ΠΡΑΞΕΙΣ ΤΩΝ ΑΠΟΣΤΟΛΩΝ

Ανάλυση και συζητήσεις των βιβλίων της Καινής Διαθήκης

Συντονιστές: Νίκος, Anastasios68, johnge

Άβαταρ μέλους
ΜΑΝΩΛΗΣ
Δημοσιεύσεις: 5637
Εγγραφή: Δευτ Ιαν 06, 2014 11:38 am

Re: ΠΡΑΞΕΙΣ ΤΩΝ ΑΠΟΣΤΟΛΩΝ

Δημοσίευσηαπό ΜΑΝΩΛΗΣ » Τρί Απρ 05, 2016 7:10 pm

ΠΡΑΞΕΙΣ 26β

Πραξ. 26,14 πάντων δὲ καταπεσόντων ἡμῶν εἰς τὴν γῆν ἤκουσα φωνὴν λαλοῦσαν πρός με καὶ λέγουσαν τῇ ἑβραΐδι διαλέκτῳ· Σαοὺλ Σαούλ, τί με διώκεις; σκληρόν σοι πρὸς κέντρα λακτίζειν.
Πραξ. 26,14 Ενώ δε όλοι επέσαμεν κάτω εις την γην, διότι δεν αντείχαμεν εις την καταπληκτικήν αυτήν λάμψιν, ήκουσα μίαν φωνήν να μου ομιλή και να λέγη εις την εβραϊκήν γλώσσαν· Σαούλ, Σαούλ, διατί με καταδιώκεις; Είναι σκληρόν δια σε να κλωτσάς εις τα καρφιά.
Πραξ. 26,15 ἐγὼ δὲ εἶπον· τίς εἶ, Κύριε; ὁ δὲ εἶπεν· ἐγώ εἰμι Ἰησοῦς ὃν σὺ διώκεις.
Πραξ. 26,15 Εγώ δε είπα· Ποιός είσαι, Κυριε; Εκείνος δε είπε· Εγώ είμαι ο Ιησούς, τον οποίον συ καταδιώκεις.
Πραξ. 26,16 ἀλλὰ ἀνάστηθι καὶ στῆθι ἐπὶ τοὺς πόδας σου· εἰς τοῦτο γὰρ ὤφθην σοι, προχειρίσασθαί σε ὑπηρέτην καὶ μάρτυρα ὧν τε εἶδες ὧν τε ὀφθήσομαί σοι,
Πραξ. 26,16 Αλλά σήκω και στάσου ορθός εις τα πόδια σου· δια τούτο παρουσιάσθηκα εις σε, να σε αναδείξω υπηρέτην και κήρυκα αυτών που είδες και εκείνων τα οποία στο μέλλον θα σου αποκαλύψω.
Πραξ. 26,17 ἐξαιρούμενός σε ἐκ τοῦ λαοῦ καὶ τῶν ἐθνῶν, εἰς οὓς ἐγώ σε ἀποστέλλω
Πραξ. 26,17 Εγώ δε θα σε σώζω από τους κινδύνους, που θα διατρέξης εκ μέρους του Ιουδαϊκού λαού και εκ μέρους των εθνών, εις τα οποία εγώ σε στέλλω.
Πραξ. 26,18 ἀνοῖξαι ὀφθαλμοὺς αὐτῶν, τοῦ ἐπιστρέψαι ἀπὸ σκότους εἰς φῶς καὶ τῆς ἐξουσίας τοῦ σατανᾶ ἐπὶ τὸν Θεόν, τοῦ λαβεῖν αὐτοὺς ἄφεσιν ἁμαρτιῶν καὶ κλῆρον ἐν τοῖς ἡγιασμένοις πίστει τῇ εἰς ἐμέ.
Πραξ. 26,18 Και σε στέλνω να ανοίξης τα μάτια της ψυχής των, δια να πιστεύσουν και επιστρέψουν από το σκότος στο φως και από την εξουσίαν του σατανά στον Θεόν, και να πάρουν δια της πίστεώς των εις εμέ άφεσιν αμαρτιών και κληρονομίαν μαζή με εκείνους, που έχουν αγιασθή.
Πραξ. 26,19 Ὅθεν, βασιλεῦ Ἀγρίππα, οὐκ ἐγενόμην ἀπειθὴς τῇ οὐρανίῳ ὀπτασίᾳ,
Πραξ. 26,19 Οθεν, βασιλεύ Αγρίππας, δεν έγινα ανυπάκουος στο ουράνιον αυτό όραμα.
Πραξ. 26,20 ἀλλὰ τοῖς ἐν Δαμασκῷ πρῶτον καὶ Ἱερολύμοις, εἰς πᾶσάν τε τὴν χώραν τῆς Ἰουδαίας καὶ τοῖς ἔθνεσιν ἀπαγγέλλω μετανοεῖν καὶ ἐπιστρέφειν ἐπὶ τὸν Θεόν, ἄξια τῆς μετανοίας ἔργα πράσσοντας.
Πραξ. 26,20 Αλλά πρώτον εις αυτούς που κατοικούσαν εις την Δαμασκόν και εις τα Ιεροσόλυμα, έπειτα δε εις όλην την περιοχήν της Ιουδαίας και εις τα έθνη, εκήρυττα και κηρύττω ματάνοιαν και επιστροφήν στον Θεόν και να πράττουν έργα άξια της μετανοίας των.
Πραξ. 26,21 ἕνεκα τούτων με οἱ Ἰουδαῖοι συλλαβόμενοι ἐν τῷ ἱερῷ ἐπειρῶντο διαχειρίσασθαι.
Πραξ. 26,21 Ενεκα δε αυτών ακριβώς των κηρυγμάτων μου, οι Ιουδαίοι με συνέλαβαν εις την αυλήν του ναού και επροσπαθούσαν να με φονεύσουν.
Πραξ. 26,22 ἐπικουρίας οὖν τυχὼν τῆς παρὰ τοῦ Θεοῦ ἄχρι τῆς ἡμέρας ταύτης ἕστηκα μαρτυρόμενος μικρῷ τε καὶ μεγάλῳ, οὐδὲν ἐκτὸς λέγων ὧν τε οἱ προφῆται ἐλάλησαν μελλόντων γενέσθαι καὶ Μωϋσῆς,
