίβοντο.
Β Παραλ. 25,13 καὶ οἱ υἱοὶ τῆς δυνάμεως, οὓς ἀπέστρεψεν Ἀμασίας τοῦ μὴ πορευθῆναι μετ᾿ αὐτοῦ εἰς πόλεμον, καὶ ἐπέθεντο ἐπὶ τὰς πόλεις Ἰούδα ἀπὸ Σαμαρείας ἕως Βαιθωρὼν καὶ ἐπάταξαν ἐν αὐτοῖς τρεῖς χιλιάδας καὶ ἐσκύλευσαν σκῦλα πολλά.
Β Παραλ. 25,13 Οι μισθοφόροι όμως στρατιώται των Ισραηλιτών, στους οποίους ο Αμασίας δεν επέτρεψε να εκστρατεύσουν μαζή με αυτόν στον πόλεμον, επετέθησαν εναντίον των πόλεων του βασιλείου του Ιούδα, από την Σαμάρειαν έως την πόλιν Βαιθωρών. Εφόνευσαν τρεις χιλιάδες από τους Ιουδαίους και επήραν πολλά λάφυρα.
Β Παραλ. 25,14 καὶ ἐγένετο μετὰ τὸ ἐλθεῖν Ἀμασίαν πατάξαντα τὴν Ἰδουμαίαν καὶ ἤνεγκε πρὸς αὐτοὺς τοὺς θεοὺς υἱῶν Σηεὶρ καὶ ἔστησεν αὐτοὺς ἑαυτῷ εἰς θεοὺς καὶ ἐναντίον αὐτῶν προσεκύνει καὶ αὐτὸς αὐτοῖς ἔθυε.
Β Παραλ. 25,14 Αλλά όταν ο Αμασίας επέστρεψεν από την εκστρατείαν, κατά την οποίαν είχε νικήσει την Ιδουμαίαν, έφερε μαζή του τους θεούς του όρους Σηείρ και έστησεν αυτούς, δια να είναι ιδικοί του θεοί. Τους προοεκύνησε και προσέφερεν ο ίδιος θυσίας εις αυτούς.
Β Παραλ. 25,15 καὶ ἐγένετο ὀργὴ Κυρίου ἐπὶ Ἀμασίαν, καὶ ἀπέστειλεν αὐτῷ προφήτην καὶ εἶπεν αὐτῷ· τί ἐζήτησας τοὺς Θεοὺς τοῦ λαοῦ, οἳ οὐκ ἐξείλοντο τὸν λαὸν ἑαυτῶν ἐκ χειρός σου;
Β Παραλ. 25,15 Εξέσπασεν όμως εναντίον του Αμασία η οργή του Κυρίου, ο οποίος και έστειλε προς αυτόν ένα προφήτην και του είπε· “διατί συ ελάτρευσες τους θεούς του ειδωλολατρικού εκείνου λαού, οι οποίοι δεν ημπόρεσαν να βγάλουν και να σώσουν τον λαόν των από τα χέρια σου;”
Β Παραλ. 25,16 καὶ ἐγένετο ἐν τῷ λαλῆσαι αὐτῷ πρὸς αὐτὸν καὶ εἶπεν αὐτῷ· μὴ σύμβουλον τοῦ βασιλέως δέδωκά σε; πρόσεχε ἵνα μὴ μαστιγωθῇς. καὶ ἐσιώπησεν ὁ προφήτης καὶ εἶπεν, ὅτι γινώσκω ὅτι ἐβούλετο ἐπὶ σοὶ τοῦ καταφθεῖραί σε, ὅτι ἐποίησας τοῦτο καὶ οὐκ ἐπήκουσας τῆς συμβουλίας μου.
Β Παραλ. 25,16 Οταν ο προφήτης είπεν αυτά προς εκείνον, ο Αμασίας απήντησε· “μήπως και σε διώρισαν σύμβουλον εμού του βασιλέως; Πρόσεχε, μήπως σε τιμωρήσω με μαστίγωσιν”. Ο προφήτης απεσύρθη, εσιώπησε και είπεν από μέσα του· “γνωρίζω ότι ο Κυριος ηθέλησε να σε καταστρέψη. Δια τούτο και έκαμες την πράξιν αυτήν και δεν εδέχθης την συμβουλήν μου”.

Ο Αμασίας πολεμάει το βασίλειο του Ισραήλ
Β Παραλ. 25,17 καὶ ἐβουλεύσατο Ἀμασίας ὁ βασιλεὺς Ἰούδα καὶ ἀπέστειλε πρὸς Ἰωὰς υἱὸν Ἰωάχαζ υἱοῦ Ἰηοὺ βασιλέα Ἰσραὴλ λέγων· δεῦρο καὶ ὀφθῶμεν προσώποις.
Β Παραλ. 25,17 Ο Αμασίας ο βασιλεύς του βασιλείου του Ιούδα εσκέφθη και έστειλεν απεσταλμένον του προς τον βασιλέα του Ισραήλ τον Ιωάς υιόν του Ιωάχαζ υιού του Ιηού, και του είπε· “έλα να λογαριασθώμεν εις την μάχην”.
Β Παραλ. 25,18 καὶ ἀπέστειλεν Ἰωὰς βασιλεὺς Ἰσραὴλ πρὸς Ἀμασίαν βασιλέα Ἰούδα λέγων· ὁ ἀχοὺχ ὁ ἐν τῷ Λιβάνῳ ἀπέστειλε πρὸς τὴν κέδρον τὴν ἐν τῷ Λιβάνῳ λέγων· δὸς τὴν θυγατέρα σου τῷ υἱῷ μου εἰς γυναῖκα. καὶ ἰδοὺ ἐλεύσεται τά θηρία τοῦ ἀγροῦ τὰ ἐν τῷ Λιβάνῳ· καὶ ἦλθον τὰ θηρία καὶ κατεπάτησαν τὸν ἀχούχ.
Β Παραλ. 25,18 Ο Ιωάς ο βασιλεύς του Ισραήλ έστειλε προς τον Αμασίαν τον βασιλέα του Ιούδα ανθρώπους του, οι οποίοι και του είπαν· “η άκανθα, η οποία ευρίσκεται στο όρος Λιβανον, έστειλε προς την κέδρον προξενητήν και της είπε· Δώσε την θυγατέρα σου σύζυγον στο παιδί μου. Αλλ' αίφνης τα θηρία, τα οποία ευρίσκοντο εις την περιοχήν του Λιβάνου, ήλθον και κατεπάτησαν την άκανθαν.
Β Παραλ. 25,19 εἶπας· ἰδοὺ ἐπάταξα τὴν Ἰδουμαίαν καὶ ἐπαίρει σε ἡ καρδία σου ἡ βαρεῖα· νῦν κάθισον ἐν οἴκῳ σου καὶ ἱνατί συμβάλλεις ἐν κακίᾳ καὶ πεσῇ σὺ καὶ Ἰούδας μετὰ σοῦ;
Β Παραλ. 25,19 Συ είπες, συνέχισεν ο Ιωάς, ιδού υπέταξα την Ιδουμαίαν. Η καρδία σου αλαζονεύθηκε και έγινεν υπερήφανος. Τωρα, λοιπόν, σε συμβουλεύω κάθησε ήσυχος στο σπίτι σου. Διατί προκαλείς επάνω σου την δυστυχίαν, ώστε να πέσης συ και το βασίλειον του Ιούδα μαζή σου;”
Β Παραλ. 25,20 καὶ οὐκ ἤκουσεν Ἀμασίας, ὅτι παρὰ Κυρίου ἐγένετο τοῦ παραδοῦναι αὐτὸν εἰς χεῖρας, ὅτι ἐξεζήτησε τοὺς θεοὺς τῶν Ἰδουμαίων.
Β Παραλ. 25,20 Δεν τα ήκουσεν αυτά ο Αμασίας. Αυτό έγινε κατά παραχώρησιν Θεού, δια να τον παραδώση ο Θεός εις τα χέρια των εχθρών του, επειδή αυτός κατέφυγε και ελάτρευσε τους θεούς των Ιδουμαίων.
Β Παραλ. 25,21 καὶ ἀνέβη Ἰωὰς βασιλεὺς Ἰσραήλ, καὶ ὤφθησαν ἀλλήλοις αὐτὸς καὶ Ἀμασίας βασιλεὺς Ἰούδα ἐν Βαιθσαμύς, ἥ ἐστι τοῦ Ἰούδα.
Β Παραλ. 25,21 Ιωάς ο βασιλεύς του Ισραήλ εξεστράτευσεν εναντίον του Αμασίου. Ηλθον αντιμέτωποι μεταξύ των ο Ιωάς και ο Αμασίας, ο βασιλεύς του Ιούδα, εις την Βαιθσαμύς, πόλιν που ευρίσκεται εις την χώραν του Ιούδα.
Β Παραλ. 25,22 καὶ ἐτροπώθη Ἰούδας κατὰ πρόσωπον Ἰσραήλ, καὶ ἔφυγεν ἕκαστος εἰς τὸ σκήνωμα αὐτοῦ.
Β Παραλ. 25,22 Οι Ιουδαίοι κατετροπώθησαν από τους Ισραηλίτας και έφυγαν ο καθένας εις την πόλιν του.
Β Παραλ. 25,23 καὶ τὸν Ἀμασίαν βασιλέα Ἰούδα τὸν τοῦ Ἰωὰς υἱοῦ Ἰωάχαζ κατέλαβεν Ἰωὰς βασιλεὺς Ἰσραὴλ ἐν Βαιθσαμὺς καὶ εἰσήγαγεν αὐτὸν εἰς Ἱερουσαλὴμ καὶ κατέσπασεν ἀπὸ τοῦ τείχους Ἱερουσαλήμ, ἀπὸ πύλης Ἐφραὶμ ἕως πύλης γωνίας τετρακοσίους πήχεις·
Β Παραλ. 25,23 Τον δε Αμασίαν, τον βασιλέα των Ιουδαίων υιόν του Ιωάς υιού του Ιωάχαζ, συνέλαβεν ο Ιωάς ο βασιλεύς του Ισραήλ αιχμάλωτον εις την Βαιθσαμύς και τον ωδήγησεν εις την Ιερουσαλήμ. Εκεί διέταξεν ο Ιωάς και κατεδάφισαν το τείχος της Ιερουσαλήμ από την πύλην Εφραίμ μέχρι της πύλης της γωνίας εις μήκος τετρακοσίων πήχεων.
Β Παραλ. 25,24 καὶ πᾶν τὸ χρυσίον καὶ τὸ ἀργύριον καὶ πάντα τὰ σκεύη τὰ εὑρεθέντα ἐν οἴκῳ Κυρίου καὶ παρὰ τῷ Ἀβδεδὸμ καὶ τοὺς θησαυροὺς οἴκου τοῦ βασιλέως καὶ τοὺς υἱοὺς τῶν συμμίξεων καὶ ἐπέστρεψεν εἰς Σαμάρειαν.
Β Παραλ. 25,24 Επήρε δε όλον το χρυσίον και το αργύριον και όλα τα ιερά σκεύη, τα οποία ευρέθησαν στον ναόν του Κυρίου, όπως επίσης και όσα ήσαν υπό την φύλαξιν του Αβδεδόμ, και τους θησαυρούς του βασιλικού ανακτόρου και ομήρους. Φέρων όλα αυτά επέστρεψεν ο Ιωάς εις την Σαμάρειαν.
Β Παραλ. 25,25 καὶ ἔζησεν Ἀμασίας ὁ τοῦ Ἰωὰς βασιλεὺς Ἰούδα μετὰ τὸ ἀποθανεῖν Ἰωὰς τὸν τοῦ Ἰωάχαζ βασιλέα Ἰσραὴλ ἔτη δεκαπέντε.
Β Παραλ. 25,25 Ο Αμασίας, ο υιός του Ιωάς ο βασιλεύς του Ιούδα, έζησεν έπειτα από τον θάνατον του Ιωάς, του υιού του Ιωάχαζ του βασιλέως του Ισραήλ, δεκαπέντε έτη.
Β Παραλ. 25,26 καὶ οἱ λοιποὶ λόγοι Ἀμασίου οἱ πρῶτοι καὶ οἱ ἔσχατοι οὐκ ἰδοὺ γεγραμμένοι ἐπὶ βιβλίου βασιλέων Ἰούδα καὶ Ἰσραήλ;
Β Παραλ. 25,26 Τα υπόλοιπα έργα του Αμασίου, τα πρώτα και τα τελευταία, δεν είναι γραμμένα στο βιβλίον των βασιλέων του Ιούδα και του Ισραήλ;
Β Παραλ. 25,27 καὶ ἐν τῷ καιρῷ, ᾧ ἀπέστη Ἀμασίας ἀπὸ Κυρίου, καὶ ἐπέθεντο αὐτῷ ἐπίθεσιν, καὶ ἔφυγεν ἀπὸ Ἱερουσαλὴμ εἰς Λαχίς· καὶ ἀπέστειλαν κατόπισθεν αὐτοῦ εἰς Λαχὶς καὶ ἐθανάτωσαν αὐτὸν ἐκεῖ.
Β Παραλ. 25,27 Κατά τον καιρόν εκείνον, κατά τον οποίον ο Αμασίας είχεν αποστατήσει από τον Κυριον, μερικοί άνδρες έκαμαν συνωμοσίαν εναντίον του. Αυτός δια να σωθή, έφυγεν από την Ιερουσαλήμ και ήλθεν εις την Λαχίς. Οι συνωμόται έστειλαν όπισθεν από αυτόν άνδρας εις την Λαχίς, οι οποίοι και τον εθανάτωσαν εκεί.
Β Παραλ. 25,28 καὶ ἀνέλαβον αὐτὸν ἐπὶ τῶν ἵππων καὶ ἔθαψαν αὐτὸν μετὰ τῶν πατέρων αὐτοῦ ἐν πόλει Δαυίδ.
Β Παραλ. 25,28 Το νεκρόν σώμα του το εφορτωσαν επάνω εις ίππον, το μετέφεραν εις την Ιερουσαλήμ και το έθαψαν μαζή με τους πατέρας του εις την πόλιν Δαυίδ.


