Ορθοδοξία και Επιστήμη

Η Ορθοδοξία απέναντι στις προκλήσεις της σημερινής εποχής.

Συντονιστές: Νίκος, Anastasios68, johnge

Άβαταρ μέλους
ORTHODOXIA
Δημοσιεύσεις: 355
Εγγραφή: Παρ Ιούλ 27, 2012 3:09 pm
Τοποθεσία: Ομάδα Διαχείρισης

Ορθοδοξία και Επιστήμη

Δημοσίευσηαπό ORTHODOXIA » Σάβ Σεπ 08, 2012 3:15 pm

κ. Χριστοφόρου: H επιστήμη φωτίζει το μεγαλείο του Θεού (video)

Ένας από τους μεγαλύτερους σύγχρονους Επιστήμονες του εικοστού αιώνα, ο κ. Λουκάς Χριστοφόρου, με βαθυά πίστη στο Θεό γίνεται τρανό παράδειγμα συμβίωσης πίστης -
θρησκείας. Για μια ακόμα φορά επιβεβαιώνεται, απο έναν κορυφαίο διεθνώς, επιστήμονα, ότι η πίστη είναι πέρα από την επιστήμη και ότι η επιστήμη μπορεί να πορευτεί και αυτή με την πίστη.



Πηγή: http://synodoiporia.blogspot.com



Άβαταρ μέλους
Νίκος
Διαχειριστής
Δημοσιεύσεις: 5785
Εγγραφή: Παρ Ιούλ 27, 2012 11:05 am
Τοποθεσία: Κοζάνη

Re: Ορθοδοξία και Επιστήμη

Δημοσίευσηαπό Νίκος » Σάβ Σεπ 08, 2012 3:15 pm

gkou έγραψε:Μοναξιά και πλήξη; Φάρμακο η μελέτη των επιστημών.

Εικόνα

"Η χάρη του Θεού να ‘ναι μαζί σου!

“Είμαι μόνη”, γράφεις, “και αισθάνομαι πλήξη”. Είναι φυσικό αυτό το αίσθημα. Νομίζω, ωστόσο, μετά τις αποφάσεις που πήρες και τα όσα συνακόλουθα σε συμβούλεψα να κάνεις, δεν θα έπρεπε να αισθάνεσαι έτσι. Ακόμα και μόνη, δεν θα ένιωθες μοναξιά, αν βίωνες την παρουσία του Κυρίου, που είναι κοντά σου, όπως άλλωστε και ο φύλακας άγγελός σου˙ είναι κοντά σου όχι νοερά, αλλά πραγματικά. Η επίγνωση, λοιπόν, της παρουσίας του Θεού δεν θα άφηνε το αίσθημα της μοναξιάς ούτε την πλήξη , που το ακολουθεί, να κυριαρχήσουν στην καρδιά σου.

Πιστεύω , πάντως, ότι πρόκειται για μια κατάσταση προσωρινή, από την οποία σύντομα θ’ απαλλαγείς.

Σε κάθε περίπτωση, όταν είσαι μόνη, προσπάθησε να θυμάσαι ότι ο Κύριος και ο φύλακας άγγελός σου είναι μαζί σου. Επίσης, μην αμελείς να επωφελείσαι από κάθε περιστασιακή μόνωση, έστω και στιγμιαία, συνομιλώντας απερίσπαστα και ευφρόσυνα με τον Πλάστη σου. Τέτοια μόνωση είναι γλυκιά. Ελπίζω να γεύεσαι κάπου-κάπου τη γλυκύτητά της, κι έτσι να την επιζητείς σαν παράδεισο επίγειο.

Πρόσφατα, καθώς ξεφύλλιζα ένα βιβλίο, βρήκα τις συμβουλές ενός γονιού, του κόμητος Σπεράνσκι, στην κόρη του. Ανάμεσα στ’ άλλα, τη συμβουλεύει πώς ν’ αποφεύγει την πλήξη. Ο καθένας, λέει, έχει κάμποσες καθημερινές ασχολίες, που είναι αναγκαίες και αναπόφευκτες. Υπάρχουν άνθρωποι, πάντως, των οποίων οι ασχολίες αυτές είναι απλές. Έτσι, δεν τους παίρνουν πολύ χρόνο. Πώς θ’ αποφύγουν, λοιπόν, την πλήξη, αν δεν γεμίσουν με κάτι το χρόνο που τους περισσεύει;

Να το μυστικό: Μη μένεις άπρακτη και αργόσχολη μήτε για μια στιγμή. Γέμιζε όλο σου τον χρόνο με καλά και ωφέλιμα έργα, έτσι που, μόλις τελειώνεις το ένα, ν’ αρχίζεις κάποιο άλλο. Και με τι λογής έργα μπορείς ν’ ασχολείσαι; 1) Με τις καλές τέχνες : μουσική, ζωγραφική κ.λπ. 2 ) Με κάποιο εργόχειρο, όπως λ.χ. το πλέξιμο ή το ράψιμο. 3) Με τη σοβαρή μελέτη, δηλαδή την προσεκτική ανάγνωση αξιόλογων βιβλίων.

Με τέτοια έργα αν ασχολείσαι, δεν θα ξαναδοκιμάσεις πλήξη. Ξέρω κάποιον άνθρωπο που ζει μόνος. Όταν τον ρωτάει κανείς αν πλήττει, αποκρίνεται: «Δεν έχω καιρό να πλήξω, γιατί είναι τόσα πολλά εκείνα που πρέπει να κάνω! Κάθε πρωί, μόλις ξυπνήσω, καταπιάνομαι με δουλειές. Και ποτέ δεν καταφέρνω να τις τελειώσω, ως το βράδυ!».

Απ’ όσα ανέφερα πιο πάνω, η μελέτη είναι η καλύτερη θεραπεία για την πλήξη. Ο κόμης Σπεράνσκι , βέβαια, αναφέρεται στη μελέτη των επιστημών, συνιστώντας την αποφυγή των ελαφρών αναγνωσμάτων. Έτσι κι αλλιώς, απ’ ό,τι φαίνεται , εσένα δεν σου αρέσουν τα αναγνώσματα αυτά. Προτιμάς τα σοβαρά, εγκυκλοπαιδικά, μορφωτικά και επιστημονικά. Καλά και χρήσιμα είναι αυτά. Πιο πολύ, ωστόσο, να μελετάς βιβλία πνευματικά και ψυχωφελή. Οι ανθρώπινες επιστήμες απαρχαιώνονται και αναθεωρούνται με το πέρασμα του χρόνου. Η θεία επιστήμη, της πνευματικής ζωής, όμως, μένει πάντα νέα, αξεπέραστη, αληθινή. Όσο πιο πολλά μαθαίνεις απ’ αυτή την επιστήμη, τόσο περισσότερο θ’ ανακαλύπτεις πράγματα άγνωστα, τόσο περισσότερο θα γνωρίζεις τον παντοτινά καινούριο κόσμο του Θεού.

Μελέτα, λοιπόν, όπως επιθυμείς άλλωστε ,πνευματικά βιβλία και απόκτησε τη θεία σοφία. Ο Κύριος να σ’ ευλογεί!"


«Από το βιβλίο: «ΟΣΙΟΥ ΘΕΟΦΑΝΟΥΣ ΤΟΥ ΕΓΚΛΕΙΣΤΟΥ
Ο ΔΡΟΜΟΣ ΤΗΣ ΖΩΗΣ
γράμματα σε μια ψυχή»
ΕΚΔΟΣΗ ΤΕΤΑΡΤΗ
ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ ΠΑΡΑΚΛΗΤΟΥ
ΩΡΩΠΟΣ ΑΤΙΙΚΗΣ 2000


Ο Θεός, ιλάσθητί μοι τώ αμαρτωλώ και ελέησόν με.

Κρότων
Δημοσιεύσεις: 104
Εγγραφή: Δευτ Ιούλ 30, 2012 12:59 pm
Τοποθεσία: Μάνος, Αθήνα
Επικοινωνία:

Re: Ορθοδοξία και Επιστήμη

Δημοσίευσηαπό Κρότων » Σάβ Σεπ 08, 2012 3:16 pm

"Η επιστήμη είναι δώρο του Θεού, είναι δημιουργική χρήση του ανθρώπινου νου"
Δευτέρα, 19 Δεκέμβριος 2011

Εικόνα

Στους παράλληλους δρόμους που ακολουθούν η Χριστιανική διδασκαλία και η επιστήμη αναφέρθηκε σήμερα το απόγευμα στον χαιρετισμό του ο Μακαριώτατος Αρχιεπίσκοπος Αθηνών και πάσης Ελλάδος κ. Ιερώνυμος στην εκδήλωση με τίτλο "Χριστιανισμός και Επιστήμη" που πραγματοποιήθηκε σήμερα το απόγευμα στην αίθουσα Δ. Μητρόπουλος του Μεγάρου Μουσικής με την ευκαιρία της έκδοσης του τόμου "Ο Ιπποκράτης στην Πολιτεία του Θεού" του Ομοτ. Καθηγητή της Αγγειοχειρουργικής κ. Παν. Β. Δημακάκου.

"Άλλος ο σκοπός της χριστιανικής διδασκαλίας και άλλος της επιστήμης. Η Ορθόδοξη χριστιανική διδασκαλία είναι υπέρ της προόδου της επιστήμης" είπε μεταξύ άλλων ο Μακαριώτατος. "Η επιστήμη", πρόσθεσε, "είναι δώρο του Θεού, είναι δημιουργική χρήση του ανθρώπινου νου. Η απαρχή της έρευνας και της επιστήμης βρίσκεται στο Βιβλίο της Γενέσεως και η Αγία Γραφή αναφέρεται ιδιαίτερα στον ιατρό". Και σημείωσε: "Κατάφαση της επιστήμης αλλά συνάμα και γνώση ότι η επιστήμη έχει μεταβλητότητα και όρια".
Στο πρώτο μέρος της εκδήλωσης παρουσιάστηκαν Εκκλησιαστικοί Βυζαντινοί Ύμνοι εορτής Χριστουγέννων από τη Βυζαντινή Χορωδία του Καθεδρικού Ναού των Αθηνών ενώ στο δεύτερο μέρος έγινε η Στρογγυλή τράπεζα με θέμα "Χριστιανισμός και Επιστήμη"με τη συμμετοχή: του κ. Γ. Μπαμπινιώτη, του Σεβ. Μητροπολίτη Μεσογαίας και Λαυρεωτικής κ. Νικολάου, της κυρίας Άννας Μπενάκη - Ψαρούδα, του κ. Αθανασίου Φωκά, του κ. Δ. Παπαδημητρίου και του κ. Κ. Νάστου.

Ακολούθησε ο χαιρετισμός του Μακαριωτάτου και μία σύντομη ομιλία του Καθηγητή κ. Π. Β. Δημακάκου στην οποία αναφέρθηκε ιδιαίτερα στον Δημιουργό, στον Ιησού Χριστό ο οποίος, όπως τόνισε, είναι πάντοτε δίπλα στον ιατρό. "Πολλές φορές", είπε χαρακτηριστικά, "ασθενείς που βρίσκονται ακόμη και στη σημερινή εκδήλωση, θεραπεύτηκαν παρά τη σοβαρή κατάσταση της υγείας τους και αυτό δεν μπορεί να ερμηνευτεί με ιατρικούς όρους", τονίζοντας τη θεϊκή παρουσία σε κάθε βήμα της πορείας ενός ιατρού, αφού "ο Θεός είναι εκείνος που θεραπεύει".

Πηγή: ΙΕΡΑ ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΗ ΑΘΗΝΩΝ



Κρότων
Δημοσιεύσεις: 104
Εγγραφή: Δευτ Ιούλ 30, 2012 12:59 pm
Τοποθεσία: Μάνος, Αθήνα
Επικοινωνία:

Re: Ορθοδοξία και Επιστήμη

Δημοσίευσηαπό Κρότων » Σάβ Σεπ 08, 2012 3:17 pm

Ορθόδοξη πίστη και Φυσικές επιστήμες
23 Φεβρουαρίου 2011

Εικόνα

τού π. Γεωργ. Μεταλληνού, Δρ. Θεολογίας, Δρ. Φιλοσοφίας



1. Στην Ορθοδοξία η αντίθεση -και σύγκρουση- πίστεως (ή Θεολογίας) και επιστήμης δεν είναι αυτονόητη. Πρόκειται για ψευδοπρόβλημα, διότι και η Ορθοδοξία στην αυθεντική της έκφραση και πραγμάτωση είναι επιστήμη, με διαφορετικό όμως γνωστικό Αντικείμενο.

