Το Μυστήριο της Θείας Ευχαριστίας

Τα 7 Μυστήρια της Εκκλησίας μας, η χρησιμότητα τους, η απόδειξη της Θείας προέλευσής τους μέσα από την Αγία Γραφή.

Συντονιστές: Νίκος, Anastasios68, johnge

Άβαταρ μέλους
Νίκος
Διαχειριστής
Δημοσιεύσεις: 5834
Εγγραφή: Παρ Ιούλ 27, 2012 11:05 am
Τοποθεσία: Κοζάνη

Δημοσίευσηαπό Νίκος » Τρί Αύγ 07, 2012 5:19 pm

Πότε όμως μπορούμε χωρίς "κρίμα ή κατάκριμα" να προσέλθουμε στο Ποτήριον της Ζωής; Αρκεί να επισκεπτόμαστε τακτικά τον Πνευματικό μας και να έχουμε την άδειά του;

Εικόνα

Ο Απόστολος Παύλος λέει:

"26 οσάκις γάρ αν εσθίητε τον άρτον τούτον και το ποτήριον τούτο πίνητε, τον θάνατον τού Κυρίου καταγγέλλετε, άχρις ού αν έλθη. 27 ώστε ός αν εσθίη τον άρτον τούτον ή πίνη το ποτήριον τού Κυρίου αναξίως, ένοχος έσται τού σώματος και τού αίματος τού Κυρίου. 28 δοκιμαζέτω δε άνθρωπος εαυτόν, και ούτως εκ τού άρτου εσθιέτω και εκ τού ποτηρίου πινέτω. 29 ο γάρ εσθίων και πίνων αναξίως κρίμα εαυτώ εσθίει και πίνει, μη διακρίνων το σώμα τού Κυρίου. 30 διά τούτο εν υμίν πολλοί ασθενείς και άρρωστοι και κοιμώνται ικανοί. 31 ει γάρ εαυτούς διεκρίνομεν, ουκ αν εκρινόμεθα, 32 κρινόμενοι δε υπό τού Κυρίου παιδευόμεθα, ίνα μη σύν τώ κόσμω κατακριθώμεν." (Κορινθ. Α 11, 26-31)

Επομένως σύμφωνα με τον Απόστολο των Εθνών είμαστε εμείς προσωπικά υπεύθυνοι απέναντι στο Θεό να κρίνουμε τον εαυτό μας πριν προσέλθουμε στο Άγιο Ποτήριο, αν πλησιάζουμε μετά φόβου, πίστεως και αγάπης. Αν διακρίνουμε μέσα μας έστω και μια σκιά, που παρά την τακτική εξομολόγηση και την άδεια του Πνευματικού μας, βαρύνει την ψυχή μας τόσο ώστε να μην μπορούμε να προσφέρουμε το σώμα μας και την ψυχή μας στον Κύριο για να κατοικήσει, τότε πρέπει να το ξανασκεφτούμε.

Ο ίδιος ο Χριστός αναφέρει μια τέτοια περίπτωση:

"23 εάν ούν προσφέρης το δώρόν σου επί το θυσιαστήριον κακεί μνησθής ότι ο αδελφός σου έχει τι κατά σού, 24 άφες εκεί το δώρόν σου έμπροσθεν τού θυσιαστηρίου, και ύπαγε πρώτον διαλλάγηθι τώ αδελφώ σου, και τότε ελθών πρόσφερε το δώρόν σου. " (Ματθ. 5, 23-24)

Εάν δηλαδή διαπιστώσουμε ότι μέσα στην καρδιά μας υπάρχει κάποιο εμπόδιο στη σχέση μας μ' ένα συνάνθρωπό μας, πρέπει εφόσον μπορούμε να τακτοποιήσουμε πρώτα το πρόβλημα με τον αδελφό μας κι ύστερα να πλησιάσουμε Εκείνον που η απέραντη Αγάπη του δε συμβιβάζεται με τις ανθρώπινες μικροκακίες.

Επομένως δεν αρκεί να έχουμε ενεργή πνευματική ζωή και τακτική επαφή με τον Πνευματικό μας, πρέπει να είμαστε πάντοτε σε εγρήγορση, μήπως μετά την τελευταία επαφή με τον Πνευματικό μας έχει μεσολαβήσει κάποιο γεγονός, που μας εμποδίζει να κοινωνήσουμε. Αυτό όμως να το κάνουμε με διάκριση κι όχι με έπαρση ή υπερβολική αυστηρότητα, που είναι και τα δυο δείγμα εγωισμού.

Σε κάθε περίπτωση πλησιάζουμε το Σώμα και το Αίμα του Χριστού μας με αίσθηση αναξιότητας, αλλά με πίστη και ελπίδα στην Αγάπη Του και το Μέγα Έλεός Του.

"Οίδα, Κύριε, ότι αναξίως μεταλαμβάνω του αχράντου σου Σώματος και του τιμίου σου Αίματος, και ένοχος ειμί, και κρίμα εμαυτώ εσθίω και πίνω, μη διακρίνων το Σώμα και Αίμα σου του Χριστού και θεού μου. αλλά τοις οικτιρμοίς σου θαρρών, προσέρχομαί σοι τω ειπόντι: Ο τρώγων μου την Σάρκα και πίνων μου το Αίμα, εν εμοί μένει, καγώ εν αυτώ. Σπλαγχνίσθητι ουν, Κύριε, και μη παραδειγματίσης με τον αμαρτωλόν, αλλά ποίησον μετ’ εμού κατά το έλεός σου. και γενέσθω μοι τα ’Αγια ταύτα εις ίασιν, και κάθαρσιν, και φωτισμόν, και φυλακτήριον, και εις αποτροπήν πάσης φαντασίας και πονηράς πράξεως και ενεργείας διαβολικής, κατά διάνοιαν της εν τοις μέλεσί μου ενεργουμένης. εις παρρησίαν και αγάπην την προς σε. εις διόρθωσιν βίου και ασφάλειαν . εις αύξησιν αρετής και τελειότητος. εις πλήρωσιν εντολών, εις Πνεύματος Αγίου κοινωνίαν, εις εφόδιον ζωής αιωνίου, και εις απολογίαν ευπρόσδεκτον την επί του φοβερού βήματός σου. μη εις κρίμα, ή εις κατάκριμα." (Ευχή Β του Μεγάλου Βασιλείου, Από την Ακολουθία της Θείας Μεταλήψεως)


Ο Θεός, ιλάσθητί μοι τώ αμαρτωλώ και ελέησόν με.

Άβαταρ μέλους
Achilleas
Δημοσιεύσεις: 2088
Εγγραφή: Παρ Ιούλ 27, 2012 7:09 pm

Δημοσίευσηαπό Achilleas » Τρί Αύγ 07, 2012 5:20 pm

Πολλοί χριστιανοί Νίκο προσέρχονται να μεταλάβουν τω Αχράντων Μυστηρίων χωρίς να έχει προηγηθεί το Μυστήριο της Θείας Εξομολόγησης. Πολλοί από αυτούς δεν έχουν καν Πνευματικό και κοινωνούν κατ' αυτόν τον τρόπο από μικρά παιδιά! Αν τους ρωτήσεις το γιατί θα σου πουν ότι δεν χρειάζεται να εξομολογηθούν σε Πνευματικό, αλλά εκμυστερεύονται τα αμαρτήματά τους, κατ' ευθείαν στο Θεό. Αυτό μου ακούγεται "Προτεσταντικό" και μάλιστα θα διαιωνίζεται στις επόμενες γενιές, αφού αυτοί οι πιστοί μαθαίνουν την ίδια συνήθεια και στα παιδιά τους.

Βέβαια, ο ιερέας δεν μπορεί να ξέρει ο καθένας που προσέρχεται στη Θεία Κοινωνία αν έχει πάει πριν στον Πνευματικό για να εξομολογηθεί. Πάντως η Ορθόδοξη Εκκλησία θα πρέπει να ξέρει ότι οι πιστοί που έχουν αυτή τη συνήθεια αποτελούν και την πλειοψηφία του σώματός της.

Πιστεύω ότι τελικά ο Χριστός του οποίου το σώμα και αίμα θα λάβει ο μεταλαμβάνων, θα κρίνει την ενέργειά του αυτή.


Μακάριοι οι πραείς, ότι αυτοί κληρονομήσουσι την γην.

Άβαταρ μέλους
Μαρίνα
Δημοσιεύσεις: 383
Εγγραφή: Δευτ Ιούλ 30, 2012 1:46 pm

Δημοσίευσηαπό Μαρίνα » Τρί Αύγ 07, 2012 5:21 pm

Achilleas έγραψε:Πολλοί χριστιανοί Νίκο προσέρχονται να μεταλάβουν τω Αχράντων Μυστηρίων χωρίς να έχει προηγηθεί το Μυστήριο της Θείας Εξομολόγησης. Πολλοί από αυτούς δεν έχουν καν Πνευματικό και κοινωνούν κατ' αυτόν τον τρόπο από μικρά παιδιά! Αν τους ρωτήσεις το γιατί θα σου πουν ότι δεν χρειάζεται να εξομολογηθούν σε Πνευματικό, αλλά εκμυστερεύονται τα αμαρτήματά τους, κατ' ευθείαν στο Θεό. Αυτό μου ακούγεται "Προτεσταντικό" και μάλιστα θα διαιωνίζεται στις επόμενες γενιές, αφού αυτοί οι πιστοί μαθαίνουν την ίδια συνήθεια και στα παιδιά τους.

Βέβαια, ο ιερέας δεν μπορεί να ξέρει ο καθένας που προσέρχεται στη Θεία Κοινωνία αν έχει πάει πριν στον Πνευματικό για να εξομολογηθεί. Πάντως η Ορθόδοξη Εκκλησία θα πρέπει να ξέρει ότι οι πιστοί που έχουν αυτή τη συνήθεια αποτελούν και την πλειοψηφία του σώματός της.

Πιστεύω ότι τελικά ο Χριστός του οποίου το σώμα και αίμα θα λάβει ο μεταλαμβάνων, θα κρίνει την ενέργειά του αυτή.


