Παράδεισος και Κόλαση. Πως είναι ο Παράδεισος και η Κόλαση;

Θεολογικοί, φιλοσοφικοί και διάφοροι άλλοι προβληματισμοί, πάντοτε όμως με Ορθόδοξο υπόβαθρο.

Συντονιστές: Anastasios68, Νίκος, johnge

Άβαταρ μέλους
Νίκος
Διαχειριστής
Δημοσιεύσεις: 6800
Εγγραφή: Παρ Ιούλ 27, 2012 11:05 am
Τοποθεσία: Κοζάνη

Ενας Τούρκος αξιωματικός που έγινε μοναχός μιλά για τον παράδεισο

Δημοσίευσηαπό Νίκος » Πέμ Ιουν 21, 2018 8:51 am

Ενας Τούρκος αξιωματικός που έγινε μοναχός μιλά για τον παράδεισο
Newsroom 20-06-2018

Εικόνα

Διήγηση του ιερομονάχου π. Βαρνάβα, της σκήτης της Όπτινας στην Ρωσία, για τον τούρκο αξιωματικό που έγινε χριστιανός και αργότερα μοναχός στη σκήτη με το όνομα π. Νικόλαος (1820-1983) στον συγγραφέα Σέργιο Νείλο.

Μία απ’ αυτές τις νύχτες ήλθε στο κελί μου ένας μοναχός μας, ο μακαρίτης Νικόλαος, που τον φωνάζαμε Τούρκο. Ήταν ασυνήθιστος άνθρωπος. Πάντα ντροπαλός, σιωπηλός, ασθενικός. Προσπαθούσε να είναι μακριά από τους ανθρώπους, παρόλο που εμείς τον αγαπούσαμε πολύ.

Δεν επισκεπτόταν κανενός το κελί ούτε την ημέρα, ούτε πολύ περισσότερο τη νύχτα. Γι’ αυτό, όταν ήλθε να με βρει μες στη νύχτα, παραξενεύτηκα. Με είχε προειδοποιήσει ο π. Ανατόλιος γι’ αυτόν και μου είχε πει ότι θα έλθει να με βρει. Μάλιστα, με κατατόπισε χαρακτηριστικά ως εξής:
– Ξέρεις, εδώ στη σκήτη ο Θεός μάς έδωσε μια μεγάλη ευλογία, να έχουμε ανάμεσά μας το δικό μας άγιο Ανδρέα, τον διά Χριστόν σαλό.
– Ποιον, άγιε πατέρα; ρώτησα:
– Ναι, έχουμε έναν τέτοιο άνθρωπο ο οποίος “είτε εν σώματι… είτε εκτός του σώματος… ο Θεός οίδεν», ταξίδεψε στις ουράνιες μονές, στον Παράδεισο. Είναι ο Τούρκος μας. Κι εγώ θα σου δώσω την ευλογία να έλθει στο κελί σου. Θα τον ρωτήσεις, θα τον ακούσεις με προσοχή και θα γράψεις ό,τι σου πει. Μόνο, ό,τι μάθεις απ’ αυτόν να μην το πεις σε κανέναν, πριν ο άνθρωπος αυτός αναχωρήσει για τον ουρανό. Αυτά μου είχε πει ο π. Ανατόλιος. Έτσι κι έγινε.

Μια νύχτα με φεγγάρι, ο δούλος του Θεού, υπακούοντας στην εντολή του πνευματικού του, ήλθε στο κελί μου και με σπαστά ρωσικά μου μίλησε για την εμπειρία του και μου περιέγραψε τις ουράνιες μονές, τις οποίες του έδειξε ο φύλακας άγγελος του. Τι όμορφη ήταν αυτή η περιγραφή του!
Η καρδιά μου σκιρτούσε πλημμυρισμένη από ανείπωτη χαρά κι ελπίδα. Τα λόγια του έβγαιναν σαν χείμαρρος από τα στόμα του. Το πρόσωπό του γινόταν όλο και πιο φωτεινό, μέχρι που έφτασε στο σημείο να λάμπει μ’ ένα ανεξήγητο εσωτερικό φως. Τότε φοβήθηκα, αλλά κι ένιωσα μια ουράνια χαρά. Το τι μου διηγήθηκε, θα τα βρείτε στο βίο του αγίου Ανδρέα του διά Χριστόν σαλού.
Για μένα το πιο σημαντικό τότε ήταν ότι έβλεπα την αιώνια δόξα που αποτυπώθηκε στο λαμπερό πρόσωπο του αγίου του Θεού. Έτσι μπορούσε να μιλάει μόνον ο αληθινός πιστός, που βλέπει τα αόρατα, αυτά που δεν μπορούμε να δούμε εμείς. Εγώ, το μόνο που έκανα ήταν να τον παρακαλώ, με μια φωνή που κοβόταν από συγκίνηση, να μη σταματάει αλλά να συνεχίζει να μιλάει.
Όταν πάντως τέλειωσε τη διήγησή του, μου είπε μ’ ένα τρυφερό και φωτεινό χαμόγελο:

