Ιωάννη 5, 6 – Κήρυγμα στο Ευαγγέλιο της Κυριακής του Παραλύτου – π. Ιωάννης Κωστώφ

Ανάλυση και συζητήσεις των βιβλίων της Καινής Διαθήκης

Συντονιστές: Νίκος, Anastasios68, johnge

Άβαταρ μέλους
Abel Gkiouzelis
Δημοσιεύσεις: 575
Εγγραφή: Παρ Φεβ 12, 2016 11:46 pm
Τοποθεσία: Σταμάτα & Ωρωπός - Αττική
Επικοινωνία:

Ιωάννη 5, 6 – Κήρυγμα στο Ευαγγέλιο της Κυριακής του Παραλύτου – π. Ιωάννης Κωστώφ

Δημοσίευσηαπό Abel Gkiouzelis » Κυρ Απρ 29, 2018 3:20 pm

Εικόνα

ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΟΥ ΠΑΡΑΛΥΤΟΥ (ΙΩΑΝΝΗ 5, 6)

Ιωάννη 5, 6: “Τοῦτον ἰδὼν ὁ Ἰησοῦς κατακείμενον, καὶ γνοὺς ὅτι πολὺν ἤδη χρόνον ἔχει, λέγει αὐτῷ· θέλεις ὑγιὴς γενέσθαι;”

ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ:

Ιωάννη 5, 6: “Οταν τον είδε ο Ιησούς να κατάκειται, και σαν Θεός που ήτο εγνώρισε ότι πολύν καιρόν είναι άρρωστος, του λέγει· ‘θέλεις να γίνης υγιής;’ “.


* * *

Ἀρχιμ. Ἰωάννης Κωστώφ:

Στό σημερινό Εὐαγγέλιο ἀγαπητοί μου ἀδελφοί, εἴδαμε τή θεραπεία τοῦ παραλύτου ἀπό τόν Κύριό μας. Ἡ πρώτη ἐνέργεια τοῦ Θεανθρώπου ἦταν ἡ καταλυτική ἐρώτησί Του πρός τόν παράλυτο: «θέλεις ὑγιής γενέσθαι;». Αὐτή ἀκριβῶς τήν ἐρώτησι ἀπευθύνει ἀνά τούς αἰῶνες καί στούς ἑκάστοτε αἱρετικούς, σχισματικούς καί ἁμαρτωλούς: «θέλεις ὑγιής γενέσθαι;». Καί μέ τήν εὐκαιρία τῆς ἀφίξεως τοῦ αἱρεσιάρχου Πάπα στήν ἁγιοτόκο Ἑλλάδα, ὅλοι οἱ Ἅγιοί της, ὡς στόματα τοῦ Λόγου, ὁ ὁποῖος ἐγένετο σάρξ, τοῦ ἀπευθύνουν τό ἐρώτημα: «θέλεις ὑγιής γενέσθαι;». Ἰωάννη Πάπα καί ἡ ἀνά τήν οἰκουμένη συντροφιά σου; Θέλεις νά παύσης νά εἶσαι παράλυτος ἀπό τήν ὑπερχιλιετῆ παραλυσία σου; Πέταξε ἀπό πάνω σου τά δεσμά της τά ὁποῖα ἐσύ λόγῳ τῶν ἁμαρτωλῶν πρωτείων καί ἀλαθήτων σου περιεβλήθης χαρούμενος σάν ἄλλη βασιλική πορφύρα, κουρέλια βρώμικα καί μολυντικά:

Πές ὅτι ἔσφαλες βαρύτατα, βροντοφωνεῖ ὁ Κύριος, μέ τό νά κηρύσσης, λές καί Ἐγώ δέν ἤξερα ἀπό ποῦ ἐκπορεύεται τό Ἅγιο Πνεῦμα καί Μέ διόρθωνες ὅτι ἐκπορεύεται καί ἐξ Ἐμοῦ. Ἐγώ σᾶς δίδαξα ὅτι παρά τοῦ Πατρός ἐκπορεύεται. Γιατί ἐσύ τό ἄλλαξες; Παράλυτος ἔγινες διότι βλασφήμησες στόν ἄλλο Παράκλητο, τό Ἅγ. Πνεῦμα Μου. Πές ἥμαρτον καί ἀπάλειψέ το ἀπ᾽ ὅλες τίς ἀκολουθίες καί τίς διδασκαλίες Σου καί μηκέτι ἁμάρτανε.

