ΒΙΟΙ ΑΓΙΩΝ

Βίοι Αγίων, Θαύματα, Κείμενα, Λόγοι και Εικόνες

Συντονιστές: Νίκος, Anastasios68, johnge

Άβαταρ μέλους
ΦΩΤΗΣ
Δημοσιεύσεις: 10100
Εγγραφή: Κυρ Αύγ 19, 2012 12:18 pm
Τοποθεσία: ΑΓΙΟΣ ΙΩΑΝΝΗΣ ΡΕΝΤΗ

ΒΙΟΙ ΑΓΙΩΝ

Δημοσίευσηαπό ΦΩΤΗΣ » Κυρ Αύγ 26, 2012 11:24 am

Αγία Αικατερίνη

Εικόνα

ΠΡΟΛΟΓΟΣ

Ο υμνωδός την ονομάζει «πανεύφημον νύμφην Χριστού» την Αγίαν Αικατερίναν και πολύ δικαίως γιατί η Αγία ως μόνον νυμφίον της ψυχής της είχε κάνει τον Χριστόν. Η ζωή της πραγματικά πολύαθλος κατέπληξε τους πάντας. Η σοφία και η γνώσις, όλη η επιστήμη του καιρού της είχε γίνει κτήμα της. Όλα όμως τα περιφρόνησε για την αγάπη του μοναδικού Νυμφίου, του Χριστού.
Και όμως η σοφία του κόσμου αυτού δεν την παραπλάνησε, ούτε η γήινη φιλοσοφία. Την έθεσε στην υπηρεσία της αληθινής φιλοσοφίας, για να ελκύση στην πίστι του Χριστού τους φιλοσόφους του καιρού εκείνου και τους ρήτορας.
Υπέμεινε πολλά βασανιστήρια και φυλακίσεις και απ' όλα αυτά την εγλύτωσε θαυματουργικά ο Κύριος. Τέλος παρέδωσε την αγία ψυχή της με μαρτυρικόν διά ξίφους θάνατον, διά να πρεσβεύη από τότε για όλους, όσοι επικαλούνται την προστασία της. Ιδιαιτέρως τιμάται εις το όρος Σινά από τους μοναχούς της Μονής Σινά, γιατί θαυματουργικώς μετεφέρθη το σώμα της επί του όρους αυτού.
Νομίζομεν ότι μεγάλην ωφέλειαν θα λάβη ο αγαπητός αναγνώστης από την ανάγνωσιν του βίου της Αγίας Αικατερίνης, γι' αυτό και προβαίνομεν εις την έκδοσιν του φυλλαδίου αυτού με την ευχήν όπως η Μεγαλομάρτυς «αιτήται πάσι το μέγα έλεος».