....Στις μεγάλες ενορίες έχει Θεία Λειτουργία σχεδόν όλα τα Σάββατα. Επίσης μ´αρέσει πολύ να κοινωνώ στις αγρυπνίες.... Νίκο ίσως να είναι λάθος αυτό αλλά δεν το γνωρίζω. Στις αγρυπνίες Κοινωνούμε?

Όσο για το πιο πάνω θα συμφωνήσω ότι οι περισσότεροι απο μας που δεν έχουμε εξομολογηθεί έχουμε κοινωνήσει.

Προσπωπικά αν και απο ότι κατάλαβα να γράφεις επι των προσωπικών σου είναι λάθος, Κοινώνησα έχωντας 10 χρόνια να α-οινωνίτη και δεν έβρισκα και ακόμα δεν βρίσκω λόγια να περιγράψω το αίσθημα και το δεος. Κ να προσθέσω ότι δεν έχω εξομολογηθεί ποτε γιατι έτσι μεγάλωσα. Είναι Μυστήριο ένα απο τα 7 και όμως ελάχιστοι γνωρίζουν την σοβαρότητα του.

Νίκο θα επισκευτώ την Μονή Κονίτσης και ελπίζω να είναι συντομα. θα σου πω πάντως με ΠΜ το τι έκαμα.


Τον πανεύφημον Μάρτυν Χριστού Γεώργιον, Ιωαννίνων το κλέος και πολιούχον στερρόν, άσμασιν εγκωμίων άνευφημήσωμεν ότι ένήθλησε λαμπρώς, και κατήνεγκεν έχθρόν, του Πνεύματος τη δυνάμει και νυν άπαύστως πρεσβεύει, υπέρ των ψυχών ημών.

Άβαταρ μέλους
Achilleas
Δημοσιεύσεις: 2088
Εγγραφή: Παρ Ιούλ 27, 2012 7:09 pm

Δημοσίευσηαπό Achilleas » Τρί Αύγ 07, 2012 5:23 pm

Το μυστήριο της εξομολόγησης είναι υποχρεωτικό. Πάντως, δεν σημαίνει ότι και η γνήσια εσωτερική μετάνοια δεν παίζει το ρόλο της.
Όμως, η εξομολόγηση, πρέπει να γίνεται με το σωστό τρόπο. Π.Χ., στην μακρά περίοδο νηστείας, όπως η Σαρακοστή, λόγω της μεγάλης προσέλευσης του κόσμου για εξομολόγηση, δεν πιστεύω ότι μετά από μιά τρίλεπτη εξομολόγηση καὶ ευχή συγχώρεσης ο άνθρωπος αἰσθάνεται πλέον έτοιμος να δεχτεί τη Θεία Μετάληψη. Πολλές φορές η εξομολόγηση συνοδεύεται και από την πνευματική καθοδήγηση.
Θὰ πρέπει, ωστόσο να τονίσουμε ότι την ικανότητα της πνευματικής καθοδήγησης δὲν διαθέτει ο κάθε ενοριακὸς ιερέας, αλλά "κάποιοι ειδικοί άνθρωποι", ας το πούμε έτσι. Το μυστήριό της μετανοίας συνδέθηκε κατὰ μία ἔννοια μὲ την πνευματικὴ καθοδήγηση, την επίλυση “δυσκολιών” καὶ “προβλημάτων". Στις τρίλεπτες αυτές συναντήσεις με τον Πνευματικό, δεν επιτυγχάνεται αποτέλεσμα, πνευματικές νουθεσίες δεν προλαβαίνουν να δοθούν και αν δοθούν μπορεί να είναι και λανθασμένες. Η πνευματικὴ καθοδήγηση πιστεύω ότι πρέπει νὰ ἀποσυνδεθεί απὸ την μυστηριακὴ εξομολόγηση, έστω κι αν αυτὴ αποτελεί τον ἀπώτερο σκοπό της.


Μακάριοι οι πραείς, ότι αυτοί κληρονομήσουσι την γην.

Άβαταρ μέλους
Νίκος
Διαχειριστής
Δημοσιεύσεις: 5834
Εγγραφή: Παρ Ιούλ 27, 2012 11:05 am
Τοποθεσία: Κοζάνη

Δημοσίευσηαπό Νίκος » Τρί Αύγ 07, 2012 5:24 pm

marinam έγραψε:....Στις μεγάλες ενορίες έχει Θεία Λειτουργία σχεδόν όλα τα Σάββατα. Επίσης μ´αρέσει πολύ να κοινωνώ στις αγρυπνίες.... Νίκο ίσως να είναι λάθος αυτό αλλά δεν το γνωρίζω. Στις αγρυπνίες Κοινωνούμε?

Όσο για το πιο πάνω θα συμφωνήσω ότι οι περισσότεροι απο μας που δεν έχουμε εξομολογηθεί έχουμε κοινωνήσει.

Προσπωπικά αν και απο ότι κατάλαβα να γράφεις επι των προσωπικών σου είναι λάθος, Κοινώνησα έχωντας 10 χρόνια ακοινώνητη και δεν έβρισκα και ακόμα δεν βρίσκω λόγια να περιγράψω το αίσθημα και το δεος. Κ να προσθέσω ότι δεν έχω εξομολογηθεί ποτε γιατι έτσι μεγάλωσα. Είναι Μυστήριο ένα απο τα 7 και όμως ελάχιστοι γνωρίζουν την σοβαρότητα του.

Νίκο θα επισκευτώ την Μονή Κονίτσης και ελπίζω να είναι συντομα. θα σου πω πάντως με ΠΜ το τι έκαμα.


Στις αγρυπνίες υπάρχει πιο κατανυκτική ατμόσφαιρα, έτσι είναι πολύ καλύτερα να εκμεταλλευόμαστε τέτοιες πνευματικές ευκαιρίες και να κοινωνούμε.

Μαρίνα, όλοι κοινωνούμε αναξίως επειδή είμαστε αμαρτωλοί και αμαρτάνουμε ακόμη και μεταξύ Εξομολόγησης και Θείας Κοινωνίας. Όμως, όταν εξομολογηθούμε και λάβουμε την άδεια του Πνευματικού μας να κοινωνήσουμε, τότε κοινωνούμε Κατά Χάριν, δηλαδή η Θεία Χάρις μας βοηθά να ωφεληθούμε πνευματικά από την ένωσή μας με το Χριστό και να μην βλαφτούμε.

Τι συμβαίνει όταν κάποιος κοινωνεί χωρίς να προηγηθεί Εξομολόγηση; Δεν γνωρίζω και δεν μπορώ να πω. Αυτό που αισθάνθηκες όταν κοινώνησες είναι μία ένδειξη ότι έκανες καλά, όχι όμως και απόδειξη, επειδή αυτό που αισθανόμαστε δεν είναι πάντοτε σωστό. Μερικές φορές ο εχθρός του ανθρώπου μας παραπλανά για να πετύχει τους σκοπούς του, όπως παραδείγματος χάριν να μας δώσει την απατηλή εντύπωση ότι μπορούμε να κοινωνούμε άφοβα χωρίς να Εξομολογούμαστε. Ίσως όμως ο Θεός στη συγκεκριμένη περίπτωση αναγνώρισε την καλή πρόθεσή σου και σου έδωσε μια ευκαιρία να έρθεις πάλι κοντά Του.

Δεν σε κρίνω ούτε θέλω να σε μπερδέψω. Ότι έγινε μέχρι τώρα έγινε και με τη βοήθεια του Θεού ας είναι καλώς καμωμένο. Όμως τώρα που γνωρίζεις το σωστό, καλά είναι, πριν ξανακοινωνήσεις, να Εξομολογηθείς κι ύστερα να κάνεις ότι σου πει ο Πνευματικός σου. Έτσι είναι βέβαιο ότι η Θεία Κοινωνία θα είναι εις "άφεσιν αμαρτιών και ζωήν την αιώνιον" και όχι "είς κρίμα ή κατάκριμα".


Ο Θεός, ιλάσθητί μοι τώ αμαρτωλώ και ελέησόν με.

Άβαταρ μέλους
Νίκος
Διαχειριστής
Δημοσιεύσεις: 5834
Εγγραφή: Παρ Ιούλ 27, 2012 11:05 am
Τοποθεσία: Κοζάνη

Δημοσίευσηαπό Νίκος » Τρί Αύγ 07, 2012 5:25 pm

Ania στο facebook έγραψε:Καλημερα σας; Τι κανετε;
Πρεπει να πηγαινουμε στον Πνευματικο μας. Μεσα απο την εξομολόγηση καθαριζουμε την ψυχη μας!
Τι πιο ωραιο μετα την εξομολογηση να παιρνεις το Σωμα και το Αιμα του Κυριου μας Ιησου Χριστου


Ο Θεός, ιλάσθητί μοι τώ αμαρτωλώ και ελέησόν με.

Άβαταρ μέλους
Νίκος
Διαχειριστής
Δημοσιεύσεις: 5834
Εγγραφή: Παρ Ιούλ 27, 2012 11:05 am
Τοποθεσία: Κοζάνη

Δημοσίευσηαπό Νίκος » Τρί Αύγ 07, 2012 5:25 pm

Για την προσευχή προ της Θείας Κοινωνίας
16 Δεκεμβρίου, 2010 — VatopaidiFriend

Μητροπολίτου Αντωνίου του Σουρόζ (Μπλούμ)

Εικόνα

Εις το Όνομα του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος

Κάθε φορά που προσερχόμαστε στη Θεία Κοινωνία, λέμε στον Κύριο ότι πλησιάζουμε Αυτόν που είναι ο Σωτήρας των αμαρτωλών, αλλά δηλώνουμε ακόμη ότι θεωρούμε τους εαυτούς μας ως τους μεγαλύτερους αμαρτωλούς. Πόση αλήθεια υπάρχει σε μια τέτοια δήλωση, όταν την κάνουμε; Ή μάλλον, πώς μπορούμε να κάνουμε μια τέτοια δήλωση; Είναι αλήθεια; Μπορούμε όντως να πούμε ότι θεωρούμε τους εαυτούς μας ως τους χειρότερους αμαρτωλούς; Ο άγιος Ιωάννης της Κροστάνδης, στο «Ημερολόγιό» του το θέτει μ’ ένα τρόπο ο οποίος, πιστεύω, είναι πολύ σημαντικός. Λέει ότι και αυτός θέτει στον εαυτό του αυτήν ακριβώς την ερώτηση, και μπορεί να την απαντήσει με κάθε ειλικρίνεια, επειδή, λέει, αν άλλοι είχαν δεχτεί τόσο πολλή αγάπη, τόσο πολλή χάρη, τόσο πολλές θείες αποκαλύψεις όσες δέχθηκε αυτός, θα είχαν φέρει καρπούς τους οποίους ο ίδιος αποδείχθηκε ανίκανος να φέρει.