– Λοιπόν, τι άλλο θέλεις να μάθεις; Τι άλλο θέλεις να σου πω; Θα ‘ρθει ν καιρός και όλ’ αυτά θα τα δεις και συ. Τι να σου πω και πώς να σου πω; Στην ανθρώπινη γλώσσα δεν υπάρχουν κατάλληλες λέξεις, για να σου περιγράψω τι γίνεται εκεί. Ούτε υπάρχουν στη γη τέτοια χρώματα σαν αυτά που είδα εκεί. Πώς να σου το περιγράψω;
Να, άκουσε τι θα σου πω. Ξέρεις τι σημαίνει καλή μουσική. Λοιπόν, εγώ άκουσα αυτή τη μουσική και την ακούω και τώρα· είναι στ’ αυτιά μου και την τραγουδάει η καρδιά μου. Τώρα που σου μιλάω συνεχίζω να την ακούω, ενώ εσύ δεν την ακούς. Πώς, με ποια λόγια θα μπορούσα να σου περιγράψω αυτή τη μουσική;

Να την καταλάβεις απ’ τα λόγια μου δεν μπορείς. Αφού δεν την ακούς μαζί μου, πώς μπορείς να χαίρεσαι μαζί μου αυτή τη μουσική; Κάτι τέτοιο είναι αδύνατο. Έτσι κι αυτά που είδα, είναι αδύνατο να τα περιγράψω σε άνθρωπο. Αρκούν για σένα αυτά που σου είπα. Έτσι είναι, όπως σου τα είπα.
Αυτά τα τελευταία λόγια τα τόνισε με τέτοια δύναμη, σαν να ήταν μια απειλή. Σε λίγες μέρες κοιμήθηκε ο Νικόλαός μας και μόνο μετά το θάνατό του ο π. Ανατόλιος μας είπε ότι ήταν άγιος άνθρωπος.
Μη νομίζετε ότι ήταν κοινός θνητός, γιατί σ’ έναν απλό, κοινό θνητό ο Θεός δεν δείχνει τέτοια χάρη και έλεος. Ο Νικόλαός μας ήταν μάρτυρας για τον Χριστό και για την ομολογία του αγίου ονόματος του Θεού. Όταν μετά την κοίμησή του τον πλύναμε, είδαμε ότι όλο το σώμα τον ήταν γεμάτο φoβερές πληγές. Εκεί στην πατρίδα του, όπως καταλάβαμε, οι συμπατριώτες του έκοβαν από το δέρμα του ολόκληρα λουριά. Κι όλ’ αυτά γιατί πίστεψε και ακολούθησε τον Χριστό.

Τον πίεζαν και τον βασάνιζαν ν’ αρνηθεί τον Σωτήρα μας, αλλά αυτός δεν Τον αρνήθηκε. Αργότερα, με τη βοήθεια τον Θεού απέφυγε πολλά άλλα μαρτύρια και σώθηκε από τους βασανιστές του καταφεύγοντας στη Ρωσία. Σε μας, στην Όπτινα, τον έστειλε ο π. Αμβρόσιος. Τον έφεραν άρρωστο κάποιοι καλοί άνθρωποι. Γνωρίζαμε γι’ αυτόν μόνον ο π. Αμβρόσιος κι εγώ, ο ανάξιος πνευματικός του…».

Από το βιβλίο του στάρετς Βαρσανουφίου, “Μοναχός Νικόλαος της Όπτινα, κατά κόσμον Γουσούφ Αμπντούλ Ογκλί”. Επιμέλεια έκδοσης Μητροπολίτη Αργολίδος κ. Νεκταρίου (Αντωνοπούλου). Κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Επιστροφή.

Πηγή: ΒΗΜΑ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ


Ο Θεός, ιλάσθητί μοι τώ αμαρτωλώ και ελέησόν με.

Άβαταρ μέλους
Νίκος
Διαχειριστής
Δημοσιεύσεις: 6800
Εγγραφή: Παρ Ιούλ 27, 2012 11:05 am
Τοποθεσία: Κοζάνη

Re: Παράδεισος και Κόλαση. Πως είναι ο Παράδεισος και η Κόλαση;

Δημοσίευσηαπό Νίκος » Τρί Οκτ 23, 2018 8:21 am

Κόλαση και Παράδεισος
23 Οκτωβρίου 2018

Εικόνα

γράφει ο Παντελεήμων Τομάζος, Θεολόγος υπ. ΜΔΕ Δογματικής Θεολογίας

Θέση της Ορθόδοξης Δογματικής διδασκαλίας είναι πως ο παράδεισος και η κόλαση δεν είναι δύο περιορισμένοι τόποι όπου οι μεν δίκαιοι αμείβονται και οι δε άδικοι τιμωρούνται μετά θάνατον, oύτε η κόλαση είναι περιοχή κτιστών βασάνων. Ο παράδεισος και οι κόλαση είναι καταστάσεις και μορφές σχέσεως με τον ζωοδότη Θεό [1]. Αρμόζει να διευκρινίσουμε πως μία είναι η ενέργεια του Θεού, όπως μία είναι η ουσία και η βούληση Του. Αυτή η μία δημιουργική και αναδημιουργική ενέργεια πληθύνεται λόγω της πολλαπλότητας των κτιστών ενεργημάτων [2]. Έτσι εξαιτίας της διαφορετικής δεκτικότητας, πίστης και της διαφορετικής αντιληπτικής ικανότητας των ελλόγων όντων, την μία ενέργεια αυτή άλλοι την αντιλαμβάνονται ως αγάπη, έλεος, τιμωρία, δικαιοσύνη, μίσος.