H Ορθόδοξη Θεολογία είναι επιστήμη και μάλιστα θετική, διότι έχει γνωστικό αντικείμενο και χρησιμοποιεί επιστημονική μέθοδο. Στην ορθόδοξη παράδοση διακρίνονται δύο γνώσεις ή σοφίες (Απόστολος Παύλος, Ιάκωβος Αδελφόθεος ως τον Γρηγόριο Παλαμά και τον Ευγένιο Βούλγαρη κ.λπ.). Υπάρχει η γνώση του Ακτίστου ( = Θεός) και η γνώση του κτιστού ( = ο κόσμος ως κτίση και δημιουργία). H γνώση του Θεού (θεογνωσία) είναι υπερφυσική και επιτυγχάνεται με την συνεργεία του ανθρώπου με τον Θεό. H γνώση του κόσμου είναι φυσική και αποκτάται με την επιστημονική έρευνα. Μέθοδος της θείας γνώσης είναι η νήψη - κάθαρση της καρδιάς (Ψαλμ. 50, 12 - Ματθ. 5, 8). Θεολογία λοιπόν είναι η γνωσιολογία και γνώση του Ακτίστου. Επιστήμη η γνωσιολογία και γνώση του κτιστού. H γνώση στην επιστήμη της πίστεως ονομάζεται θέωση και είναι ο μόνος σκοπός της Ορθοδοξίας. Όλα τα λοιπά είναι μέσα προς αυτό το τέλος.

Οι δύο γνωσιολογίες, κτιστού και Ακτίστου, εργάζονται με διαφορετικά όργανα και γι' αυτό τα μεταξύ τους όρια είναι ευδιάκριτα. Όργανο της επιστήμης της πίστεως δεν είναι η διάνοια, αλλά η καρδιά, που μπορεί να δεχθεί την ενοίκηση του Ακτίστου, όταν η καρδιά καθαρθεί από τα πάθη και μπορεί να αναπτύξει, ως υπερφυσικό όργανο του ανθρώπου, την νοερή της λειτουργία ( = ενέργεια τού νου στην καρδιά). H παρατήρηση και το πείραμα, βασικές παράμετροι τής επιστημονικής μεθόδου, υπάρχουν και στην επιστήμη τής πίστεως.

Στην ησυχαστική μέθοδο θεογνωσίας υπάρχει η παρατήρηση ως θέα του Ακτίστου φωτός - της θείας άκτιστης ενέργειας και το πείραμα ως δυνατότητα επανάληψης αυτής της εμπειρίας, που είναι κοινή σ' όλους τούς επιστήμονες της πίστεως, δηλαδή τούς Αγίους. Ό,τι συνεπώς είναι για τούς φυσικούς επιστήμονες το τηλεσκόπιο ή το μικροσκόπιο, για τούς επιστήμονες της πίστεως είναι η «καθαρά καρδία», που γίνεται ένα είδος «θεοσκοπίου». H Θεολογία, ως λόγος περί του Θεού, μ' αυτήν την προϋπόθεση, λειτουργεί ως θετική επιστήμη και όχι ως μεταφυσική, στοχαστική δηλαδή θεολόγηση. Οι φυσικές επιστήμες επιδιώκουν την θέαση του μακρόκοσμου και του μικρόκοσμου. H επιστήμη της πίστεως στοχεύει στην θέα(ση) του Θεού, ως Ακτίστου φωτός, δηλαδή στην θέωση.

2. Με δεδομένη λοιπόν την ύπαρξη - κατά την Ορθοδοξία - δύο γνώσεων είναι αδύνατη η σύγκρουση Ορθοδοξίας και Επιστήμης. H σύγκρουση αποφεύγεται, διότι έργο τής επιστήμης είναι η γνώση τής ουσίας και των μηχανισμών λειτουργίας των όντων. Έργο όμως τής Θεολογίας είναι η γνώση του Θεού, τού δημιουργού τους. Οι φυσικές επιστήμες ασχολούνται με το πώς, η Θεολογία με το ποιος και γιατί (τελολογία). Έτσι η Αγία Γραφή και τα έργα των αγίων Πατέρων (τών επιστημόνων τής πίστεως) είναι δυνατόν να έχουν επιστημονικά λάθη, σε σχέση με τα συνεχώς ανανεούμενα πορίσματα των φυσικών επιστημών. Θεολογικά λάθη όμως δεν έχουν. Ο θεούμενος - ο Άγιος, γνωρίζει τους λόγους των όντων, την αιτία τής ύπαρξής τους και την εξάρτησή τους από τον Θεό. H διερεύνηση όμως, όπως είπαμε, τής ουσίας και τής λειτουργίας τους είναι έργο των φυσικών επιστημών. H Θεολογία, λοιπόν, μας γνωρίζει τον Θεόν και τον κόσμο ως δημιούργημά Του και όχι τις φυσικές επιστήμες, που είναι δημιούργημα του ανθρώπου. Ο Θεός στην Γραφή διδάσκει την αλήθεια για τον εαυτό Του και όχι την (επιστημονική γνώση) για την κτίση. Στην Γραφή μαθαίνουμε ποιος είναι ο Θεός, για να μπορέσει ο άνθρωπος να ανταποκριθεί στην αγάπη Του. Έτσι, στα επιστημονικά θέματα υπάρχει δυνατότητα αλλαγής γνώμης με βάση τα νέα πορίσματα. Στα σωτηριολογικά όμως θέματα ουδεμία αλλαγή είναι δυνατή, διότι η μέθοδος σωτηρίας - θέωσης είναι διαιώνια αμετάβλητη.

Οι Πατέρες (Προφήτες, Απόστολοι και όλοι οι Άγιοι), όταν κατέχουν και την ανθρώπινη σοφία (π.χ. Μ. Βασίλειος), γνωρίζουν τις επιστημονικές θεωρίες τής εποχής τους, τις όποιες όμως ερευνούν μέσα από το πρίσμα τής Θεολογίας τους, αφού σκοπός τους δεν είναι η φυσική επιστημονική γνώση, αλλά η καθοδήγηση των πνευματικών τους τέκνων προς την σωτηρία και η προστασία τους από γνώση που είναι δυνατόν να εμποδίσει την πορεία τους προς την θεογνωσία. H διάθεση όμως στην περίπτωση αυτή δεν είναι a priori πολεμική και απορριπτική, αλλά απλώς ποιμαντική και προστατευτική.

3. Από τα παραπάνω συνάγεται ότι οι φυσικές επιστήμες σε όλες τις εκφάνσεις και πραγματώσεις τους, συνιστούν αλληλοσυμπληρούμενες όψεις στην θέαση της φυσικής πραγματικότητας. H οπτική όμως τής πατερικής Θεολογίας είναι διαφορετική, όπως αποδεικνύει το πατερικό παράδειγμα.

Ο καθηγητής - επιστήμονας στην γνώση του Ακτίστου είναι ο πνευματικός πατέρας («καθηγητής τής ερήμου» ονομάζεται ορθόδοξα), που πρέπει να έχει την εμπειρία τής θεώσεως. Με βάση αυτή την αρχή λειτουργεί η παράδοση τής Ορθοδοξίας με κέντρο τις Οικουμενικές συνόδους. Το πλήρωμα των πιστών εμπιστεύεται την γνώση των θεουμένων, όπως οι επιστήμονες την γνώση και αξιοπιστία των ειδικών του χώρου τους. Σ' αυτή την συνάφεια φαίνεται και η ορθόδοξη σημασία του δόγματος. H διδασκαλία τής πίστεως (αυτό είναι το δόγμα ως εμπειρία των Αγίων) είναι το επιστημονικό εγχειρίδιο του επιστήμονος τής θεώσεως και λειτουργεί ως οδηγός των άλλων προς την θέωση. H Ορθόδοξη πίστη είναι τόσο δογματική, όσο και η επιστήμη. Δόγματα τής επιστήμης με την κοσμική κατανόηση τους είναι τα αξιώματά της. Με αυτή την έννοια, κατά τον Marc Bloch, και η επιστημονική έρευνα είναι «προκατειλημμενη», όχι μόνο η Θεολογία. Χωρίς όμως αυτή την εκατέρωθεν «προκατάληψη» δεν είναι δυνατή η πρόοδος τής διπλής αυτής επιστήμης.

4. H αγιότητα, έτσι, δεν είναι εμπόδιο στην επιστημονική γνώση. Ακριβώς το αντίθετο. Άλλωστε ήδη στην Παλαιά Διαθήκη (Σοφ. Σειρ. 38, 6) ομολογείται: Ο Θεός «έδωκεν ανθρώποις επιστήμην ενδοξάζεσθαι εν τοις θαυμασίοις αυτού». Τίποτε δεν αποκλείει ορθόδοξα την δυνατότητα να είναι κάποιος κάτοχος και των δύο επιστημονικών γνώσεων, όπως συμβαίνει στους μεγάλους Πατέρες και Μητέρες της Ορθοδοξίας. Αυτό ψάλλει η Ορθοδοξία στις 25 Νοεμβρίου για την μεγάλη μαθηματικό του 3ου αιώνα, αγία Αικατερίνη: «Την εκ Θεού σοφίαν λαβούσα παιδιόθεν η Μάρτυς, και την έξω σοφίαν καλώς πάσαν μεμάθηκε». Αντίθετα, εκεί που υπάρχει θρησκειοποιημένη ή ιδεολογικοποιημένη πίστη (στα διάφορα θρησκεύματα του κόσμου), Θρησκεία και Επιστήμες χρησιμοποιούν το ίδιο όργανο, την διάνοια-λογική, και έτσι αναπότρεπτα θα έλθουν σε σύγκρουση, διότι τις θέσεις της θρησκείας δεν μπορεί να δεχθεί, από ένα σημείο και πέρα, η λογική, ενώ τα πορίσματα της επιστήμης δεν μπορεί να τα δεχθεί η θρησκεία, όταν αυτά συγκρούονται με θέσεις της θρησκείας ή της θρησκειοποιημένης πίστης, που θεωρούνται επιστημονικές. Το πρόβλημα δε για την θρησκεία ξεκινά από την αποδοχή των ιερών βιβλίων (π.χ. Αγίας Γραφής ή Κορανίου) ως επιστημονικού συγγράμματος.

Γίνεται λοιπόν κατανοητό, γιατί στην Ορθοδοξία, όταν είναι Ορθοδοξία, δεν μπορεί ποτέ να υπάρξει περίπτωση Γαλιλαίου. H αρνητική στάση των ορθοδόξων λογίων κατά του κοπερνικείου συστήματος, τον 18ον αι. δεν ήταν απόρροια πνευματικότητας, αλλά δυτικών επιρροών (σχολαστικών τάσεων), βιβλικισμού ή αναμονής των εξελίξεων της επιστήμης (Ευγένιος Βούλγαρης). Αντίθετα η σύγκρουση Πίστεως και Επιστήμης είναι όχι μόνο δυνατή, αλλά και φυσιολογική, όταν τα πορίσματα της επιστήμης κρίνονται με μεταφυσικά κριτήρια, ή η διδασκαλία της Πίστεως προσεγγίζεται με βάση τις αρχές και τα πορίσματα των φυσικών επιστημών, δηλαδή με κριτήρια άλλου χώρου. Στην περίπτωση αυτή η μεν επιστήμη θεολογεί (οπότε αυτοκαταργείται), η δε πίστη μεταβάλλεται σε φυσική επιστήμη (οπότε αλλοτριώνεται). Αυτό συνέβη έντονα στην Δυτική Ευρώπη, όταν η ωρίμανση της Φυσικής και γενικά των Θετικών Επιστημών εγκατέλειψε το αριστοτελικό κοσμοείδωλο και την μεθοδολογία του, ενώ η Δυτική Εκκλησία επέμενε σ' αυτά. Προεκτάσεις του δυτικού προβληματισμού και συνεπώς και συγκρούσεις (μάλλον διενέξεις) είχαμε και στην δυτικά σκεπτόμενη Ανατολή.

5. Στην συνάντηση Θεολογίας και Επιστήμης έγιναν τραγικά λάθη και από τις δύο πλευρές, που οδήγησαν στην εκατέρωθεν απολυτότητα και απομόνωση. H Δυτική Εκκλησία επέμεινε στην κατά γράμμα ερμηνεία της Αγίας Γραφής, χωρίς αναφορά στην πατερική ερμηνεία της. Μετά την περίπτωση του Γαλιλαίου, εξ άλλου, και από τις δύο πλευρές, η σύγκρουση εθεωρείτο δεδομένη. Θύμα της αντίληψης αυτής τον 20όν αιώνα ο πάστορας-Lemaitre και η «περί Μεγάλης Εκρήξεως» θεωρία του, που αποκρούστηκε ως ανακάλυψη κληρικού! Συχνά, εξ άλλου, στην σύγκρουση οδηγούσε η διαφορά στην χρησιμοποιούμενη εκατέρωθεν γλώσσα. Ο βιβλικισμός των εκκλησιαστικών ήλθε συχνά αντιμέτωπος με τον λογικισμό (λογοκρατία) των φυσικών επιστημόνων. H θεμελίωση της νοησιαρχίας στην Ευρώπη αρχίζει με τον ιερό Αυγουστίνο («credo, ut intelligam») και κορυφώνεται με τον Καρτέσιο («cogito, ergo sum»). H προτεραιότητα δίνεται στην διάνοια, ακόμη και στον χώρο της Πίστης. Ο Θεός, τελικά, νοείται ως γνωστικό «αντικείμενο», που «συλλαμβάνεται» με την δύναμη της διάνοιας, η οποία καταξιώνεται σε κύριο συστατικό της ανθρώπινης ύπαρξης.