Γνωριμία με τον Ιησού Χριστό

Η Αγία Αικατερίνη γεννήθηκε στην Αλεξάνδρεια και μαρτύρησε κατά την εποχή των ασεβών βασιλέων Μαξιμιανού, Μαξεντίου και Μαξιμίνου (305-313). Ήταν κόρη του ηγεμόνος της Αλεξανδρείας Κώνστα (η Κέστου) φημισμένη για το κάλλος της και τη σοφία, διότι είχε μορφωθή με τα διδάγματα της ελληνικής παιδείας και γνώριζε Όμηρο, Βιργίλιο, Αριστοτέλη, Πλάτωνα και άλλους αρχαίους συγγραφείς.
Πολλοί πλουσιώτατοι άρχοντες της συγκλήτου την ζήτησαν σε γάμο από την μητέρα της, που ήταν κρυφή χριστιανή εξ αιτίας του διωγμού, που κίνησε ο Μαξιμιανός. Οι συγγενείς και η μητέρα της την συμβούλευαν να παντρευθή για να μην περιέλθη η βασιλεία του πατέρα της σε ξένο άνδρα, αλλά η Αικατερίνη αγαπούσε την παρθενία και απέφευγε τις προτάσεις. Η παράδοση αναφέρει το εξής περιστατικό: Όταν άρχισαν να την ενοχλούν συστηματικά τους είπε:
Βρήτε ένα νέο να μου μοιάζη στα τέσσερα χαρίσματα που ομολογείτε, ότι ξεπερνώ τις άλλες νέες και τότε να τον κάνω σύζυγό μου, γιατί δεν καταδέχομαι να πάρω κατώτερό μου. Ερευνήστε αν υπάρχη κάποιος όμοιός μου στην ευγένεια, στον πλούτο, στη σοφία, και στην ωραιότητα. Αν του λείπη κάτι απ' αυτά δεν είναι άξιος για μένα.
Εγνώριζαν όλοι, ότι ήταν αδύνατο να βρεθή τέτοιος άνθρωπος και της έλεγαν, ότι ο γιος του βασιλιά της Ρώμης και άλλοι είναι ευγενείς και πλουσιώτεροι από αυτή, αλλά υστερούν στην σοφία και στην ομορφιά. Αλλά η κόρη δεν δεχόταν να πάρη «αγράμματο», όπως έλεγε.
Η μητέρα της είχε πνευματικό ένα άγιο άνθρωπο έξω από την πόλι. Πήρε, λοιπόν, την Αικατερίνη και πήγαν να τον συμβουλευθούν. Ο ασκητής άκουσε τα φρόνημα λόγια της και σκέφθηκε να την ελκύση στην πίστι του Χριστού. Της είπε λοιπόν: Γνωρίζω έναν θαυμάσιο άνθρωπο, που σε υπερβαίνει σ' όλα τα χαρίσματα και σ' άλλα αναρίθμητα. Η ωραιότητά του νικά στη λάμψη τον ήλιο, η σοφία του κυβερνά όλα τα όντα , ο πλούτος του διαμοιράζεται σ' όλο τον κόσμο και δεν λιγοστεύει ποτέ, η ευγένειά του είναι ασύλληπτη και ακατανίκητη.
Η κόρη νόμισε, ότι πρόκειται για επίγειο άρχοντα και ρωτούσε αν αυτά τα χαρίσματα ήταν αληθινά. Ρώτησε λοιπόν:
Τίνος είναι γιός;
Αυτός δεν έχει πατέρα στη γη, αλλά γεννήθηκε υπερφυσικά από μια Υπεραγία Παρθένο, που αξιώθηκε για την αγιότητά της να μείνη αθάνατη στην ψυχή και στο σώμα.
Είναι δυνατό να δω αυτό το νέο, για τον οποίο διηγείσαι τόσα θαυμαστά;
Αν κάμης ό,τι σου πω, θα αξιωθής να δης το πρόσωπό του.
Σε βλέπω άνθρωπο γνωστικό και σεβάσμιο, πιστεύω ότι δεν μου λες ψέματα. Είμαι έτοιμη να κάνω ό,τι μου πης.
Τότε ο ασκητής της έδωσε μιά εικόνα της Παναγίας, που κρατούσε το θείο Βρέφος και της λέει: Αυτή είναι η αειπάρθενος Μητέρα Εκείνου. Πάρε την και αφού κλείσης την πόρτα του δωματίου συ κάμε ολονύκτια προσευχή και παρακάλεσε αυτήν, που ονομάζεται Μαρία, να σου δείξη τον Υιόν της. Ελπίζω, ότι αν παρακαλέσης με πίστι, θα σε ακούση.
Πήρε η Αικατερίνη την εικόνα και όλη τη νύκτα κλεισμένη στο θάλαμό της προσευχόταν, όπως της είπε ο γέροντας. Από τον κόπο κοιμήθηκε και βλέπει σε όραμα την Παναγία με το θείο Βρέφος. Αλλά είχε στραμμένο το πρόσωπό του προς τη Μητέρα του, έτσι η κόρη έβλεπε τα νώτα του, επιθυμώντας να δη από μπροστά πήγε προς το άλλο μέρος, αλλά ο Χριστός έστρεφε πάλι το πρόσωπό του. Τούτο έγινε τρεις φορές. Τότε άκουσε την Παναγία να λέη:
Κύτταξε, παιδί μου, τη δούλη σου Αικατερίνη, πόσο είναι ωραία και καλή.
Το βρέφος αποκρίθηκε:
Είναι σκοτεινή και άσχημη, τόσο που δεν μπορώ να την δω καθόλου.
Δεν είναι πάνσοφη παραπάνω από όλους τους ρήτορες, πλούσια και ευγενή;
Μητέρα μου, είναι αμαθής και πολύ χαμηλά όσο βρίσκεται σε τέτοια κατάστασι, ώστε δεν πρέπει να με δη στο πρόσωπο.
Σε παρακαλώ, παιδί μου, να μην περιφρονήσεις το πλάσμα σου, αλλά να την νουθετήσης κα να την οδηγήσης για να απολαύση τη δόξα σου και να δη το πρόσωπό σου, που επιθυμούν και οι Άγγελοι να βλέπουν.
Ας πάη στο γέροντα, που της έδωσε την εικόνα και ας κάνη ό,τι θα την συμβουλεύση και τότε θα με δη.
Την άλλη μέρα ξεκίνησε το πρωί με λίγες γυναίκες κι έφθασε στο κελλί του γέροντα. Με δάκρυα του διηγήθηκε το όραμα και του ζήτησε τη συμβουλή του. Ο όσιος διηγήθηκε όλα τα Μυστήρια της αληθινής πίστεως, αρχίζοντας από τη δημιουργία του ανθρώπου.
Μετά την κατήχησι η Αγία αποθέτοντας τον παλαιό άνθρωπο και φορώντας στολή θεοΰφαντη, γύρισε στα ανάκτορα. Όλη τη νύκτα πέρασε προσευχόμενη μέχρι την ώρα που κοιμήθηκε και είδε σε οπτασία την Παρθένο με το βρέφος, που κοίτταζε την Αικατερίνη, με πολύ ιλαρότητα. Στην ερώτηση της Θεομήτορος αν ήταν τώρα αρεστή η κόρη, ο Δεσπότης απάντησε:
Τώρα έγινε ένδοξη η άσχημη και σκοτεινή, η πτωχή και χωρίς γνώσι έγινε πλούσια και πάνσοφη, η καταφρονεμένη και άσημη έγινε ευγενής και ένδοξη. Είναι στολισμένη με τέτοια χαρίσματα, ώστε επιθυμώ να τη μνηστευθώ για νύφη μου άφθορη.
Δεν είμαι άξια, Υπερένδοξε Δέσποτα, να βλέπω τη βασιλεία σου, αλλά αξίωσέ με να συναριθμηθώ με τους δούλους σου.
Η Θεοτόκος τότε πήρε το δεξί χέρι της κόρης και της είπε:
Δώσε της, παιδί μου, δακτυλίδι σαν αρραβώνα, για να την αξιώσης της βασιλείας σου.
Τότε ο Κύριος της έδωσε ένα ωραίο δακτυλίδι λέγοντας:
Σήμερα σε παίρνω για νύφη μου αιώνια και άφθορη. Να φυλάξης αυτή τη συμφωνία. Να μην πάρης άλλον νυμφίο στη γη.
Από τη στιγμή εκείνη ελκύσθηκε η Αικατερίνη από τον Ουράνιο Νυμφίο και αιχμαλωτίσθηκε η καρδιά της από τον θείο έρωτα του Χριστού.