Παρόμοιες ερωτήσεις μπορούμε να θέτουμε στον εαυτό μας, όταν προσερχόμαστε στη Θεία Κοινωνία, και να λέμε τα λόγια της Ευχής προ της Θείας Ευχαριστίας. Άραγε τα επαναλαμβάνουμε, επειδή είναι γραμμένα μέσα στα βιβλία; Ή επειδή έχουμε επίγνωση – αλλά επίγνωση ποιού πράγματος; Ότι είμαστε αμαρτωλοί; Ναι, όλοι, λίγο πολύ, έχουμε επίγνωση ότι είμαστε αμαρτωλοί∙ έχουμε όμως επίγνωση πόσα έχουμε λάβει από τον Θεό και πόσο λίγους καρπούς έχουμε αποδώσει; Μόνον αν δούμε ζωηρά, καθαρά, την αντίθεση ανάμεσα σ’ αυτό που μπορούσαμε να είμαστε –ή μάλλον σ’ αυτό που ΜΠΟΡΟΥΜΕ να είμαστε, και στο τι είμαστε, μόνο τότε θα μπορούσαμε έντιμα να πούμε τέτοια λόγια.

Ας τα σκεφθούμε, διότι δεν μπορούμε να λέμε στον Θεό φιλοφρονήσεις, λόγια κενής ευγένειας, όταν προσευχόμαστε. Ό,τι λέμε πρέπει να είναι αληθινό, και πρέπει να ελέγχουμε αν κάθε προσευχή μας αληθεύει μέσα στη συνείδησή μας και μέσα στη ζωή μας.

Ας πάρουμε αυτές τις σκέψεις μαζί μας μέχρι την επόμενη φορά που θα κοινωνήσουμε, έτσι ώστε κάποια μέρα, ίσως όχι στην επόμενη Θεία Κοινωνία μας, αλλά μετά από μια μακρά ζωή αναζήτησης, προσευχής και αυτοκριτικής, να μπορούμε να πούμε αληθινά, «Ω, Κύριε, πόσο πολλά μου έχεις δώσει και πόσο λίγο καρπό έχω φέρει: Αν οποιοσδήποτε άλλος είχε λάβει όσα έδωσες σ’ εμένα, θα ήταν ήδη Άγιος». Αμήν.

Μτφ Π.Τσαλίκη

Πηγή: www.romfea.gr


Ο Θεός, ιλάσθητί μοι τώ αμαρτωλώ και ελέησόν με.

Άβαταρ μέλους
Νίκος
Διαχειριστής
Δημοσιεύσεις: 5834
Εγγραφή: Παρ Ιούλ 27, 2012 11:05 am
Τοποθεσία: Κοζάνη

Δημοσίευσηαπό Νίκος » Τρί Αύγ 07, 2012 5:26 pm

Ο ΚΟΙΝΩΝΙΚΟΣ

Εικόνα

Πάσχα θα κάμω πάλι σήμερα,
κι ειν’ η λαχτάρα μου μεγάλη!
Πάσχα θα κάμω πάλι σήμερα,
γιατί θα κοινωνήσω πάλι.

Μαζί κι οι δυό μας θα γιορτάσουμε,
ω, πόσο τόχες πεθυμήσει.
«Επιθυμία επεθύμησα»,
μας είπες πριν το δείπνο αρχίσει.

Επιθυμία επεθύμησα!
-πως μας φλογίζ’ η επιθυμιά σου!
πως λαχταρήσαμε να γείρωμε
απόψε πάνω στην καρδιά σου!

Δέξου μας σαν τον άγιο Γιάννη σου,
πάνω στο στήθος σου σκυμμένους.
Δε θα σου πούμε ποια άγρια κύματα
μας φέραν δω μισοπνιγμένους.

Τα ξέρεις όλα! Κι αν πονούσαμε,
πιότερο συ για μας πονούσες
και, σιωπηλός, - τα χρόνια ως διάβαιναν,-
στο δείπνο σου μας καρτερούσες.

Μαζί σου τώρα θα γιορτάσουμε,
και το τραπέζι ‘ναι στρωμένο.
Μα πως σε βλέπω, ω τρισελεύτερε,
τη δουλική ποδιά ζωσμένο;

-«Σταθήτε, φίλοι! Ο νους σας άγρυπνος
κι ολάνοιχτ’ η ψυχή σαν κρίνο,
για να δεχτή, δροσιά απριλιάτικη,
την ύστερη εντολή που αφήνω.

Εγώ ‘μαι ο Κύριος κι ο Διδάσκαλος.
Μαζί μου ως τ’ άστρα θ’ ανεβήτε,
μ’ αφού στα πόδια τ’ άλλου σκύψετε
και δουλική ποδιά ζωσθήτε.

Εγώ ‘μαι ο Κύριος κι ο Διδάσκαλος,
μα ταπεινώθηκα ως τα Βάθη.
Όποιος το Θρόνο μου λαχτάρησε,
το δρόμο τούτο πρώτα ας μάθη!

Μα ελάτε τώρα να γιορτάσουμε.
Χρείαν ουκ έχει ο λελουσμένος.
Μαζί σας, η χαρά μου απέραντη,
κι ας είμαι κιόλα προδομένος»

Κύριε, τα λόγια σου αντηχήσανε
ως τα κατάβαθα του νου μας.
Εσύ διαβάζεις την αγάπη μας
μεσ’ στην καρδιά του καθενού μας.

Εσύ διαβάζεις την αγάπη μας,
και, πιο καλά από μας, το ξέρεις
Πόσο οι ψυχές μας νοσταλγήσανε
σ’ αυτό τ’ ανώγειο να μας φέρης.

Μαζί το Πάσχα θα γιορτάσουμε
και τον καινούργιο Αμνό θα φάμε,
Μαζί σου, ακόμα και στον θάνατο
- και στην ανάσταση - θα πάμε.

Πάσχα θα κάμω πάλι σήμερα,
γιατί θα κοινωνήσω πάλι!
Πάσχα θα κάμω πάλι σήμερα,
κι ειν’ η λαχτάρα μου μεγάλη!

Ο λειτουργός προβαίνει επίσημα
τ’ Άγια κρατώντας υψωμένα,
μα Εσύ μας κράζεις με τα χείλη του:
«πιστοί μου, ελάτε προς Εμένα».

Σεμνά κι αθόρυβα προσέρχονται
θερμός στα μάτια ο πόθος λάμπει
κι ανοίγουν οι καρδιές εφτάδιπλες,
ο Βασιλιάς των όλων νάμπη.

Ανοίγουν οι καρδιές ευφρόσυνα
καθώς στον ήλιο τα λουλούδια,
κι ανάερα φτερουγάνε γύρω μας,
αύρες των όρθρων, τ’ αγγελούδια.

Αύρες των όρθρων μας θωπεύουνε
μεσ’ στη σεμνή φωτοχυσία•
την εκκλησία μας όλη γέμισε
χίλιων ψυχών η παρουσία.

Άκτιστε Λόγε και Σύναρχε,
πόσους εκάλεσες σιμά σου!
Γύρω ένα πλήθος αναρίθμητο
σιμώνει προς την Τράπεζά σου.

Τούτη την ώρα που κυκλώνουμε
τ’ αφθαρτοπάροχο ποτήρι,
πνεύματα μύρια ολούθε κίνησαν
για να βρεθούν στο πανηγύρι.

Θα κοινωνήσω με τους Έντεκα
- στη νύχτα χάθηκε ο προδότης -
με την Παρθένα Μάνα που έσφιξε
στην αγκαλιά της τον Αμνό της.

Θα κοινωνήσω με τους Έντεκα
και με την πρώτη Εκκλησία.
Κοινή κι η πίστη κι η λαχτάρα μας
μπρος στην υπέρτατη Θυσία.

Να, με τους πρώτους, οι Εβδομήκοντα,
και να κι ο Παύλος πούχει φτάσει
στα τρίδιπλα φτερά του ζήλου του,
πέλαα περνώντας, κάμπους, δάση.

Γεμάτη δύναμη και θέληση
στράφτει η ματιά του, σαν ατσάλι.
Χαίρε, ω ποτήρι μυριολάτρευτο
που τον χαλύβδωσες στη πάλη.

Να των μαρτύρων τ’ αναρίθμητα
που φτερουγάνε πλήθη, γύρω,
κρατώντας, θησαυρό σε αλάβαστρα,
το αίμα τους, ουράνιο μύρο.

Πως την θυμούνται την αξέχαστη,
των πιο μεγάλων θριάμβων, μέρα!
Στη φυλακή πρωί, μετάλαβαν,
το βράδυ στα θεριά τους φέραν.

Στη φυλακή, πρωί, μετάλαβαν
ελεύθεροι φυλακισμένοι•
το βράδυ μπαίνουν αλαλάζοντας
στον ουρανό που τους προσμένει.

Χαίρε τροφή μαρτυροπλάστρα , Συ,
και χαίρε των ηρώων γεννήτρα!
Τα νύχια των θηρίων εσύντριψεν
η δύναμή σου η καταλύτρα.

Να κι ο Ταρσίζιος μεσ’ στους μάρτυρες,
ο μικρός φίλος κι αδελφός μας.
Γεια σου αδελφούλη, που ξεπέρασες
τους πιο τρανούς εσύ του κόσμου!