6. Είναι εν τούτοις γεγονός, ότι η επιστήμη στην Δυτική Ευρώπη προήλθε από την Θεολογία. Όχι μόνο από τους δυτικούς Πατέρες, αλλά και από τον Καρτέσιο, τον Λάιμπνιτς, τον Νεύτωνα, που .ήσαν και θεολόγοι. H πίστη στον Θεό, συνεπάγεται την αναγνώριση λογικότητας στην δημιουργία, που έτσι προσφέρεται για έρευνα. Αργότερα όμως το «παιδί» επαναστάτησε κατά της μητέρας και οι δρόμοι τους χώρισαν. Αυτό όμως δεν συνέβη στην πατερική παράδοση της Ανατολής, στην οποία όχι μόνο συμπορεύθηκαν επιστήμη και Θεολογία, αλλά και η Θεολογία αποδείχθηκε ενισχυτική στην αληθινή πρόοδο της Επιστήμης. Αρκούν μερικά παραδείγματα από τα έργα του Μ. Βασιλείου (Εις την Εξαήμερον, PG,29,3-208) και του αγίου Γρηγορίου Νύσσης (Περί κατασκευής ανθρώπου, PG, 44, 124-256).

Ο Μ. Βασίλειος δέχεται αρχή του κόσμου και δημιουργό Θεό: «Ει ουν αρχήν έχει ο κόσμος και πεποίηται, ζήτει τις ò την αρχήν αυτην δους και τις ο ποιητής».

Ο Γρηγόριος Νύσσης (ΡG 44, Ι7Ό) προσδιορίζει την «αρχή»: «Τα πάντα ην εν πρώτη του Θεού περί την κτίσιν ορμή ( = κίνηση), οιονεί σπερματικής τινος δυνάμεως προς την του παντος γένεσιν καταβληθείσης, ενεργεία δε τα καθ' έκαστον ούπω ην». Θα μπορούσε ο Γρηγόριος να ονομασθεί προφήτης της θεωρίας της Μεγάλης Έκρηξης, αφού η «σπερματική δύναμη» μπορεί να ταυτισθεί με την «υπερσυμπυκνωμένη μάζα» της σύγχρονης θεωρίας.

Ο Μ. Βασίλειος (ΡG 29, 36Β) δέχεται μια εξελικτική πορεία στην κτίση, παρουσιάζοντας την «πρώτη αρχή», «ωδίνουσαν μεν την πάντων γένεσιν, διά την εναποτεθείσαν αυτή παρά του δημιουργού δύναμιν», ανέμενε δε «τούς καθήκοντας χρόνους (= κατάλληλους καιρούς), ίνα τω θείω κελεύσματι προαγάγη εαυτής εις φανερόν τα κινήματα».

Αυτο δε διότι - κατά τον Γρηγόριο (Ρθ 44, 72Β) - «πάντων των όντων τας αφορμάς και τας αιτίας και τας δυνάμεις συλλήβδην (ταυτόχρονα) ο Θεός εν ακαρεί (ακαριαία) κατεβάλλετο».

Το σύμπαν, εξ άλλου, κατά τον Μ. Βασίλειο (ΡΘ 29, 1164) έχει ζωή και πάλλει από κίνηση, αναπτυσσόμενο και διαμορφούμενο μέσα στον χρόνο. «H της φύσεως ακολουθία εκ του πρώτου προστάγματος την αρχήν δεξάμενη, προς πάντα τον εφεξής διεξέρχεται χρόνον, μέχρις αν προς την κοινήν συντέλειαν του παντός καταντήση».

Και ο Γρηγόριος (Ρθ 44, 1480) δέχεται μια εξελικτική πορεία στη φύση: «Καθάπερ διά βαθμών η φύσις, των τής ζωής λέγω ιδιωμάτων, από των μικρότερων επί το τέλειον ποιείται την άνοδον».

Ο Μ. Βασίλειος δεν περιμένει από τη Γραφή όλες τις απαντήσεις, θεωρώντας αναγκαία την επιστημονική έρευνα: «...πολλά απεσιώπησεν (η Γραφή), τον ημέτερον νουν γυμνάζουσα προς εντρέχειαν (διερεύνηση), εξ ολίγων αφορμήν παρεχομένη επιλογίζεσθαι (να συναγάγει)… (ΕΠΕ 4, 72/4). Όσοι Πατέρες είχαν επιστημονική-σχολική κατάρτιση ασχολήθηκαν με τα φυσικά προβλήματα με βάση τις επιστημονικές γνώσεις της εποχής τους.

Γι’ αυτό σ’ αυτά τα θέματα μπορεί να διαφέρουν μεταξύ τους, δεν έχουν όμως αντιφάσεις μεταξύ τους στα θεολογικά θέματα. Η ερμηνεία της Γραφής είναι έργο των θεοπνεύστων ερμηνευτών και όχι των επιστημόνων. Οι υπάρχουσες διαφορές μεταξύ πατερικής θεολογίας και επιστήμης δεν οδηγούν σε ρήξεις, διότι η αληθινή θεολογία αναμένει υπομονετικά την πρόοδο της επιστήμης για την κατανόηση των θεολογικών θέσεων. Δύο παραδείγματα: η αρχή της απροσδιοριστίας (Heisenberg) βοήθησε στην προσέγγιση της Φυσικής με την Θεολογία, και τον «αποφατισμό» της (αδυναμία ακριβούς προσδιορισμού). Εξ άλλου ένας Αμερικανός αστρονόμος έχει δηλώσει, ότι οι φυσικοί επιστήμονες μοιάζουν με ορειβάτες, οι οποίοι μόλις φθάσουν στην κορυφή του βουνού, βλέπουν τους θεολόγους να τους περιμένουν αναπαυτικά στην πολυθρόνα τους!

Βέβαια και όταν βρίσκουμε συμπτώσεις σε καίρια φυσικά προβλήματα μεταξύ Θεολογίας και Επιστήμης, σημαίνει ότι έχουμε ταύτιση προβληματισμών και όχι αναγκαστικά και των πορισμάτων. Η μη σύγκρουση δεν σημαίνει πάντα και συμφωνία. Αφού όμως ο σκοπός κάθε πλευράς είναι άλλος, η Θεολογία δεν αντικρούει την επιστημονική θέση, για την ηλικία λ.χ. του ανθρώπου στη γη. Αυτό που την ενδιαφέρει είναι η δημιουργία του από τον Θεό και ο σκοπός της.

7. Όσον αφορά, συνεπώς, την Ορθόδοξη Θεολογία, με προϋπόθεση την πατερική παράδοση, βλέπει σήμερα την δυνατότητα συνεργασίας Θεολογίας και Φυσικών Επιστημών, ως προς τον εκσυγχρονισμό της Θεολογίας και τον εξηθικισμό της Επιστήμης. Είναι δε γεγονός, ότι το παλαιότερο συγκρουσιακό κλίμα έχει περιορισθεί στην εποχή μας, εκτός εάν παραμένουν οι εκατέρωθεν προκαταλήψεις. Οι Θεολόγοι δέχονται την ελευθερία της επιστημονικής έρευνας και οι επιστήμονες δεν αναμειγνύουν τον Θεό στην έρευνά τους. Άλλωστε, πίστη και επιστήμη δέχονται παγκοσμίους νόμους, και οι δύο δε, ζητούν την αλήθεια, την φυσική ή την υπερφυσική. Ο Michael Polanyi (Personal knowledge, 1969, σ. 266) δέχεται την πίστη ως την πηγή κάθε γνώσης, αφού «όλα τα βασικά πιστεύω μας στον επιστημονικό τομέα είναι αναπόδεικτα». Εξ άλλου, τα κοσμοείδωλα, ακόμη και τα επιστημονικά, συναρτώνται και με τα διάφορα κοινωνικά μοντέλα, στον χώρο των οποίων παράγονται ή αναπαράγονται. Έτσι, διεισδύουν στην επιστήμη και υποκειμενικές ιδέες και προκαταλήψεις, υπό την επίδραση του κοινωνικού περιβάλλοντος. Υπάρχει Vorverstaendnis και στην έρευνα. Καμιά κοσμοθεωρία, συνεπώς, δεν μπορεί να διεκδικήσει την αλήθεια στην πληρότητά της, όσο επιστημονική και αν είναι.

H συνάντηση Θεολογίας και Επιστημών είναι αποτελεσματικότερη, όταν ο Θεολόγος διαλέγεται με αληθινούς ερευνητές (ελεύθερους δηλαδή και όχι «διαπλεκόμενους»), ο δε επιστήμων έχει απέναντι του συνεχιστές του Μ. Βασιλείου και του Ευγένιου Βούλγαρη και όχι φονταμενταλιστές δυτικού ή ισλαμικού τύπου. Ένοιωσα αιφνιδιασμό σε χώρα της Μ. Ανατολής, όταν Πρύτανης-Καθηγητής της Φυσικής - αναζητούσε ερείσματα της επιστήμης του στο Κοράνιο. Την τάση για απολυτότητα στην επιστήμη μετριάζουν οι παρατηρούμενες ασυμφωνίες μεταξύ των επιστημόνων, στην δε Θεολογία η γνώση του πατερικού παραδείγματος. H Κβαντομηχανική διαψεύδει την αιτιότητα, αλλά ο Einstein διεφώνησε («Ο Θεός δεν ρίχνει ζάρια»). Από την άλλη πλευρά, η Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία πληρώνει ακόμη το έγκλημα του σχολαστικισμού κατά του Γαλιλαίου.

Μετριοφροσύνη δημιουργεί στον επιστήμονα το γεγονός ότι η επιστημονική γνώση έχει τα όριά της.

Ορθά λοιπόν η Επιστήμη δεν ασχολείται με το 'περί Θεού πρόβλημα, διότι θα μεταβαλλόταν σε μεταφυσική, αυτοαπορριπτόμενη. Δεν θα είναι πια θετική επιστήμη. H επιστήμη δεν μπορεί να απορρίψει το ενδεχόμενο της ύπαρξης Θεού ως δημιουργού και προνοητού του σύμπαντος, διότι δεν έχει τα κατάλληλα όργανα, για να Τον συλλάβει, Γι' αυτό δεν μπορεί να κατηγορεί την Θεολογία ως μυθολογία και δεισιδαιμονία. Αλλ' ούτε και η Θεολογία δικαιούται να κατηγορεί την Επιστήμη ως άθεη, δηλαδή με τα δικά της κριτήρια.

Για την δημιουργική όμως σύγκλιση και συνεργασία Πίστεως και Επιστήμης απαιτείται κοινή γλώσσα. Κατά τον Σεβασμιώτατο Μητροπολίτη Περγάμου Ιωάννη (ακαδημαϊκό), «πρέπει να φθάσουμε σε μια κοσμολογία κοινή και για τους Επιστήμονες και για τους Θεολόγους και. πρέπει επίσης να συμφωνήσουμε στο τι συνιστά γνώση και αλήθεια». Σ' αυτή την κοινή γλώσσα έχουν φθάσει επιστήμονες, όπως ο Paul Davies (καθηγητής Θεωρητικής Φυσικής στο Newcastle), δηλώνοντας: «H επιστήμη προσφέρει ασφαλέστερη οδό προς τον Θεό παρά η θρησκεία». Αλλά και ο γνωστός Β. φον Μπράουν, όταν δήλωνε: «Γιατί να βρίσκονται (πίστη και επιστήμη) σε αντίθεση; H θρησκεία ασχολείται με τον Δημιουργό, η επιστήμη με την δημιουργία». Πρόσφατα δε, διαβάσαμε με έκπληξη σε συνέντευξη τής μεγάλης ελληνίδας ανθρωπολόγου κ. Κατερίνας Χαρβάτη: «H επιστήμη και η θρησκεία δεν έρχονται σε σύγκρουση, γιατί δίνουν απάντηση σε διαφορετικά ερωτήματα: H επιστήμη άπαντα στο πώς, και η θρησκεία στο γιατί».

Αντίθετα ανοίγονται προοπτικές για συμπόρευση και συνεργασία. H επιστήμη με την βοήθεια της πατερικής Θεολογίας: α) διακρίνει τα όριά της, β) δέχεται σημαντική ηθική καθοδήγηση, συνειδητοποιώντας τον φιλάνθρωπο και διακονικό χαρακτήρα της, γ) αναγνωρίζει την αξία τού ανθρώπου, αφού η Θεολογία διδάσκει, ότι «το Σάββατον διά τον άνθρωπον εγένετο, ουχ ο άνθρωπος διά το Σάββατον» (Μάρκ. 2, 27), η ότι ο άνθρωπος είναι «ζώον θεούμενον» (Γρηγόριος Νύσσης) ή «θεός κεκελευσμένος» (= έχει μέσα του την εντολή να γίνει θεός) (Μ. Βασίλειος).