Μην ταράζεσθε και μην ανησυχείτε διότι αυτός που γνωρίζει όσα υποφέρετε
και είναι σε θέση να τα εμποδίσει είναι φανερό ότι δεν τα εμποδίζει, επειδή προνοεί και ενδιαφέρεται για σας.

Άβαταρ μέλους
ΠΟΠΗ
Δημοσιεύσεις: 808
Εγγραφή: Δευτ Ιούλ 30, 2012 3:29 pm
Επικοινωνία:

Re: ΠΑΡΑΛΕΙΠΟΜΕΝΩΝ Β’~Η ΒΑΣΙΛΕΙΑ ΤΟΥ ΣΟΛΟΜΩΝΤΑ

Δημοσίευσηαπό ΠΟΠΗ » Τρί Οκτ 30, 2012 1:11 pm

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 26- Η βασιλεία του Οζία στον Ιούδα.

Η βασιλεία και η δύναμη του Οζία
Β Παραλ. 26,1 Καὶ ἔλαβε πᾶς ὁ λαὸς τῆς γῆς τὸν Ὀζίαν, καὶ αὐτὸς υἱὸς ἑκκαίδεκα ἐτῶν, καὶ ἐβασίλευσαν αὐτὸν ἀντὶ τοῦ πατρὸς αὐτοῦ Ἀμασίου.
Β Παραλ. 26,1 Ολος ο ιουδαϊκός λαός επήρε και ανεκήρυξε βασιλέα τον Οζίαν. Ο Οζίας ήτο δεκαέξ ετών, όταν ανεκηρύχθη βασιλεύς αντί του πατρός του Αμασίου.
Β Παραλ. 26,2 αὐτὸς ᾠκοδόμησε τὴν Αἰλάθ, αὐτὸς ἐπέστρεψεν αὐτὴν τῷ Ἰούδᾳ μετὰ τὸ κοιμηθῆναι τὸν βασιλέα μετὰ τῶν πατέρων αὐτοῦ.
Β Παραλ. 26,2 Αυτός, μετά τον θάνατον του βασιλέως πατρός του και τον ενταφιασμόν του στον τάφον των προπατόρων του, ανοικοδόμησε την Αιλάθ και επανέδωκεν αυτήν στο βασίλειον του Ιούδα.
Β Παραλ. 26,3 υἱὸς ἑκκαίδεκα ἐτῶν ἐβασίλευσεν Ὀζίας καὶ πεντήκοντα καὶ δύο ἔτη ἐβασίλευσεν ἐν Ἱερουσαλήμ, καὶ ὄνομα τῇ μητρὶ αὐτοῦ Ἰεχελία ἀπὸ Ἱερουσαλήμ.
Β Παραλ. 26,3 Δεκαέξ ετών ήτο, όταν έγινε βασιλεύς ο Οζίας. Εβασίλευσε δε εις την Ιερουσαλήμ επί πεντήκοντα δύο έτη. Η μητέρα του ωνομάζετο Ιεχελία και κατήγετο από την Ιερουσαλήμ.
Β Παραλ. 26,4 καὶ ἐποίησε τὸ εὐθὲς ἐνώπιον Κυρίου κατὰ πάντα, ὅσα ἐποίησεν Ἀμασίας ὁ πατὴρ αὐτοῦ.
Β Παραλ. 26,4 Αυτός έπραξε το ορθόν και ευάρεστον ενώπιον του Κυρίου κατά πάντα, όπως είχε πράξει και ο πατήρ του ο Αμασίας.
Β Παραλ. 26,5 καὶ ἦν ἐκζητῶν τὸν Κύριον ἐν ταῖς ἡμέραις Ζαχαρίου τοῦ συνιόντος ἐν φόβῳ Κυρίου· καὶ ἐν ταῖς ἡμέραις αὐτοῦ ἐζήτησε τὸν Κύριον, καὶ εὐώδωσεν αὐτῷ Κύριος.
Β Παραλ. 26,5 Αυτός ελάτρευε τον Κυριον καθ' όλον το διάστημα της ζωής του Ζαχαρίου, ανθρώπου ο οποίος κατενόει και εδίδασκεν εν φόβω Κυρίου. Κατά τας ημέρας, λοιπόν, του Ζαχαρίου ο Οζίας ελάτρευε τον Κυριον, ο δε Κυριος τον κατευώδωνεν εις όλα.
Β Παραλ. 26,6 καὶ ἐξῆλθε καὶ ἐπολέμησε πρὸς τοὺς ἀλλοφύλους καὶ κατέσπασε τὰ τείχη Γὲθ καὶ τὰ τείχη Ἰαβνὴ καὶ τὰ τείχη Ἀζώτου καὶ ᾠκοδόμησε πόλεις Ἀζώτου καὶ ἐν τοῖς ἀλλοφύλοις.
Β Παραλ. 26,6 Ο Οζίας εξεστράτευσε και επολέμησεν εναντίον των Φιλισταίων, τους ενίκησε και εκρήμνισε τα τα τείχη της πόλεως Γέθ, τα τείχη της πόλεως Ιαβνή, τα τείχη της Αζώτου, και οικοδόμησε πόλεις εις την περιοχήν της Αζώτου μεταξύ των Φιλισταίων.
Β Παραλ. 26,7 καὶ κατίσχυσεν αὐτὸν Κύριος ἐπὶ τοὺς ἀλλοφύλους καὶ ἐπὶ τοὺς Ἄραβας τοὺς κατοικοῦντας ἐπὶ τῆς πέτρας καὶ ἐπὶ τοὺς Μιναίους.
Β Παραλ. 26,7 Ο Κυριος ενεδυνάμωσεν αυτόν εναντίον των Φιλισταίων, εναντίον των Αράβων, οι οποίοι κατοικούσαν εις την Πέτραν, και εναντίον των Μιναίων.
Β Παραλ. 26,8 καὶ ἔδωκαν οἱ Μιναῖοι δῶρα τῷ Ὀζίᾳ, καὶ ἦν τὸ ὄνομα αὐτοῦ ἕως εἰσόδου Αἰγύπτου, ὅτι κατίσχυσεν ἕως ἄνω.
Β Παραλ. 26,8 Οι Μιναίοι προσέφεραν δώρα στον Οζίαν. Η φήμη του κατέστη γνωστή έως εις τας χώρας, αι οποίαι ευρίσκοντο εις την είσοδον της Αιγύπτου. Απέκτησε δε τέτοιαν μεγάλην ψήμην, διότι είχε γίνει πολύ ισχυρός.
Β Παραλ. 26,9 καὶ ᾠκοδόμησεν Ὀζίας πύργους ἐν Ἱερουσαλὴμ καὶ ἐπὶ τὴν πύλην τῆς γωνίας καὶ ἐπὶ τὴν πύλην τῆς φάραγγος καὶ ἐπὶ τῶν γωνιῶν καὶ κατίσχυσε.
Β Παραλ. 26,9 Ο Οζίας οικοδόμησε πύργους εις την Ιερουσαλήμ, εις την πύλην μιας γωνίας του τείχους, εις την πύλην της φάραγγος και εις τας άλλας γωνίας του τείχους, τους οποίους πύργους και ωχύρωσεν.
Β Παραλ. 26,10 καὶ ᾠκοδόμησε πύργους ἐν τῇ ἐρήμῳ καὶ ἐλατόμησε λάκκους πολλούς, ὅτι κτήνη πολλὰ ὑπῆρχεν αὐτῷ ἐν Σεφηλᾷ καὶ ἐν τῇ πεδινῇ καὶ ἀμπελουργοὶ ἐν τῇ ὀρεινῇ καὶ ἐν τῷ Καρμήλῳ, ὅτι γεωργὸς ἦν.
Β Παραλ. 26,10 Οικοδόμησεν επίσης πύργους εις την έρημον και ελατόμησε πολλάς δεξαμενάς, δια να συλλέγεται το ύδωρ, επειδή είχε πολλά κτήνη εις την Σεφηλάν και εις την πεδινήν, όπως επίσης και αμπελουργούς εις την ορεινήν περιοχήν και στο Καρμηλον και ταύτα, διότι αγαπούσε την γεωργίαν.
Β Παραλ. 26,11 καὶ ἐγένετο τῷ Ὀζίᾳ δύναμις ποιοῦσα πόλεμον καὶ ἐκπορευομένη εἰς παράταξιν εἰς πόλεμον καὶ εἰσπορευομένη εἰς παράταξιν εἰς ἀριθμόν, καὶ ἦν ὁ ἀριθμὸς αὐτῶν διὰ χειρὸς Ἰεϊὴλ τοῦ γραμματέως καὶ Μαασίου τοῦ κριτοῦ, διὰ χειρὸς Ἀνανίου τοῦ διαδόχου τοῦ βασιλέως.
Β Παραλ. 26,11 Ο Οζίας είχε συγκροτήσει στρατιωτικήν εμπειροπόλεμον δύναμιν, η οποία ελάμβανε μέρος εις τας πολεμικάς εκστρατείας, συγκροτημένη εις στρατιωτικά τμήματα σύμφωνα με την αρίθμησιν, την οποίαν είχε κάμει ο Ιεϊήλ ο γραμματεύς, και ο Μαασίας ο δικαστής, και ο Ανανίας ένας από τους στρατηγούς του βασιλέως.
Β Παραλ. 26,12 πᾶς ὁ ἀριθμὸς τῶν πατριαρχῶν τῶν δυνατῶν εἰς πόλεμον δισχίλιοι ἑξακόσιοι,
Β Παραλ. 26,12 Ολος ο αριθμός των αρχηγών του στρατού, οι οποίοι ελάμβανον μέρος στον πόλεμον, ήσαν δύο χιλιάδες εξακόσιοι.
Β Παραλ. 26,13 καὶ μετ᾿ αὐτῶν δύναμις πολεμικὴ τριακόσιαι χιλιάδες καὶ ἑπτακισχίλιοι καί πεντακόσιοι· οὗτοι οἱ ποιοῦντες πόλεμον ἐν δυνάμει ἰσχύος βοηθῆσαι τῷ βασιλεῖ ἐπὶ τοὺς ὑπεναντίους.
Β Παραλ. 26,13 Είχον αυτοί υπό την διοίκησίν των πολεμικήν δύναμιν τριακοσίων επτά χιλιάδων πεντακοσίων ανδρών. Αυτοί ήσαν που διηύθυναν τον πόλεμον, δια να βοηθούν τον βασιλέα εναντίον των εχθρών.
Β Παραλ. 26,14 καὶ ἡτοίμασεν αὐτοῖς Ὀζίας πάσῃ τῇ δυνάμει θυρεοὺς καὶ δόρατα καὶ περικεφαλαίας καὶ θώρακας καὶ τόξα καὶ σφενδόνας εἰς λίθους.
Β Παραλ. 26,14 Ο Οζίας κατεσκεύασε και έδωσεν εις όλον αυτόν τον στρατόν μεγάλας ασπίδας και δόρατα, περικεφαλαίας και θώρακας, τόξα και σφενδόνας δια λίθους.
Β Παραλ. 26,15 καὶ ἐποίησεν ἐν Ἱερουσαλὴμ μηχανὰς μεμηχανευμένας λογιστοῦ τοῦ εἶναι ἐπὶ τῶν πύργων καὶ ἐπὶ τῶν γωνιῶν βάλλειν βέλεσι καὶ λίθοις μεγάλοις· καὶ ἠκούσθη ἡ κατασκευὴ αὐτῶν ἕως πόῤῥω, ὅτι ἐθαυμαστώθη τοῦ βοηθῆναι, ἕως οὗ κατίσχυσε.
Β Παραλ. 26,15 Ο Οζίας κατεσκεύασεν επίσης εις την Ιερουσαλήμ πολεμικάς μηχανάς, τας οποίας εφεύρε κάποιος μηχανικός, ώστε αυταί τοποθετούμενοι εις τας γωνίας του τείχους και στους πύργους να εκτοξεύουν βέλη και μεγάλους λίθους. Η φήμη δε δια τας επινοηθείσας αυτάς πολεμικάς μηχανάς έφθασε πολύ μακράν. Είναι δε γεγονός ότι ο Οζίας κατά θαυμαστόν τρόπον εβοηθήθη από τον Θεόν, ώστε να καταστή ισχυρός.