Πραξ. 26,22 Ελαβα όμως βοήθειαν και προστασίαν από τον Θεόν τότε και μέχρις αυτής της ημέρας, που στέκομαι σώος και υγιής εμπρός σας και δίδω την μαρτυρίαν του Ευαγγελίου εις μικρούς και μεγάλους, χωρίς να λέγω τίποτε άλλο εκτός από εκείνα, που οι προφήται και ο Μωϋσής προεκήρυξαν, ότι μέλλουν να γίνουν.
Πραξ. 26,23 εἰ παθητὸς ὁ Χριστός, εἰ πρῶτος ἐξ ἀναστάσεως νεκρῶν φῶς μέλλει καταγγέλλειν τῷ λαῷ καὶ τοῖς ἔθνεσι.
Πραξ. 26,23 Κηρύττω δηλαδή, περί του αν ο Χριστός έμελλε να πάθη, εάν επρόκειτο πρώτος αυτός εκ των νεκρών να αναστηθή και περί του αν επρόκειτο να κηρύξη το Ευαγγέλιον της σωτηρίας στον Ιουδαϊκόν λαόν και τους εθνικούς”.
Πραξ. 26,24 Ταῦτα δὲ αὐτοῦ ἀπολογουμένου ὁ Φῆστος μεγάλῃ τῇ φωνῇ ἔφη· μαίνῃ, Παῦλε· τὰ πολλά σε γράμματα εἰς μανίαν περιτρέπει.
Πραξ. 26,24 Ενώ δε αυτά ο Παύλος απελογείτο είπε ο Φήστος με μεγάλη φωνήν· “παρεφρόνησες, Παύλε, τα πολλά γράμματα σε κάνουν να παραλογίζεσαι”.
Πραξ. 26,25 ὁ δέ, οὐ μαίνομαι, φησί, κράτιστε Φῆστε, ἀλλὰ ἀληθείας καὶ σωφροσύνης ῥήματα ἀποφθέγγομαι.
Πραξ. 26,25 Ο δε Παύλος απήντησε· “δεν παραλογίζομαι, εξοχώτατε Φήστε, αλλά εξαγγέλω λόγους αληθείας και συνέσεως.
Πραξ. 26,26 ἐπίσταται γὰρ περὶ τούτων ὁ βασιλεύς, πρὸς ὃν καὶ παῤῥησιαζόμενος λαλῶ· λανθάνειν γὰρ αὐτόν τι τούτων οὐ πείθομαι οὐδέν· οὐ γάρ ἐστιν ἐν γωνίᾳ πεπραγμένον τοῦτο.
Πραξ. 26,26 Και ομιλώ έτσι, διότι γνωρίζει πολύ καλά τα γεγονότα αυτά ο βασιλεύς, προς τον οποίον και με τόσον θάρρος ομιλώ. Δεν πιστεύω τίποτε από αυτά να διαφεύγη την γνώσιν και την προσοχήν του. Είναι άλλως τε αυτά γνωστά, διότι δεν έχουν πραγματοποιηθή εις καμμίαν απόμερον γωνίαν, αλλά εις όλους τους Ιουδαίους.
Πραξ. 26,27 πιστεύεις, βασιλεῦ Ἀγρίππα, τοῖς προφήταις; οἶδα ὅτι πιστεύεις.
Πραξ. 26,27 Πιστεύεις, βασιλεύ Αγρίππα, στους προφήτας; Εγώ ξέρω ότι πιστεύεις”.
Πραξ. 26,28 ὁ δὲ Ἀγρίππας πρὸς τὸν Παῦλον ἔφη· ἐν ὀλίγῳ με πείθεις Χριστιανὸν γενέσθαι.
Πραξ. 26,28 Είπε δε ο Αγρίππας στον Παύλον· “ολίγον ακόμη και με πείθεις να γίνω Χριστιανός”.
Πραξ. 26,29 ὁ δὲ Παῦλος εἶπεν· εὐξαίμην ἂν τῷ Θεῷ καὶ ἐν ὀλίγῳ καὶ ἐν πολλῷ οὐ μόνον σέ, ἀλλὰ καὶ πάντας τοὺς ἀκούοντάς μου σήμερον γενέσθαι τοιούτους ὁποῖος κἀγώ εἰμι, παρεκτὸς τῶν δεσμῶν τούτων.
Πραξ. 26,29 Ο δε Παύλος είπε· “θα ηυχόμην στον Θεόν και ολίγον και πολύ όχι μόνον συ, αλλά και όλοι όσοι με ακούουν σήμερον να γίνουν τέτοιοι σαν εμέ, εκτός από τις αλυσίδες αυτές”.
Πραξ. 26,30 Καὶ ταῦτα εἰπόντος αὐτοῦ ἀνέστη ὁ βασιλεὺς καὶ ὁ ἡγεμὼν ἥ τε Βερνίκη καὶ οἱ συγκαθήμενοι αὐτοῖς,
Πραξ. 26,30 Και αφού είπε αυτά ο Παύλος, εσηκώθηκε ο Βασιλεύς και ο Ρωμαίος ηγεμών και η Βερνίκη και όλοι όσοι εκάθηντο μαζή με αυτούς.
Πραξ. 26,31 καὶ ἀναχωρήσαντες ἐλάλουν πρὸς ἀλλήλους λέγοντες ὅτι οὐδὲν θανάτου ἄξιον ἢ δεσμῶν πράσσει ὁ ἄνθρωπος οὗτος.
Πραξ. 26,31 Και όταν ανεχώρησαν, συνωμιλούσαν μεταξύ των λέγοντες ότι ο άνθρωπος αυτός τίποτε άξιον θανάτου η φυλακίσεως δεν έχει κάμει.
Πραξ. 26,32 Ἀγρίππας δὲ τῷ Φήστῳ ἔφη· ἀπολελύσθαι ἐδύνατο ὁ ἄνθρωπος οὗτος, εἰ μὴ ἐπεκέκλητο Καίσαρα.
Πραξ. 26,32 Ο δε Αγρίππας είπε στον Φήστον· “ο άνθρωπος αυτός ήτο δυνατόν ν' απολυθή, αν δεν είχε επικαλεσθή τον Καίσαρα”.