Αλληλοσυμπλήρωση Πίστης και Επιστήμης μπορεί να υπάρξει κυρίως στο οικολογικό πρόβλημα, δεδομένου ότι Ορθόδοξοι Θεολόγοι, όπως ο Οικουμενικός μας Πατριάρχης ή ο Σεβασμιώτατος Περγάμου Ιωάννης, αγωνιζόμενοι για την διάσωση της Φύσης, δεν παύουν να αναγνωρίζουν ότι το νόημα της δημιουργίας αποκαλύπτεται διά της επιστήμης, η δε Θεολογία εύχεται και στηρίζει την Επιστήμη, που αγωνίζεται για την διάσωση της Κτίσης.

Ας μην οριοθετούμε, λοιπόν, ο ένας την Επιστήμη του άλλου και ας σεβόμεθα τα πορίσματα τής εκατέρωθεν έρευνας, που διεξάγεται με αυτοσεβασμό και ταπείνωση, διότι ο κόσμος μας δεν χρειάζεται μόνο τις φυσικές επιστήμες, αλλά και την επιστήμη της θεώσεως, εφ' όσον «ουκ επ' άρτω μόνω ζήσεται ο άνθρωπος» (Ματθ. 4, 4).

Πηγή: Ο.Ο.Δ.Ε



Άβαταρ μέλους
Achilleas
Δημοσιεύσεις: 2088
Εγγραφή: Παρ Ιούλ 27, 2012 7:09 pm

Ορθόδοξη πίστη και Φυσικές επιστήμες

Δημοσίευσηαπό Achilleas » Πέμ Δεκ 20, 2012 10:45 pm

Ορθόδοξη πίστη και Φυσικές επιστήμες
Τού π. Γεωργ. Μεταλληνού, Δρ. Θεολογίας, Δρ. Φιλοσοφίας

Εικόνα

1. Στην Ορθοδοξία η αντίθεση -και σύγκρουση- πίστεως (ή Θεολογίας) και επιστήμης δεν είναι αυτονόητη. Πρόκειται για ψευδοπρόβλημα, διότι και η Ορθοδοξία στην αυθεντική της έκφραση και πραγμάτωση είναι επιστήμη, με διαφορετικό όμως γνωστικό Αντικείμενο.

H Ορθόδοξη Θεολογία είναι επιστήμη και μάλιστα θετική, διότι έχει γνωστικό αντικείμενο και χρησιμοποιεί επιστημονική μέθοδο. Στην ορθόδοξη παράδοση διακρίνονται δύο γνώσεις ή σοφίες (Απόστολος Παύλος, Ιάκωβος Αδελφόθεος ως τον Γρηγόριο Παλαμά και τον Ευγένιο Βούλγαρη κ.λπ.). Υπάρχει η γνώση του Ακτίστου ( = Θεός) και η γνώση του κτιστού ( = ο κόσμος ως κτίση και δημιουργία). H γνώση του Θεού (θεογνωσία) είναι υπερφυσική και επιτυγχάνεται με την συνεργεία του ανθρώπου με τον Θεό. H γνώση του κόσμου είναι φυσική και αποκτάται με την επιστημονική έρευνα. Μέθοδος της θείας γνώσης είναι η νήψη - κάθαρση της καρδιάς (Ψαλμ. 50, 12 - Ματθ. 5, 8). Θεολογία λοιπόν είναι η γνωσιολογία και γνώση του Ακτίστου. Επιστήμη η γνωσιολογία και γνώση του κτιστού. H γνώση στην επιστήμη της πίστεως ονομάζεται θέωση και είναι ο μόνος σκοπός της Ορθοδοξίας. Όλα τα λοιπά είναι μέσα προς αυτό το τέλος.

Οι δύο γνωσιολογίες, κτιστού και Ακτίστου, εργάζονται με διαφορετικά όργανα και γι' αυτό τα μεταξύ τους όρια είναι ευδιάκριτα. Όργανο της επιστήμης της πίστεως δεν είναι η διάνοια, αλλά η καρδιά, που μπορεί να δεχθεί την ενοίκηση του Ακτίστου, όταν η καρδιά καθαρθεί από τα πάθη και μπορεί να αναπτύξει, ως υπερφυσικό όργανο του ανθρώπου, την νοερή της λειτουργία ( = ενέργεια τού νου στην καρδιά). H παρατήρηση και το πείραμα, βασικές παράμετροι τής επιστημονικής μεθόδου, υπάρχουν και στην επιστήμη τής πίστεως.

Στην ησυχαστική μέθοδο θεογνωσίας υπάρχει η παρατήρηση ως θέα του Ακτίστου φωτός - της θείας άκτιστης ενέργειας και το πείραμα ως δυνατότητα επανάληψης αυτής της εμπειρίας, που είναι κοινή σ' όλους τούς επιστήμονες της πίστεως, δηλαδή τούς Αγίους. Ό,τι συνεπώς είναι για τούς φυσικούς επιστήμονες το τηλεσκόπιο ή το μικροσκόπιο, για τούς επιστήμονες της πίστεως είναι η «καθαρά καρδία», που γίνεται ένα είδος «θεοσκοπίου». H Θεολογία, ως λόγος περί του Θεού, μ' αυτήν την προϋπόθεση, λειτουργεί ως θετική επιστήμη και όχι ως μεταφυσική, στοχαστική δηλαδή θεολόγηση. Οι φυσικές επιστήμες επιδιώκουν την θέαση του μακρόκοσμου και του μικρόκοσμου. H επιστήμη της πίστεως στοχεύει στην θέα(ση) του Θεού, ως Ακτίστου φωτός, δηλαδή στην θέωση.

2. Με δεδομένη λοιπόν την ύπαρξη - κατά την Ορθοδοξία - δύο γνώσεων είναι αδύνατη η σύγκρουση Ορθοδοξίας και Επιστήμης. H σύγκρουση αποφεύγεται, διότι έργο τής επιστήμης είναι η γνώση τής ουσίας και των μηχανισμών λειτουργίας των όντων. Έργο όμως τής Θεολογίας είναι η γνώση του Θεού, τού δημιουργού τους. Οι φυσικές επιστήμες ασχολούνται με το πώς, η Θεολογία με το ποιος και γιατί (τελολογία). Έτσι η Αγία Γραφή και τα έργα των αγίων Πατέρων (τών επιστημόνων τής πίστεως) είναι δυνατόν να έχουν επιστημονικά λάθη, σε σχέση με τα συνεχώς ανανεούμενα πορίσματα των φυσικών επιστημών. Θεολογικά λάθη όμως δεν έχουν. Ο θεούμενος - ο Άγιος, γνωρίζει τους λόγους των όντων, την αιτία τής ύπαρξής τους και την εξάρτησή τους από τον Θεό. H διερεύνηση όμως, όπως είπαμε, τής ουσίας και τής λειτουργίας τους είναι έργο των φυσικών επιστημών. H Θεολογία, λοιπόν, μας γνωρίζει τον Θεόν και τον κόσμο ως δημιούργημά Του και όχι τις φυσικές επιστήμες, που είναι δημιούργημα του ανθρώπου. Ο Θεός στην Γραφή διδάσκει την αλήθεια για τον εαυτό Του και όχι την (επιστημονική γνώση) για την κτίση. Στην Γραφή μαθαίνουμε ποιος είναι ο Θεός, για να μπορέσει ο άνθρωπος να ανταποκριθεί στην αγάπη Του. Έτσι, στα επιστημονικά θέματα υπάρχει δυνατότητα αλλαγής γνώμης με βάση τα νέα πορίσματα. Στα σωτηριολογικά όμως θέματα ουδεμία αλλαγή είναι δυνατή, διότι η μέθοδος σωτηρίας - θέωσης είναι διαιώνια αμετάβλητη.

Οι Πατέρες (Προφήτες, Απόστολοι και όλοι οι Άγιοι), όταν κατέχουν και την ανθρώπινη σοφία (π.χ. Μ. Βασίλειος), γνωρίζουν τις επιστημονικές θεωρίες τής εποχής τους, τις όποιες όμως ερευνούν μέσα από το πρίσμα τής Θεολογίας τους, αφού σκοπός τους δεν είναι η φυσική επιστημονική γνώση, αλλά η καθοδήγηση των πνευματικών τους τέκνων προς την σωτηρία και η προστασία τους από γνώση που είναι δυνατόν να εμποδίσει την πορεία τους προς την θεογνωσία. H διάθεση όμως στην περίπτωση αυτή δεν είναι a priori πολεμική και απορριπτική, αλλά απλώς ποιμαντική και προστατευτική.

3. Από τα παραπάνω συνάγεται ότι οι φυσικές επιστήμες σε όλες τις εκφάνσεις και πραγματώσεις τους, συνιστούν αλληλοσυμπληρούμενες όψεις στην θέαση της φυσικής πραγματικότητας. H οπτική όμως τής πατερικής Θεολογίας είναι διαφορετική, όπως αποδεικνύει το πατερικό παράδειγμα.

Ο καθηγητής - επιστήμονας στην γνώση του Ακτίστου είναι ο πνευματικός πατέρας («καθηγητής τής ερήμου» ονομάζεται ορθόδοξα), που πρέπει να έχει την εμπειρία τής θεώσεως. Με βάση αυτή την αρχή λειτουργεί η παράδοση τής Ορθοδοξίας με κέντρο τις Οικουμενικές συνόδους. Το πλήρωμα των πιστών εμπιστεύεται την γνώση των θεουμένων, όπως οι επιστήμονες την γνώση και αξιοπιστία των ειδικών του χώρου τους. Σ' αυτή την συνάφεια φαίνεται και η ορθόδοξη σημασία του δόγματος. H διδασκαλία τής πίστεως (αυτό είναι το δόγμα ως εμπειρία των Αγίων) είναι το επιστημονικό εγχειρίδιο του επιστήμονος τής θεώσεως και λειτουργεί ως οδηγός των άλλων προς την θέωση. H Ορθόδοξη πίστη είναι τόσο δογματική, όσο και η επιστήμη. Δόγματα τής επιστήμης με την κοσμική κατανόηση τους είναι τα αξιώματά της. Με αυτή την έννοια, κατά τον Marc Bloch, και η επιστημονική έρευνα είναι «προκατειλημμενη», όχι μόνο η Θεολογία. Χωρίς όμως αυτή την εκατέρωθεν «προκατάληψη» δεν είναι δυνατή η πρόοδος τής διπλής αυτής επιστήμης.

4. H αγιότητα, έτσι, δεν είναι εμπόδιο στην επιστημονική γνώση. Ακριβώς το αντίθετο. Άλλωστε ήδη στην Παλαιά Διαθήκη (Σοφ. Σειρ. 38, 6) ομολογείται: Ο Θεός «έδωκεν ανθρώποις επιστήμην ενδοξάζεσθαι εν τοις θαυμασίοις αυτού». Τίποτε δεν αποκλείει ορθόδοξα την δυνατότητα να είναι κάποιος κάτοχος και των δύο επιστημονικών γνώσεων, όπως συμβαίνει στους μεγάλους Πατέρες και Μητέρες της Ορθοδοξίας. Αυτό ψάλλει η Ορθοδοξία στις 25 Νοεμβρίου για την μεγάλη μαθηματικό του 3ου αιώνα, αγία Αικατερίνη: «Την εκ Θεού σοφίαν λαβούσα παιδιόθεν η Μάρτυς, και την έξω σοφίαν καλώς πάσαν μεμάθηκε». Αντίθετα, εκεί που υπάρχει θρησκειοποιημένη ή ιδεολογικοποιημένη πίστη (στα διάφορα θρησκεύματα του κόσμου), Θρησκεία και Επιστήμες χρησιμοποιούν το ίδιο όργανο, την διάνοια-λογική, και έτσι αναπότρεπτα θα έλθουν σε σύγκρουση, διότι τις θέσεις της θρησκείας δεν μπορεί να δεχθεί, από ένα σημείο και πέρα, η λογική, ενώ τα πορίσματα της επιστήμης δεν μπορεί να τα δεχθεί η θρησκεία, όταν αυτά συγκρούονται με θέσεις της θρησκείας ή της θρησκειοποιημένης πίστης, που θεωρούνται επιστημονικές. Το πρόβλημα δε για την θρησκεία ξεκινά από την αποδοχή των ιερών βιβλίων (π.χ. Αγίας Γραφής ή Κορανίου) ως επιστημονικού συγγράμματος.