Στη δωδεκάχρονη καρδούλα του
σφίγγει ο Ταρσίζιος τ’ άγια Δώρα.
Δε θα τα ρίξει, κι ας ουρλιάζουνε
τριγύρω του σκυλιά αιμοβόρα.

Δε θα τα ρίξη στην ατίμωση,
- Θε μου, η καρδούλα του πως κάνει! -
κι ας τον χτυπούν, κι ας τον πληγώνουνε.
Με τ’ άγια Δώρα θα πεθάνη!

Να κι οι σεπτές χορείες προβαίνουνε
των ομολογητών της πίστης,
κι ο ιεράρχης κι ο σοφός ο δάσκαλος,
ο βάρδος, ο πνευματικός, ο μύστης.

Να κι οι παρθένες αστρομέτωπες
τ’ άφθαρτα φέρνοντας στεφάνια,
και να οι μανάδες των Χρυσοστόμων,
με την σεμνή τους περηφάνεια.

Η Φοίβη, η Πρισκίλλα, η διακόνισσα,
η κατηχήτρα, η τίμια χήρα,
κι η δοξασμένη αυτοκρατόρισσα
που καταφρόναε την πορφύρα.

Θε μου τι πλήθος αναρίθμητο
μαζί μας ήρθε να δειπνήση!
Κι όλους αυτούς το θείο ποτήρι σου
τους έχει θρέψει και ποτίσει!

«Ιδού βαδίζω…» Κύριε, δέξου με
ξεχνώντας τον πολύ μου ρύπο…
Εσύ που ακούς τον κρυφό πόθο μου
και της καρδιά μου κάθε χτύπο.

«Ιδού βαδίζω…» Γήινο τίποτα
δεν έχει τώρα ο λογισμός μου,
γιατί με κάλεσε συντράπεζο
ο Βασιλιάς όλου του κόσμου.

«Ιδού …» Στο βήμα των πατέρων μου
ρυθμίζω το δικό μου βήμα,
κι Εσύ με δέχεσαι ως τους δέχτηκες,
θύτης Εσύ μαζί και θύμα!

«Στώμεν καλώς!» Τα μάτια ορθάνοιχτα,
την αγρύπνια του πνεύματος μας
ας δείχνουν, τούτη τη φριχτή στιγμή
που σφαγιάζετ’ ο Χριστός μας.

Ευλαβικά σαν τον προφήτη Σου
τον άνθρακα στα χείλη παίρνω,
κι ω καθαρμού φωτιά αδαπάνητη
που μεσ’ στην ύπαρξή μου παίρνω!

Είδες την δίψα μου την άσβηστη,
και να που μούχεις αναβρύσει
αθανασίας καθάρια νάματα
κι αλήθειας κρουσταλλένια βρύση.

Τώρα ξέχνα του βίου τα βάσανα
και της ζωής κάθε φαρμάκι.
Δε χάνομαι άσωτα στα πέλαγα
μάταια ζητώντας κάποια Ιθάκη.

Ο δρόμος φέρνει προς την θέωση,
διάπλατα μπρος μου τον ανοίγεις,
κι ως το στερνό – μου τόπες – βήμα μου,
απ’ το πλευρό μου δε θα φύγης.

Στην ομορφιά μας την πρωτόπλαστη
μας ξαναφέρν’ η δύναμή σου.
Στην ομορφιά μας την πρωτόπλαστη
και στις χαρές του παραδείσου.

Αγγέλων λύρες αρμονίζονται
και χερουβίμ δοξολογούνε,
κι αρχάγγελοι έσκυψαν, θαυμάζοντας,
τη μυστική ένωση να δούνε…

Σ’ ευχαριστώ που καταδέχτηκες
στη φάτνη τούτη να ξανάρθης.
Ω, μείνε χρόνια, χρόνια ατελείωτα
μέσα μου, αφέντης και μονάρχης.

Μείνε για πάντα, όπως και σήμερα
μεσ’ στην καρδιά μου σ’ έχω πάρει
με την πλαστουργική σου δύναμη
και την αγνιστική σου χάρη.

Μείνε, το θάρρος μου κι η ελπίδα μου,
φίλος, παράκλητος, Θεός μου!
Με σένα θάμαι παντοδύναμος
και νικητής όλου του κόσμου.

Κι όταν στερνά θα πέφτη απάνω μου,
θα πέφτη ο ίσκιος του θανάτου,
στο φως μιας νέας ζωής, αθάνατης,
θ’ ανοίγη ο νους τα βλέφαρά του!

Από το βιβλίο: "Άπαντα" του Γ.Βερίτη


Ο Θεός, ιλάσθητί μοι τώ αμαρτωλώ και ελέησόν με.

Άβαταρ μέλους
ORTHODOXIA
Δημοσιεύσεις: 355
Εγγραφή: Παρ Ιούλ 27, 2012 3:09 pm
Τοποθεσία: Ομάδα Διαχείρισης

Δημοσίευσηαπό ORTHODOXIA » Τρί Αύγ 07, 2012 5:40 pm

Μητροπολίτης Μόρφου Νεόφυτος: "Να παραμείνουμε στη Θεία Λειτουργία"
Τετάρτη, 19 Ιανουάριος 2011 - Συντάχθηκε απο τον/την Μητροπολίτης Μόρφου Νεόφυτος

Εικόνα

Με ρώτησε κάποτε ένας έφηβος: «πώς θα ζήσουμε και πως θ’ αντέξουμε σ’ έναν κόσμο που αυτοδιαλύεται από κάθε άποψη, οικολογική, οικονομική και πνευματική;» Του απάντησα: «Μόνο ένας τρόπος υπάρχει, αν θέλουμε να ζήσουμε: Να παραμείνουμε στη Θεία Λειτουργία».

Τώρα πια στα σαρανταοχτώ μου χρόνια, από τη θέση του Μητροπολίτη Μόρφου νοιώθω ότι μπορώ να πω λίγα λόγια για το τι είναι η Θεία Λειτουργία.

Η ίδια η Θεία Λειτουργία, από την αρχή αρχή της, διακηρύσσει τί ακριβώς είναι: Είναι η ευλογημένη Βασιλεία του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος, νυν και αεί και εις τους αιώνας των αιώνων. Δηλαδή η ευλογημένη Βασιλεία του Τριαδικού Θεού, τώρα και πάντοτε και εις τους απέραντους αιώνες των αιώνων.

Ο μόνος τρόπος για να ελευθερωθεί ο άνθρωπος από το παρελθόν, είναι να του δοθεί ένα μέλλον. Κι ο μόνος που μπορεί να δώσει μέλλον είναι ο Τριαδικός Θεός, που δίνει το μέλλον της Βασιλείας Του. Είναι το μεγαλύτερο δώρο που παίρνει ο άνθρωπος από τώρα και θα παίρνει πάντα, φτάνει να το θέλει. Είναι δώρο Θεού.

Όταν μας δίνουν δώρα, εμείς απλά ευχαριστούμε. Γι’ αυτό και η Θεία Λειτουργία εκτός από Βασιλεία λέγεται και Θεία Ευχαριστία. Η Βασιλεία του Θεού είναι ένα μελλοντικό γεγονός που πρόκειται να έρθει με τη Δευτέρα Παρουσία του Χριστού. Όμως μέσα στη Λειτουργία γίνεται το μέγα θαύμα να το γευόμαστε από τώρα, μέσα στα Μυστήρια της Εκκλησίας.

Μου κάνει πάντοτε εντύπωση, αυτό που λέει ο ιερέας όταν μεταδίδει τη Θεία Κοινωνία στους πιστούς: «Μεταδίδοται σοι το Σώμα και το Αίμα του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού, εις άφεσιν αμαρτιών και εις ζωήν αιώνιον». Όταν ρώτησα τα παιδιά στο Λύκειο Σολέας τι σημαίνει για σας άφεση αμαρτιών, μου απάντησε κάποιο παιδί: «να καθαριστούμε από τις αμαρτίες και τα λάθη μας για τα οποία έχουμε μετανοήσει κι έτσι να μην έχουμε πια ενοχές για το παρελθόν μας». Ρώτησα ακόμα τα παιδιά «τι σημαίνει ‘ζωή αιώνιος’;».

Η απάντησή τους ήταν ότι παρόλο που οι λέξεις αυτές είναι πιο εύκολες εδώ, το νόημα τους είναι δυσκολότερο. Τελικά τόλμησε ένα μαγκόπαιδο και μου είπε το εξής συγκλονιστικό: «νομίζω Πανιερότατε ότι αιώνια ζωή είναι η ζωή που θα έχουμε μετά τη Δευτέρα Παρουσία και την ανάστασή μας. Θα είναι μια ζωή χωρίς θάνατο, χαρούμενη και πάντοτε καινούργια. Δηλαδή», συμπλήρωσε, «θα έχει action…»

Τα παιδιά τα είπαν όλα. Εγώ το μόνο που είπα, ήταν: Δι’ ευχών των αγίων πατέρων ημών, Κύριε Ιησού Χριστέ ο Θεός ελέησον και σώσον ημάς!

Όμως, τι είναι ακριβώς η Θεία Λειτουργία, πώς γίνεται; Για να γίνει η Λειτουργία συνάζονται κατ’ αρχήν οι πιστοί σ’ έναν τόπο, στο ναό του Θεού, στην Εκκλησία. Έτσι από άτομα γίνονται Σύναξη, Ενότητα Πιστών. Ομολογούν δημόσια την ορθόδοξη πίστη τους με το Σύμβολο της Πίστεως, αφού προηγουμένως συγχωρούν ο ένας τον άλλο, με το «αγαπήσωμεν αλλήλους ίνα εν ομονοία ομολογήσωμεν...».

Αλληλοσυγχωρούνται γιατί δεν μπορείς να κοινωνάς χωρίς να έχεις συγχωρέσει και χωρίς να έχεις την ίδια πίστη με τους ορθόδοξους αγίους. Και τότε καλούμε, μέσω του ιερέα και των ψαλτών, το Άγιο Πνεύμα να μεταβάλει τον άρτον και τον οίνον που εμείς προσφέραμε, σε Σώμα και Αίμα Χριστού του Θεού.