Το σφάλμα του Οζία και η τιμωρία του
Β Παραλ. 26,16 Καὶ ὡς κατίσχυσεν, ὑψώθη ἡ καρδία αὐτοῦ τοῦ καταφθεῖραι, καὶ ἠδίκησεν ἐν Κυρίῳ Θεῷ αὐτοῦ καὶ εἰσῆλθεν εἰς τὸν ναὸν Κυρίου θυμιάσαι ἐπὶ τὸ θυσιαστήριον τῶν θυμιαμάτων.
Β Παραλ. 26,16 Οταν όμως αυτός απέκτησεν αυτήν την ισχύν υπερηφανεύθη η καρδία του, ώστε να οδηγήση αυτόν εις καταστροφήν. Ημάρτησεν ενώπιον Κυρίου του Θεού, διότι, χωρίς να έχει ιερατικόν αξίωμα, εισήλθε παρανόμως στον ναόν του Θεού, δια να προσφέρη θυμίαμα στο θυσιαστήριον των θυμιαμάτων.
Β Παραλ. 26,17 καὶ εἰσῆλθεν ὀπίσω αὐτοῦ Ἀζαρίας ὁ ἱερεὺς καὶ μετ᾿ αὐτοῦ ἱερεῖς τοῦ Κυρίου ὀγδοήκοντα υἱοὶ δυνατοὶ
Β Παραλ. 26,17 Οπίσω από αυτόν ακολουθούσεν ο αρχιερεύς Αζαρίας και μαζή με τον αρχιερέα εκατόν ογδοήκοντα ιερείς του Κυρίου, άνδρες δυνατοί.
Β Παραλ. 26,18 καὶ ἔστησαν ἐπὶ Ὀζίαν τὸν βασιλέα καὶ εἶπαν αὐτῷ· οὐ σοί, Ὀζία, θυμιάσαι τῷ Κυρίῳ, ἀλλ᾿ ἢ τοῖς ἱερεῦσιν υἱοῖς Ἀαρὼν τοῖς ἡγιασμένοις θυμιάσαι· ἔξελθε ἐκ τοῦ ἁγιάσματος, ὅτι ἀπέστης ἀπὸ Κυρίου, καὶ οὐκ ἔσται σοι τοῦτο εἰς δόξαν παρὰ Κυρίου Θεοῦ.
Β Παραλ. 26,18 Αυτοί αντεστάθησαν στον βασιλέα Οζίαν και του είπαν· “δεν είναι ιδικόν σου καθήκον ούτε και δικαίωμά σου, Οζία, να προσφέρης θυμίαμα στον ναόν του Κυρίου. Αυτό είναι καθήκον και δικαίωμα των ιερέων, των απογόνων του Ααρών, οι οποίοι είναι καθιερωμένοι, δια να προσφέρουν το θυμίαμα. Εβγα, λοιπόν, από τον ναόν, διότι συ έχεις πλέον αποστατήσει από τον Κυριον. Αυτή δε η πράξις, την οποίαν επιχειρείς να κάμης, κάθε άλλο παρά δόξαν παρά Θεού θα σου δώση”.
Β Παραλ. 26,19 καὶ ἐθυμώθη Ὀζίας, καὶ ἐν τῇ χειρὶ αὐτοῦ τὸ θυμιατήριον τοῦ θυμιάσαι ἐν τῷ ναῷ, καὶ ἐν τῷ θυμωθῆναι αὐτὸν πρὸς τοὺς ἱερεῖς καὶ ἡ λέπρα ἀνέτειλεν ἐν τῷ μετώπῳ αὐτοῦ ἐναντίον τῶν ἱερέων ἐν οἴκῳ Κυρίου ἐπάνω τοῦ θυσιαστηρίου τῶν θυμιαμάτων.
Β Παραλ. 26,19 Ο Οζίας ωργίσθη, καθ' ον χρόνον εκρατούσεν στο χέρι του το θυμιατήριον, δια να θυμιάση τον ναόν. Την ώραν ακριβώς, κατά την οποίαν αυτός είχεν οργισθή εναντίον των ιερέων, εφάνηκε λέπρα στο μέτωπόν του εκεί εμπρός στους ιερείς, στον ναόν του Κυρίου, πλησίον στο θυσιαστήριον των θυμιαμάτων.
Β Παραλ. 26,20 καὶ ἐπέστρεψε πρὸς αὐτὸν Ἀζαρίας ὁ ἱερεὺς ὁ πρῶτος καὶ οἱ ἱερεῖς, καὶ ἰδοὺ αὐτὸς λεπρὸς ἐν τῷ μετώπῳ· καὶ κατέσπευσαν αὐτὸν ἐκεῖθεν, καὶ γὰρ αὐτὸς ἔσπευσεν ἐξελθεῖν, ὅτι ἤλεγξεν αὐτὸν Κύριος.
Β Παραλ. 26,20 Ο αρχιερεύς Αζαρίας και οι άλλοι ιερείς εστράφησαν προς αυτόν και ιδού είδον αίφνης, ότι αυτός ήτο λεπρός στο μέτωπόν του. Τον εξεδίωξαν αμέσως από εκεί και αυτός ο ίδιος έσπευσε να εξέλθη, διότι ο Κυριος τον είχε τιμωρήσει.
Β Παραλ. 26,21 καὶ Ὀζίας ὁ βασιλεὺς ἦν λεπρὸς ἕως ἡμέρας τῆς τελευτῆς αὐτοῦ, καὶ ἐν οἴκῳ ἀφφουσὼθ ἐκάθητο λεπρός, ὅτι ἀπεσχίσθη ἀπὸ οἴκου Κυρίου· καὶ Ἰωάθαμ ὁ υἱὸς αὐτοῦ ἐπὶ τῆς βασιλείας αὐτοῦ κρίνων τὸν λαὸν τῆς γῆς.
Β Παραλ. 26,21 Ετσι δε ο Οζίας έγινε και έμεινε λεπρός έως την ημέραν του θανάτου του και κατοικούσεν εις κάποιαν απομονωμένην οικίαν, διότι ήτο λεπρός και είχε πλέον αποκοπή από τον ναόν του Κυρίου. Ο δε υιός του ο Ιωάθαμ ανέλαβε τα του οίκου του βασιλέως και εκυβερνούσε αυτός τον λαόν της χώρας.
Β Παραλ. 26,22 καὶ οἱ λοιποὶ λόγοι Ὀζίου οἱ πρῶτοι καὶ οἱ ἔσχατοι γεγραμμένοι ὑπὸ Ἰεσσίου τοῦ προφήτου.
Β Παραλ. 26,22 Τα υπόλοιπα έργα του Οζίου, τα πρώτα και τα τελευταία, έχουν γραφή από τον προφήτην Ιεσσίαν.
Β Παραλ. 26,23 καὶ ἐκοιμήθη Ὀζίας μετὰ τῶν πατέρων αὐτοῦ, καὶ ἔθαψαν αὐτὸν μετὰ τῶν πατέρων αὐτοῦ ἐν τῷ πεδίῳ τῆς ταφῆς τῶν βασιλέων, ὅτι εἶπαν ὅτι λεπρός ἐστι. καὶ ἐβασίλευσεν Ἰωάθαμ υἱὸς αὐτοῦ ἀντ᾿ αὐτοῦ.
Β Παραλ. 26,23 Ο Οζίας απέθανε και ενεταφιάσθη με τους προπάτορας αυτού εις την πεδιάδα, όπου εθάπτοντο οι βασιλείς. Δεν ενεταφιάσθη όμως στον τάφον των βασιλέων, διότι είπαν ότι αυτός είναι λεπρός. Αντί δε αυτού ανεκηρύχθη βασιλεύς ο υιός του Ιωάθαμ.


Μην ταράζεσθε και μην ανησυχείτε διότι αυτός που γνωρίζει όσα υποφέρετε
και είναι σε θέση να τα εμποδίσει είναι φανερό ότι δεν τα εμποδίζει, επειδή προνοεί και ενδιαφέρεται για σας.

Άβαταρ μέλους
ΠΟΠΗ
Δημοσιεύσεις: 808
Εγγραφή: Δευτ Ιούλ 30, 2012 3:29 pm
Επικοινωνία:

Re: ΠΑΡΑΛΕΙΠΟΜΕΝΩΝ Β’~Η ΒΑΣΙΛΕΙΑ ΤΟΥ ΣΟΛΟΜΩΝΤΑ

Δημοσίευσηαπό ΠΟΠΗ » Τρί Οκτ 30, 2012 1:12 pm

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 27- Η βασιλεία του ευσεβούς Ιωάθαμ στον Ιούδα.