Αν θέλεις εύνοια Θεού να ʽχεις και ευλογία
Αφιερώσου ολόκαρδα, κάνʼ το με προθυμία.

Άβαταρ μέλους
ΜΑΝΩΛΗΣ
Δημοσιεύσεις: 5637
Εγγραφή: Δευτ Ιαν 06, 2014 11:38 am

Re: ΠΡΑΞΕΙΣ ΤΩΝ ΑΠΟΣΤΟΛΩΝ

Δημοσίευσηαπό ΜΑΝΩΛΗΣ » Τετ Απρ 06, 2016 4:46 pm

ΠΡΑΞΕΙΣ 27α

Πραξ. 27,1 Ὡς δὲ ἐκρίθη τοῦ ἀποπλεῖν ἡμᾶς εἰς τὴν Ἰταλίαν, παρεδίδουν τόν τε Παῦλον καί τινας ἑτέρους δεσμώτας ἑκατοντάρχῃ ὀνόματι Ἰουλίῳ σπείρης Σεβαστῆς.
Πραξ. 27,1 Οταν δε απεφασίσθη να πλεύσωμεν δια την Ιταλίαν, παρέδωσαν και τον Παύλον και μερικούς άλλους κρατουμένους εις ένα εκατόνταρχον, ονόματι Ιούλιον, του τάγματος, που έφερε το όνομα “σπείρα Σεβαστή”.
Πραξ. 27,2 ἐπιβάντες δὲ πλοίῳ Ἀδραμυττηνῷ μέλλοντες πλεῖν τοὺς κατὰ τὴν Ἀσίαν τόπους ἀνήχθημεν, ὄντος σὺν ἡμῖν Ἀριστάρχου Μακεδόνος Θεσσαλονικέως,
Πραξ. 27,2 Αφού δε απεβιβάσθημεν στο πλοίον, που ανήκε εις την πόλιν Αδραμύττιον, ανοιχθήκαμε στο πέλαγος με διεύθυνσιν προς τους λιμένας, που ευρίσκοντο κατά μήκος της Μικρασιατικής παραλίας. Ητο δε μαζή μας και ο Αρίσταρχος ο Μακεδών από την Θεσσαλονίκην.
Πραξ. 27,3 τῇ τε ἑτέρᾳ κατήχθημεν εἰς Σιδῶνα· φιλανθρώπως τε ὁ Ἰούλιος τῷ Παύλῳ χρησάμενος ἐπέτρεψε πρὸς τοὺς φίλους πορευθέντα ἐπιμελείας τυχεῖν.
Πραξ. 27,3 Την άλλην ημέραν αγκυροβολήσαμε εις την Σιδώνα· και ο Ιούλιος με εύνοιαν φερόμενος προς τον Παύλον, του επέτρεψε να υπάγη στους φίλους του δια να τον περιποιηθούν.
Πραξ. 27,4 κἀκεῖθεν ἀναχθέντες ὑπεπλεύσαμεν τὴν Κύπρον διὰ τὸ τοὺς ἀνέμους εἶναι ἐναντίους,
Πραξ. 27,4 Και από εκεί εβγήκαμε στο ανοικτόν πέλαγος, επλεύσαμεν κοντά και κατά μήκος της Κυπρου, επειδή οι άνεμοι ήσαν αντίθετοι.
Πραξ. 27,5 τό τε πέλαγος τὸ κατὰ τὴν Κιλικίαν καὶ Παμφυλίαν διαπλεύσαντες κατήλθομεν εἰς Μύρα τῆς Λυκίας.
Πραξ. 27,5 Και αφού διεσχίσαμεν το πέλαγος της περιοχής Κιλικίας και Παμφυλίας, προσωρμίσθημεν εις τα Μυρα της Λυκίας.
Πραξ. 27,6 Κἀκεῖ εὑρὼν ὁ ἑκατοντάρχης πλοῖον Ἀλεξανδρῖνον πλέον εἰς τὴν Ἰταλίαν ἐνεβίβασεν ἡμᾶς εἰς αὐτό.
Πραξ. 27,6 Εκεί δε ευρήκε ο εκατόνταρχος ένα πλοίον της πόλεως Αλεξανδρείας, που επρόκειτο να ταξιδεύση εις την Ιταλίαν και μας επεβίβασε εις αυτό.
Πραξ. 27,7 ἐν ἱκαναῖς δὲ ἡμέραις βραδυπλοοῦντες καὶ μόλις γενόμενοι κατὰ τὴν Κνίδον, μὴ προσεῶντος ἡμᾶς τοῦ ἀνέμου, ὑπεπλεύσαμεν τὴν Κρήτην κατὰ Σαλμώνην,
Πραξ. 27,7 Αφού επί αρκετάς ημέρας επλέαμεν βραδέως, λόγω του αντιθέτου ανέμου, μόλις και με δυσκολίαν πολλήν προσεγγίσαμεν κοντά εις την Κνίδον. Και επειδή δεν μας άφινε ο άνεμος, επλεύσαμεν νοτίως, επεράσαμεν πλησίον του ακρωτηρίου Σαλμώνη και εσυνεχίσαμεν τον πλουν κατά μήκος της νοτίας ακτής της Κρήτης.
Πραξ. 27,8 μόλις τε παραλεγόμενοι αὐτὴν ἤλθομεν εἰς τόπον τινὰ καλούμενον Καλοὺς λιμένας, ᾧ ἐγγὺς ἦν πόλις Λασαία.
Πραξ. 27,8 Καθώς δε μόλις και με δυσκολίαν πολλήν επλέαμεν κοντά εις την Κρήτην, εφθάσαμεν εις κάποιον τόπον, που ελέγετο “Καλοί λιμένες”. πλησίον στον οποίον ήτο μία πόλις, ονόματι Λασαία.
Πραξ. 27,9 Ἱκανοῦ δὲ χρόνου διαγενομένου καὶ ὄντος ἤδη ἐπισφαλοῦς τοῦ πλοὸς διὰ τὸ καὶ τὴν νηστείαν ἤδη παρεληλυθέναι, παρῄνει ὁ Παῦλος
Πραξ. 27,9 Επειδή δε είχε περάσει αρκετός καιρός έως ότου φθάσωμεν εκεί, ήτο δε επικίνδυνον το ταξίδι, καθόσον είχε περάσει η νηστεία των Εβραίων, που εγίνετο κατά Οκτώβριον, και ευρισκόμεθα πλέον στον Νοέμβριον με τας τρικυμίας του, τους προέτρεπε ο Παύλος να μη συνεχίσουν το ταξίδι των,
Πραξ. 27,10 λέγων αὐτοῖς· ἄνδρες, θεωρῶ ὅτι μετὰ ὕβρεως καὶ πολλῆς ζημίας οὐ μόνον τοῦ φόρτου καὶ τοῦ πλοίου, ἀλλὰ καὶ τῶν ψυχῶν ἡμῶν μέλλειν ἔσεσθαι τὸν πλοῦν.
Πραξ. 27,10 λέγων εις αυτούς· “άνδρες, βλέπω ότι το ταξίδι μας μέλλει να γίνη με κακοπάθειαν μεγάλην και πολλήν ζημίαν, όχι μόνον του φορτίου και του πλοίου, αλλά και της ζωής μας”.
Πραξ. 27,11 ὁ δὲ ἑκατοντάρχης τῷ κυβερνήτῃ καὶ τῷ ναυκλήρῳ ἐπείθετο μᾶλλον ἢ τοῖς ὑπὸ τοῦ Παύλου λεγομένοις.
Πραξ. 27,11 Ο εκατόνταρχος όμως έδιδε μεγαλυτέραν πίστιν στον κυβερνήτην του πλοίου και στον ιδιοκτήτην παρά εις τα λόγια του Παύλου.
Πραξ. 27,12 ἀνευθέτου δὲ τοῦ λιμένος ὑπάρχοντος πρὸς παραχειμασίαν οἱ πλείους ἔθεντο βουλὴν ἀναχθῆναι κἀκεῖθεν, εἴ πως δύναιντο καταντήσαντες εἰς Φοίνικα παραχειμάσαι, λιμένα τῆς Κρήτης βλέποντα κατὰ λίβα καὶ κατὰ χῶρον.
Πραξ. 27,12 Επειδή δε ο λιμήν ήτο ακατάλληλος, δια να παραχειμάσωμεν εκεί, οι περισσότεροι επήραν την απόφασιν να ανοιχθούν από εκεί στο πέλαγος, μήπως και ημπορούσαν να φθάσουν και να παραχειμάσουν εις ένα λιμάνι της Κρήτης, ονόματι Φοίνικα, που έβλεπε προς τα νοτιοδυτικά και βορειοδυτικά.
Πραξ. 27,13 Ὑποπνεύσαντος δὲ νότου δόξαντες τῆς προθέσεως κεκρατηκέναι, ἄραντες ἆσσον παρελέγοντο τὴν Κρήτην.
Πραξ. 27,13 Οταν δε ο νότιος άνεμος ήρχισε να πέφτη, ενόμισαν ότι ημπορούσαν να θέσουν εις εφαρμογήν το σχέδιον των. Και αφού εσήκωσαν τις άγκυρες, έπλεαν πολύ κοντά, παρά την ακτήν της Κρήτης.
Πραξ. 27,14 μετ᾿ οὐ πολὺ δὲ ἔβαλε κατ᾿ αὐτῆς ἄνεμος τυφωνικὸς ὁ καλούμενος Εὐροκλύδων.
Πραξ. 27,14 Αλλά έπειτα από ολίγον επέπεσε με σφοδρότητα εναντίον της Κρήτης θυελλώδης άνεμος, που καλείτα Ευροκλύδων, δηλαδή νοτιοανατολικός τρικυμιώδης.
Πραξ. 27,15 συναρπασθέντος δὲ τοῦ πλοίου καὶ μὴ δυναμένου ἀντοφθαλμεῖν τῷ ἀνέμῳ ἐπιδόντες ἐφερόμεθα.
Πραξ. 27,15 Επειδή δε από την μανίαν του ανέμου είχεν αρπαγή το πλοίον και δεν ημπορούσε να αντισταθή εις την ορμήν αυτού, αφήκαμεν, ανίσχυροι πλέον, την κυβέρνησιν του πλοίου εις την διάθεσιν του ανέμου και εφερόμεθα έτσι, όπου αυτός μας έσπρωχνε.
Πραξ. 27,16 νησίον δέ τι ὑποδραμόντες καλούμενον Κλαύδην μόλις ἰσχύσαμεν περικρατεῖς γενέσθαι τῆς σκάφης,
Πραξ. 27,16 Οταν δε επεράσαμεν με ταχύτητα κοντά από κάποιαν μικράν νήσον ονόματι Κλαύδην, μόλις και μετά βίας κατωρθώσαμεν να γίνωμεν κύριοι της βάρκας,


Αν θέλεις εύνοια Θεού να ʽχεις και ευλογία
Αφιερώσου ολόκαρδα, κάνʼ το με προθυμία.