Ακολούθως η Θεία Κοινωνία θα μεταδοθεί σε όλους εμάς για να γαληνέψει η ψυχή μας, να συγχωρηθούν οι αμαρτίες μας, να λάβουμε τις δωρεές του Αγίου Πνεύματος, να πάρουμε θέση στη Βασιλεία των Ουρανών που έρχεται και για να έχουμε το θάρρος να παρουσιαστούμε μπροστά στον Θεό χωρίς να κατακριθούμε. Ακόμα, προσφέρουμε τα τίμια δώρα για όλους εκείνους τους κεκοιμημένους μας που έφυγαν απ’ αυτή τη ζωή, εξαιρέτως δε για την Παναγία μας Θεοτόκο Μαρία και όλους τους Αγίους.

Όμως στη Θεία Λειτουργία δεν φέρνει κανείς μόνο τον εαυτό του. Θυμάται και ονόματα, ονόματα προσώπων που είτε είναι ζωντανοί είτε έχουν φύγει απ’ αυτή τη ζωή. Η Θεία Λειτουργία μα δίνει τη δυνατότητα της μνημόνευσης ονομάτων, τόσο κεκοιμημένων όσο και ζωντανών.

Όταν ακούγεται το «εξαιρέτως της Παναγίας Αχράντου υπερευλογημένης ενδόξου Δεσποίνης ημών Θεοτόκου», τότε οι ιερείς και ο λαός, μνημονεύουμε τα ονόματα που έφερε ο καθένας μέσα στην ψυχή του. Με αυτό τον τρόπο καταγράφουμε αυτά τα ονόματα στην αιώνια μνήμη του αιώνιου Θεού. Όλα αυτά τα ονόματα, θα τα θυμηθεί στη Δευτέρα Του Παρουσία. Έτσι βοηθάμε και πολλούς που έφυγαν από αυτή τη ζωή, για να έχουν αιώνια ζωή μετά τη Δευτέρα Παρουσία.

Στη συνέχεια γίνεται η μετάδοση του Σώματος και του Αίματος του Χριστού στους πιστούς. Επειδή μερικές φορές δημιουργούνται απορίες γύρω από αυτό το θέμα, θα ήθελα να τονίσω για ακόμα μια φορά την πραγματικότητα. Όταν κοινωνούμε, λαμβάνουμε το ίδιο το Σώμα και Αίμα του Χριστού κι όχι σύμβολα αυτών.

Στη Λειτουργία δεν υπάρχει τίποτα το συμβολικό, δεν πρόκειται για μια αναπαράσταση των Παθών και της Αναστάσεως του Χριστού. Η Λειτουργία δεν είναι θείο θέατρο, αλλά πραγματικότητα. Ο Χριστός είναι παρών υποστατικά, δηλαδή με όλη την υπόστασή του και θυσιάζεται πραγματικά δηλαδή σωματικά.

Και όταν λαμβάνουμε τη Κοινωνία, τρώμε το αληθινό Του Σώμα και πίνουμε το αληθινό του Αίμα. Όταν δε τρώμε και πίνουμε από το Άγιο Ποτήριο, γινόμαστε «σύσσωμοι» του Χριστού, δηλαδή ενωνόμαστε πραγματικά και όχι συμβολικά με το Σώμα και το Αίμα Του, δηλαδή αποκτούμε κι εμείς αιώνια ζωή και έτσι νικούμε το θάνατό μας, μεταλαμβάνοντας Αναστάσιμο Σώμα και Αίμα Χριστού.

Άλλη συχνή απορία έχει να κάνει με την κατανόηση της Λειτουργίας. Ρωτούν κάποια παιδιά: «αφού ζητείται η όσο το δυνατό μεγαλύτερη συμμετοχή μας στη Λειτουργία, γιατί να μη μεταφραστεί στα νέα Ελληνικά έτσι που να καταλαβαίνουμε καλύτερα τι λέει»; Θα ήθελα σχετικά μ’ αυτό να παρατηρήσω τα εξής: Είναι πάρα πολύ εύκολο να διαβάσει κανείς μια μετάφραση του κειμένου της Λειτουργίας, θα του πάρει περίπου καμιά μισή ώρα. Μ’ αυτό τον τρόπο θα καταλάβει όλες τις λέξεις που λέγονται εκεί. Μήπως όμως αυτό είναι αρκετό για να κατανοήσει τη Λειτουργία;

Ή, για να το θέσω καλύτερα: Μήπως το ζήτημα στη Λειτουργία είναι η κατανόηση της γλώσσας; Αν ήταν έτσι, τότε οι φιλόλογοι και θα ήσαν όλοι άγιοι της Εκκλησίας. Όμως τελικά άγιοι δεν γίνονται εκείνοι που κατανοούν γλωσσικά τη Λειτουργία, αλλά εκείνοι που φέρνουν την ύπαρξη τους ολόκληρη μέσα στη Λειτουργία, εκείνοι που αφήνουν τη Λειτουργία να τους αλλάξει και να τους κάνει άλλους ανθρώπους, καινούς εν Χριστώ ανθρώπους.

Και για να προλάβουμε παρεξηγήσεις: Όταν τα λέμε αυτά, δεν εννοούμε ότι τα παιδιά ή οι μεγάλοι δεν πρέπει να καταλαβαίνουν τα λόγια της Λειτουργίας. Στο σπίτι μας, στην τάξη μας, μπορούμε να μάθουμε τη γλώσσα της Λειτουργίας και γι’ αυτό το σκοπό υπάρχουν πολλά βοηθήματα.

Ωστόσο, αν έχουμε ακάθαρτη καρδιά, που δεν συγχωρά, που δεν μετανιώνει για τα λάθη της, που δεν ψάχνει να καθαριστεί από τα πάθη της, είναι δυνατόν να καταλάβουμε τη Λειτουργία επειδή απλώς μάθαμε τις λέξεις; Μ’ άλλα λόγια, η κατανόηση προϋποθέτει την κάθαρση της καρδιάς και τον φωτισμό από το Άγιον Πνεύμα.

Κατά μία παλαιά και ευλογημένη συνήθεια, που συνεχίζεται και σήμερα στον τόπο μας, ο λαός μας δεν λέει «πάμε στη Θεία Λειτουργία», αλλά «πάμε στην Εκκλησιά». Ασυνείδητα λοιπόν ο λαός μας ταυτίζει τη Θεία Λειτουργία με την Εκκλησία, κι αυτό είναι μια μεγάλη αλήθεια που ανακεφαλαιώνει όλα αυτά που είπαμε πιο πάνω. Στη Θεία Λειτουργία φανερώνεται η Εκκλησία. Πηγαίνοντας δε στην Εκκλησία και μετέχοντας στη Θεία Ευχαριστία, γινόμαστε Σώμα και Αίμα Χριστού, και αφού όλοι όσοι συναζόμαστε εκεί κοινωνούμε του ιδίου Σώματος και Αίματος, γινόμαστε όλοι αδέλφια.

Για να ελευθερωθούμε από τις πολλές μας μέριμνες και αγωνίες, πρέπει να δώσουμε χρόνο και χώρο στον Θεό που πάντοτε μάς περιμένει όλους. Και αυτός ο χώρος και ο χρόνος, είναι η Θεία Λειτουργία.

Τη Θεία Λειτουργία, παιδιά μου, δεν την καταλαβαίνουμε. Μας καταλαμβάνει...

Μετ’ ευχών

Ο Μόρφου Νεόφυτος

Πηγή: www.romfea.gr



eleanna
Δημοσιεύσεις: 40
Εγγραφή: Δευτ Ιούλ 30, 2012 3:39 pm

Δημοσίευσηαπό eleanna » Τρί Αύγ 07, 2012 5:42 pm

Εξομολόγηση και Θεία Κοινωνία
του πρωτοπρεσβυτέρου Αλεξάνδρου Σμέμαν



Εξομολόγηση και Θεία Κοινωνία, του πρωτοπρ. Αλεξάνδρου Σμέμαν, περιοδικό Επίγνωση, τ. 86, Φθινόπωρο 2003.
...................................................................................................................................... Πώς έγινε κι απομακρυνθήκαμε τόσο απ’ αυτήν, ώστε ακόμα κι η απλή αναφορά της να φαίνεται σε μερικούς – ιδιαίτερα κληρικούς - σαν ανήκουστη καινοτομία, σαν τριγμός στα θεμέλια. Γιατί, εδώ και αιώνες, εννιά στις δέκα Λειτουργίες τελούνται χωρίς την προσέλευση κοινωνούντων; - γεγονός που δεν προκαλεί καμία έκπληξη, κανέναν φόβο ενώ αντιθέτως, η επιθυμία για συχνή θεία Κοινωνία ξεσηκώνει αληθινό τρόμο; Πώς είναι δυνατόν η διδασκαλία περί άπαξ του έτους κοινωνίας να καλλιεργείται μέσα στους κόλπους της Εκκλησίας, του Σώματος του Χριστού, ως μία αποδεκτή συνήθεια, η απομάκρυνση από την οποία σηματοδοτεί μόνο την εξαίρεση; Πώς, με άλλα λόγια, η κατανόηση του μυστηρίου της Ευχαριστίας έφθασε να γίνει τόσο εξατομικευμένη, τόσο ξένη προς την Εκκλησία, τόσο αλλότρια προς την ίδια την προσευχή της θείας Μετάληψης;