Στην ουσία πρόκειται για την μία δημιουργική ενέργεια του Θεού που ο κολασμένος την αντιλαμβάνεται ως μίσος ή ως τιμωρία, λόγω της πορωμένης ψυχής του ενώ ο θεούμενος την αντιλαμβάνεται ως αγάπη, ευτυχία, παρρησία και παραμυθία. Έτσι οι φίλοι(αγιασμένοι) του Θεού τον βλέπουν και διακατέχονται από ανεννόητη ηδονή, ενώ οι κολασμένοι δεν μπορούν να τον δουν και ζουν ανεκλάλητη οδύνη [3]. O Μέγας Βασίλειος συγκρίνει το κτιστό κάλλος του ήλιου με το άκτιστο κάλλος του ήλιου της δικαιοσύνης, δηλαδή της βασιλείας του Θεού. Κατανοεί λοιπόν κανείς ποια χαρά δοκιμάζουν όσοι έχουν την θεά του νοητού ήλιου και ποια θλίψη έχουν όσοι δεν έχουν αυτήν την θέα. Όπως χαίρονται αυτοί που βλέπουν στην παρούσα ζωή τον κτιστό ήλιο και λυπούνται όσοι είναι τυφλοί και αδυνατούν να τον δουν [4].

Η Αγία Γραφή κάνει λόγο για τις οδύνες των ακόλαστων που προκαλούνται από το θείο πύρ. Πρόκειται για κτιστή φωτιά, όπως υποστηρίζει ο Αυγουστίνος ή για μία παραστατική, συμβολική εικόνα ειλλημένη από την κτιστή πραγματικότητα? Είναι προφανές για την ορθοδοξία πως το πυρ της κόλασης είναι άκτιστο ως άκτιστη ενέργεια του Θεού. Βέβαια οι σχολαστικοί θεολόγοι είχαν και ίσως έχουν άλλη άποψη διότι θεωρούσαν πως το πυρ της κόλασης είναι κτιστό και ότι στον παράδεισο ο άνθρωπος βλέπει την θεία ουσία. Συγκεκριμένα ο Θωμάς Ακινάτης στην Σούμμα του δηλώνει πως ο δεδοξασμένος ανθρώπινος οφθαλμός δύναται να θεωρεί την ουσία του Θεού [5]. Είναι πλέον πασιφανείς οι διαφορετικές ερμηνείες που δίνουν οι δυτικοί θεολόγοι σε σχέση προς τους ορθόδοξους θεολόγους. Οποιαδήποτε σύγχυση και ταύτιση ορθόδοξης και δυτικής θεολογίας επιφέρει επισφαλή συμπεράσματα και οδηγεί σε άτοπες θεολογικές προεκτάσεις. Επιπλέον είναι και άκρως αντιεπιστημονικό να προβάλλονται δυτικές απόψεις ως ορθόδοξες και το αντίστροφο.