Γιατί ἐνῶ ἐγώ σᾶς εἶπα νά βαπτίζετε, δηλαδή, νά βυθίζετε τό παιδί στήν κολυμβήθρα, τό κατήργησες καί λές ἁπλῶς νά ψεκάζετε τά παιδιά λές καί εἶναι ζῶα γιά ἀπολύμανσι; Πές ἥμαρτον καί μηκέτι ἁμάρτανε.

Γιατί, ἐνῶ οἱ Ἀπόστολοι μέ ἐντολή δική Μου ἔδιναν τό χρίσμα ἀμέσως μετά τό βάπτισμα, ἐσύ τό μετέθεσες στά ἑπόμενα χρόνια τοῦ παιδιοῦ καί τοῦ στερεῖς ἔτσι τά χαρίσματα τοῦ Ἁγ. Πνεύματός Μου; Πές ἥμαρτον καί μηκέτι ἁμάρτανε.

Γιατί ἐνῶ ἐγώ κατά τό Μυστικό Δεῖπνο τόν ἔνζυμο ἄρτο μετέβαλα σέ σῶμα Μου, ἐσύ καινοτόμησες καί χρησιμοποιεῖς ἄζυμο σάν ἀναβράζοντα δισκία; Γιατί ἐνῶ Ἐγώ εἶπα Πίετε ἐξ αὐτοῦ πάντες ἐσεῖς ἐξαιρούσατε τούς λαϊκούς ἀπό τό Αἷμα Μου;

Γιατί ἐνῶ Ἐγώ δεχόμουν ἀκόμα καί στόν κύκλο τῶν Ἀποστόλων Μου ἐγγάμους ὅπως τόν Πέτρο, ἐσύ ἔβαλες φορτία βαρέα καί δυσβάστακτα στούς ὤμους τῶν Ἱερέων μου μέ τήν ὑποχρεωτική ἀγαμία;

Γιατί προσφέρεις κάτι στήν πανάσπιλη Μητέρα Μου τό ὁποῖο δέν εἶχε; Σέ δίδαξα Ἐγώ ποτέ ὅτι δέν εἶχε τό προπατορικό ἁμάρτημα; Νά μή διδάσκης πράγματα τά ὁποῖα Ἐγώ δέν σέ δίδαξα.

Γιατί ἐνῶ ἐγώ δίδαξα ἐνώπιον ὅλων ὅτι μετά θάνατον μόνο δύο καταστάσεις ὑπάρχουν τῶν σεσωσμένων καί τῶν κολασμένων, ἐσύ κάνεις σάν ἄλλο παράρτημα στό οἰκοδόμημά Μου τό καθαρτήριο; Μήπως νομίζεις ὅτι δέν μποροῦσα νά πάρω οἰκοδομική ἄδεια ἤ ἀπό ἔλλειψι πόρων δέν θά κατόρθωνα νά τό οἰκοδομήσω ἄν τό ἤθελα; Πρόσεξε διότι ἄν συνεχίσης νά τό διδάσκης αὐτό, ὅταν κλείσης τά μάτια σου θά πᾶς κατευθείαν στό κάτω πάτωμα ἀπ᾽ ὅπου τίποτε δέν θά σέ βγάλη.