Το πνευματικό αίτιο για όλα αυτά, αν και πολύπλοκο ιστορικά, είναι απλό: Είναι ο φόβος της βεβήλωσης της ιερότητας του μυστηρίου, η ανησυχία για την ανάξια μετοχή, την καταπάτηση της μυσταγωγίας των ιερών και οσίων. Είναι ένας φόβος, βέβαια, πνευματικά ορθός, αφού “πύρ υπάρχων και φλέγων αναξίους”. Η περιδεής αυτή αντιμετώπιση εμφανίστηκε αρκετά νωρίς, αμέσως μετά τη νίκη της Εκκλησίας απέναντι στην αυτοκρατορία των Εθνικών, μία νίκη που μεταμόρφωσε την χριστιανοσύνη σε σύντομο σχετικά διάστημα σε μία θρησκεία των μαζών, και οδήγησε στην ίδρυση Κρατικής Εκκλησίας και την εκλαΐκευση της λατρείας. Εάν κατά τη διάρκεια των διωγμών η συμμετοχή στην Εκκλησία επέβαλε στους πιστούς να ακολουθήσουν τη “στενή οδό” και να θέσουν ανάμεσα σ’ αυτούς και τον “κόσμο” μία αυτονόητη διαχωριστική γραμμή, τώρα πλέον με τη μετοχή ολόκληρου του “κόσμου” στη ζωή της Εκκλησίας, η γραμμή αυτή έτεινε προς κατάργηση και έτσι εμφανίστηκε ο πολύ πραγματικός κίνδυνος μιας κατ’ όνομα, επιφανειακής, και χλιαρής κατανόησης της χριστιανικής ζωής. Εάν, πρωτύτερα, η ίδια η ένταξη στην Εκκλησία είχε κάποια δυσκολία, τώρα, με την δεσμευτική συμπερίληψη ουσιαστικά του καθενός μέσα στους κόλπους της, κατέστη αναγκαίο να θεσμοθετηθούν κάποιοι έλεγχοι και περιορισμοί. Ήταν λοιπόν στα μυστήρια που κυρίως αφορούσαν οι όποιες ρυθμίσεις.

Ωστόσο εδώ, πρέπει να τονίσει κανείς, ότι ούτε οι Πατέρες ούτε τα λειτουργικά κείμενα ενθαρρύνουν τη μη συμμετοχή στα Μυστήρια^ μάλιστα ούτε κάν αφήνουν να εννοηθεί κάτι παρόμοιο. Δίνοντας έμφαση στην ιερότητα της Κοινωνίας και την “φοβερά” της φύση και καλώντας σε ανάλογη πνευματική ετοιμότητα, οι Πατέρες ούτε υποστήριξαν, ούτε ενέκριναν την ευρέως διαδεδομένη σύγχρονη αντίληψη ότι εφόσον το Μυστήριο είναι ιερό και μεγαλοπρεπές, οι πιστοί δεν πρέπει να προσέρχονται συχνά σ’ αυτό. Στους Πατέρες, η θεώρηση της Ευχαριστίας ως του μέγιστου Μυστηρίου της Εκκλησίας, ως του πληρώματος της ενότητας και της άνθισής της, συνεχίζουν να είναι αυταπόδεικτα.

“Δεν θα πρέπει”, γράφει ο Άγ. Ιωάννης ο Κασσιανός, “ν’ αποφεύγουμε την Μετάληψη επειδή θεωρούμε τους εαυτούς μας αμαρτωλούς. Αλλά να προσερχόμαστε ακόμα πιο συχνά για τη θεραπεία της ψυχής και τον εξαγιασμό του νου, έχοντας όμως ταπείνωση και πίστη, ώστε αναλογιζόμενοι την αναξιότητά μας... να επιθυμούμε διακαώς την ίαση των πληγών μας. Είναι ανάρμοστο να μεταλαμβάνουμε μία φορά τον χρόνο, όπως ορισμένοι συνηθίζουν, θεωρώντας την ιερότητα των θείων Μυστηρίων προσιτή μόνο στους αγίους. Είναι προτιμότερο να σκεφτόμαστε ότι η Χάρη που λαμβάνουμε μέσα από το μυστήριο μας εξαγιάζει. Κάθε άλλη συμπεριφορά φανερώνει περισσότερο οίηση παρά ταπείνωση, καθώς οι άνθρωποι τις σπάνιες φορές που προσέρχονται πιστεύουν ότι είναι άξιοι της Κοινωνίας. Πολύ καλύτερο θα ήταν εάν, με ταπείνωση καρδιάς, γνωρίζοντας ότι ποτέ δεν είμαστε άξιοι των θείων Μυστηρίων μετέχουμε κάθε Κυριακή προς ίαση των ασθενειών μας, παρά τυφλωμένοι από περηφάνια να νομίζουμε ότι μετά την πάροδο ενός χρόνου αποχής γινόμαστε άξιοι της θείας Μετάληψης”.

Αναφορικά με την εξίσου διαδεδομένη θεωρία που διακρίνει την Μετάληψη ανάμεσα σε κληρικούς και λαό, κηρύσσοντας ότι οι πρώτοι πρέπει να κοινωνούν σε κάθε Λειτουργία, ενώ οι λαϊκοί να αποθαρρύνονται από παρόμοια πρακτική, χρήσιμο θα ήταν να ακούσουμε τον Άγ. Ιωάννη τον Χρυσόστομο, που όσο κανείς άλλος επέμενε στην μετοχή στη θεία Κοινωνία: “Υπάρχουν περιπτώσεις”, γράφει, “όπου ο ιερέας δεν διαφέρει από τον λαϊκό, ιδιαίτερα όσον αφορά στην προσέλευση στα θεία Μυστήρια. Εκεί, τα δεχόμαστε όλοι ισότιμα σε αντίθεση με την πρακτική της Παλαιάς Διαθήκης όπου άλλη τροφή προορίζονταν για τους ιερείς και διαφορετική για τον λαό, ενώ στα των ιερέων δεν επιτρεπόταν η πρόσβαση από τους λαϊκούς. Τώρα δεν συμβαίνει πλέον έτσι, αλλά σε όλους προσφέρεται το ίδιο Σώμα και το ίδιο Αίμα...”

Επιτρέψτε μου να επαναλάβω ότι είναι απλά αδύνατον να βρει κανείς στην Παράδοση κάποια βάση που να δικαιώνει την παρούσα πρακτική της σπανιότατης, αν όχι ετήσιας, Μετάληψης των λαϊκών. Όλοι όσοι με σοβαρότητα και ευθύνη έχουν προσεγγίσει την Παράδοση, ...] διακρίνουν σ’ αυτή την πρακτική μία αποσύνθεση της εκκλησιαστικής ζωής, μία απόκλιση από τα παραδεδομένα και τις γνήσιες υποδομές της Εκκλησίας. Και η πιο τρομακτική πλευρά αυτής της κατάπτωσης είναι ότι βρίσκει τη δικαίωση και αιτιολόγησή της μέσα από τους όρους του “σεβασμού” και του “δέους” απέναντι στην ιερότητα του μυστηρίου. Αλλά, σε αυτή την περίπτωση, οι μη κοινωνούντες θα έπρεπε να βιώνουν τουλάχιστον κάποια θλίψη κατά τη διάρκεια της Λειτουργίας, μία αίσθηση ελλιπούς μετοχής και συντριβής, κάτι που στην πραγματικότητα δεν συμβαίνει. Η μία γενιά Ορθοδόξων μετά την άλλη “παρακολουθούν” τη Λειτουργία απόλυτα πεπεισμένοι ότι η παρουσία τους εκεί είναι αρκετή και ότι απλούστατα η Κοινωνία δεν προορίζεται γι’ αυτούς. Και μία φορά το χρόνο εκπληρώνουν το “καθήκον” τους προσερχόμενοι στο Μυστήριο ύστερα από μία σύντομη εξομολόγηση. Το να προσπαθεί κανείς να ανακαλύψει έναν θρίαμβο της ιερότητας, μία πρακτική προστατευτική της αγιότητας, ή πολύ περισσότερο να δημιουργεί νέους κανόνες που να δικαιώνουν την παραφθορά, είναι αληθινά απίστευτο.

Σε κάποιες ενορίες, εκείνοι που εξέφρασαν την επιθυμία να προσέρχονται συχνότερα υποβλήθηκαν σε πραγματικό κατατρεγμό, τους ζητήθηκε να μην επιμένουν “για χάρη της ειρήνης”, κατηγορήθηκαν ακόμη και για παρέκκλιση από την Ορθοδοξία! Θα μπορούσα να παραθέσω αποσπάσματα από φυλλάδια ενοριών που διδάσκουν ότι εφόσον η Μετάληψη είναι για μετανοούντες, κανείς πρέπει να απέχει από το μυστήριο κατά τον εορτασμό της Ανάστασης προκειμένου να μην αμαυρώσει τη χαρά της ημέρας! Και το πιο τραγικό είναι ότι αυτή η κατάσταση δεν προκαλεί κάν τρόμο και δέος για το γεγονός ότι η ίδια η Εκκλησία γίνεται εμπόδιο στην πορεία του πιστού προς τον Χριστό! Αλήθεια, “όταν ούν ίδητε το βδέλυγμα της ερημώσεως... εστώς εν τόπω αγίω...” (Ματθ. 24:15)
.............................................................................................................................................

[...] Όλα αυτά ωστόσο εγείρουν – με νέα οξύτητα και ένταση - το ερώτημα για την πνευματική ετοιμότητα προ της θείας Κοινωνίας και, καταρχήν, για τη θέση της εξομολόγησης σε σχέση με το μυστήριο.



Εξομολόγηση και θεία Κοινωνία

Όταν η μετάληψη ολόκληρης της σύναξης σε κάθε Λειτουργία, που εξέφραζε τη μετοχή στην ακολουθία, έπαψε να είναι ο κανόνας και αντικαταστάθηκε από την πρακτική της σπάνιας προσέλευσης, έγινε πλέον φυσικό ότι θα προηγούνταν αυτής της προσέλευσης το μυστήριο της Μετανοίας –δηλαδή της εξομολόγησης και καταλλαγής των πιστών με την Εκκλησία, με τη μεσιτεία της συγχωρητικής ευχής.