Άβαταρ μέλους
ΜΑΝΩΛΗΣ
Δημοσιεύσεις: 5637
Εγγραφή: Δευτ Ιαν 06, 2014 11:38 am

Re: ΠΡΑΞΕΙΣ ΤΩΝ ΑΠΟΣΤΟΛΩΝ

Δημοσίευσηαπό ΜΑΝΩΛΗΣ » Πέμ Απρ 07, 2016 1:05 pm

ΠΡΑΞΕΙΣ 27β

Πραξ. 27,17 ἣν ἄραντες βοηθείας ἐχρῶντο ὑποζωννύντες τὸ πλοῖον· φοβούμενοί τε μὴ εἰς τὴν Σύρτιν ἐκπέσωσι, χαλάσαντες τὸ σκεῦος οὕτως ἐφέροντο.
Πραξ. 27,17 την οποίαν και εσύραμεν από τα κύματα επάνω στο πλοίον. Εχρησιμοποιούσαν τότε σχοινία περασμένα κάτω από την καρίνα του πλοίου και με αυτά έζωναν σφικτά εις τα πλευρά του το πλοίον. Επειδή δε εφοβούντο, μήπως παρασυρθούν από τον άνεμον και πέσουν εις την Συρτιν της Αφρικανικής ακτής, εκρέμασαν μέσα στο νερό και την άγκυραν του πλοίου. Ετσι δε με ζωσμένο το πλοίον και κρεμασμένην την άγκυραν εφέροντο από τα κύματα.
Πραξ. 27,18 σφοδρῶς δὲ χειμαζομένων ἡμῶν τῇ ἑξῆς ἐκβολὴν ἐποιοῦντο,
Πραξ. 27,18 Επειδή δε εβασανιζόμεθα πολύ από την τρικυμίαν, έρριψαν την επομένην ημέραν μέρος του φορτίου εις την θάλασσαν, δια να ελαφρώση και σηκωθή ολίγον υψηλότερα το πλοίον.
Πραξ. 27,19 καὶ τῇ τρίτῃ αὐτόχειρες τὴν σκευὴν τοῦ πλοίου ἐῤῥίψαμεν.
Πραξ. 27,19 Κατά δε την τρίτην ημέραν δια τον αυτόν λόγον ερρίψαμεν εις την θάλασσαν με τα ίδια μας τα χέρια τα εξαρτήματα του πλοίου.
Πραξ. 27,20 μήτε δὲ ἡλίου μήτε ἄστρων ἐπιφαινόντων ἐπὶ πλείονας ἡμέρας, χειμῶνός τε οὐκ ὀλίγου ἐπικειμένου, λοιπὸν περιῃρεῖτο πᾶσα ἐλπὶς τοῦ σῴζεσθαι ἡμᾶς.
Πραξ. 27,20 Επειδή δε ούτε ήλιος ούτε αστέρια επί πολλάς ημέρας δεν εφαίνοντο και βαρύς χειμών είχε ενσκήψει, λοιπόν, ολονέν και περισσότερον εχάνετο κάθε ελπίς να σωθώμεν.
Πραξ. 27,21 Πολλῆς δὲ ἀσιτίας ὑπαρχούσης τότε σταθεὶς ὁ Παῦλος ἐν μέσῳ αὐτῶν εἶπεν· ἔδει μέν, ὦ ἄνδρες, πειθαρχήσαντάς μοι μὴ ἀνάγεσθαι ἀπὸ τῆς Κρήτης κερδῆσαί τε τὴν ὕβριν ταύτην καὶ τὴν ζημίαν.
Πραξ. 27,21 Ενώ δε οι ταξιδιώται δεν είχαν φάγει τίποτε κατά τας ημέρας αυτάς και ήσαν εξηντλημένοι, ο Παύλος εστάθηκε στο μέσον αυτών και είπε· “έπρεπε, ω άνδρες, να με είχατε υπακούσει και να μη είχατε αναχωρήσει από την Κρήτην, δια να γλυτώσετε έτσι την κακοπάθειαν αυτήν και την ζημίαν.
Πραξ. 27,22 καὶ τὰ νῦν παραινῶ ὑμᾶς εὐθυμεῖν· ἀποβολὴ γὰρ ψυχῆς οὐδεμία ἔσται ἐξ ὑμῶν πλὴν τοῦ πλοίου.
Πραξ. 27,22 Αλλά και τώρα σας προτρέπω να αναθαρρήσετε και να χαρήτε, διότι κανείς από σας δεν θα χάση την ζωήν του· μόνον το πλοίον θα χαθή.
Πραξ. 27,23 παρέστη γάρ μοι τῇ νυκτὶ ταύτῃ ἄγγελος τοῦ Θεοῦ οὗ εἰμι, ᾧ καὶ λατρεύω,
Πραξ. 27,23 Το ξεύρω δε αυτό καλά, διότι αυτήν την νύκτα μου παρουσιάστηκε ένας άγγελος του Θεού, στον οποίον Θεόν ανήκω και τον οποίον λατρεύω,
Πραξ. 27,24 λέγων· μὴ φοβοῦ, Παῦλε· Καίσαρί σε δεῖ παραστῆναι· καὶ ἰδοὺ κεχάρισταί σοι ὁ Θεὸς πάντας τοὺς πλέοντας μετὰ σοῦ.
Πραξ. 27,24 και μου είπε· Παύλε, μη φοβείσαι· όπως ο Θεός εκανόνισε, πρέπει συ να εμφανισθής ενώπιον του Καίσαρος· και ιδού, ότι ο Θεός σου έχει χαρίσει και όλους όσοι ταξιδεύουν μαζή σου.
Πραξ. 27,25 διὸ εὐθυμεῖτε, ἄνδρες· πιστεύω γὰρ τῷ Θεῷ ὅτι οὕτως ἔσται καθ᾿ ὃν τρόπον λελάληταί μοι.
Πραξ. 27,25 Δι' αυτό, ω άνδρες, χαρήτε. Διότι έχω απόλυτον πίστιν εγώ στον Θεόν, ότι θα γίνη έτσι, όπως ακριβώς μου έχει λεχθή από τον άγγελον.
Πραξ. 27,26 εἰς νῆσον δέ τινα δεῖ ἡμᾶς ἐκπεσεῖν.
Πραξ. 27,26 Συμφωνα με το θείον σχέδιον εις κάποιο νησί θα ξεπέσωμε”.
Πραξ. 27,27 Ὡς δὲ τεσσαρεσκαιδεκάτη νὺξ ἐγένετο διαφερομένων ἡμῶν ἐν τῷ Ἀδρίᾳ, κατὰ μέσον τῆς νυκτὸς ὑπενόουν οἱ ναῦται προσάγειν τινὰ αὐτοῖς χώραν.
Πραξ. 27,27 Οταν δε έφθασε η δεκάτη τετάρτη νύκτα από τότε που παραδέρναμε στο Αδριατικόν πέλαγος, κατά τα μεσάνυκτα οι ναύτες σαν να εκατάλαβαν ότι επλησίαζαν εις κάποιαν ξηράν.
Πραξ. 27,28 καὶ βολίσαντες εὗρον ὀργυιὰς εἴκοσι, βραχὺ δὲ διαστήσαντες καὶ πάλιν βολίσαντες εὗρον ὀργυιὰς δεκαπέντε·
Πραξ. 27,28 Και αφού έρριψαν βολίδα, ευρήκαν βάθος θαλάσσης είκοσι οργυές, τριάντα εξ περίπου μέτρα. Αφού δε επροχώρησαν ολίγον και έρριψαν πάλιν την βολίδα, ευρήκαν βάθος δέκα πέντε οργυές, ήτο εικόσι επτά περίπου μέτρα.
Πραξ. 27,29 φοβούμενοί τε μήπως εἰς τραχεῖς τόπους ἐκπέσωμεν, ἐκ πρύμνης ῥίψαντες ἀγκύρας τέσσαρας ηὔχοντο ἡμέραν γενέσθαι.
Πραξ. 27,29 Και επειδή εφοβούντο, μήπως πέσουν εις βράχους και σκοπέλους, έρριψαν από την πρύμνην του πλοίου τέσσαρες άγκυρες και ηύχοντο πότε να ξημερώση.
Πραξ. 27,30 Τῶν δὲ ναυτῶν ζητούντων φυγεῖν ἐκ τοῦ πλοίου καὶ χαλασάντων τὴν σκάφην εἰς τὴν θάλασσαν, προφάσει ὡς ἐκ πρῴρας μελλόντων ἀγκύρας ἐκτείνειν,
Πραξ. 27,30 Επειδή δε οι ναύται ήθελαν να φύγουν και να εγκαταλείψουν το πλοίον, κατέβασαν την βάρκα εις την θάλασσαν με την πρόφασιν ότι επρόκειτο τάχα να ρίψουν από την πρώραν άγκυρες εις κάποιαν απόστασιν από το πλοίον.
Πραξ. 27,31 εἶπεν ὁ Παῦλος τῷ ἑκατοντάρχῃ καὶ τοῖς στρατιώταις· ἐὰν μὴ οὗτοι μείνωσιν ἐν τῷ πλοίῳ, ὑμεῖς σωθῆναι οὐ δύνασθε.
Πραξ. 27,31 Τοτε ο Παύλος είπε στον εκατόνταρχον και τους στρατιώτας· “εάν δεν μείνουν αυτοί μέσα στο πλοίον, σεις δεν θα μπορέσετε να σωθήτε”.
Πραξ. 27,32 τότε οἱ στρατιῶται ἀπέκοψαν τὰ σχοινία τῆς σκάφης καὶ εἴασαν αὐτὴν ἐκπεσεῖν.
Πραξ. 27,32 Τοτε οι στρατιώται έκοψαν τα σχοινιά της βάρκας και την άφησαν να πέση και να παρασυρθή από την θάλασσαν.