Πότε Ἐγώ ἐδίδαξα ὅτι ὅταν τά καλά ἔργα κάποιου εἶναι παραπάνω ἀπ᾽ ὅσα χρειάζονται γιά νά σωθῆ μποροῦν νά χρησιμοποιηθοῦν ἀπό σένα σάν προσφορές σέ supermarket γιά τούς ἄλλους; Μήπως δέν σέ δίδαξα στήν Π. Διαθήκη Μου ὅτι ἡ ἀρετή σας εἶναι σάν σερβιέτα ὑγείας; Μήπως δέν σᾶς εἶπα στήν ἐπί γῆς ζωή Μου ὅτι ὅταν πράξετε τἰς ἐντολές Μου θά πρέπη νά λέτε εἴμαστε ἀχρεῖοι δοῦλοι Σου; Πές ἥμαρτον καί μηκέτι ἁμάρτανε.

Λοιπόν, αὐτά βροντοφωνεῖ ὁ Κύριος στόν Πάπα καί τή συμμορία του. Αὐτά εἶναι τά δεσμά πού τόν κρατοῦν παράλυτο χίλια τόσα χρόνια τώρα. Ἀλλά ὁ παράνομος Πάπας «οὐκ ἠβουλήθη συνιέναι». Καί κάθεται τόσες ἑκατονταετίες παράλυτος καί ἀθεράπευτος ὄχι πλέον στήν κολυμβήθρα Βηθεσδά ἡ ὁποία θεράπευε μόνο ἕναν ἐτησίως ἀλλά στήν κολυμβήθρα τῶν «φανατικῶν καί καθυστερημένων καί σκοταδιστῶν» ὀρθοδόξων, στήν κολυμβήθρα τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Κυρίου, δηλαδή, ἡ ὁποία καθημερινά ἀνιστᾶ ἀπό τήν κοπρία τῶν παθῶν καί τό κρεβάτι τῆς παραλυσίας ἑκατοντάδες ἀνθρώπους ταπεινούς καί καταφρονεμένους.

Αἴ, λοιπόν, σ᾽ αὐτή τήν Ἐκκλησία, τή μόνη Ἐκκλησία, ἀνήκουμε καί τό θεωροῦμε καμάρι μας καί καύχημά μας διότι ἐκεῖ ὁ Χριστός μας ἀποκαλύπτει τό θέλημά Του τό ὁποῖο ἀποκρύπτει ἀπό σοφῶν καί συνετῶν. Καί ἄς μήν ἀπογοητευόμαστε. Ὅσοι ἐπίσημοι καί μεγάλοι κι ἄν τήν ἐπιβουλεύωνται δέν μποροῦν νά τή γκρεμίσουν, διότι ἔχει θεμελιωθῆ ἐπί τήν πέτραν, ἡ δέ πέτρα εἶναι ὁ Χριστός. Ἀρκεῖ ἐμεῖς νά μή φύγουμε ἀπό τήν πέτρα αὐτή διότι πλέον χάνουμε τή σιγουριά τῆς σωτηρίας μας. Ὁ Θεός ἄς μᾶς ἀξιώση νά εἴμασθε πάντοτε μέ τούς ταπεινούς καί καταφρονεμένους. Ἀμήν.

Από το βιβλίο: Ἀρχιμ. Ἰωάννου Κωστώφ, Κηρύγματα στά Εὐαγγέλια, Ἐκδόσεις Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνός (τηλ. 6978461846), Σταμάτα 2018

Πηγή:

Ορθοδοξία - Black & White - Orthodoxy


♫•(¯`v´¯) ¸.•*¨*
◦.(¯`:☼:´¯)
..✿.(.^.)•.¸¸.•`•.¸¸✿
✩¸ ¸.•¨ 
Orthodox heart sites - Ορθόδοξα ιστολόγια
YouTube - Twitter - G+

Email: gkiouz.abel@gmail.com. - Feel free to email me...!
╰⊰¸¸.•¨* Orthodox Heart

Άβαταρ μέλους
aposal
Δημοσιεύσεις: 4595
Εγγραφή: Δευτ Ιούλ 30, 2012 1:12 pm
Τοποθεσία: Απόστολος, Άγιος Δημήτριος Αττικής