O παράδεισος δεν είναι μία απλή μεταθανάτια επιβίωση της ανθρώπινης ύπαρξης ούτε μία ευδαιμονιστική κατάσταση. Η αθανασία του ανθρωπίνου προσώπου που αποκτάται μέσω της μετοχής στον αδαπάνητο και ατελεύτητο Τριαδικό Θεό δεν είναι μόνο η διάσωση της ύπαρξης αλλά κατεξοχήν είναι ένα γίγνεσθαι ελευθερίας, μία συνεχής επ’ άπειρον κίνηση προς τον Θεό [6], είναι ολοκλήρωση και τελείωση του ανθρώπου, είναι πορεία προς το καθ’ ομοίωσιν Θεού. Το άπειρο, όσον αφορά τον Θεό, δεν ερμηνεύεται φιλοσοφικά. Σύμφωνα με την φιλοσοφία είναι το όν, μία αυθύπαρκτη πραγματικότητα που δεν έχει αρχή και τέλος. Στην θεολογία όμως αυτός ο ορισμός του απείρου δεν επαρκεί διότι ο Θεός δεν είναι μόνο άπειρος αλλά και άκτιστος. Ως άκτιστος είναι αδαπάνητος, κτίζει και ουσιώνει συνεχώς τα όντα, κινείται ενεργειακά προς τα κτιστά όντα αιωνίως. Λόγω της απειρότητας και της άκτιστης ιδιότητας του Θεού το κάθε έλλογο κτιστό όν που μετέχει στον Θεό δεν πρόκειται να νοιώσει κορεσμό, τουλάχιστο στην παραδείσια κατάσταση ή στην φάση της τελείωσης. Γι΄ αυτό και στην παραδείσια κατάσταση δεν θα υπάρχει κορεσμός, ούτε μία στατική κατάσταση αλλά συνεχής πρόοδος και τελείωση των ελλόγων όντων διά της μετοχής στον Θεό. Η πατερική θεολογία δεν δέχεται αυτήν την προκοπή του ανθρώπου στην όραση της θείας δόξας με τρόπο μαγικό ή μηχανικό. Ο Θεός είναι δημιουργός και κυρίαρχος της ζωής. Κυριαρχεί στην φύση αλλά λόγω του σεβασμού Του προς το αυτεξούσιο των ελλόγων όντων, δεν κυριαρχεί στην βούληση. Γι’ αυτό η ανάσταση δεν αφορά μόνο μία δήθεν κάστα εκλεκτών, αλλά είναι οικουμενικό και καθολικό γεγονός. Ο Θεός παρέχει το είναι και το εύ είναι, δηλαδή την ύπαρξη και την καλή ύπαρξη. Το είναι το παρέχει πάντοτε δίχως να ρωτήσει τα όντα ενώ το εύ είναι(τελείωση) είναι υπόθεση της ανθρώπινης βούλησης. Όπως ο Θεός δεν ρώτησε κανέναν για την δημιουργία έτσι δε θα ρωτήσει και για την αναδημιουργία, την κατάργηση του θανάτου και την ανάσταση των κεκοιμημένων [7]. Ο Θεός δεν εξαγιάζει αναγκαστικά την βούληση, εξού και η ύπαρξη της κόλασης, όπου πρόκειται για μία κατάσταση αναστημένων ανθρώπων με αρρωστημένη βούληση. Ενώ ο παράδεισος είναι μία κατάσταση αναστημένων θεούμενων ανθρώπων με αγιασμένη βούληση. Η βούληση των κολασμένων δεν μπορεί να εξαγιασθεί βιαίως από τον Θεό, διότι όπως επισημαίνει ο Γρηγόριος ο Θεολόγος «και το καλόν ου καλόν, όταν μή καλώς γέννηται», δηλαδή το καλό δεν είναι καλό εάν δεν γίνεται με καλό τρόπο [8]. Σεβόμενος ο Θεός την ελευθερία του ανθρώπου, δεν επεμβαίνει στο αυτεξούσιό του. Εν τέλει η αποκατάσταση της φύσης είναι έργο του Τριαδικού Θεού, ενώ η θεραπεία της βούλησης είναι αποτέλεσμα της συνεργίας ανθρώπου και θείας Χάριτος.

Πηγή: ΔΙΑΚΟΝΗΜΑ


Ο Θεός, ιλάσθητί μοι τώ αμαρτωλώ και ελέησόν με.

Πέτρος
Δημοσιεύσεις: 1646
Εγγραφή: Πέμ Φεβ 19, 2015 9:32 am

Re: Παράδεισος και Κόλαση. Πως είναι ο Παράδεισος και η Κόλαση;

Δημοσίευσηαπό Πέτρος » Τετ Οκτ 24, 2018 1:09 pm

Και το χειρότερο απ' όλα: μετά θάνατον δεν υπάρχει η δυνατότητα μετάνοιας!



Άβαταρ μέλους
Αναστάσιος
Διαχειριστής
Δημοσιεύσεις: 5436
Εγγραφή: Παρ Αύγ 04, 2017 1:57 pm
Τοποθεσία: Νέα Μάκρη, Ηλιούπολη (για όσο θα σπουδάζω)

Re: Παράδεισος και Κόλαση. Πως είναι ο Παράδεισος και η Κόλαση;

Δημοσίευσηαπό Αναστάσιος » Τετ Οκτ 24, 2018 2:15 pm

Καιρός λοιπόν να μετανοήσουμε ΟΛΟΙ.


«Εγώ ειμί το φως του κόσμου ο ακολουθών εμοί ου μη περιπατήση εν τη σκοτία αλλ΄ έξει το φως της ζωής...»

Άβαταρ μέλους
aposal
Δημοσιεύσεις: 7070
Εγγραφή: Δευτ Ιούλ 30, 2012 1:12 pm
Τοποθεσία: Απόστολος, Άγιος Δημήτριος Αττικής

Re: Παράδεισος και Κόλαση. Πως είναι ο Παράδεισος και η Κόλαση;

Δημοσίευσηαπό aposal » Τετ Οκτ 24, 2018 8:37 pm

Πέτρος έγραψε:Και το χειρότερο απ' όλα: μετά θάνατον δεν υπάρχει η δυνατότητα μετάνοιας!