Αν θέλεις εύνοια Θεού να ʽχεις και ευλογία
Αφιερώσου ολόκαρδα, κάνʼ το με προθυμία.

Άβαταρ μέλους
ΜΑΝΩΛΗΣ
Δημοσιεύσεις: 5637
Εγγραφή: Δευτ Ιαν 06, 2014 11:38 am

Re: ΠΡΑΞΕΙΣ ΤΩΝ ΑΠΟΣΤΟΛΩΝ

Δημοσίευσηαπό ΜΑΝΩΛΗΣ » Παρ Απρ 08, 2016 10:04 pm

ΠΡΑΞΕΙΣ 27γ

Πραξ. 27,33 Ἄχρι δὲ οὗ ἔμελλεν ἡμέρα γίνεσθαι, παρεκάλει ὁ Παῦλος ἅπαντας μεταλαβεῖν τροφῆς λέγων· τεσσαρεσκαιδεκάτην σήμερον ἡμέραν προσδοκῶντες ἄσιτοι διατελεῖτε, μηδὲν προσλαβόμενοι.
Πραξ. 27,33 Μεχρις ότου δε φανή η ημέρα ο Παύλος (γεμάτος πίστιν και ελπίδα εις την προστασίαν του Κυρίου) παρακαλούσε και προέτρεπε όλους να φάγουν λέγων· “είναι η δεκάτη τετάρτη ημέρα σήμερα, που είσθε νηστικοί, χωρίς να πάρετε τίποτε περιμένοντες τι θα γίνη τέλος πάντων με αυτήν την τρικυμίαν.
Πραξ. 27,34 διὸ παρακαλῶ ὑμᾶς μεταλαβεῖν τροφῆς· τοῦτο γὰρ πρὸς τῆς ὑμετέρας σωτηρίας ὑπάρχει· οὐδενὸς γὰρ ὑμῶν θρὶξ ἐκ τῆς κεφαλῆς πεσεῖται.
Πραξ. 27,34 Δι' αυτό σας παρακαλώ να πάρετε τροφήν. Και τούτο διότι είναι απαραίτητον δια την σωτηρίαν σας. Πρέπει να αναλάβετε τας δυνάμεις σας, δια να ημπορέσετε να βγήτε εις την ξηράν. Φάτε, διότι κανενός από σας ούτε τρίχα από την κεφαλήν δεν πρόκειτε να πέση”.
Πραξ. 27,35 εἰπὼν δὲ ταῦτα καὶ λαβὼν ἄρτον εὐχαρίστησε τῷ Θεῷ ἐνώπιον πάντων, καὶ κλάσας ἤρξατο ἐσθίειν.
Πραξ. 27,35 Αφού δε είπε αυτά, επήρε άρτον εις τα χέρια, ευχαρίστησε τον Θεόν εμπρός εις όλους και αφού έκοψε το ψωμί, ήρχισε να τρώγη.
Πραξ. 27,36 εὔθυμοι δὲ γενόμενοι πάντες καὶ αὐτοὶ προσελάβοντο τροφῆς·
Πραξ. 27,36 Τοτε δε απέκτησαν θάρρος και ευδιαθεσίαν όλοι, επήραν τροφήν και έφαγαν.
Πραξ. 27,37 ἦμεν δὲ ἐν τῷ πλοίῳ αἱ πᾶσαι ψυχαὶ διακόσιαι ἑβδομήκοντα ἕξ.
Πραξ. 27,37 Ημεθα δε όλοι μέσα στο πλοίον διακόσιοι εβδομήντα εξ.
Πραξ. 27,38 κορεσθέντες δὲ τροφῆς ἐκούφιζον τὸ πλοῖον ἐκβαλλόμενοι τὸν σῖτον εἰς τὴν θάλασσαν.
Πραξ. 27,38 Αφού δε εχόρτασαν με τροφήν, ελάφρωναν το πλοίον, δια να σηκωθή υψηλότερα, ρίπτοντες το σιτάρι εις την θάλασσαν.
Πραξ. 27,39 Ὅτε δὲ ἡμέρα ἐγένετο, τὴν γῆν οὐκ ἐπεγίνωσκον, κόλπον δέ τινα κατενόουν ἔχοντα αἰγιαλόν, εἰς ὃν ἐβουλεύσαντο, εἰ δύναιντο, ἐξῶσαι τὸ πλοῖον.
Πραξ. 27,39 Οταν δε έγινε ημέρα, δεν ημπορούσαν να καταλάβουν ποιά ήτο η ξηρά αυτή, αλλά διέκριναν κάποιον κόλπον, που είχε ομαλήν παραλίαν, όπου και απεφάσισαν, εάν θα ημπορούσαν, να ρίξουν έξω το πλοίον.
Πραξ. 27,40 καὶ τὰς ἀγκύρας περιελόντες εἴων εἰς τὴν θάλασσαν ἅμα ἀνέντες τὰς ζευκτηρίας τῶν πηδαλίων, καὶ ἐπάραντες τὸν ἀρτέμωνα τῇ πνεούσῃ κατεῖχον εἰς τὸν αἰγιαλόν.
Πραξ. 27,40 Και αφού έλυσαν τις άγκυρες, τις αφήκαν να πέσουν εις την θάλασσαν, συγχρόνως δε εχαλάρωσαν και τα σχοινιά, με τα οποία προηγουμένως είχαν ανασηκώσει τα πηδάλια έξω από την θάλασσαν και αφού εσήκωσαν το μικρό πανί της πρώρας, προσπαθούσαν με την πνοήν του ανέμου να φθάσουν την παραλίαν.
Πραξ. 27,41 περιπεσόντες δὲ εἰς τόπον διθάλασσον ἐπώκειλαν τὴν ναῦν καὶ ἡ μὲν πρῷρα ἐρείσασα ἔμεινεν ἀσάλευτος, ἡ δὲ πρύμνα ἐλύετο ὑπὸ τῆς βίας τῶν κυμάτων.
Πραξ. 27,41 Αλλ' επειδή έπεσαν εις ένα ακρωτήριον, που έκοβε εις δύο την θάλασσαν, έρριξαν έξω το πλοίον και η μεν πρώρα εσφηνώθηκε μέσα εις την γην και έμεινε ακίνητος, η δε πρύμνη ήρχισε να διαλύεται από την σφοδρότητα των κυμάτων.
Πραξ. 27,42 τῶν δὲ στρατιωτῶν βουλὴ ἐγένετο ἵνα τοὺς δεσμώτας ἀποκτείνωσι, μή τις ἐκκολυμβήσας διαφύγοι.
Πραξ. 27,42 Εν τω μεταξύ οι στρατιώται επήραν την απόφασιν να φονεύσουν τους κρατουμένους, μήπως τυχόν και κανείς διαφύγη κολυμβών (οπότε θα ήσαν υπεύθυνοι με την ζωήν των δια την απόδρασίν των).
Πραξ. 27,43 ὁ δὲ ἑκατοντάρχης βουλόμενος διασῶσαι τὸν Παῦλον ἐκώλυσεν αὐτοὺς τοῦ βουλήματος, ἐκέλευσέ τε τοὺς δυναμένους κολυμβᾶν ἀποῤῥίψαντας πρώτους ἐπὶ τὴν γῆν ἐξιέναι,
Πραξ. 27,43 Επειδή όμως ο εκατόνταρχος ήθελε να διασώση τον Παύλον, τους ημπόδισε από την απόφασιν των αυτήν και διέταξε όσοι ήξευραν να κολυμβούν να ριφθούν πρώτοι εις την θάλασσαν και να βγουν εις την ξηράν.
Πραξ. 27,44 καὶ τοὺς λοιποὺς οὓς μὲν ἐπὶ σανίσιν, οὓς δὲ ἐπί τινων τῶν ἀπὸ τοῦ πλοίου. καὶ οὕτως ἐγένετο πάντας διασωθῆναι ἐπὶ τὴν γῆν.
Πραξ. 27,44 Και τους υπολοίπους διέταξε να εξέλθουν άλλοι μεν επάνω εις σανίδες, άλλοι δε επάνω εις τα ξύλινα συντρίμματα του πλοίου. Και έτσι επετεύχθη να διασωθούν όλοι εις την ξηράν.