Re: Ιωάννη 5, 6 – Κήρυγμα στο Ευαγγέλιο της Κυριακής του Παραλύτου – π. Ιωάννης Κωστώφ

Δημοσίευσηαπό aposal » Δευτ Απρ 30, 2018 12:10 pm

Θεραπεία του παραλυτικού της Βηθεσδά – «άνθρωπον ουκ έχω»

Απόσπασμα από το βιβλίο του Μητροπολίτου Μεσογαίας και Λαυρεωτικής Νικολάου με τίτλο: «Εκεί όπου δεν φαίνεται ο Θεός». Έκδοση Ιεράς Μητροπόλεως Μεσογαίας και Λαυρεωτικής. (σελ. 20- 32)

Ανάμεσα σε όλους και ένας παράλυτος για τριάντα οκτώ ολόκληρα χρόνια. «Τούτον ιδών ο Ιησούς κατακείμενον», τον βλέπει διερχόμενος από την κολυμβήθρα της Βηθεσδά ο Κύριος, τον πλησιάζει και του λέει: «Θέλεις υγιής γενέσθαι;». Τι απλή ερώτηση! Και εκείνος δεν απαντά ευθέως, «φυσικά, θέλω», αλλά λέει : «Κύριε, άνθρωπον ουκ έχω, ίνα όταν ταραχθή το ύδωρ, βάλη με εις την κολυμβήθραν», δεν έχω κάποιον άνθρωπο, ώστε μόλις ταραχθεί το ύδωρ να μου δώσει μια σπρωξιά και να μπω εγώ στο νερό πρώτος. Ενώ δε πλησιάζω, «άλλος προ εμού καταβαίνει», κάποιος άλλος με προλαβαίνει. Ο Κύριος δεν του λέει τίποτε άλλο παρά μόνο: «Έγειραι, άρον τον κράββατόν σου και περιπάτει». Και μ’ αυτόν τον τρόπο με έναν απλούστατο, εντελώς διαφορετικό απ‘ όλο αυτό το σκηνικό τρόπο, ο Κύριος του δίνει την υγεία του, τον σηκώνει από την κλίνη της οδύνης και της δοκιμασίας. Και όχι μόνον αυτό, του δίνει και τη δύναμη να σηκώσει το κρεβάτι του και να πάει στην ευχή του Θεού. Χωρίς καμιά κίνηση! Με έναν μόνο λόγο! Ύστερα από τριάντα οκτώ ολόκληρα χρόνια! Ύστερα από μια ολόκληρη ζωή.
Συνήθως μένουμε στο δεύτερο μέρος, στον εντυπωσιασμό του θαύματος και ομολογούμε τη δύναμη του Θεού, τη δυνατότητά Του να υπερβαίνει και τις θαυματουργικές δυνάμεις με αιφνιδιασμούς μειζόνων ενεργειών, που σοφά θεραπεύουν μαζί με το σώμα και τη ψυχή. Αν όμως αφήσουμε τη σκέψη μας στην περιγραφή της εισαγωγής της περικοπής, τα εσωτερικά μας αισθήματα είναι πολύ διαφορετικά.
Η εικόνα είναι φοβερή. Το θέαμα αποκρουστικό. Τα ερωτήματα αδυσώπητα. Ο άγγελος απροειδοποίητα, «κατά καιρόν», ταράσσει το νερό και μόνον «ο πρώτος» βρίσκει ίαση. Εδώ τελειώνει το θαύμα, εδώ εξαντλείται και το έλεος του Θεού. Εδώ αρχίζει το δράμα της σκέψης και της λογικής. Πόνος τεράστιος, αδικία ανεξήγητη, ερωτήματα αναπάντητα. Το έλεος του Θεού ελάχιστο, μόνο για τον ένα, για τον πρώτο. Πώς να συμβαδίσει αυτό με τη λογική μας; Πώς να ερμηνεύσει την αγάπη του Θεού; Τη δικαιοσύνη, την ταπείνωσή Του; Πώς να πείσει για τη παρουσία Του; Μάλλον προκαλεί με την απουσία Του.
Πώς είναι δυνατόν να πιστεύσει κανείς ότι με αυτόν τον τρόπο ο Θεός επιλέγει να δείξει την θεότητά Του και να θεραπεύσει; Γιατί θα έπρεπε – ας φανταστούμε το θέαμα – να κατέβει ο άγγελος να ταράξει το νερό σε άγνωστη στιγμή, ώστε δίχως καμία προετοιμασία, ξαφνικά αυτοί οι δύστυχοι άνθρωποι, τυφλοί, χωλοί, άρρωστοι και ανάπηροι, να σέρνονται, να ανταγωνίζονται μάλιστα ποιος θα μπει πρώτος για να θεραπευτεί; Μόνο για έναν υπήρχε το έλεος του Θεού; Όχι για τον δεύτερο; Και με ποιο κριτήριο αυτό προσφέρεται; Τη φυσική ετοιμότητα και επιδεξιότητα των αναπήρων και όχι την αρετή; Την επιτυχία στην ανταγωνιστικότητα και όχι στην ταπείνωση και τον πνευματικό αγώνα; Γιατί στον πρώτο και όχι στον καλύτερο; Όλο αυτό δεν καταδεικνύει λίγη αγάπη και καθόλου δικαιοσύνη;