Γι αυτό και οι κεκοιμημένοι είναι σε χειρότερη μοίρα από τους (εν ζωή) επαίτες: Δεν μπορούν να κάνουν τίποτε για να βελτιώσουν την εκεί ζωή τους. Μόνον εμείς, από εδώ κάτω μπορούμε να τους βοηθήσουμε.


Μελίζεται και διαμερίζεται ο Αμνός του Θεού, ο μελιζόμενος και μη διαιρούμενος, ο πάντοτε εσθιόμενος και μηδέποτε δαπανώμενος, αλλά τους μετέχοντας αγιάζων (απόσπασμα από τη Θεία Λειτουργία του Αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου).

Άβαταρ μέλους
Νίκος
Διαχειριστής
Δημοσιεύσεις: 6800
Εγγραφή: Παρ Ιούλ 27, 2012 11:05 am
Τοποθεσία: Κοζάνη

Τι είναι η κόλαση;

Δημοσίευσηαπό Νίκος » Τετ Ιουν 23, 2021 9:59 am

Τι είναι η κόλαση;
23/06/2021

Εικόνα

Κόλαση: Η λέξη κόλαση σημαίνει τιμωρία. Όταν ένας άνθρωπος αμαρτάνει, έρχεται η συνείδησή του και τον τύπτει, τον ελέγχει, τον στενοχωρεί.

Λέει τότε ο αμαρτωλός: Πόσο ξέπεσα; Πως το έκανα αυτό; Δεν έπρεπε να το κάνω. Ο πόνος της αμαρτωλής ψυχής μεγαλώνει με την αίσθηση ότι βρίσκεται μακριά από το Θεό και δεν έχει παρρησία και θάρρος επικοινωνίας μαζί Του με την προσευχή.

Ο αμαρτωλός δεν έχει το θάρρος να «κοιτάξει κατάματα» το Θεό. Συμβαίνει κάτι ανάλογο με το παιδί που στενοχωριέται, όταν δείχνει ανυπακοή στους γονείς του ή όταν κάνει κάποια ζημιά. Αυτή η αγωνία, ότι οι γονείς θα το μαλώσουν και θα το τιμωρήσουν, είναι μία κόλαση, μία εσωτερική τιμωρία. Ο φόβος της απώλειας της στοργής το στενοχωρεί πιο πολύ και από την τιμωρία. Η απώλεια της επικοινωνίας με το Θεό στην κόλαση θα είναι η έσχατη θλίψη.

Η αμαρτία όχι μόνο στην άλλη ζωή, αλλά και σ’ αυτήν τη ζωή φέρνει θλίψη και στενοχώρια. Αρχικά φαίνεται χαρά και ευτυχία, αλλά μετά η ίδια και οι συνέπειές της προκαλούν λύπη και μελαγχολία. Ο κλέφτης νομίζει ότι θα ωφεληθεί με την κλοπή.

Αργότερα όμως ή τον ανακαλύπτουν και φυλακίζεται ή έρχεται η τιμωρία του Θεού (αρρώστια, οικονομική καταστροφή), για να μετανοήσει, και χάνει τα λεφτά του. Στην κοινωνία μας υπάρχει κακία και σκληρότητα, δηλαδή κόλαση, γιατί δεν τηρούμε το θέλημα του Θεού. Αν όλοι οι άνθρωποι είχαμε αγάπη, ο παράδεισος θα άρχιζε από εδώ.

Στην άλλη ζωή θα έλθει η πραγματική απώλεια της επικοινωνίας με το Θεό. Τότε οι αμαρτωλοί θα διαπιστώσουμε άμεσα τη μεγάλη αγάπη του Θεού και θα θλιβόμαστε βαθιά, γιατί δεν ανταποκριθήκαμε σ’ αυτήν και Τον αρνηθήκαμε στην επίγεια ζωή μας. Τότε θα γνωρίσουμε το φως του Θεού και θα θλιβόμαστε, που το χάσαμε.

Η αγάπη του Θεού είναι σαν το φως, που για τους ανθρώπους με υγιείς οφθαλμούς είναι χαρά, ενώ για τους ανθρώπους με ασθενείς οφθαλμούς είναι λύπη. Οι ενάρετοι χαίρονται κοντά στο Θεό, ενώ οι αμαρτωλοί θλίβονται. Και στη ζωή αυτή, όταν προδίδεις ένα φίλο σου κι αυτός συνεχίζει να σ’ αγαπά, τότε η αγάπη του σε θλίβει για το κατάντημά σου.

Ο Χριστός όσες φορές μιλάει για την κόλαση, την παρουσιάζει ως μεγάλη θλίψη. Την παρουσιάζει ως «το σκότος το εξώτερον»,όπου θα υπάρχει ο θρήνος και το τρίξιμο των δοντιών (Ματθ. 8,12 και 22,13 και 25,30). Αλλού την περιγράφει ως «κάμινον του πυρός» με τα ίδια συμπτώματα της θλίψης (Ματθ. 13,42). Αλλού την ονομάζει «πυρ το αιώνιον» (Ματθ. 25,41). Άλλα ονόματα της κόλασης από το Χριστό είναι: «γέενα» (Ματθ. 5,29 και 10,28), «γέενα του πυρός» (Ματθ. 5,22 και 18,9) και «πυρ άσβεστον» (Μαρκ. 9,45).