Β Παραλ. 27,1 Υἱὸς εἴκοσι καὶ πέντε ἐτῶν Ἰωάθαμ ἐν τῷ βασιλεῦσαι αὐτὸν καὶ ἑκκαίδεκα ἔτη ἐβασίλευσεν ἐν Ἱερουσαλήμ, καὶ ὄνομα τῆς μητρὸς αὐτοῦ Ἱερουσὰ θυγάτηρ Σαδώκ.
Β Παραλ. 27,1 Εικοσιπέντε ετών ήτο ο Ιωάθαμ, όταν ανήλθεν στον βασιλικόν θρόνον. Εβασίλευσεν επί δεκαέξ έτη εις την Ιερουσαλήμ. Η μητέρα του ωνομάζετο Ιερουσά και ήτο θυγάτηρ του Σαδώκ.
Β Παραλ. 27,2 καὶ ἐποίησε τὸ εὐθὲς ἐνώπιον Κυρίου κατὰ πάντα, ἃ ἐποίησεν Ὀζίας ὁ πατὴρ αὐτοῦ, ἀλλ᾿ οὐκ εἰσῆλθεν εἰς τὸν ναὸν Κυρίου, καὶ ἔτι ὁ λαὸς κατεφθείρετο.
Β Παραλ. 27,2 Αυτός έπραξε το ορθόν και ευάρεστον ενώπιον του Κυρίου, ακριβώς όπως είχε πράξει και ο πατήρ του ο Οζίας. Αλλά δεν εισήλθε βεβαίως παρανόμως στον ναόν του Κυρίου. Ο λαός όμως διεφθείρετο ολοέν και περισσότερον ένεκα της ασεβείας.
Β Παραλ. 27,3 αὐτὸς ᾠκοδόμησε τὴν πύλην οἴκου Κυρίου τὴν ὑψηλὴν καὶ ἐν τείχει τοῦ Ὀφλὰ ᾠκοδόμησε πολλά· καὶ πόλεις ᾠκοδόμησεν
Β Παραλ. 27,3 Αυτός έκτισε την άνω πύλην του ναού του Κυρίου, έκαμε πολλάς συμπληρώσεις στο τείχος του Οφλά και έκτισεν επίσης πόλεις.
Β Παραλ. 27,4 ἐν ὄρει Ἰούδα καὶ ἐν τοῖς δρυμοῖς καὶ οἰκήσεις καὶ πύργους.
Β Παραλ. 27,4 Εις την ορεινήν Ιουδαίαν και εις τα δάση έκτισεν επίσης οικήματα και πύργους.
Β Παραλ. 27,5 αὐτὸς ἐμαχέσατο πρὸς βασιλέα υἱῶν Ἀμμὼν καὶ κατίσχυσεν ἐπ᾿ αὐτόν· καὶ ἐδίδουν αὐτῷ οἱ υἱοὶ Ἀμμὼν καὶ κατ᾿ ἐνιαυτὸν ἑκατὸν τάλαντα ἀργυρίου καὶ δέκα χιλιάδας κόρων πυροῦ καὶ κριθῶν δέκα χιλιάδας· ταῦτα ἔφερεν αὐτῷ βασιλεὺς υἱῶν Ἀμμὼν κατ᾿ ἐνιαυτὸν ἐν τῷ πρώτῳ ἔτει καὶ ἐν τῷ δευτέρῳ καὶ τῷ τρίτῳ.
Β Παραλ. 27,5 Αυτός επολέμησεν εναντίον του βασιλέως των Αμμωνιτών, τον οποίον και κατενίκησεν. Οι δε Αμμωνίται υπεχρεώθησαν να καταβάλλουν εις αυτόν κάθε έτος εκατόν αργυρά τάλαντα, δέκα χιλιάδες κύρους σίτου και δέκα χιλιάδες κόρους κριθής. Αυτά κατέβαλλεν ο βασιλεύς των Αμμωνιτών κάθε έτος μόνον κατά το πρώτον και δεύτερον και τρίτον έτος τα κατέβαλεν.
Β Παραλ. 27,6 καὶ κατίσχυσεν Ἰωάθαμ, ὅτι ἡτοίμασε τὰς ὁδοὺς αὐτοῦ ἐναντίον Κυρίου Θεοῦ αὐτοῦ.
Β Παραλ. 27,6 Ετσι ο ' Ιωάθαμ έγινεν ισχυρός, διότι κατηύθυνε τας οδούς του ενώπιον Κυρίου του Θεού του.
Β Παραλ. 27,7 καὶ οἱ λοιποὶ λόγοι Ἰωάθαμ καὶ ὁ πόλεμος καὶ αἱ πράξεις αὐτοῦ ἰδοὺ γεγραμμέναι ἐπὶ βιβλίῳ βασιλέων Ἰούδα καὶ Ἰσραήλ.
Β Παραλ. 27,7 Τα υπόλοιπα έργα του Ιωάθαμ, όλοι οι πόλεμοί του και αι άλλαι του πράξεις ιδού, είναι γραμμένα στο βιβλίον των βασιλέων Ιούδα και Ισραήλ.
Β Παραλ. 27,9 καὶ ἐκοιμήθη Ἰωάθαμ μετὰ τῶν πατέρων αὐτοῦ καὶ ἐτάφη ἐν πόλει Δαυίδ, καὶ ἐβασίλευσεν Ἄχαζ υἱὸς αὐτοῦ ἀντ᾿ αὐτοῦ.
Β Παραλ. 27,9 Ο Ιωάθαμ απέθανε και ετάφη με τους προπάτοράς του εις την πόλιν Δαυίδ, την Ιερουσαλήμ. Αντί δε αυτού εβασίλευσεν ο υιός του Αχαζ.


Μην ταράζεσθε και μην ανησυχείτε διότι αυτός που γνωρίζει όσα υποφέρετε
και είναι σε θέση να τα εμποδίσει είναι φανερό ότι δεν τα εμποδίζει, επειδή προνοεί και ενδιαφέρεται για σας.

Άβαταρ μέλους
ΠΟΠΗ
Δημοσιεύσεις: 808
Εγγραφή: Δευτ Ιούλ 30, 2012 3:29 pm
Επικοινωνία:

Re: ΠΑΡΑΛΕΙΠΟΜΕΝΩΝ Β’~Η ΒΑΣΙΛΕΙΑ ΤΟΥ ΣΟΛΟΜΩΝΤΑ

Δημοσίευσηαπό ΠΟΠΗ » Τρί Οκτ 30, 2012 1:14 pm

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 28- Η βασιλεία του Άχαζ στον Ιούδα.