Γίνεται λοιπόν κατανοητό, γιατί στην Ορθοδοξία, όταν είναι Ορθοδοξία, δεν μπορεί ποτέ να υπάρξει περίπτωση Γαλιλαίου. H αρνητική στάση των ορθοδόξων λογίων κατά του κοπερνικείου συστήματος, τον 18ον αι. δεν ήταν απόρροια πνευματικότητας, αλλά δυτικών επιρροών (σχολαστικών τάσεων), βιβλικισμού ή αναμονής των εξελίξεων της επιστήμης (Ευγένιος Βούλγαρης). Αντίθετα η σύγκρουση Πίστεως και Επιστήμης είναι όχι μόνο δυνατή, αλλά και φυσιολογική, όταν τα πορίσματα της επιστήμης κρίνονται με μεταφυσικά κριτήρια, ή η διδασκαλία της Πίστεως προσεγγίζεται με βάση τις αρχές και τα πορίσματα των φυσικών επιστημών, δηλαδή με κριτήρια άλλου χώρου. Στην περίπτωση αυτή η μεν επιστήμη θεολογεί (οπότε αυτοκαταργείται), η δε πίστη μεταβάλλεται σε φυσική επιστήμη (οπότε αλλοτριώνεται). Αυτό συνέβη έντονα στην Δυτική Ευρώπη, όταν η ωρίμανση της Φυσικής και γενικά των Θετικών Επιστημών εγκατέλειψε το αριστοτελικό κοσμοείδωλο και την μεθοδολογία του, ενώ η Δυτική Εκκλησία επέμενε σ' αυτά. Προεκτάσεις του δυτικού προβληματισμού και συνεπώς και συγκρούσεις (μάλλον διενέξεις) είχαμε και στην δυτικά σκεπτόμενη Ανατολή.

5. Στην συνάντηση Θεολογίας και Επιστήμης έγιναν τραγικά λάθη και από τις δύο πλευρές, που οδήγησαν στην εκατέρωθεν απολυτότητα και απομόνωση. H Δυτική Εκκλησία επέμεινε στην κατά γράμμα ερμηνεία της Αγίας Γραφής, χωρίς αναφορά στην πατερική ερμηνεία της. Μετά την περίπτωση του Γαλιλαίου, εξ άλλου, και από τις δύο πλευρές, η σύγκρουση εθεωρείτο δεδομένη. Θύμα της αντίληψης αυτής τον 20όν αιώνα ο πάστορας-Lemaitre και η «περί Μεγάλης Εκρήξεως» θεωρία του, που αποκρούστηκε ως ανακάλυψη κληρικού! Συχνά, εξ άλλου, στην σύγκρουση οδηγούσε η διαφορά στην χρησιμοποιούμενη εκατέρωθεν γλώσσα. Ο βιβλικισμός των εκκλησιαστικών ήλθε συχνά αντιμέτωπος με τον λογικισμό (λογοκρατία) των φυσικών επιστημόνων. H θεμελίωση της νοησιαρχίας στην Ευρώπη αρχίζει με τον ιερό Αυγουστίνο («credo, ut intelligam») και κορυφώνεται με τον Καρτέσιο («cogito, ergo sum»). H προτεραιότητα δίνεται στην διάνοια, ακόμη και στον χώρο της Πίστης. Ο Θεός, τελικά, νοείται ως γνωστικό «αντικείμενο», που «συλλαμβάνεται» με την δύναμη της διάνοιας, η οποία καταξιώνεται σε κύριο συστατικό της ανθρώπινης ύπαρξης.

6. Είναι εν τούτοις γεγονός, ότι η επιστήμη στην Δυτική Ευρώπη προήλθε από την Θεολογία. Όχι μόνο από τους δυτικούς Πατέρες, αλλά και από τον Καρτέσιο, τον Λάιμπνιτς, τον Νεύτωνα, που .ήσαν και θεολόγοι. H πίστη στον Θεό, συνεπάγεται την αναγνώριση λογικότητας στην δημιουργία, που έτσι προσφέρεται για έρευνα. Αργότερα όμως το «παιδί» επαναστάτησε κατά της μητέρας και οι δρόμοι τους χώρισαν. Αυτό όμως δεν συνέβη στην πατερική παράδοση της Ανατολής, στην οποία όχι μόνο συμπορεύθηκαν επιστήμη και Θεολογία, αλλά και η Θεολογία αποδείχθηκε ενισχυτική στην αληθινή πρόοδο της Επιστήμης. Αρκούν μερικά παραδείγματα από τα έργα του Μ. Βασιλείου (Εις την Εξαήμερον, PG,29,3-208) και του αγίου Γρηγορίου Νύσσης (Περί κατασκευής ανθρώπου, PG, 44, 124-256).

Ο Μ. Βασίλειος δέχεται αρχή του κόσμου και δημιουργό Θεό: «Ει ουν αρχήν έχει ο κόσμος και πεποίηται, ζήτει τις ò την αρχήν αυτην δους και τις ο ποιητής».

Ο Γρηγόριος Νύσσης (ΡG 44, Ι7Ό) προσδιορίζει την «αρχή»: «Τα πάντα ην εν πρώτη του Θεού περί την κτίσιν ορμή ( = κίνηση), οιονεί σπερματικής τινος δυνάμεως προς την του παντος γένεσιν καταβληθείσης, ενεργεία δε τα καθ' έκαστον ούπω ην». Θα μπορούσε ο Γρηγόριος να ονομασθεί προφήτης της θεωρίας της Μεγάλης Έκρηξης, αφού η «σπερματική δύναμη» μπορεί να ταυτισθεί με την «υπερσυμπυκνωμένη μάζα» της σύγχρονης θεωρίας.

Ο Μ. Βασίλειος (ΡG 29, 36Β) δέχεται μια εξελικτική πορεία στην κτίση, παρουσιάζοντας την «πρώτη αρχή», «ωδίνουσαν μεν την πάντων γένεσιν, διά την εναποτεθείσαν αυτή παρά του δημιουργού δύναμιν», ανέμενε δε «τούς καθήκοντας χρόνους (= κατάλληλους καιρούς), ίνα τω θείω κελεύσματι προαγάγη εαυτής εις φανερόν τα κινήματα».

Αυτο δε διότι - κατά τον Γρηγόριο (Ρθ 44, 72Β) - «πάντων των όντων τας αφορμάς και τας αιτίας και τας δυνάμεις συλλήβδην (ταυτόχρονα) ο Θεός εν ακαρεί (ακαριαία) κατεβάλλετο».

Το σύμπαν, εξ άλλου, κατά τον Μ. Βασίλειο (ΡΘ 29, 1164) έχει ζωή και πάλλει από κίνηση, αναπτυσσόμενο και διαμορφούμενο μέσα στον χρόνο. «H της φύσεως ακολουθία εκ του πρώτου προστάγματος την αρχήν δεξάμενη, προς πάντα τον εφεξής διεξέρχεται χρόνον, μέχρις αν προς την κοινήν συντέλειαν του παντός καταντήση».

Και ο Γρηγόριος (Ρθ 44, 1480) δέχεται μια εξελικτική πορεία στη φύση: «Καθάπερ διά βαθμών η φύσις, των τής ζωής λέγω ιδιωμάτων, από των μικρότερων επί το τέλειον ποιείται την άνοδον».

Ο Μ. Βασίλειος δεν περιμένει από τη Γραφή όλες τις απαντήσεις, θεωρώντας αναγκαία την επιστημονική έρευνα: «...πολλά απεσιώπησεν (η Γραφή), τον ημέτερον νουν γυμνάζουσα προς εντρέχειαν (διερεύνηση), εξ ολίγων αφορμήν παρεχομένη επιλογίζεσθαι (να συναγάγει)… (ΕΠΕ 4, 72/4). Όσοι Πατέρες είχαν επιστημονική-σχολική κατάρτιση ασχολήθηκαν με τα φυσικά προβλήματα με βάση τις επιστημονικές γνώσεις της εποχής τους.

Γι’ αυτό σ’ αυτά τα θέματα μπορεί να διαφέρουν μεταξύ τους, δεν έχουν όμως αντιφάσεις μεταξύ τους στα θεολογικά θέματα. Η ερμηνεία της Γραφής είναι έργο των θεοπνεύστων ερμηνευτών και όχι των επιστημόνων. Οι υπάρχουσες διαφορές μεταξύ πατερικής θεολογίας και επιστήμης δεν οδηγούν σε ρήξεις, διότι η αληθινή θεολογία αναμένει υπομονετικά την πρόοδο της επιστήμης για την κατανόηση των θεολογικών θέσεων. Δύο παραδείγματα: η αρχή της απροσδιοριστίας (Heisenberg) βοήθησε στην προσέγγιση της Φυσικής με την Θεολογία, και τον «αποφατισμό» της (αδυναμία ακριβούς προσδιορισμού). Εξ άλλου ένας Αμερικανός αστρονόμος έχει δηλώσει, ότι οι φυσικοί επιστήμονες μοιάζουν με ορειβάτες, οι οποίοι μόλις φθάσουν στην κορυφή του βουνού, βλέπουν τους θεολόγους να τους περιμένουν αναπαυτικά στην πολυθρόνα τους!

Βέβαια και όταν βρίσκουμε συμπτώσεις σε καίρια φυσικά προβλήματα μεταξύ Θεολογίας και Επιστήμης, σημαίνει ότι έχουμε ταύτιση προβληματισμών και όχι αναγκαστικά και των πορισμάτων. Η μη σύγκρουση δεν σημαίνει πάντα και συμφωνία. Αφού όμως ο σκοπός κάθε πλευράς είναι άλλος, η Θεολογία δεν αντικρούει την επιστημονική θέση, για την ηλικία λ.χ. του ανθρώπου στη γη. Αυτό που την ενδιαφέρει είναι η δημιουργία του από τον Θεό και ο σκοπός της.

7. Όσον αφορά, συνεπώς, την Ορθόδοξη Θεολογία, με προϋπόθεση την πατερική παράδοση, βλέπει σήμερα την δυνατότητα συνεργασίας Θεολογίας και Φυσικών Επιστημών, ως προς τον εκσυγχρονισμό της Θεολογίας και τον εξηθικισμό της Επιστήμης. Είναι δε γεγονός, ότι το παλαιότερο συγκρουσιακό κλίμα έχει περιορισθεί στην εποχή μας, εκτός εάν παραμένουν οι εκατέρωθεν προκαταλήψεις. Οι Θεολόγοι δέχονται την ελευθερία της επιστημονικής έρευνας και οι επιστήμονες δεν αναμειγνύουν τον Θεό στην έρευνά τους. Άλλωστε, πίστη και επιστήμη δέχονται παγκοσμίους νόμους, και οι δύο δε, ζητούν την αλήθεια, την φυσική ή την υπερφυσική. Ο Michael Polanyi (Personal knowledge, 1969, σ. 266) δέχεται την πίστη ως την πηγή κάθε γνώσης, αφού «όλα τα βασικά πιστεύω μας στον επιστημονικό τομέα είναι αναπόδεικτα». Εξ άλλου, τα κοσμοείδωλα, ακόμη και τα επιστημονικά, συναρτώνται και με τα διάφορα κοινωνικά μοντέλα, στον χώρο των οποίων παράγονται ή αναπαράγονται. Έτσι, διεισδύουν στην επιστήμη και υποκειμενικές ιδέες και προκαταλήψεις, υπό την επίδραση του κοινωνικού περιβάλλοντος. Υπάρχει Vorverstaendnis και στην έρευνα. Καμιά κοσμοθεωρία, συνεπώς, δεν μπορεί να διεκδικήσει την αλήθεια στην πληρότητά της, όσο επιστημονική και αν είναι.

H συνάντηση Θεολογίας και Επιστημών είναι αποτελεσματικότερη, όταν ο Θεολόγος διαλέγεται με αληθινούς ερευνητές (ελεύθερους δηλαδή και όχι «διαπλεκόμενους»), ο δε επιστήμων έχει απέναντι του συνεχιστές του Μ. Βασιλείου και του Ευγένιου Βούλγαρη και όχι φονταμενταλιστές δυτικού ή ισλαμικού τύπου. Ένοιωσα αιφνιδιασμό σε χώρα της Μ. Ανατολής, όταν Πρύτανης-Καθηγητής της Φυσικής - αναζητούσε ερείσματα της επιστήμης του στο Κοράνιο. Την τάση για απολυτότητα στην επιστήμη μετριάζουν οι παρατηρούμενες ασυμφωνίες μεταξύ των επιστημόνων, στην δε Θεολογία η γνώση του πατερικού παραδείγματος. H Κβαντομηχανική διαψεύδει την αιτιότητα, αλλά ο Einstein διεφώνησε («Ο Θεός δεν ρίχνει ζάρια»). Από την άλλη πλευρά, η Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία πληρώνει ακόμη το έγκλημα του σχολαστικισμού κατά του Γαλιλαίου.

Μετριοφροσύνη δημιουργεί στον επιστήμονα το γεγονός ότι η επιστημονική γνώση έχει τα όριά της.