Εκτός τούτων, ποιος άγγελος του Θεού θα μπορούσε να προκαλέσει αυτήν την ταραχή, να αντικρίσει αυτό το φαινόμενο και στη συνέχεια να επιστρέψει αναπαυόμενος ότι εξεπλήρωσε το θέλημα του Θεού; Τελικά τι έχει μεγαλύτερη σημασία; Η χαρά της θεραπείας του ενός ή το δράμα της τραγωδίας των πολλών; Και πώς ο ένας που θεραπεύτηκε, αν μάλιστα επιβραβεύεται για την πίστη του ή την αρετή του, είναι δυνατόν να χαρεί τη θεραπεία του, όταν οι υπόλοιποι συνάνθρωποί του, οι συμπάσχοντες ως τώρα μαζί του, όχι μόνο δεν λυτρώνονται, αλλά αντικρίζουν την παράξενη αυτή εύνοια του Θεού να σκεπάζει τον έναν μόνο και μάλιστα όχι τον πιο καλό ή τον πιο ασθενή, αλλά τον πιο «τυχερό»; Δεν προκαλεί αυτό; Είναι δυνατόν όλα αυτά να γίνονται κάτω από το βλέμμα του Θεού και σύμφωνα με το θέλημά Του;
Είναι πολύ ανθρώπινη η ζήλια, όταν θεραπεύεται ο γείτονάς σου και πνίγεσαι από την αίσθηση ότι έχασες εσύ την ευκαιρία. Δεν ξέρω αν αυτή η ζήλια είναι αμαρτία που κολάζει, σίγουρα όμως είναι μαρτύριο που αφόρητα βασανίζει. Γιατί το επιτρέπει τόσο προκλητικά ο Θεός;
Ο παράλυτος ομολογεί ότι «άνθρωπον ουκ έχω». Τριάντα οκτώ χρόνια παράλυτος ζει με μια ελπίδα. Να μπει πρώτος στη δεξαμενή μετά την ταραχή του ύδατος για να θεραπευτεί. Πώς όμως συμβαδίζει η αγάπη του Θεού με την τόσο μακρά διάρκεια της αναπηρίας του παραλύτου; Γιατί να ζήσει ως ανάπηρος τα νιάτα του και να είναι υγιής στα γηρατειά του;….
Γιατί ο Θεός επιτρέπει τόσο πόνο και μάλιστα τόσο άδικα και άνισα κατανεμημένο; Και ενώ τελικά φαίνεται ότι κάνει ένα θαύμα – που αναντίρρητα είναι θαύμα – στην ουσία η όλη ατμόσφαιρα δημιουργεί μια αίσθηση απουσίας, όχι τόσο ανθρώπου – αυτή μπορεί να κατανοηθεί – όσο απουσίας του Θεού; Αυτή με κανέναν τρόπο δεν δικαιολογείται. Φαίνεται η δύναμή Του, αλλά δεν διακρίνεται η αγάπη Του. Πώς αυτός ο Θεός συνυπάρχει με τον Θεό του υπόλοιπου Ευαγγελίου;…
Αν ανοίξουμε το Ψαλτήρι, αν φυλλομετρήσουμε και μερικά πατερικά βιβλία, θα δούμε πόσο αυτή η αίσθηση της φαινομενικής απουσίας του Θεού πολλές φορές εκφράζεται από τα χείλη και του Δαυίδ και των αγίων. Λέει κάπου ο Δαυίδ: «ίνα τι Κύριε απέστης μακρόθεν» - γιατί κάθεσαι από μακριά; «υπεροράς εν ευκαιρίαις εν θλίψεσι;» - γιατί με περιφρονείς εκεί που πρέπει να έλθεις δίπλα μου, στις θλίψεις