Η βασιλεία του Άχαζ στον Ιούδα
Β Παραλ. 28,1 Υἱὸς εἴκοσι καὶ πέντε ἐτῶν ἦν Ἄχαζ ἐν τῷ βασιλεύειν αὐτὸν καὶ ἑκκαίδεκα ἔτη ἐβασίλευσεν ἐν Ἱερουσαλήμ· καὶ οὐκ ἐποίησε τὸ εὐθὲς ἐνώπιον Κυρίου, ὡς Δαυὶδ ὁ πατὴρ αὐτοῦ.
Β Παραλ. 28,1 Ο Αχαζ ήτο εικοσιπέντε ετών, όταν ανήλθεν στον βασιλικόν θρόνον· εβασίλευσεν εις την Ιερουσαλήμ επί δεκαέξ έτη. Δεν έπραξεν όμως το ευάρεστον ενώπιον Κυρίου, όπως είχε πράξει ο προπάτωρ αυτού Δαυίδ.
Β Παραλ. 28,2 καὶ ἐπορεύθη κατὰ τὰς ὁδοὺς βασιλέων Ἰσραήλ· καὶ γὰρ γλυπτὰ ἐποίησε
Β Παραλ. 28,2 Αυτός εβάδισε τους αμαρτωλούς και ασεβείς δρόμους των βασιλέων του Ισραήλ, αφού και αγάλματα ακόμη κατεσκεύασε
Β Παραλ. 28,3 τοῖς εἰδώλοις αὐτῶν καὶ ἔθυεν ἐν Βενεννὸμ καὶ διῆγε τὰ τέκνα αὐτοῦ διὰ πυρὸς κατὰ τὰ βδελύγματα τῶν ἐθνῶν, ὧν ἐξωλόθρευσε Κύριος ἀπὸ προσώπου υἱῶν Ἰσραήλ,
Β Παραλ. 28,3 δια τα είδωλα των θεών των και προσέφερε θυσίας εις Βενεννόμ. Διέταξε και επερνούσαν τα παιδιά του επάνω από το εξαγνιστικόν, τάχα, πυρ, σύμφωνα με τας αποκρουστικάς συνηθείας των ειδωλολατρικών εθνών, τα οποία έθνη ο Κυριος είχε καταστρέψει ενώπιον των Ισραηλιτών.
Β Παραλ. 28,4 καὶ ἐθυμία ἐπὶ τῶν ὑψηλῶν καὶ ἐπὶ τῶν δωμάτων καὶ ὑποκάτω παντὸς ξύλου ἀλσώδους.
Β Παραλ. 28,4 Αυτός προσέφερεν επίσης θυμίαμα στους υψηλούς ειδωλολατρικούς τόπους, εις τα ηλιακωτά των οικιών και κάτω από κάθε άλσος της ειδωλολατρείας.
Β Παραλ. 28,5 καὶ παρέδωκεν αὐτὸν Κύριος ὁ Θεὸς αὐτοῦ διὰ χειρὸς βασιλέως Συρίας, καὶ ἐπάταξεν ἐν αὐτῷ καὶ ᾐχμαλώτευσεν ἐξ αὐτῶν αἰχμαλωσίαν πολλὴν καὶ ἤγαγεν εἰς Δαμασκόν· καὶ γὰρ εἰς χεῖρας βασιλέως Ἰσραὴλ παρέδωκεν αὐτόν, καὶ ἐπάταξεν ἐν αὐτῷ πληγὴν μεγάλην.
Β Παραλ. 28,5 Δια τούτο Κυριος ο Θεός τον παρέδωκεν εις τα χέρια του βασιλέως της Συρίας, ο οποίος τον ενίκησεν, επήρε πολλούς άνδρας αιχμαλώτους από τους Ιουδαίους και τους έφερεν εις την Δαμασκόν. Επίσης τον παρέδωκεν ο Θεός εις τα χέρια του βασιλέως των Ισραηλιτών, ο οποίος και επροξένησε πολύ μεγάλην συμφοράν εις αυτόν.
Β Παραλ. 28,6 καὶ ἀπέκτεινε Φακεὲ ὁ τοῦ Ῥομελία βασιλεὺς Ἰσραὴλ ἐν Ἰούδᾳ ἐν μιᾷ ἡμέρᾳ ἑκατὸν εἴκοσι χιλιάδας ἀνδρῶν δυνατῶν ἰσχύϊ ἐν τῷ καταλιπεῖν αὐτοὺς Κύριον τὸν Θεὸν τῶν πατέρων αὐτῶν.
Β Παραλ. 28,6 Δηλαδή ο Φακεέ, ο υιός του Ρομελία βασιλεύς του Ισραήλ, εις μίαν και μόνην ημέραν εφόνευσεν εκατόν είκοσι χιλιάδας πολεμιστάς άνδρας από τους Ιουδαίους, διότι και αυτοί είχαν εγκαταλείψει Κυριον τον Θεόν των πατέρων των.
Β Παραλ. 28,7 καὶ ἀπέκτεινε Ζεχρὶ ὁ δυνατὸς τοῦ Ἐφραὶμ τὸν Μαασὰ τὸν υἱὸν τοῦ βασιλέως καὶ τὸν Ἐζρικὰν ἡγούμενον τοῦ οἴκου αὐτοῦ καὶ τὸν Ἑλκανὰ τὸν διάδοχον τοῦ βασιλέως.
Β Παραλ. 28,7 Εξ άλλου ο Ζεχρί, ο ισχυρός πολεμιστής από την φυλήν του Εφραίμ, εφόνευσε τον Μαασά τον υιόν του βασιλέως, τον Εζρικάν αρχηγόν του βασιλικού οίκου, και τον Ελκανά πρώτον άρχοντα του βασιλέως έπειτα από αυτόν.
Β Παραλ. 28,8 καὶ ᾐχμαλώτισαν οἱ υἱοὶ Ἰσραὴλ ἀπὸ τῶν ἀδελφῶν αὐτῶν τριακοσίας χιλιάδας, γυναῖκας καὶ υἱοὺς καὶ θυγατέρας, καὶ σκῦλα πολλὰ ἐσκύλευσαν ἐξ αὐτῶν καὶ ἤνεγκαν τὰ σκῦλα εἰς Σαμάρειαν.
Β Παραλ. 28,8 Οι Ισραηλίται ηχμαλώτισαν από τους αδελφούς των τους Ιουδαίους τριακοσίας χιλιάδας, γυναίκας, υιούς και θυγατέρας, επήραν πολλά λάφυρα από αυτούς και έφεραν αιχμαλώτους και λάφυρα εις Σαμάρειαν.
Β Παραλ. 28,9 καὶ ἐκεῖ ἦν ὁ προφήτης τοῦ Κυρίου, Ὠδὴδ ὄνομα αὐτῷ, καὶ ἐξῆλθεν εἰς ἀπάντησιν τῆς δυνάμεως τῶν ἐρχομένων εἰς Σαμάρειαν καὶ εἶπεν αὐτοῖς· ἰδοὺ ὀργὴ Κυρίου Θεοῦ τῶν πατέρων ὑμῶν ἐπὶ Ἰούδαν, καὶ παρέδωκεν αὐτοὺς εἰς τὰς χεῖρας ὑμῶν, καὶ ἀπεκτείνατε ἐν αὐτοῖς ἐν ὀργῇ· καὶ ἕως τῶν οὐρανῶν ἔφθακε.
Β Παραλ. 28,9 Εις την Σαμάρειαν υπήρχεν ένας προφήτης του Κυρίου, ο οποίος ωνομάζετο Ωδήδ. Αυτός εξήλθε να προϋπαντήση τον στρατόν των Ισραηλιτών, όταν αυτοί επέστρεφαν εις την Σαμάρειαν. Οταν τους συνήντησε τους είπεν· “ιδού η οργή Κυρίου του Θεού των πατέρων μας εξέσπασεν εναντίον του βασιλείου των Ιουδαίων και ο Θεός παρέδωκεν αυτούς εις τα χέρια σας. Αλλά σεις όλους τους εξωντώσατε με τοιαύτην μανίαν, ώστε η άδικος και αγρία συμπεριφορά σας έφθασε έως στον ουρανόν.
Β Παραλ. 28,10 καὶ νῦν υἱοὺς Ἰούδα καὶ Ἱερουσαλὴμ ὑμεῖς λέγετε κατακτήσασθαι εἰς δούλους καὶ δούλας· οὐκ ἰδού εἰμι μεθ᾿ ὑμῶν μαρτυρῆσαι Κυρίῳ Θεῷ ὑμῶν;
Β Παραλ. 28,10 Και επί πλέον σεις τώρα σκέπτεσθε και έχετε αποφασίσει να κρατήσετε ως δούλους τους άνδρας και ως δούλας σας τας γυναίκας του βασιλείου του Ιούδα. Αλλά ιδού εγώ δεν ευρίσκομαι σήμερον μαζή σας, δια να διαμαρτυρηθώ ενώπιον Κυρίου του Θεού σας δια την πράξιν σας αυτήν;
Β Παραλ. 28,11 καὶ νῦν ἀκούσατέ μου καὶ ἀποστρέψατε τὴν αἰχμαλωσίαν, ἣν ᾐχμαλωτεύσατε τῶν ἀδελφῶν ὑμῶν, ὅτι ὀργὴ θυμοῦ Κυρίου ἐφ᾿ ὑμῖν.
Β Παραλ. 28,11 Τωρα όμώς ακούσατε αυτά, τα οποία σας λέγω· Τους αδελφούς σας, τους οποίους έχετε συλλάβει αιχμαλώτους, αφήσατέ τους ελευθέρους να επιστρέψουν εις την πατρίδα των, διότι άλλως η οργή Κυρίου του Θεού θα εκσπάση εναντίον σας”.
Β Παραλ. 28,12 καὶ ἀνέστησαν ἄρχοντες ἀπὸ τῶν υἱῶν Ἐφραίμ, Οὐδείας ὁ τοῦ Ἰωανοῦ καὶ Βαραχίας ὁ τοῦ Μωσολαμὼθ καὶ Ἐζεκίας ὁ τοῦ Σελλὴμ καὶ Ἀμασίας ὁ τοῦ Ἐλδαΐ, ἐπὶ τοὺς ἐρχομένους ἀπὸ τοῦ πολέμου,
Β Παραλ. 28,12 Αλλά και μερικοί από τους αρχηγούς της φυλής του Εφραίμ, ο Ουδείας υιός του Ιωανού, ο Βαραχίας υιός του Μωσολαμώθ, ο Εζεκίας υιός του Σελλήμ και ο Αμασίας ο υιός του Ελδαῒ εξηγέρθησαν εναντίον εκείνων, οι οποίοι επανήρχοντο από τον πόλεμον
Β Παραλ. 28,13 καὶ εἶπαν αὐτοῖς· οὐ μὴ εἰσαγάγητε τὴν αἰχμαλωσίαν ὧδε πρὸς ἡμᾶς, ὅτι εἰς τὸ ἁμαρτάνειν τῷ Κυρίῳ ἐφ᾿ ἡμᾶς ὑμεῖς λέγετε, προσθεῖναι ἐπὶ ταῖς ἁμαρτίαις ἡμῶν καὶ ἐπὶ τὴν ἄγνοιαν ἡμῶν, ὅτι πολλὴ ἡ ἁμαρτία ἡμῶν καὶ ὀργὴ θυμοῦ Κυρίου ἐπὶ τὸν Ἰσραήλ.
Β Παραλ. 28,13 και είπαν προς αυτούς· “κατ' ουδένα τρόπον θα εισαγάγετε τους αιχμαλώτους εδώ εις την πόλιν, διότι αυτό που σκέπτεσθε να πράξετε, θα θεωρηθή και ως αμαρτία ιδική μας ενώπιον του Κυρίου, όπως και σστο αντιλαμβάνεσθε, και θα προστεθή και αυτή η αμαρτία εις τας αμαρτίας μας και εις τα εξ αγνοίας σφάλματά μας. Δεν πρέπει, λοιπόν, να γίνη αυτό, διότι είναι αμαρτία μεγάλη και η φοβερά οργή του Κυρίου θα εκσπάση εναντίον του ισραηλιτικού λαού”.
Β Παραλ. 28,14 καὶ ἀφῆκαν οἱ πολεμισταὶ τὴν αἰχμαλωσίαν καὶ τὰ σκῦλα ἐναντίον τῶν ἀρχόντων καὶ πάσης τῆς ἐκκλησίας.
Β Παραλ. 28,14 Οι Ισραηλίται στρατιώται επείσθησαν εις αυτά και έτσι αφήκαν εκεί ενώπιον των αρχόντων και όλης της συγκεντρώσεως των Ισραηλιτών ελευθέρους τους αιχμαλώτους και επέστρεψαν εις αυτούς τα λάφυρα, που είχαν πάρει.
Β Παραλ. 28,15 καὶ ἀνέστησαν ἄνδρες, οἳ ἐπεκλήθησαν ἐν ὀνόματι, καὶ ἀντελάβοντο τῆς αἰχμαλωσίας καὶ πάντας τοὺς γυμνοὺς περιέβαλον ἀπὸ τῶν σκύλων καὶ ἐνέδυσαν αὐτοὺς καὶ ὑπέδυσαν αὐτοὺς καὶ ἔδωκαν φαγεῖν καὶ ἀλείψασθαι καὶ ἀντελάβοντο καὶ ἐν ὑποζυγίοις παντὸς ἀσθενοῦντος καὶ κατέστησαν αὐτοὺς εἰς Ἱεριχὼ πόλιν Φοινίκων πρὸς τοὺς ἀδελφοὺς αὐτῶν, καὶ ἐπέστρεψαν εἰς Σαμάρειαν.
Β Παραλ. 28,15 Οι άνδρες, οι οποίοι είχαν αναφερθή με τα ονόματά των, εσηκώθηκαν, επήραν τους αιχμαλώτους, έδωσαν στους γυμνούς από αυτούς ενδύματα από τα λάφυρα να ενδυθούν και στους ανυποδήτους υποδήματα να φορέσουν, τους έδωκαν τροφήν να φάγουν και έλαιον δια να αλειφθούν, επεβίβασαν κάθε ασθενή εις τα ζώα και τους ωδήγησαν εις την Ιεριχώ, την πόλιν των φοινίκων, στους αδελφούς των. Κατόπιν δε επέστρεψαν εις την Σαμάρειαν.