Η κόλαση λέει ο Χριστός θα είναι αιώνιος (Ματθ. 25,41 και 46). Παρουσιάζοντας τον πόνο και την αιωνιότητα της κόλασης, ο Χριστός λέει το εξής: «στην κόλαση το σκουλήκι των καταδικασμένων δε σταματά και η φωτιά δε σβήνεται» (Μαρκ. 9,45). Το σκουλήκι και η φωτιά δεν είναι υλικά αλλά πνευματικά. Το σκουλήκι είναι το σαράκι της συνείδησης και η φωτιά, η απελπισία και η θλίψη. Η κόλαση παρουσιάζεται σα φωτιά, για να δηλωθεί ο μεγάλος πόνος της. Το υλικό κάψιμο στο σώμα μας από την επίγεια φωτιά, συμβολίζει το πνευματικό κάψιμο της κόλασης. Ο πόνος της κόλασης δεν είναι μόνο η απουσία του Θεού, αλλά και η παρουσία των χαιρέκακων δαιμόνων και η έλλειψη επικοινωνίας με το συνάνθρωπο.

Είναι αιώνια η κόλαση, γιατί ο άνθρωπος στη μεταθανάτια ζωή θα υπάρχει αιώνια. Η κατάσταση της αιώνιας ζωής θα είναι συνέχεια της επίγειας, γιατί μετά το θάνατο δεν υπάρχει δυνατότητα Μετάνοιας. Εφόσον ζει εδώ μακριά από το Θεό, και στην αιώνια ζωή θα ζει μακριά από το Θεό.

Στην κόλαση θα υπάρχουν βαθμοί τιμωρίας, ανάλογα με την αξία των επίγειων αμαρτιών. Ο Χριστός είχε πει ότι στην ημέρα της κρίσης θα κριθούν επιεικέστερα οι κάτοικοι της πόλης των Σοδόμων από τους κατοίκους της Καπερναούμ, που ενώ είδαν το Μεσσία και τα έργα Του, δεν τον πίστευσαν (Ματθ. 11, 23-24).

Από το βιβλίο «Νεανικές Αναζητήσεις – Α’ Τόμος: Ζητήματα πίστεως» (σελ.155-156), Αρχ. Μαξίμου Παναγιώτου, Ιερά Μονή Παναγίας Παραμυθίας Ρόδου.

Πηγή: ΒΗΜΑ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ


Ο Θεός, ιλάσθητί μοι τώ αμαρτωλώ και ελέησόν με.

Άβαταρ μέλους
Νίκος
Διαχειριστής
Δημοσιεύσεις: 6800
Εγγραφή: Παρ Ιούλ 27, 2012 11:05 am
Τοποθεσία: Κοζάνη

Re: Παράδεισος και Κόλαση. Πως είναι ο Παράδεισος και η Κόλαση;

Δημοσίευσηαπό Νίκος » Σάβ Νοέμ 27, 2021 9:56 am

“Πήγαν να πεθάνουν από τον τρόμο τους όλοι όταν με είδαν να ξυπνάω και να περπατάω κανονικά”
26/11/2021

Εικόνα

ΧΑΡΗ ΤΟΥ ΘΕΟΥ: ΓΕΡΟΝΤΑ, ξέρετε να μάς πείτε κάποια θαυμαστή εμπειρία γιά την άλλη ζωή;

–Τί να σάς πω; Τί σχέση έχω εγώ με τον ουρανό. Εκεί ανήκουνε μονάχα οι ταπεινοί, πού ’ναι σαν πρόβατα, μα εγώ ομοιάζω με κατσίκι, έτσι βουτηγμένος στην υπερηφάνεια πού είμαι.

Όμως, αφού το ζητάτε, θά σάς αναφέρω ότι μου μετέφερε πρόσφατα ένα καλό παιδί από τα μέρη σας, στην Αργολίδα, εκεί στ’ Άνάπλι, και είναι δάσκαλος και τον λένε Αλέξανδρο. Αυτά, λοιπόν, τού είχε έκμυστηρευθεί ό πατέρας του. ό κυρ- Άναστάσης, λίγο πριν φύγει για δεύτερη φορά από τα πρόσκαιρα στα 84 του χρόνια:

«’Ήμουνε τότε επτά χρόνων και τα θυμάμαι όλα σαν να ’γιναν σήμερα. ’Άν και πέρασαν εβδομήντα χρόνια σχεδόν, τέτοια πράγματα δεν ξεχνιούνται. Μα και ’γώ δεν έπρεπε να το πω σε κανέναν, έπρεπε να το φυλάξω το ακριβό μυστικό… Όμως δεν μπορούσα να κρύψω τέτοια πράγματα, τόσο βαθιά μίλησαν μες στην ψυχή και τη ζωή μου. Μόλις είδαν οι γονείς και οι μεγάλες αδελφές μου ότι πέθανα, ετοιμάσανε τα πρεπούμενα. Είχαν φέρει και την κάσα, τα πάντα, γιά να μου κάνουν την κηδεία. Θυμάμαι τότε να πλησιάζει τήν ψυχή μου ό Ίδιος ό Ιησούς Χριστός. Φορούσε έναν λευκό μανδύα, σαν κι αυτόν πού Τού ζωγραφίζουν τήν Ανάσταση, και πάνω στον μανδύα είχε έναν μεγάλο, κόκκινο σταυρό.