Αν θέλεις εύνοια Θεού να ʽχεις και ευλογία
Αφιερώσου ολόκαρδα, κάνʼ το με προθυμία.

Άβαταρ μέλους
ΜΑΝΩΛΗΣ
Δημοσιεύσεις: 5637
Εγγραφή: Δευτ Ιαν 06, 2014 11:38 am

Re: ΠΡΑΞΕΙΣ ΤΩΝ ΑΠΟΣΤΟΛΩΝ

Δημοσίευσηαπό ΜΑΝΩΛΗΣ » Σάβ Απρ 09, 2016 9:56 pm

ΠΡΑΞΕΙΣ 28α

Πραξ. 28,1 Καὶ διασωθέντες τότε ἐπέγνωσαν ὅτι Μελίτη ἡ νῆσος καλεῖται.
Πραξ. 28,1 Και όταν πλέον εσώθησαν εις την ξηράν, τότε έμαθον, ότι η νήσος ελέγετο Μελίτη (η σημερινή Μαλτα).
Πραξ. 28,2 οἱ δὲ βάρβαροι παρεῖχον οὐ τὴν τυχοῦσαν φιλανθρωπίαν ἡμῖν· ἀνάψαντες γὰρ πυρὰν προσελάβοντο πάντας ἡμᾶς διὰ τὸν ὑετὸν τὸν ἐφεστῶτα καὶ διὰ τὸ ψῦχος.
Πραξ. 28,2 Οι εντόπιοι της νήσου μας προσέφεραν αξαιρετικήν περιποίησιν και αγάπην. Διότι, αφού άναψαν φωτιά, μας εδέχθησαν και μας παρέλαβαν όλους μας με καλωσύνην κοντά εις την φωτιάν κάτω από υπόστεγον, δια να μας προφυλάξουν από την βροχήν, που έπιπτε και από το ψύχος.
Πραξ. 28,3 συστρέψαντος δὲ τοῦ Παύλου φρυγάνων πλῆθος καὶ ἐπιθέντος ἐπὶ τὴν πυράν, ἔχιδνα ἀπὸ τῆς θέρμης διεξελθοῦσα καθῆψε τῆς χειρὸς αὐτοῦ.
Πραξ. 28,3 Ο Παύλος, αφού εμάζευσε αρκετά φρύγανα σε δεμάτι και τα έρριψε εις την φωτιά, μια οχιά αναζωογονήθηκε από την θερμότητα, επετάχθηκε και εδάγκωσε το χέρι του Παύλου.
Πραξ. 28,4 ὡς δὲ εἶδον οἱ βάρβαροι κρεμάμενον τὸ θηρίον ἐκ τῆς χειρὸς αὐτοῦ, ἔλεγον πρὸς ἀλλήλους· πάντως φονεύς ἐστιν ὁ ἄνθρωπος οὗτος, ὃν διασωθέντα ἐκ τῆς θαλάσσης ἡ Δίκη ζῆν οὐκ εἴασεν.
Πραξ. 28,4 Οταν δε οι κάτοικοι είδαν το θηρίον να κρέμεται από το χέρι του Παύλου, έλεγαν μεταξύ των· “εξάπαντος ο άνθρωπος αυτός είναι φονηάς, τον οποίον, αν και εσώθηκε από τη θάλασσαν, η θεία Δικη δεν τον άφησε να ζη”.
Πραξ. 28,5 ὁ μὲν οὖν ἀποτινάξας τὸ θηρίον εἰς τὸ πῦρ ἔπαθεν οὐδὲν κακόν·
Πραξ. 28,5 Αλλ' ο Παύλος ετίναξε απ' επάνω του το θηρίον και το έρριψεν εις την φωτιάν, χωρίς αυτός να πάθη κανένα κακό από το δάγκωμα.
Πραξ. 28,6 οἱ δὲ προσεδόκων αὐτὸν μέλλειν πίμπρασθαι ἢ καταπίπτειν ἄφνω νεκρόν. ἐπὶ πολὺ δὲ αὐτῶν προσδοκώντων καὶ θεωρούντων μηδὲν ἄτοπον εἰς αὐτὸν γινόμενον, μεταβαλλόμενοι ἔλεγον θεὸν αὐτὸν εἶναι.
Πραξ. 28,6 Εκείνοι όμως επερίμεναν ότι θα επρήζετο η θα έπιπτε κάτω αιφνιδίως νεκρός. Ενώ δε επί πολύ επερίμεναν και έβλεπαν ότι τίποτε το δυσάρεστον δεν είχε γίνει στον Παύλον, μετέβαλαν γνώμην και έλεγαν ότι αυτός είναι θεός.
Πραξ. 28,7 Ἐν δὲ τοῖς περὶ τὸν τόπον ἐκεῖνον ὑπῆρχε χωρία τῷ πρώτῳ τῆς νήσου ὀνόματι Ποπλίῳ, ὃς ἀναδεξάμενος ἡμᾶς τρεῖς ἡμέρας φιλοφρόνως ἐξένισεν.
Πραξ. 28,7 Εις την περιοχήν δε του τόπου εκείνου υπήρχον κτήματα, που ανήκαν στον πρώτον της νήσου, ονόματι Ποπλιον. Αυτός μας υποδέχθηκε και μας εφιλοξένησε με πολλήν καλωσύνην επί τρεις ημέρας.
Πραξ. 28,8 ἐγένετο δὲ τὸν πατέρα τοῦ Ποπλίου πυρετοῖς καὶ δυσεντερίῳ συνεχόμενον κατακεῖσθαι· πρὸς ὃν ὁ Παῦλος εἰσελθὼν καὶ προσευξάμενος καὶ ἐπιθεὶς τὰς χεῖρας αὐτῷ ἰάσατο αὐτόν.
Πραξ. 28,8 Συνέβη δε τότε να κατάκειται με πυρετόν και με δυσεντερίαν ο πατέρας του Ποπλίου. Αυτόν επεσκέφθηκε ο Παύλος, προσευχήθηκε, έβαλε τα χέρια επάνω του και τον εθεράπευσε.
Πραξ. 28,9 τούτου οὖν γενομένου καὶ οἱ λοιποὶ οἱ ἔχοντες ἀσθενείας ἐν τῇ νήσῳ προσήρχοντο καὶ ἐθεραπεύοντο·
Πραξ. 28,9 Επειτα από το γεγονός αυτό και οι άλλοι της νήσου, που είχαν ασθενείας, ήρχοντο στον Παύλον και εθεραπεύοντο.
Πραξ. 28,10 οἳ καὶ πολλαῖς τιμαῖς ἐτίμησαν ἡμᾶς καὶ ἀναγομένοις ἐπέθεντο τὰ πρὸς τὴν χρείαν.
Πραξ. 28,10 Αυτοί δε και με πολλάς εκδηλώσεις σεβασμού μας ετίμησαν και όταν επρόκειτο να ταξιδεύσωμεν από την νήσον μας εφωδίασαν με τα απαραίτητα τρόφιμα δια το ταξίδι.
Πραξ. 28,11 Μετὰ δὲ τρεῖς μῆνας ἀνήχθημεν ἐν πλοίῳ παρακεχειμακότι ἐν τῇ νήσῳ, Ἀλεξανδρίνῳ, παρασήμῳ Διοσκούροις,
Πραξ. 28,11 Επειτα δε από τρεις μήνες απεπλεύσαμεν επάνω εις ένα πλοίον Αλεξανδρινόν, που είχε παραχειμάσει εις την νήσον και έφερε ως σήμα του την εικόνα του Καστορος και Πολυδεύκους, οι οποίοι κατά την μυθολογίαν ήσαν δίδυμα παιδιά του Διός.
Πραξ. 28,12 καὶ καταχθέντες εἰς Συρακούσας ἐπεμείναμεν ἡμέρας τρεῖς·
Πραξ. 28,12 Και αφού προσωρμισθήκαμε εις τας Συρακούσας, εμείναμεν εκεί τρεις ημέρας.
Πραξ. 28,13 ὅθεν περιελθόντες κατηντήσαμεν εἰς Ῥήγιον, καὶ μετὰ μίαν ἡμέραν ἐπιγενομένου νότου δευτεραῖοι ἤλθομεν εἰς Ποτιόλους·
Πραξ. 28,13 Από εκεί, αφού επλεύσαμεν παραλλήλως προς την ακτήν της Σικελίας, εφθάσαμεν στο Ρηγιον. Και όταν έπειτα από μίαν ημέραν εσηκώθηκε νότιος άνεμος, εξεκινήσαμεν και μετά δύο ημέρας εφθάσαμεν εις Ποτιόλους.
Πραξ. 28,14 οὗ εὑρόντες ἀδελφοὺς παρεκλήθημεν ἐπ᾿ αὐτοῖς ἐπιμεῖναι ἡμέρας ἑπτά, καὶ οὕτως εἰς τὴν Ῥώμην ἤλθομεν.
Πραξ. 28,14 Εκεί δε ευρήκαμεν αδελφούς Χριστιανούς, παρηγορηθήκαμεν και ενισχυθήκαμεν από την επικοινωνίαν με αυτούς, ώστε εμείναμεν μαζή των επτά ημέρας. Και έτσι εφθάσαμεν εις την Ρωμην.
Πραξ. 28,15 κἀκεῖθεν οἱ ἀδελφοὶ ἀκούσαντες τὰ περὶ ἡμῶν ἐξῆλθον εἰς ἀπάντησιν ἡμῖν ἄχρις Ἀππίου φόρου καὶ Τριῶν ταβερνῶν, οὓς ἰδὼν ὁ Παῦλος εὐχαριστήσας τῷ Θεῷ ἔλαβεν θάρσος.
Πραξ. 28,15 Από την Ρωμην δε οι αδελφοί, οι οποίοι εν τω μεταξύ είχαν πληροφορηθή τα περί του ταξιδίου μας, εβγήκαν εις προυπάντησίν μας μέχρι της εμπορικής αγοράς, που ελέγετο Απιος φόρος, και μέχρις των Τριών Ταβερνών. Οταν τους είδε ο Παύλος, ευχαρίστησε τον Θεόν δια την συνάντησιν αυτήν με τους Χριστιανούς της Ρωμης και επήρε θάρρος από την συμπαράστασίν των.