Ο Άχαζ ζητάει τη βοήθεια των Ασσυρίων- το τέλος της βασιλείας του
Β Παραλ. 28,16 Ἐν τῷ καιρῷ ἐκείνῳ ἀπέστειλεν ὁ βασιλεὺς Ἄχαζ πρὸς βασιλέα Ἀσσοὺρ βοηθῆσαι αὐτῷ καὶ ἐν τούτῳ,
Β Παραλ. 28,16 Κατά την εποχήν εκείνην ο βασιλεύς Αχαζ έστειλε πρεσβείαν προς τον βασιλέα των Ασσυρίων ζητών από αυτόν να τον βοηθήση εις προκειμένην ανάγκην.
Β Παραλ. 28,17 ὅτι οἱ Ἰδουμαῖοι ἐπέθεντο καὶ ἐπάταξαν ἐν Ἰούδᾳ καὶ ᾐχμαλώτισαν αἰχμαλωσίαν
Β Παραλ. 28,17 Διότι οι Ιδουμαίοι είχαν επιτεθή εναντίον της Ιουδαίας, την εκτύπησαν και συνέλαβαν πολλούς αιχμαλώτους.
Β Παραλ. 28,18 καὶ οἱ ἀλλόφυλοι ἐπέθεντο ἐπὶ τὰς πόλεις τῆς πεδινῆς καὶ ἀπὸ λιβὸς τοῦ Ἰούδα καὶ ἔλαβον τὴν Βαιθσαμὺς καὶ τὴν Ἀϊλὼν καὶ τὴν Γαδηρὼθ καὶ τὴν Σωχὼ καὶ τὰς κώμας αὐτῆς καὶ τὴν Θαμνὰ καὶ τὰς κώμας αὐτῆς καὶ τὴν Γαμζὼ καὶ τὰς κώμας αὐτῆς καὶ κατῴκησαν ἐκεῖ·
Β Παραλ. 28,18 Αλλά και οι Φιλισταίοι επετέθησαν εναντίον των πόλεων της πεδινής χώρας των Ιουδαίων προς δυσμάς και κατέλαβαν την Βαιθσαμύς, την Αϊλών, την Γαδηρώθ και την Σωχώ και τας γύρω από αυτήν κώμας, όπως επίσης και την Θαμνά και τας γύρω από αυτήν κώμας και την Γαμζώ και τας γύρω από αυτήν κώμας και εγκατεστάθησαν εις αυτάς.
Β Παραλ. 28,19 ὅτι ἐταπείνωσε Κύριος τὸν Ἰούδαν διὰ Ἄχαζ βασιλέα Ἰούδα, ὅτι ἀπέστη ἀποστάσει ἀπὸ Κυρίου.
Β Παραλ. 28,19 Τούτο δε έγινε, διότι ο Κυριος ετιμώρησε το βασίλειον των Ιουδαίων εξ αιτίας Αχαζ του βασιλέως αυτών, διότι αυτός είχεν αποστατήσει από τον Κυριον.
Β Παραλ. 28,20 καὶ ἦλθεν ἐπ᾿ αὐτὸν Θαγλαθφελλασὰρ βασιλεὺς Ἀσσοὺρ καὶ ἐπάταξεν αὐτόν.
Β Παραλ. 28,20 Ο βασιλεύς όμως των Ασσυρίων, ο Θαγλαθφελλασάρ, αντί να βοηθήση τον Αχαζ, επετέθη εναντίον του και τον εκτύπησε.
Β Παραλ. 28,21 καὶ ἔλαβεν Ἄχαζ τὰ ἐν οἴκῳ Κυρίου καὶ τὰ ἐν οἴκῳ τοῦ βασιλέως καὶ τῶν ἀρχόντων καὶ ἔδωκε τῷ βασιλεῖ Ἀσσοὺρ καὶ οὐκ εἰς βοήθειαν αὐτῷ ἦν,
Β Παραλ. 28,21 Τοτε ο Αχαζ επήρε τους θησαυρούς από τον ναόν του Κυρίου, από τα βασιλικά του ανάκτορα και από τους άρχοντας και τα έδωσεν ως φόρον στον βασιλέα των Ασσυρίων, πράγμα όμως το οποίον δεν εβοήθησεν αυτόν εις τίποτε,
Β Παραλ. 28,22 ἀλλ᾿ ἢ τῷ θλιβῆναι αὐτόν. καὶ προσέθηκε τοῦ ἀποστῆναι ἀπὸ Κυρίου. καὶ εἶπεν ὁ βασιλεὺς Ἄχαζ·
Β Παραλ. 28,22 άλλα επεδείνωσε μάλλον την συμφοράν. Ο δε Αχαζ αντί να μετανοήση, επροχώρησε πολύ περισσότερον εις την αποστασίαν του από τον Κυριον. Είπε δε τότε και απεφάσισε·
Β Παραλ. 28,23 ἐκζητήσω τοὺς θεοὺς Δαμασκοῦ τοὺς τύπτοντάς με· καὶ εἶπεν ὅτι θεοὶ βασιλέως Συρίας αὐτοὶ κατισχύσουσιν αὐτούς, αὐτοῖς τοίνυν θύσω, καὶ ἀντιλήψονταί μου. καὶ αὐτοὶ ἐγένοντο αὐτῷ εἰς σκῶλον καὶ παντὶ Ἰσραήλ.
Β Παραλ. 28,23 “θα λατρεύσω τους ειδωλικούς θεούς της Δαμασκού, οι οποίοι και με κατενίκησαν”. Απεφάσισε δε τούτο, διότι ενόμισεν ότι οι θεοί του βασιλέως της Συρίας, αυτοί ενίσχυσαν τους Συρους εναντίον του. “Λοιπόν, είπε, θα προσφέρω θυσίας εις αυτούς και αυτοί θα με βοηθήσουν”. Η πράξις όμως αυτή του Αχαζ έγινεν αιτία νέων συμφορών εις αυτόν και εις όλον τον ισραηλιτικόν λαόν.
Β Παραλ. 28,24 καὶ ἀπέστησεν Ἄχαζ τὰ σκεύη οἴκου Κυρίου καὶ κατέκοψεν αὐτὰ καὶ ἔκλεισε τὰς θύρας οἴκου Κυρίου καὶ ἐποίησεν ἑαυτῷ θυσιαστήρια ἐν πάσῃ γωνίᾳ ἐν Ἱερουσαλήμ·
Β Παραλ. 28,24 Εν τούτοις ο Αχαζ επήρε τα ιερά σκεύη του ναού του Κυρίου, τα κατεκομμάτιασε, έκλεισε τας θύρας του ναού του Κυρίου και κατεσκεύασε δια τον εαυτόν του ειδωλολατρικά θυσιαστήρια εις όλας τας γωνίας των οδών της Ιερουσαλήμ.
Β Παραλ. 28,25 καὶ ἐν πάσῃ πόλει καὶ πόλει ἐν Ἰούδᾳ ἐποίησεν ὑψηλὰ θυμιᾶν θεοῖς ἀλλοτρίοις, καὶ παρώργισαν Κύριον τὸν Θεὸν τῶν πατέρων αὐτῶν.
Β Παραλ. 28,25 Επίσης εις όλας τας πόλστου βασιλείου του Ιούδα κατεσκεύασεν υψηλούς ειδωλολατρικούς τόπους, δια να προσφέρεται εκεί θυμίαμα στους ξένους θεούς. Ετσι όμως αυτός και ο ιουδαϊκός λαός εξώργισαν εναντίον των Κυριον τον Θεόν των πατέρων των.
Β Παραλ. 28,26 καὶ οἱ λοιποὶ λόγοι αὐτοῦ καὶ αἱ πράξεις αὐτοῦ αἱ πρῶται καὶ ἔσχαται ἰδοὺ γεγραμμέναι ἐπὶ βιβλίῳ βασιλέων Ἰούδα καὶ Ἰσραήλ.
Β Παραλ. 28,26 Τα υπόλοιπα έργα αυτού και όλαι αι πράξστου, αι πρώται και αι τελευταίαι, είναι γραμμέναι στο βιβλίον των βασιλέων Ιούδα και Ισραήλ.
Β Παραλ. 28,27 καὶ ἐκοιμήθη Ἄχαζ μετὰ τῶν πατέρων αὐτοῦ καὶ ἐτάφη ἐν πόλει Δαυίδ, ὅτι οὐκ εἰσήνεγκαν αὐτὸν εἰς τοὺς τάφους τῶν βασιλέων Ἰσραήλ· καὶ ἐβασίλευσεν Ἐζεκίας υἱὸς αὐτοῦ ἀντ᾿ αὐτοῦ.
Β Παραλ. 28,27 Ο Αχαζ απέθανε και ετάφη μαζή με τους προπάτοράς του εις την Ιερουσαλήμ. Δεν έφεραν όμως αυτόν να ενταφιασθή στους τάφους των βασιλέων του Ισραήλ. Αντί δε αυτού έγινεν βασιλεύς ο υιός του Εζεκίας.


Μην ταράζεσθε και μην ανησυχείτε διότι αυτός που γνωρίζει όσα υποφέρετε
και είναι σε θέση να τα εμποδίσει είναι φανερό ότι δεν τα εμποδίζει, επειδή προνοεί και ενδιαφέρεται για σας.

Άβαταρ μέλους
ΠΟΠΗ
Δημοσιεύσεις: 808
Εγγραφή: Δευτ Ιούλ 30, 2012 3:29 pm
Επικοινωνία:

Re: ΠΑΡΑΛΕΙΠΟΜΕΝΩΝ Β’~Η ΒΑΣΙΛΕΙΑ ΤΟΥ ΣΟΛΟΜΩΝΤΑ

Δημοσίευσηαπό ΠΟΠΗ » Πέμ Νοέμ 01, 2012 5:22 pm

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 29- Ο βασιλιάς Εζεκίας εξαγνίζει και καθαγιάζει το Ναό.