Ορθά λοιπόν η Επιστήμη δεν ασχολείται με το 'περί Θεού πρόβλημα, διότι θα μεταβαλλόταν σε μεταφυσική, αυτοαπορριπτόμενη. Δεν θα είναι πια θετική επιστήμη. H επιστήμη δεν μπορεί να απορρίψει το ενδεχόμενο της ύπαρξης Θεού ως δημιουργού και προνοητού του σύμπαντος, διότι δεν έχει τα κατάλληλα όργανα, για να Τον συλλάβει, Γι' αυτό δεν μπορεί να κατηγορεί την Θεολογία ως μυθολογία και δεισιδαιμονία. Αλλ' ούτε και η Θεολογία δικαιούται να κατηγορεί την Επιστήμη ως άθεη, δηλαδή με τα δικά της κριτήρια.

Για την δημιουργική όμως σύγκλιση και συνεργασία Πίστεως και Επιστήμης απαιτείται κοινή γλώσσα. Κατά τον Σεβασμιώτατο Μητροπολίτη Περγάμου Ιωάννη (ακαδημαϊκό), «πρέπει να φθάσουμε σε μια κοσμολογία κοινή και για τους Επιστήμονες και για τους Θεολόγους και. πρέπει επίσης να συμφωνήσουμε στο τι συνιστά γνώση και αλήθεια». Σ' αυτή την κοινή γλώσσα έχουν φθάσει επιστήμονες, όπως ο Paul Davies (καθηγητής Θεωρητικής Φυσικής στο Newcastle), δηλώνοντας: «H επιστήμη προσφέρει ασφαλέστερη οδό προς τον Θεό παρά η θρησκεία». Αλλά και ο γνωστός Β. φον Μπράουν, όταν δήλωνε: «Γιατί να βρίσκονται (πίστη και επιστήμη) σε αντίθεση; H θρησκεία ασχολείται με τον Δημιουργό, η επιστήμη με την δημιουργία». Πρόσφατα δε, διαβάσαμε με έκπληξη σε συνέντευξη τής μεγάλης ελληνίδας ανθρωπολόγου κ. Κατερίνας Χαρβάτη: «H επιστήμη και η θρησκεία δεν έρχονται σε σύγκρουση, γιατί δίνουν απάντηση σε διαφορετικά ερωτήματα: H επιστήμη άπαντα στο πώς, και η θρησκεία στο γιατί».

Αντίθετα ανοίγονται προοπτικές για συμπόρευση και συνεργασία. H επιστήμη με την βοήθεια της πατερικής Θεολογίας: α) διακρίνει τα όριά της, β) δέχεται σημαντική ηθική καθοδήγηση, συνειδητοποιώντας τον φιλάνθρωπο και διακονικό χαρακτήρα της, γ) αναγνωρίζει την αξία τού ανθρώπου, αφού η Θεολογία διδάσκει, ότι «το Σάββατον διά τον άνθρωπον εγένετο, ουχ ο άνθρωπος διά το Σάββατον» (Μάρκ. 2, 27), η ότι ο άνθρωπος είναι «ζώον θεούμενον» (Γρηγόριος Νύσσης) ή «θεός κεκελευσμένος» (= έχει μέσα του την εντολή να γίνει θεός) (Μ. Βασίλειος).

Αλληλοσυμπλήρωση Πίστης και Επιστήμης μπορεί να υπάρξει κυρίως στο οικολογικό πρόβλημα, δεδομένου ότι Ορθόδοξοι Θεολόγοι, όπως ο Οικουμενικός μας Πατριάρχης ή ο Σεβασμιώτατος Περγάμου Ιωάννης, αγωνιζόμενοι για την διάσωση της Φύσης, δεν παύουν να αναγνωρίζουν ότι το νόημα της δημιουργίας αποκαλύπτεται διά της επιστήμης, η δε Θεολογία εύχεται και στηρίζει την Επιστήμη, που αγωνίζεται για την διάσωση της Κτίσης.

Ας μην οριοθετούμε, λοιπόν, ο ένας την Επιστήμη του άλλου και ας σεβόμεθα τα πορίσματα τής εκατέρωθεν έρευνας, που διεξάγεται με αυτοσεβασμό και ταπείνωση, διότι ο κόσμος μας δεν χρειάζεται μόνο τις φυσικές επιστήμες, αλλά και την επιστήμη της θεώσεως, εφ' όσον «ουκ επ' άρτω μόνω ζήσεται ο άνθρωπος» (Ματθ. 4, 4).

http://www.oodegr.com/oode/epistimi/gen ... tall_1.htm


Μακάριοι οι πραείς, ότι αυτοί κληρονομήσουσι την γην.

Άβαταρ μέλους
Νίκος
Διαχειριστής
Δημοσιεύσεις: 5785
Εγγραφή: Παρ Ιούλ 27, 2012 11:05 am
Τοποθεσία: Κοζάνη

Re: Ορθοδοξία και Επιστήμη

Δημοσίευσηαπό Νίκος » Σάβ Φεβ 01, 2014 11:31 pm

Ο κίνδυνος είναι ο άνθρωπος όχι να κατάγεται από τα ζώα, αλλά να καταντήσει σαν αυτά!

Εικόνα

συνέντευξη του Μητροπολίτη Μεσογαίας και Λαυρεωτικής π. Νικολάου

Ερ.: Ως άνθρωπος που πιστεύει στον Θεό, πως θα ακούγατε ότι κάποιος θέλει να ασχοληθεί με τη σύγχρονη έρευνα, μάλιστα αυτήν που τελικά αμφισβητεί τον Θεό, όπως η γενετική μηχανική , η κοσμολογία, η νευρολογία;
Απ.: Μια έρευνα που γίνεται για να αμφισβητήσει τον Θεό, έχει την αρρώστια της προκατάληψης. Η έρευνα γίνεται για να ανακαλυφθεί μία επιστημονική αλήθεια. Ποιο το πρόβλημα κάποιος να διευρύνει τους ορίζοντες της σκέψης και της γνώσης του; Έτσι και ο Θεός προσεγγίζεται καλύτερα. Ο Θεός δεν αποτελεί ένα ιδεολόγημα που πρέπει με κάθε τρόπο να υπερασπιστούμε, αλλά Τον πιστεύουμε επειδή είναι η Αλήθεια. Υπό την έννοια αυτήν, και η επιστημονική αλήθεια Αυτόν φανερώνει. Αν πάλι Τον αμφισβητεί, καιρός να το μάθουμε. Ένας πιστός που φοβάται την επιστημονική έρευνα, φοβάται την αλήθεια. Μάλλον είναι πιστός που…δεν πιστεύει.

Ερ.: Τι θα λέγατε για τη θεωρία της εξέλιξης; Αυτή δεν έρχεται σε αντίθεση με τη διδασκαλία της Εκκλησίας;
Απ.: Για το συγκεκριμένο θέμα, η διδασκαλία της Εκκλησίας βασίζεται στο θεόπνευστο βιβλίο της Γενήσεως. Αυτό δεν είναι βιβλίο Φυσικής ή Βιολογίας. Το σημαντικό δε για το οποίο μιλάει δεν είναι αν ο Θεός πλάθοντας τον άνθρωπο πήρε χώμα και που το βρήκε, αλλά το ότι ο άνθρωπος είναι πλασμένος «κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωσιν» Θεού. Όλα τα άλλα είναι λεπτομέρειες. Αυτό πώς να το ανατρέψει η επιστήμη; Από κει και πέρα, αν η επιστήμη βελτιώνει την ερμηνεία αυτού του κόσμου και την εικόνα μας γι’ αυτόν, αυτό γιατί να το αμφισβητήσουμε; Το πολύ πολύ να πούμε ότι μερικά πράγματα τα κατανοούμε καλύτερα.
Τη θεοείδεια όμως του ανθρώπου, ότι δηλαδή είναι πλασμένος με θεϊκή πνοή και χαραγμένος με προορισμό θεϊκής ομοιώσεως, αυτό δεν θα μπορέσει ποτέ να το αλλάξει η επιστήμη. Απλά μπορούν να το αμφισβητούν αλαζονικά κάποιοι επιστήμονες.

Ερ.: Δηλαδή δεν έχει σημασία το αν ο άνθρωπος κατάγεται από τα ζώα;
Απ.: Αυτό που έχει σημασία είναι η θεϊκή καταγωγή του ανθρώπου και η συγγένειά του με τον Θεό, το ότι δηλαδή ο Θεός μας έπλασε, όχι το πώς μας έπλασε. Και επίσης ο κίνδυνος είναι ο άνθρωπος όχι να κατάγεται από τα ζώα, αλλά να καταντήσει σαν αυτά, «άνθρωπος εν τιμή ων ου συνήκε, παρασυνεβλήθη τοι κτήνεσι τοις ανοήτοις και ωμοιώθη αυτοίς» (Ψαλμ. μη΄13). Ενώ ο προορισμός μας είναι να ομοιάσουμε στον Θεό, εμείς να προσπαθούμε να αποδείξουμε ότι είμαστε ζώα.
Το πρόβλημα συνεπώς δεν είναι η επιστημονική επιβεβαίωση της εξέλιξης, αλλά η προσήλωση στην αρρωστημένη ερμηνεία της. Αυτό το τελευταίο δεν αποδεικνύει την ανυπαρξία του Θεού, αλλά επιβεβαιώνει την εμπαθή μυωπία του ανθρώπου. Να ανταλλάσσεται η θεϊκή προοπτική με έναν ασύνετο εκφυλισμό σε ζώο! Αυτό ούτε τα ζώα δεν θα το ήθελαν.

Ερ.: Πάντως έχουμε σημαντικές ομοιότητες με τα ζώα και πρέπει να βρούμε τη σημασία τους.
Απ.: Με εκπλήσσει το ενδιαφέρον για την ομοιότητα με τα ζώα. Αν υπήρχε ανάλογο ενδιαφέρον και για την συγγένεια με τον Θεό, πόσο διαφορετικά θα ήταν τα πράγματα! Τη σημασία αυτής της συγγένειας θα έπρεπε να ανακαλύψουμε. Όσο για τα ζώα, ασφαλώς και υπάρχουν ομοιότητες. Το σώμα μας ούτε ή άλλως μοιάζει με ταυτό των ανώτερων θηλαστικών. Ακόμη και μαθητεύουμε στα ζώα και στις ενστικτώδεις αρετές τους. Τόσα και τόσα παραδείγματα υπάρχουν στην Αγία Γραφή. Ο ίδιος ο Χριστός στην επί του Όρους ομιλία Του μας καλεί να «εμβλέψουμε στα πετεινά του ουρανού» και κατά κάποιον τρόπο να τα μιμηθούμε.
Αυτό όμως που έχει σημασία είναι οι διαφορές μας από τα ζώα. Ο άνθρωπος είναι ψυχοσωματικός. Και αυτό αποτελεί την πηγή της αξίας του. καιρός να στρέψουμε το ενδιαφέρον μας από την ομοιότητα με τα ζώα στην δυνατότητα ομοίωσης προς τον Θεό.

Από το βιβλίο: "Αν υπάρχει ζωή, θέλω να ζήσω

Πηγή: Ι. Μ. ΒΕΡΟΙΑΣ


Ο Θεός, ιλάσθητί μοι τώ αμαρτωλώ και ελέησόν με.

Άβαταρ μέλους
Toula
Δημοσιεύσεις: 1963
Εγγραφή: Τρί Ιούλ 31, 2012 3:32 pm
Τοποθεσία: Παναγιώτα, Αμπελόκηποι

Η δύναμη του Σταυρού και της προσευχής κάτω από το πρίσμα τη

Δημοσίευσηαπό Toula » Τετ Ιούλ 09, 2014 6:52 pm

Η δύναμη του Σταυρού και της προσευχής κάτω από το πρίσμα της επιστήμης

Ο τομέας της επιστήμης έχει ενασχοληθεί, πέραν των άλλων, και με τις θαυματουργικές ιδιότητες του σημείου του Σταυρού και της ορθόδοξης προσευχής, εξάγοντας συμπεράσματα και πειραματικές αποδείξεις. Στη Ρωσία ολόκληρη επιστημονική ομάδα και διακεκριμένοι επιστήμονες έχουν διεξάγει μεγάλο αριθμό πειραμάτων, τα οποία επανειλημμένως έχουν επαληθεύει, προτού τα αποτελέσματά τους δουν το φως της δημοσιότητας.

Τα συμπεράσματά τους επιβεβαιώνουν τη θαυματουργό δύναμη του Σταυρού και της προσευχής. Συγκεκριμένα διαπιστώνεται ότι η παλιά συνήθεια να γίνεται το σημείο του Σταυρού πάνω από το φαγητό και το ποτό πριν το γεύμα έχει ένα προφανές μυστικό νόημα. Πίσω από αυτό παραμένει η πρακτική χρησιμότητα. Η τροφή καθαρίζεται κυριολεκτικά μέσα σε μια στιγμή. Αυτό αποτελεί ένα μεγάλο θαύμα που συμβαίνει κάθε μέρα.