Αν θέλεις εύνοια Θεού να ʽχεις και ευλογία
Αφιερώσου ολόκαρδα, κάνʼ το με προθυμία.

Άβαταρ μέλους
ΜΑΝΩΛΗΣ
Δημοσιεύσεις: 5637
Εγγραφή: Δευτ Ιαν 06, 2014 11:38 am

Re: ΠΡΑΞΕΙΣ ΤΩΝ ΑΠΟΣΤΟΛΩΝ

Δημοσίευσηαπό ΜΑΝΩΛΗΣ » Δευτ Απρ 11, 2016 4:33 pm

ΠΡΑΞΕΙΣ 28β

Πραξ. 28,16 Ὅτε δὲ ἤλθομεν εἰς Ῥώμην, ὁ ἑκατοντάρχης παρέδωκε τοὺς δεσμίους τῷ στρατοπεδάρχῃ· τῷ δὲ Παύλῳ ἐπετράπη μένειν καθ᾿ ἑαυτὸν σὺν τῷ φυλάσσοντι αὐτὸν στρατιώτῃ.
Πραξ. 28,16 Οταν δε ήλθαμεν εις την Ρωμην, ο εκατόνταρχος παρέδωκε τους δεσμίους στον αρχηγόν του στρατοπέδου. Εις τον Παύλον όμως εδόθηκε η άδεια να μένη μόνος του εις δωμάτιον μαζή με τον στρατιώτην, που τον εφρουρούσε.
Πραξ. 28,17 Ἐγένετο δὲ μετὰ ἡμέρας τρεῖς συγκαλέσασθαι τὸν Παῦλον τοὺς ὄντας τῶν Ἰουδαίων πρώτους· συνελθόντων δὲ αὐτῶν ἔλεγε πρὸς αὐτούς· ἄνδρες ἀδελφοί, ἐγὼ οὐδὲν ἐναντίον ποιήσας τῷ λαῷ ἢ τοῖς ἔθεσι τοῖς πατρῴοις δέσμιος ἐξ Ἱεροσολύμων παρεδόθην εἰς τὰς χεῖρας τῶν Ῥωμαίων·
Πραξ. 28,17 Επειτα δε από τρεις ημέρας επροσκάλεσε ο Παύλος τους προκρίτους εκ των Ιουδαίων. Οταν δε αυτοί συνεκεντρώθησαν, τους είπε·“άνδρες αδελφοί, εγώ χωρίς να έχω κάμει τίποτε εναντίον του λαού η εναντίον των ιερών πατροπαραδότων εθίμων, παρεδόθην δέσμιος από τα Ιεροσόλυμα εις τα χέρια των Ρωμαίων.
Πραξ. 28,18 οἵτινες ἀνακρίνατές με ἐβούλοντο ἀπολῦσαι διὰ τὸ μηδεμίαν αἰτίαν θανάτου ὑπάρχειν ἐν ἐμοί.
Πραξ. 28,18 Αυτοί, αφού με ανέκριναν, ήθελαν να με απολύσουν, διότι δεν υπήρχε εις εμέ και δεν με εβάρυνε κανένα έγκλημα άξιον θανάτου.
Πραξ. 28,19 ἀντιλεγόντων δὲ τῶν Ἰουδαίων ἠναγκάσθην ἐπικαλέσασθαι Καίσαρα, οὐχ ὡς τοῦ ἔθνους μου ἔχων τι κατηγορῆσαι.
Πραξ. 28,19 Επειδή όμως οι Ιουδαίοι αντέλεγαν, ηναγκάσθην να επικαλεσθώ τον Καίσαραν, όχι διότι έχω να κατηγορήσω εις κάτι το έθνος μου, αλλά διότι ήθελα να υπερασπίσω τον ευατόν μου.
Πραξ. 28,20 διὰ ταύτην οὖν τὴν αἰτίαν παρεκάλεσα ὑμᾶς ἰδεῖν καὶ προσλαλῆσαι· ἕνεκεν γὰρ τῆς ἐλπίδος τοῦ Ἰσραὴλ τὴν ἅλυσιν ταύτην περίκειμαι.
Πραξ. 28,20 Δι' αυτόν λοιπόν τον λόγον σας παρεκάλεσα να σας ίδω και να σας ομιλήσω δια την αιτίαν, που είμαι δέσμιος. Διότι εγώ ένεκα της ελπίδος του ισραηλιτικού λαού, δια την έλευσιν του λυτρωτού Μεσσίου, είμαι δεμένος με αυτήν την αλυσίδα”.
Πραξ. 28,21 οἱ δὲ πρὸς αὐτὸν εἶπον· ἡμεῖς οὔτε γράμματα περὶ σοῦ ἐδεξάμεθα ἀπὸ τῆς Ἰουδαίας, οὔτε παραγενόμενός τις τῶν ἀδελφῶν ἀπήγγειλεν ἢ ἐλάλησέ τι περὶ σοῦ πονηρόν.
Πραξ. 28,21 Εκείνοι δε είπαν προς αυτόν· “ημείς ούτε γράμματα δια σε ελάβαμε από την Ιουδαίαν ούτε κανένας από τους αδελφούς ήλθε και μας ανέφερε η μας είπε κάτι κακόν εναντίον σου.
Πραξ. 28,22 ἀξιοῦμεν δὲ παρὰ σοῦ ἀκοῦσαι ἃ φρονεῖς· περὶ μὲν γὰρ τῆς αἱρέσεως ταύτης γνωστόν ἐστιν ἡμῖν ὅτι πανταχοῦ ἀντιλέγεται.
Πραξ. 28,22 Παντως έχομεν την δικαίαν αξίωσιν και επιθυμούμεν να ακούσωμεν από σε αυτά, τα οποία φρονείς· μας είναι όμως γνωστόν ότι δια την θρησκευτικήν αυτήν αίρεσιν, εις την οποίαν ανήκεις, εις κάθε μέρος πολλαί λέγονται αντιλογίαι”.
Πραξ. 28,23 Ταξάμενοι δὲ αὐτῶ ἡμέραν ἦκον πρὸς αὐτὸν εἰς τὴν ξενίαν πλείονες, οἷς ἐξετίθετο διαμαρτυρόμενος τὴν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ πείθων τε αὐτοὺς τὰ περὶ τοῦ Ἰησοῦ ἀπό τε τοῦ νόμου Μωϋσέως καὶ τῶν προφητῶν ἀπὸ πρωΐ ἕως ἑσπέρας.