Η πρακτική αυτή – επαναλαμβάνω, φυσική και προφανής στην περίπτωση της σπάνιας προσέλευσης στη θεία Κοινωνία - επέτρεψε την εμφάνιση μιας νέας θεωρίας στους κόλπους της Εκκλησίας, σύμφωνα με την οποία η Μετάληψη για το σώμα των λαϊκών γίνεται αδύνατη χωρίς το μυστήριο της εξομολόγησης, σε αντίθεση με αυτό που συμβαίνει για τον κλήρο. Έτσι, η εξομολόγηση προηγείται υποχρεωτικά – πάντοτε και σε κάθε περίπτωση - της μετάληψης. Τολμώ να δηλώσω υπεύθυνα ότι η θεωρία αυτή (που βρήκε ευρεία εφαρμογή στη Ρωσική Εκκλησία) δεν θεμελιώνεται με κανένα τρόπο στην Παράδοση, αλλά κατάφορα έρχεται σε σύγκρουση με το ορθόδοξο δόγμα της Εκκλησίας για την Κοινωνία και την Εξομολόγηση.

Για του λόγου το αληθές κανείς δεν έχει παρά να θυμηθεί την ουσία του μυστηρίου της Μετανοίας. Εξ αρχής η εξομολόγηση στην εκκλησιαστική συνείδηση και διδασκαλία ήταν το μυστήριο της συμφιλίωσης με την Εκκλησία για όσους είχαν αφοριστεί απ’ αυτήν, δηλαδή εκείνους που είχαν αποκλειστεί από την ευχαριστιακή σύναξη. Γνωρίζουμε ότι, αρχικά, η ιδιαίτερα αυστηρή εκκλησιαστική πειθαρχία επέτρεπε μία τέτοια συμφιλίωση άπαξ στη διάρκεια του βίου του μετανοούντα, αλλά αργότερα, ειδικά μετά την είσοδο στην Εκκλησία ολόκληρου του πληθυσμού, ο συγκεκριμένος κανόνας έγινε πιο χαλαρός. Στην ουσία του, το Μυστήριο της Μετανοίας ως μυστήριο συμφιλίωσης με την Εκκλησία αφορούσε εκείνους μόνο που η Εκκλησία είχε αφορίσει για αμαρτίες και πράξεις επ’ ακριβώς οριζόμενες στην Κανονική παράδοσή της. Κάτι, άλλωστε, που γίνεται φανερό κι από την συγχωρητική ευχή: “Αδελφέ, δι’ ό ήλθες προς τον Θεό, και προς εμέ, μη αισχυνθής^ ου γαρ εμοί αναγγέλεις, αλλά τω Θεώ, εν ώ ίστασαι”. (Παρεμπιπτόντως, οφείλουμε να χρησιμοποιούμε την ορθή ευχή της συγχωρήσεως κι όχι την άλλη, ξένη στις ανατολικές Ορθόδοξες Εκκλησίες, εκδοχή της, – “Εγώ, ο ανάξιος ιερέας, με την εξουσία που μου έχει δοθεί, σε απαλλάσσω...” - που είναι λατινογενούς προέλευσης και παρεισέφρησε στα λειτουργικά μας βιβλία κατά την περίοδο της επικράτησης στοιχείων της Δυτικής θεολογίας ανάμεσα στους Ορθοδόξους).

Όλα αυτά δεν σημαίνουν, βέβαια, ότι οι “πιστοί”, δηλαδή οι “μη αφορισμένοι”, θεωρούνταν από την Εκκλησία αναμάρτητοι. Καταρχήν, σύμφωνα με την ορθόδοξη διδασκαλία κανένα ανθρώπινο όν δεν είναι αναμάρτητο, με εξαίρεση την Υπεραγία Θεοτόκο, τη Μητέρα του Κυρίου. Κατά δεύτερον, η προσευχή για την συγχώρεση και άφεση των αμαρτιών είναι αναπόσπαστο μέρος της ίδιας της Λειτουργίας (βλ. τον Τρισάγιο Ύμνο και τις δύο “Ευχές των πιστών”). Τέλος, η Εκκλησία πάντοτε φρονούσε ότι η Θεία Κοινωνία προσφέρεται “εις άφεσιν αμαρτιών”. Έτσι το θέμα εδώ δεν είναι η αναμαρτησία, που καμία συγχωρητική ευχή δεν είναι ικανή να την επιτύχει. Αλλά η διάκριση που πάντοτε γινόταν από την Εκκλησία ανάμεσα στην αμαρτία που εξορίζει τον άνθρωπο από τη ζωή της χάριτος της Εκκλησίας, και στην αμαρτωλότητα που αναπόφευκτα συνοδεύει τη ζωή κάθε ανθρώπινου όντος “που ζεί εν τω κόσμω και ενδύεται σάρκα”. Θα λέγαμε ότι μέσα στην ακολουθία της Λειτουργίας η φθαρείσα από την αμαρτία φύση μας “αναπλάθεται” όπως ομολογούμε στις ευχές των πιστών πριν από την προσφορά των θείων Δώρων. Ενώπιον του Αγίου Ποτηρίου, τη στιγμή της πρόσληψης των Μυστηρίων, παρακαλούμε για συγχώρεση των αμαρτιών “εκουσίων τε και ακουσίων, εν λόγοις ή έργοις, εν γνώση και αγνοία” και εμπιστευόμαστε ότι, στο μέτρο της μετανοίας μας, θα λάβουμε αυτή την συγχώρεση.

Όλα αυτά βεβαίως σημαίνουν – και κανείς δεν το αρνείται - ότι ο μόνος πραγματικός όρος για την προσέλευση στα θεία Μυστήρια είναι η μετοχή μας στο Σώμα της Εκκλησίας, μετοχή που αντιστρόφως βρίσκει την πληρότητά της με την πρόσληψη των μυστηρίων. Η Μετάληψη δίνεται προς “άφεση αμαρτιών και ίαση ψυχών τε και σωμάτων”, πράγμα που υποδηλώνει με σαφήνεια, τι άλλο, παρά τη μετάνοια, τη συναίσθηση της πλήρους αναξιότητάς μας και τη συνείδηση της Κοινωνίας ως θείου δώρου που κανένα επίγειο όν δεν είναι “άξιο” να λάβει. Όλο το νόημα της προετοιμασίας για την Κοινωνία, όπως ορίστηκε από την Εκκλησία (στην Ακολουθία της θείας Μεταλήψεως) δεν είναι να δημιουργήσει στον άνθρωπο το αίσθημα της “αξιότητας”^ αντίθετα, σκοπεύει στο να δείξει σ’ αυτόν την άβυσσο του ελέους και της άπειρης αγάπης του Θεού: “Τέκνον μου πνευματικόν, ο τη εμή ταπεινότητι εξομολογούμενος, εγώ ο ταπεινός και αμαρτωλός ουκ ίσχύω αφιέναι αμάρτημα επί της γης, ειμή ο Θεός... ο συγχωρήσας Δαυΐδ, διά Νάθαν του Προφήτου, τα ίδια εξομολογήσαντι αμαρτήματα, και Πέτρω την άρνησιν, κλαύσαντι πικρώς, και Πόρνη δακρυσάση επί τους αυτού πόδας, και Τελώνη και Ασώτω, αυτός ο Θεός, συγχωρήσαι σοι δι’ εμού του αμαρτωλού πάντα, και εν τω νυν αιώνι, και εν τω μέλλοντι^ και ακατάκριτόν σε παραστήσαι εν τω φοβερώ Βήματι”. Ενώπιον της Τράπεζας του Κυρίου, η μόνη “αξιωσύνη” των κοινωνούντων είναι αυτή η βαθιά συναίσθηση της “αναξιότητάς τους”. Αυτή είναι η αρχή της σωτηρίας.

Είναι επομένως υψίστης σημασίας για μας να κατανοήσουμε ότι η μετατροπή του μυστηρίου της εξομολόγησης σε μία αναγκαστική προϋπόθεση για την Κοινωνία, όχι μόνο συγκρούεται με την Παράδοση, αλλά προφανώς την παραμορφώνει. Διαστρέφει καταρχήν το δόγμα της Εκκλησίας, δημιουργώντας δύο κατηγορίες μελών, η μία από τις οποίες είναι αφορισμένη στην πραγματικότητα από την Ευχαριστία. Επιπλέον, στρεβλώνει το νόημα και πλήρωμα της εκκλησιαστικής μετοχής. Δεν προκαλεί έκπληξη κατά συνέπεια το γεγονός ότι αυτοί που ο Απόστολος καλεί “συμπολίτες των αγίων και οικείους του Θεού” (Εφεσ. 2:19) γίνονται και πάλι “εθνικοί”, “εκκοσμικεύονται” και η μετοχή τους στην Εκκλησία μετριέται και ορίζεται με χρηματικούς όρους οφειλών και “δικαιωμάτων”. Αλλά, επίσης, αυτό που παραμορφώνεται είναι το δόγμα περί της θείας Κοινωνίας που γίνεται πλέον αντιληπτό ως το μυστήριο για τους λίγους “εκλεκτούς” και όχι ως το μυστήριο της Εκκλησίας των αμαρτωλών που μέσα από το άπειρο έλεος του Χριστού μεταμορφώνονται διαρκώς σε Σώμα Κυρίου. Και τελικά, ανάλογα διαστρέφεται και η διδασκαλία για την εξομολόγηση. Παραποιημένη σε υποχρεωτική προϋπόθεση της Μετάληψης, αρχίζει όλο και πιο φανερά να υποκαθιστά την πραγματική ετοιμότητα για την Ευχαριστία, που δεν είναι άλλη από τη γνήσια εσωτερική μετάνοια, αυτή που έχει εμπνεύσει όλες τις ευχές προ της θείας Κοινωνίας. Ύστερα από μία τρίλεπτη εξομολόγηση και συγχωρητική ευχή ο άνθρωπος αισθάνεται πλέον “δικαιούχος” του μυστηρίου, “άξιος”, ίσως και απαλλαγμένος από τις αμαρτίες του, αισθάνεται με άλλα λόγια το ακριβώς αντίθετο απ’ αυτό στο οποίο μας καλεί η αληθινή μετάνοια.