Μού χαμογελούσε. ’Ώ, δεν χόρταινες να βλέπεις το πρόσωπό Του, τόσο φωτεινό και γλυκό ήταν. Μου μίλησε σαν καλός πατέρας και πιάνοντάς με από το χέρι με γύρισε στα μέρη, όπου είχα πάει και τρέξει σαν παιδί. Όλους τούς τόπους τους ξαναείδα. Μην θαρρείς όμως πώς είχα πάει και πολύ μακριά. Εκείνα τα χρόνια μέχρι την Αθήνα το πολύ είχα φτάσει…

Ύστερα, μόλις αποτελειώσαμε να γυρνάμε, ξεκινήσαμε να πετούμε προς τα πάνω γιά ώρα πολλή μέσα στους ουρανούς και στα σύννεφα. Μετά φτάσαμε σε ένα πολύ μεγάλο κτίριο, που αστραποβολούσε σαν από μάρμαρο. Εκεί έξω κάθονταν δυο δαιμονάκια, κατάμαυρα με κάτι μορφές όπως οι μαϊμούδες, σαν τα τέρατα, που δείχνουν στην τηλεόραση, και προσπαθούσαν με χαιρεκακία να αρπάξουν καμιά ψυχή, που έφτανε εκεί. Εγώ, όμως, είχα τον ’Ίδιον τον Χριστό δίπλα μου και δεν φοβόμουν καθόλου. Μπήκαμε αμέσως μέσα και τότες είδα κάτι σαν δικαστήριο, που κρίνονταν οι ψυχές. Εκεί βρίσκονταν και όλοι οι πεθαμένοι γειτόνοι, μα κάποιους συγγενείς, που είχανε φύγει πρόσφατα και δεν είχανε περάσει ακόμη σαράντα μέρες, δεν τους είδα εκεί. Τότε πετάχτηκαν τα ταγκαλάκια και άρχισαν να με κατηγορούν γιά τις αμαρτίες μου. Έ, παιδί ήμουν τότε, τί αμαρτίες να είχα κάμει; Ναί, τώρα θυμάμαι…

Κάποτες είχα ακούσει τον πατέρα μου να λέει τη μητέρα μου «τρελή» και έτσι και ’γώ μία φορά την είπα «τρελή», μα όχι με κακία. Τότε πρόσεξα κάτι σαν μπαλάντζα να κατεβαίνει και τα δαιμόνια να γελούνε μαζί μου. Μα και πάλι κάτι με παρηγορούσε, πού έβλεπα τον Ιησού Χριστό κοντά μου και ήταν όλο χαμογελαστός σε όποιον άνθρωπο μιλούσε εκεί πέρα. Μα και ’κεΐνοι, οι πεθαμένοι γείτονες, άρχισαν τότες να με υπερασπίζονται, ώσπου τελικά γλύτωσα από τούτη τήν αγωνία και αισθάνθηκα μία λύτρωση. Μετά με πήρε ό Κύριος πάλι από το χέρι και πήγαμε μαζί σε ένα σκοτεινό μέρος, πού δεν το φώτιζε ήλιος, γιά να μού δείξει κάτι.

’Ήταν εκεί ένας ψηλός, πέτρινος τοίχος και μία σιδερένια, κατάμαυρη πύλη και άπ’ έξω κάτι φοβεροί και σιχαμεροί ’ξαπωδοί να φυλάνε τήν πόρτα. Εντός των τοίχων ήτανε μία απέραντη, μαύρη θάλασσα, κάτι σαν βούρκος, και μέσα βρίσκονταν βουτηγμένοι μέχρι τον λαιμό τους διάφοροι άνθρωποι λογής-λογής, άσπροι-μαύροι, μικροί-μεγάλοι, γυναίκες και παιδιά. Όλοι φωνάζανε «βοήθεια», άλλοι λιγότερο και άλλοι πιο πολύ και δυνατά. Εκειδά πράγματι φοβήθηκα, έτρεμα, μα μού είχε παραγγείλει ό Χριστός να κρατώ καλά τον μανδύα Του και δεν θά πάθω τίποτα.