Β Παραλ. 29,1 Καὶ Ἐζεκίας ἐβασίλευσεν ὢν εἴκοσι καὶ πέντε ἐτῶν καὶ εἴκοσιν ἐννέα ἔτη ἐβασίλευσεν ἐν Ἱερουσαλήμ, καὶ ὄνομα τῇ μητρὶ αὐτοῦ Ἀββὰ θυγάτηρ Ζαχαρίου.
Β Παραλ. 29,1 Οταν ο Εζεκίας ανήλθεν στον βασιλικόν θρόνον, ήτο ηλικίας εικοσιπέντε ετών. Εβασίλευσεν εις την Ιερουσαλήμ επί είκοσι εννέα έτη. Η μητέρα του ωνομάζετο Αββά, ήτο δε θυγάτηρ του Ζαχαρίου.
Β Παραλ. 29,2 καὶ ἐποίησε τὸ εὐθὲς ἐνώπιον Κυρίου κατὰ πάντα, ὅσα ἐποίησε Δαυὶδ ὁ πατὴρ αὐτοῦ.
Β Παραλ. 29,2 Αυτός έπραξε το ορθόν και ευάρεστον ενώπιον του Κυρίου, καθ' όλα όσα είχε πράξει και ο προπάτωρ αυτού Δαυίδ.
Β Παραλ. 29,3 καὶ ἐγένετο ὡς ἔστη ἐπὶ τῆς βασιλείας αὐτοῦ, ἐν τῷ μηνὶ τῷ πρώτῳ ἀνέῳξε τὰς θύρας οἴκου Κυρίου καὶ ἐπεσκεύασεν αὐτάς.
Β Παραλ. 29,3 Οταν αυτός ανήλθεν στον βασιλικόν θρόνον, αμέσως από τον πρώτον μήνα της βασιλείας του ήνοιξε τας κλειστάς θύρας του ναού του Κυρίου και έκαμεν εις αυτάς επισκευάς.
Β Παραλ. 29,4 καὶ εἰσήγαγε τοὺς ἱερεῖς καὶ τοὺς Λευίτας καὶ κατέστησεν αὐτοὺς εἰς τὸ κλῖτος τὸ πρὸς ἀνατολὰς καὶ εἶπεν αὐτοῖς·
Β Παραλ. 29,4 Διέταξε να μεταβούν στον ναόν του Κυρίου οι ιερείς και οι Λευίται, τους οποίους συνεκέντρωσεν στο ανατολικόν κλίτος του ναού και τους είπε·
Β Παραλ. 29,5 ἀκούσατε, οἱ Λευῖται, νῦν ἁγνίσθητε καὶ ἁγνίσατε τὸν οἶκον Κυρίου Θεοῦ τῶν πατέρων ὑμῶν καὶ ἐκβάλετε τὴν ἀκαθαρσίαν ἐκ τῶν ἁγίων·
Β Παραλ. 29,5 “σεις, οι Λευίται, ακούσατέ με. Αμέσως αγνισθήτε οι ίδιοι, αγνίσατε τον οίκον Κυρίου του Θεού των πατέρων ημών και βγάλτε κάθε μολυσμόν από τους ιερούς τόπους.
Β Παραλ. 29,6 ὅτι ἀπέστησαν οἱ πατέρες ἡμῶν καὶ ἐποίησαν τὸ πονηρὸν ἐναντίον Κυρίου Θεοῦ ἡμῶν καὶ ἐγκατέλιπαν αὐτὸν καὶ ἀπέστρεψαν τὸ πρόσωπον αὐτῶν ἀπὸ τῆς σκηνῆς Κυρίου καὶ ἔδωκαν αὐχένα
Β Παραλ. 29,6 Διότι, δυστυχώς, οι πατέρες μας απεστάτησαν από τον Θεόν, έπραξαν το πονηρόν ενώπιον Κυρίου του Θεού μας, εγκατέλειψαν αυτόν, απέστρεψαν το πρόσωπόν των από την Σκηνήν του Μαρτυρίου, έστρεψαν με περιφρόνησιν τις πλάτες των στον Θεόν.
Β Παραλ. 29,7 καὶ ἀπέκλεισαν τὰς θύρας τοῦ ναοῦ καὶ ἔσβεσαν τοὺς λύχνους καὶ θυμίαμα οὐκ ἐθυμίασαν καὶ ὁλοκαυτώματα οὐ προσήνεγκαν ἐν τῷ ἁγίῳ Θεῷ Ἰσραήλ.
Β Παραλ. 29,7 Αυτοί απέκλεισαν τας θύρας του ναού, έσβησαν τους λύχνους, με θυμίαμα δεν εθυμίασαν, και ολοκαυτώματα δεν προσέφεραν στον άγιον Θεόν του Ισραήλ.
Β Παραλ. 29,8 καὶ ὠργίσθη ὀργῇ Κύριος ἐπὶ τὸν Ἰούδαν καὶ τὴν Ἱερουσαλὴμ καὶ ἔδωκεν αὐτοὺς εἰς ἔκστασιν καὶ εἰς ἀφανισμὸν καὶ εἰς συρισμόν, ὡς ὑμεῖς ὁρᾶτε τοῖς ὀφθαλμοῖς ὑμῶν.
Β Παραλ. 29,8 Δια τούτο με μεγάλην οργήν ωργίσθη ο Κυριος εναντίον των Ιουδαίων και της Ιερουσαλήμ, έδωκεν εις αυτούς φόβον, τους παρέδωκεν στον όλεθρον και στον εμπαιγμόν, όπως σεις με τα ίδια σας τα μάτια βλέπετε.
Β Παραλ. 29,9 καὶ ἰδοὺ πεπλήγασιν οἱ πατέρες ὑμῶν ἐν μαχαίρᾳ, καὶ οἱ υἱοὶ ὑμῶν καὶ αἱ θυγατέρες ὑμῶν καὶ αἱ γυναῖκες ὑμῶν ἐν αἰχμαλωσίᾳ ἐν γῇ οὐκ αὐτῶν, ὃ καὶ νῦν ἐστιν.
Β Παραλ. 29,9 Διότι ιδού, οι πατέρες σας έχουν θανατωθή με μάχαιραν, οι υιοί σας και αι θυγατέρες σας και αι γυναίκες σας Εχουν οδηγηθή αιχμάλωτοι εις ξένην χώραν. Και μέχρι της ημέρας αυτής είναι αιχμάλωτοι.
Β Παραλ. 29,10 ἐπὶ τούτοις νῦν ἐστιν ἐπὶ καρδίας διαθέσθαι διαθήκην Κυρίου Θεοῦ Ἰσραήλ, καὶ ἀποστρέψει τὴν ὀργὴν τοῦ θυμοῦ αὐτοῦ ἀφ᾿ ἡμῶν.
Β Παραλ. 29,10 Δι' όλα αυτά έχω πόθον και απόφασιν εις την καρδίαν μου να συνάψωμεν συμφωνίαν με Κυριον τον Θεόν του Ισραήλ, ώστε να αποσύρη την οργήν του θυμού του από ημάς.
Β Παραλ. 29,11 καὶ νῦν μὴ διαλίπητε, ὅτι ἐν ὑμῖν ᾑρέτικε Κύριος στῆναι ἐναντίον αὐτοῦ λειτουργεῖν καὶ εἶναι αὐτῷ λειτουργοῦντας καὶ θυμιῶντας.
Β Παραλ. 29,11 Και λοιπόν, μη παραμελήσετε τίποτε από ο,τι πρέπει να κάμετε, διότι από σας εξέλεξεν ο Κυριος άνδρας να ευρίσκωνται ενώπιον του, να υπηρετούν αυτόν στον ναόν και να του προσφέρουν την θυσίαν του θυμιάματος”.
Β Παραλ. 29,12 καὶ ἀνέστησαν οἱ Λευῖται, Μαὰθ ὁ τοῦ Ἀμασὶ καὶ Ἰωὴλ ὁ τοῦ Ἀζαρίου ἐκ τῶν υἱῶν Καὰθ καὶ ἐκ τῶν υἱῶν Μεραρὶ Κὶς ὁ τοῦ Ἀβδὶ καὶ Ἀζαρίας ὁ τοῦ Ἰαλλελήλ, καὶ ἀπὸ τῶν υἱῶν Γεδσωνὶ Ἰωδαὰδ ὁ τοῦ Ζεμμὰθ καὶ Ἰωαδὰμ ὁ τοῦ Ἰωαχά,
Β Παραλ. 29,12 Τοτε ηγέρθησαν από τους Λευίτας ο Μαάθ υιός του Αμασί, Ιωήλ ο υιός του Αζαρίου, απόγονοι του Καάθ, και από τους απογόνους του Μεραρί ο Κις υιός του Αβδί, ο Αζαρίας υιός του Ιαλλελήλ και από τους απογόνους του Γεδσωνί ο Ιωδαάδ υιός του Ζεμμάθ, και Ιωαδάμ ο υιός του Ιωαχά.
Β Παραλ. 29,13 καὶ τῶν υἱῶν Ἐλισαφὰν Ζαμβρὶ καὶ Ἰεϊήλ, καὶ τῶν υἱῶν Ἀσὰφ Ζαχαρίας καὶ Ματθανίας,
Β Παραλ. 29,13 Επίσης ηγέρθησαν από τους απογόνους του Ελισαφάν ο Ζαμβρί και ο Ιεϊήλ, από τους απογόνους του Ασάφ ο Ζαχαρίας και ο Ματθανίας,
Β Παραλ. 29,14 καὶ τῶν υἱῶν Αἰμὰν Ἰεϊὴλ καὶ Σεμεΐ, καὶ τῶν υἱῶν Ἰδιθοὺν Σαμαίας καὶ Ὀζιήλ,
Β Παραλ. 29,14 από τους απογόνους του Αιμάν ο Ιεϊήλ και ο Σεμεΐ, από δε τους απογόνους του Ιδιθούν ο Σαμαίας και ο Οζιήλ.
Β Παραλ. 29,15 καὶ συνήγαγον τοὺς ἀδελφοὺς αὐτῶν καὶ ἡγνίσθησαν κατὰ τὴν ἐντολὴν τοῦ βασιλέως διὰ προστάγματος Κυρίου καθαρίσαι τὸν οἶκον Κυρίου.
Β Παραλ. 29,15 Αυτοί συνεκέντρωσαν τους αδελφούς των τους Λευίτας και αφού εκαθαρίσθησαν σύμφωνα με τας διατάξστου Νομου, ήλθον κατά την εντολήν του βασιλέως, ώστε σύμφωνα με τον Νομον του Κυρίου να καθαρίσουν τον οίκον του Κυρίου από τα ειδωλολατρικά μιάσματα.
Β Παραλ. 29,16 καὶ εἰσῆλθον οἱ ἱερεῖς ἔσω εἰς τὸν οἶκον Κυρίου ἁγνίσαι καὶ ἐξέβαλον πᾶσαν τὴν ἀκαθαρσίαν τὴν εὑρεθεῖσαν ἐν τῷ οἴκῳ Κυρίου καὶ εἰς τὴν αὐλὴν οἴκου Κυρίου, καὶ ἐδέξαντο οἱ Λευῖται ἐκβαλεῖν εἰς τὸν χειμάῤῥουν Κέδρων ἔξω.
Β Παραλ. 29,16 Οι ιερείς εισήλθον στο εσωτερικόν του ναού να τον εξαγνίσουν και έβγαλαν από αυτόν κάθε ειδωλολατρικόν μολυσμόν και ακαθαρσίαν, που είχεν ευρεθή στον ναόν του Κυρίου και εις την αυλήν του οίκου του Κυρίου. Αυτάς τας ακαθαρσίας οι Λευίται τας έρριψαν έξω στον χείμαρρον των Κέδρων.
Β Παραλ. 29,17 καὶ ἤρξαντο τῇ ἡμέρᾳ τῇ πρώτῃ νουμηνίᾳ τοῦ πρώτου μηνὸς ἁγνίσαι καὶ τῇ ἡμέρᾳ τῇ ὀγδόῃ τοῦ μηνὸς εἰσῆλθαν εἰς τὸν ναὸν Κυρίου καὶ ἥγνισαν τὸν οἶκον Κυρίου ἐν ἡμέραις ὀκτὼ καὶ τῇ ἡμέρᾳ τῇ τρισκαιδεκάτῃ τοῦ μηνὸς τοῦ πρώτου συνετέλεσαν.
Β Παραλ. 29,17 Ο καθαρισμός ιερέων και Λευιτών ήρχισε την πρώτην ημέραν του πρώτου μηνός. Κατά δε την ογδόην ημέραν του ιδίου μηνός εισήλθον στον ναόν του Κυρίου. Επί οκτώ ημέρας εκαθάρισαν και εξήγνισαν τον ναόν του Κυρίου. Κατά την δεκάτην τρίτην του πρώτου μηνός έφεραν εις πέρας τον καθαρισμόν.
Β Παραλ. 29,18 καὶ εἰσῆλθαν ἔσω πρὸς Ἐζεκίαν τὸν βασιλέα καὶ εἶπαν· ἡγνίσαμεν πάντα τὰ ἐν οἴκῳ Κυρίου, τὸ θυσιαστήριον τῆς ὁλοκαυτώσεως καὶ τὰ σκεύη αὐτοῦ καὶ τὴν τράπεζαν τῆς προθέσεως καὶ τὰ σκεύη αὐτῆς·
Β Παραλ. 29,18 Επειτα παρουσιάσθησαν αυτοί προς τον βασιλέα τον Εζεκίαν, εις τα ανάκτορα, και του είπαν· “ημείς εξηγνίσαμεν όλα όσα υπάρχουν στον οίκον του Κυρίου, το θυσιαστήριον των ολοκαυτωμάτων και τα ιερά αυτού σκεύη, την τράπεζαν της προθέσεως και τα ιερά της σκεύη.
Β Παραλ. 29,19 καὶ πάντα τὰ σκεύη, ἃ ἐμίανεν ὁ βασιλεὺς Ἄχαζ ἐν τῇ βασιλείᾳ αὐτοῦ ἐν τῇ ἀποστασίᾳ αὐτοῦ, ἡτοιμάκαμεν καὶ ἡγνίκαμεν, ἰδού ἐστιν ἐναντίον τοῦ θυσιαστηρίου Κυρίου.
Β Παραλ. 29,19 Εκαθαρίσαμεν όλα τα ιερά σκεύη, τα οποία κατά το διάστημα της βασιλείας του ο αποστατήσας βασιλεύς Αχαζ είχε μολύνει. Εκαθαρίσαμεν και ητοιμάσαμεν αυτά και ιδού ευρίσκονται καθαρά και αγνά ενώπιον του θυσιαστηρίου του Κυρίου”.
Β Παραλ. 29,20 καὶ ὤρθρισεν Ἐζεκίας ὁ βασιλεὺς καὶ συνήγαγε τοὺς ἄρχοντας τῆς πόλεως καὶ ἀνέβη εἰς οἶκον Κυρίου