Η φυσικός Angelina Malakhovskaya έχει ανακαλύψει τις απαράμιλλες βακτηριοκτόνες ιδιότητες του νερού μετά την ευλογία του από μια Ορθόδοξη προσευχή και το σημείο του Σταυρού. Η μελέτη επίσης αποκάλυψε μια νέα ιδιότητα του λόγου του Θεού, που πριν ήταν άγνωστη, να μετασχηματίζει τη δομή του ύδατος, αυξάνοντας αξιοσημείωτα την οπτική του πυκνότητα στην περιοχή του φάσματος της βραχείας υπεριώδους ακτινοβολίας, αναφέρει χαρακτηριστικά άρθρο της εφημερίδας Zhizn.

Οι επιστήμονες έχουν επαληθεύσει τη δύναμη της Κυριακής προσευχής, ήτοι του «Πάτερ ημών» και του Ορθόδοξου σημείου του Σταυρού στα παθογενή βακτήρια. Έγινε λήψη δειγμάτων νερού από διάφορες δεξαμενές (πηγάδια, ποταμούς, λίμνες) για έρευνα. Όλα τα δείγματα είχαν ένα κολοβακτηρίδιο, με την ονομασία goldish staphylococcus.

Αποδείχθηκε, ωστόσο, ότι αν ειπωθεί η Κυριακή προσευχή και το σημείο του Σταυρού γίνει πάνω τους, ο αριθμός των βλαβερών βακτηριδίων θα μειωθεί από δέκα έως και πάνω από χίλιες φορές. Τα πειράματα έγιναν με τέτοιο τρόπο, ώστε να αποκλείουν και την ελάχιστη πιθανή νοητική επιρροή. Η προσευχή ειπώθηκε και από πιστούς και από άπιστους, αλλά ο αριθμός των παθογόνων βακτηρίων σε διάφορα περιβάλλοντα με διαφορετικές ομάδες βακτηρίων ακόμα και τότε μειώθηκε, συγκρινόμενος με τα πρότυπα αναφοράς.

Η επιστημονική κοινότητα επίσης απέδειξε την ευεργετική επίδραση που η προσευχή και το σημείο του Σταυρού έχουν πάνω στους ανθρώπους. Όλοι οι συμμετέχοντες στα πειράματα είχαν την πίεση του αίματός τους να τείνει να σταθεροποιηθεί και τους αιματικούς δείκτες βελτιωμένους. Κατά εντυπωσιακό τρόπο, οι δείκτες άλλαζαν προς την ίαση που χρειαζόταν: Στους υποτασικούς η αιματική τους πίεση ανέβηκε, ενώ στους υπερτασικούς κατέβηκε.

Επίσης παρατηρήθηκε ότι αν το σημείο του Σταυρού γίνεται πρόχειρα, με τα τρία δάκτυλα βαλμένα μαζί απρόσεχτα ή τοποθετούμενα εκτός των απαραίτητων σημείων (στο μέσο του κούτελου, το κέντρο του ηλιακού πλέγματος και στα κοιλώματα κάτω από το δεξί και αριστερό ώμο), το θετικό αποτέλεσμα ήταν πολύ πιο αδύναμο ή απουσίαζε εντελώς.

Κατόπιν αυτών των ορισμάτων καθίσταται κατανοητό το αναλλοίωτο του Αγιασμού, το ανέβασμα του ζυμαριού από τα σταυρολούλουδα (λουλούδια του Επιταφίου), η διατήρηση φρέσκου του Πασχαλιάτικου αυγού μέχρι το επόμενο έτος, όταν τοποθετείται στο εικονοστάσι και αφού ο ιερέας ευλογήσει το αυγό στην Εκκλησία, κλπ.

Η Εκκλησία δεν έχει φόβο από την έρευνα. Αντίθετα η έρευνα επιβεβαιώνει τις θέσεις της Εκκλησίας. Η αληθινή Ορθόδοξη Εκκλησία έχει αποδείξει στο πέρασμα των αιώνων τη δύναμη που αντλεί από την πίστη στο Θεό. Και αυτή αντανακλάται σε κάθε έκφανση του πολιτισμού, της κοινωνίας, της επιστήμης, της ανθρώπινης δράσης και δημιουργίας.

Ο ισαπόστολος Άγιος Κοσμάς ο Αιτωλός ( 1714-1779) έλεγε μεταξύ άλλων: «και όποιος τον κάμνει τον Σταυρόν, ποτέ δεν έχει ζημίαν, αλλά τον φυλάγει από κάθε λογής φαρμακερόν πράγμα και από κάθε δαιμονικήν πείραξιν. Και ο άνθρωπος να τον έχει σημαδεμένον απάνω του.

Να ανταμώσει τα τρία δάκτυλα της δεξιάς χειρός του και να τα βάλει πρώτον εις το μέτωπον, είτα εις τον ομφαλόν, έπειτα εις το δεξιόν βυζίον, ύστερα εις το ζερβί βυζίον, και να σκύπτει έως χαμηλά και πάλιν να σηκώνεται. Και ο Σταυρός, αδελφοί μου, πώς είναι, μάθετε»: «Όταν βάνωμεν το χέρι μας εις το κεφάλι, φανερώνει ο Θεός, όπου ήτον εις τον Ουρανόν. Και όταν το βάλωμεν εις τον ομφαλόν, φανερώνει πώς έκατέβη εις την γην και εσαρκώθη.

Και όταν το βάνωμεν εις το δεξιόν μέρος άνωθεν του βυζίου, φανερώνει πως είναι δίκαιος και αθάνατος, και πως θέλει βάλει τους δικαίους εις τα δεξιά του μέρη. Και όταν το βάλωμεν εις το ζερβιόν μέρος, φανερώνει πως θέλει κρίνει όλα τα έθνη και θέλουν στέκονται εις το ζερβιόν (αριστερόν) του μέρος και να τους βάλει εις την κόλασιν».

Περιοδικό «Ορθόδοξη Μαρτυρία», τεύχος 145, Απριλίου – Μαΐου 2009, σελ. 15-16.



Άβαταρ μέλους
Νίκος
Διαχειριστής
Δημοσιεύσεις: 5785
Εγγραφή: Παρ Ιούλ 27, 2012 11:05 am
Τοποθεσία: Κοζάνη

Re: Ορθοδοξία και Επιστήμη

Δημοσίευσηαπό Νίκος » Πέμ Ιούλ 10, 2014 10:03 am

Η Επιστήμη στα χέρια των πιστών Χριστιανών μπορεί να κάνει θαύματα. Τα ίδια τα θαύματα όμως δεν εξηγούνται από την Επιστήμη, απλά διαπιστώνονται από αυτή. Ένα μεγάλο πρόβλημα που έχει η Επιστήμη με τα θαύματα είναι ότι αυτά δεν είναι επαναλήψιμα, όπως τα πειράματα, αλλά είναι μοναδικά και αυτοτελή, επειδή η Χάρις του Θεού ενεργεί με ανεξήγητους από τον ανθρώπινο νου τρόπους.

Με λίγα λόγια σ΄ένα επιστημονικό πείραμα, με εξαιρέσεις στα όρια του στατιστικού λάθους, υπό τις ίδιες συνθήκες παράγονται ίδια αποτελέσματα, ενώ στην περίπτωση του θαύματος, υπό τις ίδιες συνθήκες το αποτέλεσμα είναι κάθε φορά διαφορετικό και μοναδικό. Επομένως τα θαύματα δεν υπόκεινται σε στατιστική ανάλυση ούτε σε επιστημονική ερμηνεία για τον τρόπο και τις συνθήκες υπό τις οποίες πραγματοποιήθηκαν.

Εξαιρούνται κάποια θαύματα, τα οποία, από παραχώρηση του Θεού, επαναλαμβάνονται τακτικά για να ενδυναμώνεται η πίστη των Χριστιανών στη διαχρονικότητα της Εκκλησίας, όπως είναι τα η αφθαρσία του αγιασμένου ύδατος κατά το Μεγάλο Αγιασμό και η αφή του Αγίου Φωτός στον Πανάγιο Τάφο. Και σ΄αυτά, όμως, παρά την επαναληψιμότητα μόνο παρατήρηση των αποτελεσμάτων μπορεί να γίνει και όχι εξήγηση του πως παράγονται αυτά.

Με λίγα λόγια, τα φυσικά πράγματα εξηγούνται από την Επιστήμη και τη λογική και τα υπερφυσικά, τα πνευματικά, τα ουράνια την υπερβαίνουν και απευθύνονται στην πίστη, που βγαίνει από την καρδιά και όχι το νου του ανθρώπου.


Ο Θεός, ιλάσθητί μοι τώ αμαρτωλώ και ελέησόν με.

Άβαταρ μέλους
ΦΩΤΗΣ
Δημοσιεύσεις: 10100
Εγγραφή: Κυρ Αύγ 19, 2012 12:18 pm
Τοποθεσία: ΑΓΙΟΣ ΙΩΑΝΝΗΣ ΡΕΝΤΗ

ΕΠΙΣΤΗΜΗ ΚΑΙ ΘΕΟΣ

Δημοσίευσηαπό ΦΩΤΗΣ » Δευτ Νοέμ 30, 2015 9:18 pm

Βιοχημικός απόδειξε τη Βιβλική θεωρία της Δημιουργίας.

Ο Αμερικανός βιοχημικός Φεζεϊλ Ράνα, επιστημονικά απέδειξε τη Βιβλική θεωρία της δημιουργίας. Ήταν από τους πρώτους που έθεσαν το ζήτημα, το οποίο ποτέ δεν τέθηκε στη χριστιανική απολογητική.


Στο βιβλίο του «Η σύσταση του κυττάρου: Πώς η Χημεία αποκαλύπτει την τέχνη του Δημιουργού», ο Ράνα αποκάλυψε δεκάδες διαφορετικών συστημάτων σε κάθε κύτταρο. Διασαφήνισε πώς σ'αυτά τα συστήματα καθρεφτίζεται ο λόγος του Δημιουργού, κατ'εικόνα του Οποίου δημιουργήθηκε ο άνθρωπος.
«Το κύτταρο διαθέτει ποικίλες μεταφορικές βιομηχανικές πράξεις, οι οποίες χρησιμοποιούν τον έλεγχο της ποιότητας, συστήματα αιτίου-αποτελέσματος, συγκοινωνίες, πληροφοριακές μεθόδους , και ακόμη και τη διεργασία της διορθώσεως, και πολλά άλλα ολοκληρωμένα χαρακτηριστικά. Το κύτταρο αποκαλύπτει την κομψότητα της μορφής και της λειτουργίας, την λεπτή ομορφιά του χαρακτήρα του Βιβλικού Ποιητή »,- είπε ο Ράνα.
Ο Φεζεϊλ Ράνα είναι χριστιανός εμπειρογνώμονας για την προέλευση της ζωής. Τα έργα του έχουν λάβει πολλές επιδοκιμαστικές αξιολογήσεις από πολλά περιοδικά , επιστημονικές συναντήσεις και παγκόσμια Πανεπιστήμια.


Κύριε είσαι παντογνώστης. Γνωρίζεις πολύ καλά ότι Σε αγαπώ. Αξίωσέ με να Σε υπηρετώ με αφοσίωση και με αγάπη μέχρι την τελευταία μου αναπνοή.

Άβαταρ μέλους
ΦΩΤΗΣ
Δημοσιεύσεις: 10100
Εγγραφή: Κυρ Αύγ 19, 2012 12:18 pm
Τοποθεσία: ΑΓΙΟΣ ΙΩΑΝΝΗΣ ΡΕΝΤΗ

Re: ΕΠΙΣΤΗΜΗ ΚΑΙ ΘΕΟΣ

Δημοσίευσηαπό ΦΩΤΗΣ » Τρί Δεκ 01, 2015 8:38 pm

Δεν εξηγείται το Σύμπαν χωρίς τον Θεό!

Ο μαθηματικός Τζον Λέννοξ εξέφρασε πρόσφατα τις αμφιβολίες του για τα συμπεράσματα του Χόκινγκ στον βρετανικό τύπο:


Δεν υπάρχει καμία αμφιβολία ότι ο Στήβεν Χόκινγκ είναι άτομο διανοητικά τολμηρό όσο και σωματικά ηρωικό. Στο τελευταίο βιβλίο του , ο διάσημος φυσικός, εξαπέλυσε μια τολμηρή πρόκληση για τη παραδοσιακή θρησκευτική πίστη και τη θεϊκή δημιουργία του σύμπαντος. Σύμφωνα με τον Χόκινγκ, οι νόμοι της φυσικής και όχι το θέλημα του Θεού, προσφέρουν την πραγματική εξήγηση για το πώς η ζωή στη γη τέθηκε σε λειτουργία. Το Μπίγκ Μπάνγκ, υποστηρίζει, ήταν η αναπόφευκτη συνέπεια αυτών των νόμων: "Επειδή υπάρχει ένας νόμος όπως η βαρύτητα, το σύμπαν μπόρεσε να αυτο-δημιουργηθεί από το τίποτα".