και στις ανάγκες μου; (Ψαλμ. Θ΄22). Νιώθω ξεχασμένος νιώθω εγκαταλελειμμένος. Μιλάω και δεν έρχεσαι, σε φωνάζω και δεν με ακούς, σε προσδοκώ και μένεις μακριά. Απών ο Θεός από τη ζωή μου, τη στιγμή που Τον ζητώ, τη στιγμή που Τον έχω ανάγκη. «Χριστός καθεύδει», όπως λέει ο Άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος (Επιστολή Π΄ Ευδοξίω Ρήτορι). Δεν είναι απών ο Θεός από το μαρτύριο των μαρτύρων; Δεν είναι απών ο Θεός από τον κόσμο της ταραχής, των διενέξεων, των πολέμων, των αδικιών, των ασθενειών, των αμαρτιών, των παθών; Δεν είναι απών ο Θεός ακόμη και από το πάθος του Κυρίου, από τη σταύρωση και από την ταφή Του; Ο Ίδιος ο Χριστός δεν είπε: «Θεέ μου, Θεέ μου, ίνα τι με εγκατέλειπες;» (Ματθ. κζ΄ 46). Πώς όμως γίνεται ο πανταχού και πάντοτε Παρών να είναι απών;
Άραγε ο Θεός είναι πράγματι απών; Τόσο απών; Ή μήπως κάτι άλλο συμβαίνει; Μήπως πίσω από το λογικό σκάνδαλο κρύβεται μια λεπτή πνευματική λογική που συνδυάζει την αγάπη Του με την πτώση μας, τη δύναμή Του με την ασθένειά μας, την Θεότητά Του με τη λογική αδυναμία μας, τη σοφία Του με την ανικανότητά μας να κατανοήσουμε το μυστήριό Του; Τι σημαίνει ότι το κήρυγμα του σταυρωμένου Θεού είναι «Ιουδαίοις μεν σκάνδαλον, Έλλησι δε μωρία, αυτοίς δε τοις κλητοίς Ιουδαίοις τε και Έλλησι Θεού δύναμις και Θεού σοφία» (Α΄ Κορ. α΄ 23,24). Μήπως η ταπεινή αποδοχή του πεπτωκότος κόσμου κρύβει όχι μόνο σοφία αλλά και θεϊκή δύναμη;…
Φως σε όλα αυτά δίνει το γεγονός της Αναστάσεως του Χριστού και μόνο.
Αν προσέξουμε στις ευαγγελικές περικοπές που περιγράφουν την παρουσία του Θεού, θα διαπιστώσουμε ότι οι ευαγγελιστές αντί να χρησιμοποιούν τη λέξη «ήλθεν» ο Κύριος – σαν να ήταν κάπου και ήλθε – προτιμούν την έκφραση εμφανίζει ή φανερώνει ο Χριστός τον εαυτό Του. Αυτό σημαίνει ότι το ερώτημα δεν είναι αν ο Χριστός, ο Θεός, είναι παρών, αλλά πότε Αυτός μας εμφανίζεται και πώς εμείς Τον βλέπουμε και ο καθένας μας Τον αισθάνεται. Αν ήμασταν εμείς στη κολυμβήθρα και βλέπαμε τον άλλον να θεραπεύεται, θα λέγαμε ότι αυτό αποτελεί φανέρωση Θεού; Ή θα το ομολογούσαμε μόνο αν θεραπευόμασταν εμείς οι ίδιοι; Αν δούμε το θαύμα στον διπλανό μας, αυτό δεν είναι φανέρωση του Θεού; Μόνον αν συμβεί στον εαυτό μας είναι; Μόνο αν εμφανιστεί στον χρόνο με τον τρόπο