Με ποιο τρόπο λοιπόν μία τέτοια πρακτική εμφανίστηκε και καθιερώθηκε, ώστε σήμερα πολλοί να την υπερασπίζονται ως την πλέον ορθόδοξη; Για να απαντήσουμε στην ερώτηση πρέπει να λάβουμε υπόψη μας τρεις παράγοντες: Έχουμε ήδη αναφερθεί στον ένα: Πρόκειται για την επιφανειακή και χλιαρή προσέγγιση της πίστης και της ευσέβειας από την ίδια τη χριστιανική κοινότητα, που οδήγησε αρχικά στην σπάνια Μετάληψη και τελικά στον υποβιβασμό της σε άπαξ του έτους “υποχρέωση”. Είναι ξεκάθαρο ότι ο πιστός που προσέρχεται στο ιερό Μυστήριο μία φορά τον χρόνο οφείλει πράγματι να “συμφιλιωθεί” με την Εκκλησία, μέσα από μία εξέταση της συνείδησης και της ζωής του κατά το μυστήριο της Εξομολόγησης.

Ο δεύτερος παράγοντας είναι η επιρροή της μοναστικής πρακτικής, που βέβαια στο σύνολό της είναι ιδιαίτερα ευεργετική για την Εκκλησία. Οι μοναχοί λοιπόν, γνώριζαν και ασκούσαν εξ’ αρχής την πρακτική της “έκθεσης των λογισμών” και της πνευματικής καθοδήγησης των απείρων από τον πιο έμπειρο της κοινότητας. Αλλά - κι αυτό είναι το ουσιώδες - αυτός ο πνευματικός πατέρας ή “γέροντας” δεν ήταν απαραίτητα ιερέας, αφού η πνευματική καθοδήγηση συνδεόταν με την πνευματική εμπειρία και όχι την ιεροσύνη.

Στα Βυζαντινά μοναστικά τυπικά του 7ου-8ου αιώνα οι μοναχοί απαγορεύεται να αποφασίζουν μόνοι τους για την προσέλευση ή την αποχή τους από το Άγιο Ποτήριο, χωρίς δηλαδή τη συγκατάθεση του πνευματικού τους πατέρα, καθώς “η εξαίρεση εαυτού από την Κοινωνία είναι η εφαρμογή του ιδίου θελήματος”. Στις γυναικείες μονές παρόμοια άδεια απαιτείται από την ηγουμένη. Παρατηρούμε, λοιπόν, πώς η εξομολόγηση εδώ είναι μη μυστηριακού τύπου και βασίζεται στην πνευματική εμπειρία και την διαρκή καθοδήγηση. Ωστόσο, αυτού του είδους η πρακτική έχει έντονο αντίκτυπο στο καθαυτό μυστήριο της Εξομολόγησης. Στη διάρκεια της πνευματικής παρακμής (της οποίας την αληθινή έκταση και σημασία ανακαλύπτει κανείς μέσα στους κανόνες της λεγομένης Συνόδου του Τρούλου του 6ου αιώνα), τα μοναστήρια παρέμειναν τα κέντρα της πνευματικής μέριμνας και νουθεσίας των λαϊκών. ...] Ο λαός με φυσικό τρόπο ταύτισε αυτό το είδος της πνευματικής καθοδήγησης με την μυστηριακή εξομολόγηση. Θα πρέπει, ωστόσο, να τονίσουμε ότι την ικανότητα της πνευματικής καθοδήγησης δεν διαθέτει ο κάθε ενοριακός ιερέας, αφού αυτή προϋποθέτει βαθιά πνευματική εμπειρία, χωρίς την οποία η “καθοδήγηση” μπορεί να οδηγήσει, και στην πραγματικότητα συχνά οδηγεί, σε αληθινές πνευματικές τραγωδίες. Αυτό που ενδιαφέρει εδώ, είναι ότι το μυστήριο της μετανοίας συνδέθηκε κατά μία έννοια με την πνευματική καθοδήγηση, την επίλυση “δυσκολιών” και “προβλημάτων"^ κατ’ επέκταση στην παρούσα ενοριακή ζωή ταυτίστηκε με τις “μαζικές” ολιγόλεπτες εξομολογήσεις που εστιάζονται κυρίως στη διάρκεια της Μεγάλης Σαρακοστής, όπου η όποια νουθεσία και ανέφικτη γίνεται, αλλά και είναι πιθανό ότι φέρει περισσότερη βλάβη παρά όφελος. Η πνευματική καθοδήγηση πρέπει να αποσυνδεθεί από την μυστηριακή εξομολόγηση, έστω κι αν αυτή η τελευταία είναι προφανώς το απώτερο τέλος κι ο σκοπός της.

Ο τρίτος και αποφασιστικός παράγοντας ήταν, φυσικά, η επίδραση της Δυτικής, Σχολαστικής και δικανικής κατανόησης της μετανοίας. Έχουν πολλά γραφεί για την “δυτική υποδούλωση” της Ορθόδοξης θεολογίας, αλλά φοβάμαι πώς λίγοι άνθρωποι συνειδητοποιούν το βάθος και το αληθινό νόημα της στρέβλωσης στην οποία η Δυτική επιρροή οδήγησε την ίδια τη ζωή της Εκκλησίας και πάνω απ’ όλα την κατανόηση των Μυστηρίων. Αυτό γίνεται φανερό στο μυστήριο της μετανοίας. Η σοβαρή παραμόρφωση εδώ συνίσταται στην μετατόπιση του νοήματος του μυστηρίου από την μετάνοια και την εξομολόγηση στην στιγμή της “άφεσης” που προσλαμβάνεται δικανικά. Η Δυτική Σχολαστική θεολογία διαχώρισε σε δικανικές κατηγορίες την ίδια την ουσία της αμαρτίας και, αντίστοιχα, την έννοια της άφεσης. Η τελευταία πηγάζει εδώ όχι από την αλήθεια, δηλαδή την αυθεντική φύση της μετανοίας, αλλά από την εξουσία του ιερέως. Εάν για την αρχική ορθόδοξη κατανόηση του μυστηρίου της εξομολόγησης ο ιερέας είναι ο παρευρισκόμενος μάρτυρας της μετανοίας, και ως εκ τούτου μάρτυρας της πλήρους “καταλλαγής με την Εκκλησία εν Χριστώ Ιησού...”, ο Λατινικός νομικισμός υπερτονίζει την εξουσία του ίδιου του ιερέως να δίνει άφεση αμαρτιών. Έτσι προκύπτει η ολότελα καινοφανής για το Ορθόδοξο δόγμα, αλλά αρκετά δημοφιλής σύγχρονη πρακτική της “άφεσης-απαλλαγής” χωρίς εξομολόγηση. Η αρχική διάκριση ανάμεσα σε αμαρτίες –αφορισμούς από την Εκκλησία (από τους οποίους προέκυπτε η ανάγκη της μυστηριακής συμφιλίωσης με το Εκκλησιαστικό Σώμα) και της αμαρτωλότητας που δεν εξέβαλε τον πιστό εκτός Εκκλησίας, εκλογικεύθηκε από τον Δυτικό Σχολαστικισμό σε διαχωρισμό ανάμεσα στις λεγόμενες θανάσιμες και εξαγοράσιμες (συγγνωστές) αμαρτίες. Οι πρώτες, έχοντας απομακρύνει τον άνθρωπο από την “κατάσταση της χάριτος” απαιτούν μυστηριακή εξομολόγηση και άφεση,^ ενώ οι υπόλοιπες χρήζουν μόνο εσωτερικής μεταμέλειας. Στην Ορθόδοξη Ανατολή, ωστόσο, και ιδιαίτερα στη Ρωσία (κάτω από την επίδραση της Λατινόφρονος θεολογίας του Πέτρου Μογίλα και των μαθητών του) η θεωρία αυτή κατέληξε στην υποχρεωτική και δικανική σύνδεση ανάμεσα στην εξομολόγηση-άφεση και την Ευχαριστία.

Κατά έναν ειρωνικό τρόπο η πιο ολοφάνερη “διείσδυση” των Λατίνων αντιμετωπίζεται από μεγάλο αριθμό πιστών ως ορθόδοξη νόρμα, ενώ η πιο απλή απόπειρα για επαναξιολόγηση της πρακτικής κάτω από το φως του αυθεντικού ορθοδόξου δόγματος της Εκκλησίας και των μυστηρίων καταγγέλλεται ως “Ρωμαιοκαθολική”! ...].



Το κείμενο του πρωτοπρεσβύτερου Αλεξάνδρου Σμέμαν, αφού εγκρίθηκε από τη σύνοδο των επισκόπων της Ορθόδοξης Εκκλησίας της Αμερικής, μοιράσθηκε στις κατά τόπους ενορίες με τη μορφή ποιμαντικής επιστολής προς κλήρο και λαό, για να επισημάνει τις στρεβλώσεις που παρατηρούνται στη μυστηριακή ζωή της Εκκλησίας. Παρ’ όλο που συντάχθηκε το 1972, διατηρεί -τουλάχιστον για τα Ελληνικά δεδομένα - ακέραιη τη σημασία του. Εδώ - Περιοδικό ΕΠΙΓΝΩΣΗ + ΆΣΚΗΣΗ ΣΤΗ ΔΙΆΚΡΙΣΗ ΤΩΝ ΓΕΓΟΝΌΤΩΝ + ΤΕΥΧΟΣ 86, Φθινόπωρο 2003 - δημοσιεύεται το κυρίως μέρος του.

Το παρόν τεύχος - Περιοδικό ΕΠΙΓΝΩΣΗ + ΑΣΚΗΣΗ ΣΤΗ ΔΙΑΚΡΙΣΗ ΤΩΝ ΓΕΓΟΝΟΤΩΝ + ΤΕΥΧΟΣ 86, Φθινόπωρο 2003 - αποτελεί μικρό αφιέρωμα στα μυστήρια της Θείας Κοινωνίας και Εξομολόγησης. Τα κείμενα μετέφρασε από τα Αγγλικά η Α. Μπύρου.

[/url]http://www.oodegr.com/oode/orthod/mystiria/exomol_theia_koin1.htm[url]




Επιστροφή στο

Μέλη σε σύνδεση

Μέλη σε αυτή την Δ. Συζήτηση: 1 και 0 επισκέπτες