Έτσι και έκανα, ώσπου φύγαμε επιτέλους από εκεί. Αμέσως μετά ταξιδέψαμε γιά τον ίδιο τον Παράδεισο! Τί ομορφιά και γαλήνη ήταν αύτή. Ένα απέραντο, καταπράσινο λιβάδι, πού δεν το χόρταινε το μάτι σου, με πολύχρωμα, μυριάδες λουλούδια. Και ’κεΐ μέσα πολλά παιδάκια να τρέχουνε ανέμελα και χαρούμενα και όλα να γελούνε, σαν αγγελάκια ήταν. Τόση ευτυχία πως, χωρούσε μέσα τους! Τούτος ό τόπος μ’ αρέσει πολύ και θά ’θελα να καθίσω και να μείνω για πάντα, αλλά μετά πήγαμε σε ένα άλλο μέρος, σι άλλη τάξη, έντός τού ίδιου τού Παραδείσου, το ίδιο ώραιόθωρο και φωτεινό. Είδα εκεί πολλά γυναίκες, πού ήταν ντυμένες σαν καλόγριες και. όλο ψέλνανε, ψέλνανε και ήταν τόσο χαρούμενες και γελαστές.

Εκεί, ήταν και μία Καλόγρια, πού ξεχώριζε από όλες τις άλλες, είχε ένα μεγαλείο και μία λάμψη πάνω της, πού σ’ έπιανε δέος άμα την έβλεπες, σαν Ηγουμένη τους θά ’λεγα πω ήταν. Μόλις μάς είδαν, τρέξαν και προσκύνησαν τον Χριστό και Εκείνος τις εύλογούσε. Μετά στράφηκαν προς εμένα και με αγκάλιαζαν με στοργή ως καλές μητέρες. Εκείνη ή Ηγουμένη μάλιστα, μου φέρθηκε με περίσσια αγάπη κι όλο στεκόταν δίπλα μου».

Ό Αλέξανδρος, ό δάσκαλος από τ’ Άνάπλι, μου είπε πώς ρώτησε τότε τον κυρ-Άναστάση αν μιλούσαν καθόλου αναμεταξύ τους οι ψυχές. Και ό ηλικιωμένος πατέρας του, του απάντησε:

«Όχι, μονάχα ψέλνανε, δεν θέλανε τα λόγια, γιατί οι ψυχές τους μιλούσαν μεταξύ τους και όλες δοξολογούσαν τον Θεό».

Μετά ρώτησε ό δάσκαλος αν ήταν μέρα ή νύχτα στον Παράδεισο.

«Μέρα», απάντησε ό κυρ-Άναστάσης. «Ήταν μονάχα μία ατελείωτη, φωτεινή ήμέρα, δίχως σκοτάδι και ούτε ζέστη έκανε, άλλ’ ούτε και κρύο. Μία τέλεια ομορφάδα, τόσο ώραία ήταν, πού Τού ζήτησα με κλάματα τού Χριστού να με αφήσει να ζήσω εκεί αιώνια. Μα, Εκείνος μού απάντησε πώς δεν έχει έρθει άκόμα ή ώρα αύτή και τότες άρχίσαμε το ταξίδι της επιστροφής.

Πήγαν να πεθάνουν από τον τρόμο τους όλοι, σαν είδαν ξαφνικά να ξυπνάω ως από ύπνο και να σηκώνομαι τόσο απλά. Οι περισσότεροι με παγωμένο αίμα λάκισαν και φύγαν κατά τις γύρω γειτονιές από τήν τρομάρα τους, μόνο οι γονείς και οι άδελφάδες μου μείνανε εκεί με άνοικτό το στόμα σαν αποσβολωμένοι, μα και χαρούμενοι κιόλας, πού ξαναγύρισα στή ζωή.

Πέρασαν τόσα χρόνια από τότε και ακόμη τα αναθυμούμαι κι όποτε πάει να λυγίσει ή πίστη μου, τα καλώ στή σκέψη μου και παίρνω δύναμη». Τρομερό όπλο, λοιπόν, ή αγία πίστη. Να πιστεύει ό άνθρωπος στον Χριστό και στή βασιλεία Του.

Τί μακάριοι είμαστε, που βαπτισθήκαμε χριστιανοί ορθόδοξοι και κοινωνάμε το Σώμα και το Αιμα Του και γινόμαστε έτσι συγγενείς έξ αίματος με τον Ίδιο τον Θεό. Μα σήμερα, δυστυχώς, οι άνθρωποι γίνανε σαν τους σκούληκες και κοιτάνε μονάχα μέσ’ στή γη και στή λάσπη κι όχι στον καθάριο και φωτεινό ουρανό για να ευφρανθεί ή ψυχή τους κοντά στον Χριστό μας.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ. ΑΓΙΟΡΕΙΤΙΚΕΣ ΚΟΥΒΕΝΤΕΣ. ΠΑΤΗΡ ΔΙΟΝΥΣΙΟΣ ΤΑΜΠΑΚΗΣ.

Πηγή: ΒΗΜΑ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ


Ο Θεός, ιλάσθητί μοι τώ αμαρτωλώ και ελέησόν με.


Επιστροφή στο

Μέλη σε σύνδεση

Μέλη σε αυτή την Δ. Συζήτηση: 2 και 0 επισκέπτες