και τις προϋποθέσεις τις δικές μας είναι πειστική η παρουσία Του; Γιατί η ικανοποίηση της δικής μας επιθυμίας και όχι το γεγονός να είναι καθοριστικό της θεϊκής φανέρωσης τι αξίζει περισσότερο; Το έλασσον που είναι η θεραπεία μας, ή το μείζον που είναι η φανέρωση του Θεού και στους διπλανούς μας; Μήπως ο εγωισμός μας με κάποιον τρόπο αποτελεί την κύρια αιτία της παραμορφώσεως της ουσίας και της βαθύτερης αλήθειας των γεγονότων;
Ο Θεός δεν είναι απών που έρχεται αλλά είναι παρών που κρύβεται. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο το ρήμα που συνήθως οι ευαγγελιστές και οι πατέρες μας χρησιμοποιούν είναι ότι εμφανίζεται, βγαίνει από το κρύψιμό Του και μας φανερώνεται. Και μας φανερώνεται στους ανθρώπους που μπορούν να βλέπουν. Πρέπει να υπάρξει μια συνεργασία της στιγμής του Θεού για την ψυχή μας και της καθαρότητος των οφθαλμών μας για να αναγνωρίσουμε τον εμφανιζόμενο Θεό.
Το ευαγγελικό ανάγνωσμα δεν μιλάει για έναν μόνο παράλυτο, αλλά φανερά μεν μιλάει για τη στιγμή του ενός παραλύτου, διακριτικά δε υπαινίσσεται τη στιγμή όλων των παραλύτων αυτού του κόσμου και φυσικά και τη δική μας. Υπάρχει ένα κυνηγητό του ανθρώπου με τον Θεό. Ο αληθινός Θεός δεν είναι αυτός που ξοδεύεται, αυτός ο οποίος εξευτελίζεται με πρόχειρες φαντασιώσεις κατά το θέλημα του ανθρώπου, αλλά είναι αυτός που κρύβεται στις ταπεινές γωνίες και στις μυστικές στροφές της πορείας αυτής της ζωής. Ο Θεός πράγματι υπάρχει. Σε εμάς απομένουν δύο πράγματα: Το ένα είναι να κάνουμε την υπομονή του χρόνου και το δεύτερο είναι να κάνουμε τον αγώνα της καθαρότητος των οφθαλμών μας. Τότε σαν τον παράλυτο, θα έρθει η ώρα μας. Μπορεί να είναι ύστερα από τριάντα οκτώ χρόνια, μπορεί να είναι αύριο, μπορεί να είναι πέντε λεπτά πριν σφραγίσουμε τα μάτια μας σε αυτόν τον κόσμο, αλλά υπάρχει πάντοτε η στιγμή του Θεού για όλους. Και τότε η μακρόχρονη αναπηρία συνοδεύεται από θαυματουργική θεραπεία, αποτελεί μεγαλύτερη ευλογία από την υγεία που στερείται εμπειρίας θεϊκής παρουσίας.