Β Παραλ. 29,20 Ο βασιλεύς Εζεκίας εσηκώθη λίαν πρωϊ, συνεκέντρωσε τους άρχοντας της πόλεως, ανέβη στον ναόν του Κυρίου
Β Παραλ. 29,21 καὶ ἀνήνεγκε μόσχους ἑπτά, κριοὺς ἑπτά, ἀμνοὺς ἑπτά, χιμάρους αἰγῶν ἑπτὰ περὶ ἁμαρτίας, περὶ τῆς βασιλείας καὶ περὶ τῶν ἁγίων καὶ περὶ Ἰσραὴλ καὶ εἶπε τοῖς υἱοῖς Ἀαρὼν τοῖς ἱερεῦσιν ἀναβαίνειν ἐπὶ τὸ θυσιαστήριον Κυρίου.
Β Παραλ. 29,21 και προσέφερεν ως θυσίαν επτά μόσχους, επτά κριούς, επτά αμνούς και επτά τράγους θυσίαν δια τας αμαρτίας του βασιλικού οίκου, δια τας αμαρτίας των λειτουργών του ναού και γενικώς του ισραηλιτικού λαού. Ο βασιλεύς είπε τότε στους ιερείς, τους απογόνους του Ααρών, να ανεβούν στο θυσιαστήριον των ολοκαυτωμάτων του Κυρίου και να προσφέρουν τας θυσίας αυτάς.
Β Παραλ. 29,22 καὶ ἔθυσαν τοὺς μόσχους, καὶ ἐδέξαντο οἱ ἱερεῖς τὸ αἷμα καὶ προσέχεαν ἐπὶ τὸ θυσιαστήριον· καὶ ἔθυσαν τοὺς κριούς, καὶ προσέχεαν τὸ αἷμα ἐπὶ τὸ θυσιαστήριον· καὶ ἔθυσαν τοὺς ἀμνούς, καὶ περιέχεον τὸ αἷμα τῷ θυσιαστηρίῳ·
Β Παραλ. 29,22 Εθυσίασαν τους μόσχους, και οι ιερείς επήραν το αίμα αυτών και το έχυσαν γύρω από το θυσιαστήριον των ολοκαυτωμάτων. Εθυσίασαν κατόπιν τους κριούς, και οι ιερείς επήραν και έχυσαν το αίμα των κριών γύρω από το θυσιαστήριον των ολοκαυτωμάτων. Εθυσίασαν έπειτα τους αμνούς, οι δε ιερείς έχυσαν το αίμα αυτών γύρω από το θυσιαστήριον των ολοκαυτωμάτων.
Β Παραλ. 29,23 καὶ προσήγαγον τοὺς χιμάρους τοὺς περὶ ἁμαρτίας ἐναντίον τοῦ βασιλέως καὶ τῆς ἐκκλησίας, καὶ ἐπέθηκαν τὰς χεῖρας αὐτῶν ἐπ᾿ αὐτούς,
Β Παραλ. 29,23 Κατόπιν έφεραν τους τράγους, οι οποίοι θα προσεφέροντο θυσία δια τας αμαρτίας ενώπιον του βασιλέως και των συγκεντρωθέντων Ισραηλιτών. Ο βασιλεύς και οι εκπρόσωποι του λαού έθεσαν τα χέρια των επάνω στους τράγους αυτούς.
Β Παραλ. 29,24 καὶ ἔθυσαν αὐτοὺς οἱ ἱερεῖς καί ἐξιλάσαντο τὸ αἷμα αὐτῶν πρὸς τὸ θυσιαστήριον καὶ ἐξιλάσαντο περὶ παντὸς Ἰσραήλ, ὅτι εἶπεν ὁ βασιλεύς, περὶ παντὸς Ἰσραὴλ ἡ ὁλοκαύτωσις καὶ τὰ περὶ ἁμαρτίας.
Β Παραλ. 29,24 Οι ιερείς έσφαξαν αυτούς και με το αίμα των, το οποίον έχυσαν στο θυσιαστήριον, εξιλέωσαν τον Θεόν δι' ολόκληρον τον ισραηλιτικόν λαόν, διότι ο βασιλεύς είχε διατάξει να προσφερθούν αυτά τα ολοκαυτώματα δια τας αμαρτίας ολοκλήρου του ισραηλιτικού λαού.
Β Παραλ. 29,25 καὶ ἔστησε τοὺς Λευίτας ἐν οἴκῳ Κυρίου ἐν κυμβάλοις καί ἐν νάβλαις καὶ ἐν κινύραις κατὰ τὴν ἐντολὴν Δαυὶδ τοῦ βασιλέως καὶ Γὰδ τοῦ ὁρῶντος τῷ βασιλεῖ καὶ Νάθαν τοῦ προφήτου, ὅτι διὰ ἐντολῆς Κυρίου τὸ πρόσταγμα ἐν χειρὶ τῶν προφητῶν.
Β Παραλ. 29,25 Ο βασιλεύς ετακτοποίησε τους Λευίτας στον ναόν του Κυρίου με κύμβαλα, με νάβλας, με κινύρας, όπως είχε διατάξει ο βασιλεύς Δαυίδ και ο προφήτης Γαδ στον βασιλέα Δαυίδ και ο προφήτης Ναθαν. Η τακτοποίησις αυτή των Λευιτών έγινε σύμφωνα με την εντολήν του Κυρίου, η οποία εδόθη με πρόσταγμα δια μέσου των προφητών.
Β Παραλ. 29,26 καὶ ἔστησαν οἱ Λευῖται ἐν ὀργάνοις Δαυὶδ καὶ οἱ ἱερεῖς ταῖς σάλπιγξι.
Β Παραλ. 29,26 Ετσι οι Λευίται επήραν τας θέσεις των με τα μουσικά όργανα του Δαυίδ. Οι δε ιερείς είχαν εις τα χέρια των τας ιεράς σάλπιγγας.
Β Παραλ. 29,27 καὶ εἶπεν Ἐζεκίας ἀνενέγκαι τὴν ὁλοκαύτωσιν ἐπὶ τὸ θυσιαστήριον· καὶ ἐν τῷ ἄρξασθαι ἀναφέρειν τὴν ὁλοκαύτωσιν ἤρξαντο ᾄδειν Κυρίῳ, καὶ σάλπιγγες πρὸς τὰ ὄργανα Δαυὶδ βασιλέως Ἰσραήλ.
Β Παραλ. 29,27 Ο Εζεκίας είπε να προσφέρουν τα ολοκαυτώματα στο θυσιαστήριον και κατά την στιγμήν, που ήρχισεν η προσφορά των ολοκαυτωμάτων, ήρχισαν επίσης να ψάλλουν οι ψάλται προς δόξαν του Κυρίου και αι σάλπιγγες να ηχούν συνοδευόμεναι με τα μουσικά όργανα του Δαυίδ του βασιλέως του ισραηλιτικού λαού.
Β Παραλ. 29,28 καὶ πᾶσα ἡ ἐκκλησία προσεκύνει, καὶ οἱ ψαλτῳδοὶ ᾄδοντες, καὶ σάλπιγγες σαλπίζουσαι, ἕως οὗ συνετελέσθη ἡ ὁλοκαύτωσις.
Β Παραλ. 29,28 Ολοι δε τότε οι εκεί συγκεντρωθέντες προσεκύνησαν τον Θεόν, οι ψάλται έψαλλον, αι σάλπιγγες εσάλπιζον, έως ότου ετελείωσεν η πρόσφορα των ολοκαυτωμάτων.
Β Παραλ. 29,29 καὶ ὡς συνετέλεσαν ἀναφέροντες, ἔκαμψεν ὁ βασιλεὺς καὶ πάντες οἱ εὑρεθέντες καὶ προσεκύνησαν.
Β Παραλ. 29,29 Οταν αυτοί, που προσέφεραν τα ολοκαυτώματα, ετελείωσαν την προσφοράν των, ο βασιλεύς και όλοι όσοι ευρέθησαν εκεί έκαμψαν τα γόνατα και προσεκύνησαν τον Θεόν.
Β Παραλ. 29,30 καὶ εἶπεν Ἐζεκίας ὁ βασιλεὺς καὶ οἱ ἄρχοντες τοῖς Λευίταις ὑμνεῖν τὸν Κύριον ἐν λόγοις Δαυὶδ καὶ Ἀσὰφ τοῦ προφήτου· καὶ ὕμνουν ἐν εὐφροσύνῃ καὶ ἔπεσον καὶ προσεκύνησαν.
Β Παραλ. 29,30 Τοτε ο βασιλεύς Εζεκίας και οι άρχοντες, που ήσαν μαζή του, είπαν στους Λευίτας να υμνούν τον Κυριον με τους ψαλμούς του Δαυίδ και του προφήτου Ασάφ. Αυτοί πράγματι υμνολογούσαν τον Θεόν με χαράν και αγαλλίασιν και έπεσαν και προσεκύνησαν αυτόν.
Β Παραλ. 29,31 καὶ ἀπεκρίθη Ἐζεκίας καὶ εἶπε· νῦν ἐπληρώσατε τὰς χεῖρας ὑμῶν Κυρίῳ, προσαγάγετε καί φέρετε θυσίας αἰνέσεως εἰς οἶκον Κυρίου· καὶ ἀνήνεγκεν ἡ ἐκκλησία θυσίας καὶ αἰνέσεις εἰς οἶκον Κυρίου καὶ πᾶς πρόθυμος τῇ καρδίᾳ ὁλοκαυτώσεις.
Β Παραλ. 29,31 Ο Εζεκίας ωμίλησε τότε και είπε· “τώρα με τα ίδια σας τα χέρια έχετε εκπληρώσει το καθήκον σας απέναντι του Κυρίου. Πλησιάστε και φέρτε θυσίας δοξολογίας στον ναόν του Κυρίου”. Η συγκέντρωσις προσέφερε πράγματι θυσίας και δοξολογίας στον Κυριον. Και καθένας ο οποίος είχεν ευλαβή και πρόθυμον την κοιρδίαν, προσέφερεν ολοκαυτώματα.
Β Παραλ. 29,32 καὶ ἐγένετο ὁ ἀριθμὸς τῆς ὁλοκαυτώσεως, ἧς ἀνήνεγκεν ἡ ἐκκλησία, μόσχοι ἑβδομήκοντα, κριοὶ ἑκατόν, ἀμνοὶ διακόσιοι· εἰς ὁλοκαύτωσιν Κυρίῳ πάντα ταῦτα.
Β Παραλ. 29,32 Ο αριθμός δε των ολοκαυτωμάτων, τα οποία προσέφεραν οι εκεί συγκεντρωθέντες, ήσαν εβδομήκοντα μόσχοι, εκατόν κριοι και διακόσιοι αμνοί. Ολα αυτά προς ολοκαύτωσιν δια τον Κυριον.
Β Παραλ. 29,33 καὶ οἱ ἡγιασμένοι μόσχοι ἑξακόσιοι, πρόβατα τρισχίλια.
Β Παραλ. 29,33 Εκτός δε αυτών ήσαν προωρισμένοι προς θυσίαν δια τον Θεόν εξακόσιοι μόσχοι και τρεις χιλιάδες πρόβατα.
Β Παραλ. 29,34 ἀλλ᾿ ἢ οἱ ἱερεῖς ἦσαν ὀλίγοι καὶ οὐκ ἠδύναντο ἐκδεῖραι τὴν ὁλοκαύτωσιν, καὶ ἀντελάβοντο αὐτῶν οἱ ἀδελφοὶ αὐτῶν οἱ Λευῖται, ἕως οὗ συνετελέσθη τὸ ἔργον καὶ ἕως οὗ ἡγνίσθησαν οἱ ἱερεῖς, ὅτι οἱ Λευῖται προθύμως ἥγνισαν παρὰ τοὺς ἱερεῖς.
Β Παραλ. 29,34 Οι ιερείς όμως ήσαν ολίγοι και δεν ημπορούσαν να γδέρνουν όλα αυτά τα ολοκαυτώματα, δια τούτο και τους εβοηθούσαν οι αδελφοί των οι Λευίται, έως ότου ετελείωσεν ολόκληρος η εργασία των, και μέχρις ότου ηγνίσθησαν και εκαθαρίσθησαν κατά τον Νομον και άλλοι ιερείς. Παντως οι Λευίται εφάνησαν προθυμότεροι στον εξαγνισμόν των, παρά οι ιερείς.
Β Παραλ. 29,35 καὶ ἡ ὁλοκαύτωσις πολλὴ ἐν τοῖς στέασι τῆς τελειώσεως τοῦ σωτηρίου καὶ τῶν σπονδῶν τῆς ὁλοκαυτώσεως· καὶ κατωρθώθη τὸ ἔργον ἐν οἴκῳ Κυρίου.
Β Παραλ. 29,35 Υπήρχον πολλά ολοκαυτώματα εκ παραλλήλου προς τας ειρηνικάς θυσίας, κατά τας οποίας εκαίοντο τα λίπη, και εγίνοντο πολλαί σπονδαί οίνου μαζή με τα ολοκαυτώματα. Ετσι δε επραγματοποιήθη και αποκατεστάθη η υπηρεσία στον ναόν του Κυρίου.
Β Παραλ. 29,36 καὶ ηὐφράνθη Ἐζεκίας καὶ πᾶς ὁ λαὸς διὰ τὸ ἡτοιμακέναι τὸν Θεὸν τῷ λαῷ, ὅτι ἐξάπινα ἐγένετο ὁ λόγος.
Β Παραλ. 29,36 Ο Εζεκίας και όλος ο λαός ηυφράνθησαν, διότι ετακτοποιήθη η λατρεία του Θεού στον ναόν και διότι όλον αυτό το έργον της τακτοποιήσεως και αποκαταστάσεως έγινε τόσον σύντομα.


Μην ταράζεσθε και μην ανησυχείτε διότι αυτός που γνωρίζει όσα υποφέρετε
και είναι σε θέση να τα εμποδίσει είναι φανερό ότι δεν τα εμποδίζει, επειδή προνοεί και ενδιαφέρεται για σας.


Επιστροφή στο

Μέλη σε σύνδεση

Μέλη σε αυτή την Δ. Συζήτηση: 1 και 0 επισκέπτες