Πραξ. 28,23 Αφού δε ώρισαν εις αυτόν ημέραν συναντήσεως, ήλθαν στο οίκημα, όπου εφιλοξενείτο, περισσότεροι τώρα. Εις αυτούς εξέθετε ο Παύλος τα περί του Χριστού και έδιδε την καλήν μαρτυρίαν περί της βασιλείας του Θεού και προσπαθούσε να πείση αυτούς δια την ζωήν και το έργον του Ιησού, ομιλών από πρωίας έως το βράδυ και φέρων αποδείξεις από τον νόμον του Μωϋσέως και τους προφήτας.
Πραξ. 28,24 καὶ οἱ μὲν ἐπείθοντο τοῖς λεγομένοις, οἱ δὲ ἠπίστουν.
Πραξ. 28,24 Και άλλοι μεν επείθοντο εις τα λεγόμενα του Παύλου, άλλοι δε απιστούσαν.
Πραξ. 28,25 ἀσύμφωνοι δὲ ὄντες πρὸς ἀλλήλους ἀπελύοντο, εἰπόντος τοῦ Παύλου ῥῆμα ἕν, ὅτι καλῶς τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιον ἐλάλησε διὰ Ἡσαΐου τοῦ προφήτου πρὸς τοὺς πατέρας ἡμῶν
Πραξ. 28,25 Επειδή δε διαφωνούσαν μεταξύ των, ανεχώρησαν, αφού τους είπε ο Παύλος ένα ακόμη λόγον, ότι δηλαδή “καλά είπε το Πνεύμα το Αγιον δια του προφήτου Ησαΐου προς τους προγόνους μας,
Πραξ. 28,26 λέγον· πορεύθητι πρὸς τὸν λαὸν τοῦτον καὶ εἶπον· ἀκοῇ ἀκούσετε καὶ οὐ μὴ συνῆτε, καὶ βλέποντες βλέψετε καὶ οὐ μὴ ἴδητε,
Πραξ. 28,26 λέγον· πήγαινε στον λαόν αυτόν και ειπέ· Θα ακούσετε, αλλά δεν θα καταλάβετε, και με τα ίδια σας τα μάτια θα ιδήτε, αλλά δεν θα ίδετε την αλήθειαν του Ευαγγελίου.
Πραξ. 28,27 ἐπαχύνθη γὰρ ἡ καρδία τοῦ λαοῦ τούτου, καὶ τοῖς ὠσὶ βαρέως ἤκουσαν, καὶ τοὺς ὀφθαλμοὺς αὐτῶν ἐκάμμυσαν, μήποτε ἴδωσι τοῖς ὀφθαλμοῖς καὶ τοῖς ὠσὶν ἀκούσωσι καὶ τῇ καρδίᾳ συνῶσι καὶ ἐπιστρέψωσι, καὶ ἰάσομαι αὐτούς.
Πραξ. 28,27 Διότι εχόνδρυνε και εσκληρύνθηκε η καρδία του λαού τούτου και εβαρυάκουσαν με τα αυτιά της ψυχής των και έκλεισαν τα μάτια του νου των, ώστε να μην ίδουν με τα μάτια των και να μη ακούσουν με τα αυτιά των και να μη καταλάβουν την αλήθειαν του Ευαγγελίου με την διάνοιάν των και επιστρέψουν εις εμέ μετανοημένοι και θεραπεύσω αυτούς.
Πραξ. 28,28 γνωστὸν οὖν ἔστω ὑμῖν ὅτι τοῖς ἔθνεσιν ἀπεστάλη τοῦτο τὸ σωτήριον τοῦ Θεοῦ, αὐτοὶ καὶ ἀκούσονται.
Πραξ. 28,28 Αλλά ας είναι γνωστόν εις σας, ότι αυτή η δια του Μεσσίου σωτηρία εκ μέρους του Θεού εστάλη στους εθνικούς. Αυτοί θα την ακούσουν και θα την δεχθούν με αγαθήν διάθεσιν”.
Πραξ. 28,29 καὶ ταῦτα αὐτοῦ εἰπόντος ἀπῆλθον οἱ Ἰουδαῖοι πολλὴν ἔχοντες ἐν ἑαυτοῖς συζήτησιν.
Πραξ. 28,29 Και αφού είπε ο Παύλος αυτά, έφυγαν οι Ιουδαίοι συζητούντες πολύ και με πολλήν έξαψιν μεταξύ των.
Πραξ. 28,30 Ἔμεινε δὲ ὁ Παῦλος διετίαν ὅλην ἐν ἰδίῳ μισθώματι καὶ ἀπεδέχετο πάντας τοὺς εἰσπορευομένους πρὸς αὐτόν,
Πραξ. 28,30 Εμεινε δε ο Παύλος δύο ολόκληρα έτη εις ιδιαίτερον οίκημα, το οποίον είχε ενοικιάσει και εδέχετο με χαράν όλους εκείνους, που ήρχοντο εις επίσκεψίν του.
Πραξ. 28,31 κηρύσσων τὴν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ καὶ διδάσκων τὰ περὶ τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ Χριστοῦ μετὰ πάσης παῤῥησίας ἀκωλύτως.
Πραξ. 28,31 Εκήρυσσε δε προς αυτούς την βασιλείαν του Θεού και εδίδασκε τα περί του Κυρίου Ιησού Χριστού με κάθε παρρησίαν, χωρίς να του περεμβάλη κανείς κανένα εμπόδιον.


Αν θέλεις εύνοια Θεού να ʽχεις και ευλογία
Αφιερώσου ολόκαρδα, κάνʼ το με προθυμία.


Επιστροφή στο

Μέλη σε σύνδεση

Μέλη σε αυτή την Δ. Συζήτηση: 4 και 0 επισκέπτες