Η φανέρωση του Θεού – πάντα το ζούσε αυτό η Εκκλησία, δεν το έλεγε σαν μια διπλωματική υπεκφυγή – η φανέρωση του Θεού στη ζωή μας είναι μυστική και πνευματική. Ο κόσμος που ζούμε είναι κόσμος πτώσεως, σύμφυτος με τον θάνατο. Κι αν δεν πεθάνουμε σήμερα, θα πεθάνουμε αύριο. Κι αν σήμερα μας αναστήσει ο Χριστός, όπως τον Λάζαρο, ύστερα από λίγο καιρό θα φύγουμε απ’ αυτόν τον κόσμο. Κι αν δεν φύγουμε με αρρώστια ή με αυτοκινητιστικό δυστύχημα, θα φύγουμε με άλλον τρόπο. Κάπως θα φύγουμε. Η παρουσία του Θεού είναι παρουσία για να δώσει στον καθένα μας την αίσθηση τη σωτηρίας, όχι της υγείας, της δυνάμεως ή της ατελείωτης ζωής σ’ αυτόν τον κόσμο, αλλά τον πόθο της αθανασίας την προσδοκία της αιωνιότητος. Να δώσει τη γλύκα ότι κι αν πονάμε, κι αν δοκιμαζόμαστε, κι αν αδικούμαστε, κι αν στερούμαστε ίσως την αμεσότητα της Θείας παρουσίας, όπως την αξιώνει η λογική και την απαιτούν οι φυσικές ανάγκες, μπορεί να ζούμε τη ζεστασιά, την αίσθηση και την εμπειρία της πνευματικής Του παρουσίας στη ζωή μας. Τι ζυγίζουν οι δυσκολίες και οι δοκιμασίες, όταν ζούμε τον Χριστό μέσα μας, όταν έχουμε τον Θεό κοντά μας, όταν νιώθουμε ότι βρισκόμαστε στη δική του αγκαλιά! Όταν ο Κύριος ζούσε την εμπειρία της απόλυτης εγκατάλειψης στον σταυρό, εκεί ήταν κατ’ εξοχήν στιγμή της θεϊκής παρουσίας – ήταν αδύνατο να απουσιάζει ο Θεός τη στιγμή που επιτελείτο το έργο της Θείας οικονομίας! Έτσι και μ’ εμάς. Η παρουσία του Θεού είναι απόλυτη και τέλεια στις δοκιμασίες και τους πειρασμούς μας, όταν η αίσθηση της εγκατάλειψής Του είναι εντονότερη. Είναι αδύνατο να απουσιάζει ο Θεός από τη σωτηρία μας!
Τελικά κόσμος δεν είναι αυτός που φαίνεται, αλλά ένας άλλος που υπάρχει και που πρέπει εμείς να τον διακρίνουμε και τότε θα δοξάσουμε τον Θεό για τις πλούσιες ευλογίες που μας δίνει, για τη δυνατότητα όχι τόσο να αποκτήσουμε την υγεία μας – αυτήν κάποτε θα την χάσουμε – ούτε πάλι να γλιτώσουμε από μια απειλή της ζωής μας – και γι’ αυτήν θα έρθει το τέλος – αλλά κυρίως να απολαύσουμε τη σωτηρία μας. Τη δυνατότητα δηλαδή να γίνουμε κι εμείς μέτοχοι και μέλη της βασιλείας του Θεώ αιωνίως και να αντικρίζουμε «πρόσωπον προς πρόσωπον» τον Θεό και Σωτήρα μας.


Μελίζεται και διαμερίζεται ο Αμνός του Θεού, ο μελιζόμενος και μη διαιρούμενος, ο πάντοτε εσθιόμενος και μηδέποτε δαπανώμενος, αλλά τους μετέχοντας αγιάζων (απόσπασμα από τη Θεία Λειτουργία του Αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου).


Επιστροφή στο

Μέλη σε σύνδεση

Μέλη σε αυτή την Δ. Συζήτηση: 1 και 0 επισκέπτες