Δυστυχώς, ενώ το επιχείρημα αυτό του Χόκινγκ χαιρετίστηκε ως πρωτοποριακό, δεν είναι καινούργιο. Χρόνια τώρα, επιστήμονες εκφράζουν παρόμοιες θέσεις, υποστηρίζοντας ότι η τρομερά πολύπλοκη δημιουργικότητα του κόσμου γύρω μας μπορεί να ερμηνευτεί δια μέσω των φυσικών νόμων όπως π.χ. τη βαρύτητα. Παρόλο που πρόκειται για μια απλουστευμένη προσέγγιση, φαίνεται πως στην εποχή μας, την οποία χαρακτηρίζει ένα πνεύμα εκκοσμίκευσης και δυσπιστίας, βρίσκει ακόμα απήχηση. Όμως, τόσο ως επιστήμονας όσο και ως Χριστιανός, θα έλεγα ότι ο ισχυρισμός του Χόκινγκ είναι λανθασμένος. Μας καλεί να επιλέξουμε ανάμεσα στο Θεό και τους νόμους της φύσης, σαν οι δυό αυτοί παράγοντες να βρίσκονται αναγκαστικά σε αμοιβαία σύγκρουση.
Αντίθετα με όσα ισχυρίζεται ο Χόκινγκ, οι νόμοι της φύσης δεν μπορεί να δώσουν πλήρη εξήγηση του σύμπαντος, επειδή δεν δημιουργούν, αλλά απλώς περιγράφουν κάτι που συμβαίνει κάτω από συγκεκριμένες προϋποθέσεις. Εδώ ο Χόκινγκ φαίνεται πως συγχέει τους νόμους με τις επιδράσεις των. Μας καλεί να επιλέξουμε ανάμεσα στο Θεό και τη φυσική, κάτι που μοιάζει σαν να επιλέγαμε ανάμεσα στον αεροναυπηγό-εφευρέτη Φράνκ Ουίττλ και τους νόμους της φυσικής για να εξηγήσουμε την δημιουργία του κινητήρα τζέτ. Πρόκειται για σύγχυση κατηγοριών. Οι νόμοι της φυσικής μπορεί να εξηγήσουν πώς λειτουργεί η μηχανή τζετ, αλλά χρειάζεται κάποιος που θα επινοήσει και θα κατασκευάσει μια τέτοια μηχανή, που θα την τροφοδοτήσει με καύσιμα και να την ξεκινήσει. Ο κινητήρας τζέτ δεν θα μπορούσε να δημιουργηθεί χωρίς τους νόμους της φυσικής - αλλά ήταν αναγκαίο επίσης και το ευφυές έργο επινόησης και κατασκευής ενός Ουίττλ. Οι νόμοι της φυσικής λοιπόν δεν είναι το μόνο απαραίτητο στοιχείο για τη δημιουργία του σύμπαντος. Χρειάζεται και η συμμετοχή μιάς ευφυούς δύναμης. Για να χρησιμοποιήσουμε μια απλή αναλογία, οι νόμοι της μηχανικής του Ισαάκ Νεύτωνα από μόνοι τους ποτέ δεν θα ήταν σε θέση να θέσουν σε κίνηση μια σφαίρα μπιλιάρδου. Αυτό γίνεται μόνο με κάποια δράση όπως π.χ. τα ανθρώπινα χέρια που χρησιμοποιούν μια στέκα.
Το επιχείρημα του Χόκινγκ φαντάζει ακόμα πιο παράλογο, με τον ισχυρισμό του, πως η απλή ύπαρξη της βαρύτητας έκανε αναπόφευκτη τη δημιουργία του σύμπαντος. Και ρωτάμε, πώς ήρθε σε ύπαρξη η βαρύτητα; Ποιός την έθεσε σε λειτουργία; Ποιά δημιουργική δύναμη κρύβεται πίσω από τη γέννησή της;
Επίσης ο Χόκινγκ, για να στηρίξει τη θεωρία του περί αυθόρμητης δημιουργίας, ισχυρίζεται πως χρειάστηκε μόνο το γιαλόχαρτο για να κάνει το σπίρτο της δημιουργίας του σύμπαντος ν’ ανάψει. Το ουσιαστικό ζήτημα όμως είναι: από που προήλθε το «γιαλόχαρτο» αυτό; Και ποιός έκανε το σπίρτο να «ανάψει» αν όχι ο Θεός; Επομένως, ένα μεγάλο μέρος του σκεπτικού που κρύβεται πίσω από τα επιχειρήματα του Χόκινγκ αποτελείται από μια προκατάλειψη ότι υπάρχει βαθιά σύγκρουση ανάμεσα στην επιστήμη και τη θρησκεία. Απ΄ότι γνωρίζω όμως δεν υπάρχει τέτοιου είδους αντιπαράθεση.
Ως πιστός Χριστιανός ανακαλύπτω πως η ομορφιά των επιστημονικών νόμων ενισχύει την πίστη μου σε μια ευφυή, θεϊκή δημιουργική δύναμη που ενεργεί στη φύση. Όσο περισσότερο κατανοώ την επιστήμη, τόσο περισσότερο ενισχύεται η πίστη μου στο Θεό, επειδή εκπλήσσομαι από το εύρος, τη πολυπλοκότητα αλλά και την τελειότητα που υπάρχει στη δημιουργία. Το ότι η επιστήμη άρχισε τόσο σθεναρά να ανθεί τον 16ο και 17ο αιώνα εξηγείται από το ότι οι νόμοι της φύσης, που την εποχή εκείνη άρχισαν να ανακαλύπτονται και να καθορίζονται, αντανακλούν την επιρροή ενός θείου νομοθέτη. Ένα από τα θεμελιώδη θέματα του Χριστιανισμού είναι ότι το σύμπαν δημιουργήθηκε με βάση ενός λογικού, ευφυούς σχεδίου. Χωρίς να βρίσκεται σε αντιπαράθεση με την επιστήμη, η χριστιανική πίστη είναι επιστημονικά σαφής και λογική.
Πριν από μερικά χρόνια, ο επιστήμονας Τζόζεφ Νίντχαμ έκανε μια εκτενή μελέτη για τη τεχνολογική ανάπτυξη της Κίνας. Με την ανάλυσή του επιχείρησε να κατανοήσει για ποιό λόγο η Κίνα, παρ΄ όλες τις αρχικές καινοτομίες της ιστορίας της, τελικά έπεσε τόσο πίσω από την Ευρώπη στην πρόοδο της επιστήμης. Ο Νίντχαμ οδηγήθηκε στο συμπέρασμα ότι η γρήγορη εξέλιξη στην ευρωπαϊκή επιστήμη προωθήθηκε ιδιαίτερα από τη διαδεδομένη πεποίθηση σε μια ορθολογική δημιουργική δύναμη, γνωστή ως ο Θεός, η οποία καθιστά τους επιστημονικούς νόμους κατανοητούς.
Παρ'όλα αυτά, ο Χόκινγκ και άλλοι επικριτές της θρησκείας θέλουν να μας κάνουν να πιστεύουμε ότι η δημιουργία δεν είναι παρά μια τυχαία συλλογή μορίων, δηλαδή το αποτέλεσμα μιας άσκοπης διαδικασίας. Αν αυτό όντως αληθεύει, θα ήταν ικανό να υπονομεύσει την ορθολογική βάση της ίδιας της επιστήμης. Αν ο εγκέφαλός μας είναι όντως το αποτέλεσμα μιας διαδικασίας χωρίς καθοδήγηση, χωρίς σκοπό, τότε γιατί να προϋποθέτουμε την ικανότητα της νοημοσύνης ως το βασικό εργαλείο της ανθρώπινης ενασχόλησης με την επιστήμη;

Ζούμε στην εποχή της πληροφορίας. Όταν δούμε κάποια γράμματα της αλφαβήτου να σχηματίζουν το όνομά μας στην άμμο, δεν είναι η άμεση ανταπόκριση μας να τα αναγνωρίσουμε ως το έργο ενός ευφυούς όντος; Πόσο πιο πιθανό άραγε είναι να βρίσκεται ένας ευφυής Δημιουργός πίσω από το ανθρώπινο DNA, την κολοσσιαία αυτή βιολογική βάση δεδομένων που περιέχει όχι λιγότερα από 3,5 δισεκατομμύρια «γράμματα»;
Είναι συναρπαστικό το γεγονός ότι ο Χόκινγκ, ενώ επιτίθεται στη θρησκεία, αισθάνεται ωστόσο αναγκασμένος να δώσει μεγάλη έμφαση στην θεωρία του Μπίγκ Μπάνγκ. Διότι ακόμη και αν σε κάποιους πιστούς δεν αρέσει ως θεωρία, ταιριάζει όμως απόλυτα με τη χριστιανική αφήγηση της δημιουργίας. Αυτός είναι και ο λόγος που, πρίν το Μπίγκ Μπάνγκ καλά-καλά αποκτήσει εγκυρότητα ως θεωρία, πολλοί επιστήμονες δήλωναν πρόθυμοι να την απορρίψουν, ακριβώς επειδή αυτή φαινόταν ότι υποστηρίζει την ιστορία της δημιουργίας στην Αγία Γραφή. Κάποιοι βέβαια επιμένουν στην αριστοτέλεια άποψη ενός «αιώνιου σύμπαντος», χωρίς αρχή και τέλος, αλλά η θεωρία αυτή, καθώς και οι μετέπειτα παραλλαγές της, έχει καταντήσει πλέον αναξιόπιστη.
Ωστόσο, στοιχεία για την ύπαρξη του Θεού δεν προέρχονται μόνο από τη σφαίρα της επιστήμης. Στο πλαίσιο της χριστιανικής πίστης, υπάρχει και το ισχυρό αποδεικτικό στοιχείο ότι ο Θεός ο ίδιος αποκαλύφθηκε στην ανθρωπότητα μέσω του Ιησού Χριστού εδώ και δύο χιλιετίες. Αυτό όχι μόνο τεκμηριώνεται καλά από τις ίδιες τις γραφές και άλλες μαρτυρίες, αλλά βασίζεται και σε έναν πλούτο αρχαιολογικών ευρημάτων. Επιπλέον, οι θρησκευτικές εμπειρίες εκατομμυρίων πιστών δεν μπορούν να απορριφθούν ελαφρά τη καρδία. Εγώ ο ίδιος και η οικογένειά μου μπορούμε να βεβαιώσουμε πως η πίστη είχε θετική επιρροή στις ζωές μας, κάτι που αψηφά την ιδέα πως δεν είμαστε τίποτα περισσότερο από μια τυχαία συλλογή μορίων. Ένα επίσης ισχυρό επιχείρημα είναι η προφανής πραγματικότητα ότι είμαστε ηθικά όντα, ικανά να διακρίνουν τη διαφορά μεταξύ σωστού και λάθους. Δεν υπάρχει επιστημονική εξήγηση για μια τέτοια ηθική. Επίσης, η φυσικοί νόμοι δεν μπορούν να εμπνεύσουν μέσα μας την ανησυχία για τον άλλο, ούτε το πνεύμα αυταπάρνησης που υπάρχει στις ανθρώπινες κοινωνίες από τις αρχές της ιστορίας τους. Η ύπαρξη κοινών ηθικών αξιών τονίζει την ύπαρξη μιας υπερβατικής δύναμης πέρα από τους επιστημονικούς νόμους.
Αν το καλοσκεφτεί κανείς, πάντοτε το μήνυμα του αθεϊσμού είχε κάτι το περίεργα καταθλιπτικό, επειδή απεικόνιζε τους ανθρώπους απλώς ως πλάσματα εγωιστικά που δεν έχουν άλλο σκοπό από την επιβίωση και την αυτο-ικανοποίηση. Ο Χόκινγκ πιστεύει επίσης ότι η πιθανή ύπαρξη άλλων μορφών ζωής στο σύμπαν υπονομεύει την παραδοσιακή θρησκευτική πεποίθηση ότι ζούμε σε έναν μοναδικό πλανήτη που ο Θεός δημιούργησε. Δεν υπάρχει όμως μέχρι στιγμής καμία απόδειξη πως άλλες μορφές ζωής υπάρχουν εκεί έξω, ούτε και ο Χόκινγκ μας παρουσιάζει κάποια.
Βρίσκω διασκεδαστικό το γεγονός ότι κάποιοι άθεοι υποστηρίζουν την ύπαρξη εξωγήινης νοημοσύνης πέρα από τη γη. Γιατί όμως είναι τόσο πρόθυμοι να αμφιβάλλουν και να καταγγείλουν την οποιαδήποτε πιθανότητα ύπαρξης ενός τεράστιου, νοήμονος όντος, του Θεού;


Κύριε είσαι παντογνώστης. Γνωρίζεις πολύ καλά ότι Σε αγαπώ. Αξίωσέ με να Σε υπηρετώ με αφοσίωση και με αγάπη μέχρι την τελευταία μου αναπνοή.


Επιστροφή στο

Μέλη σε σύνδεση

Μέλη σε αυτή την Δ. Συζήτηση: 2 και 0 επισκέπτες