Ενώπιον του βασιλέως Μαξεντίου

Εκείνη την εποχή ο βασιλιάς έβγαλε την εξής διαταγή: «Εγώ ο βασιλιάς, προστάζω όλους, όσοι είναι υπό την εξουσία μου, να μαζευθούν στ' ανάκτορα για να τιμήσωμε τους μεγάλους θεούς, δείχνοντας την ευγνωμοσύνη μας με θυσίες για όσες ευεργεσίες μας έκαναν. Όποιος περιφρονήσει αυτή την εντολή και τολμήσει να προσκυνήση άλλον θεό θα τιμωρηθή σκληρά».
Μετά από αυτά τα προστάγματα συγκεντρώθηκε πλήθος κόσμου για να προσφέρη θυσία, ό,τι ο καθένας μπορούσε. Ο βασιλιάς θυσίασε εκατόν τριάντα ταύρους, ενώ οι άλλοι άρχοντες και ηγεμόνες λιγώτερους.
Η Αικατερίνη εστενοχωρείτο, που έβλεπε την ασέβεια των ανθρώπων, που πρόδιδαν τη ψυχή τους από φόβο. Από ζήλο θεϊκό παρακινημένη πήρε λίγους δούλους και πήγε στον ειδωλολατρικό ναό, όπου θυσίαζαν. Στάθηκε στην πόρτα ελκύοντας τα βλέμματα όλων. Ειδοποίησε εν συνεχεία τον βασιλιά, ότι έχει να του πη κάτι σπουδαίο για μια υπόθεσι. Ο βασιλιάς πρόσταξε να πλησιάση. Η Αικατερίνη υποκλίθηκε και με παρρησία είπε:
Έπρεπε, βασιλιά, πρώτα συ να γνωρίσης την πλάνη, που έχετε λατρεύοντας σαν θεούς τα είδωλα. Είναι ντροπή και μεγάλη ανοησία να προσκυνάτε φθαρτά και αναίσθητα δημιουργήματα. Δεν πιστεύετε τουλάχιστον τον σοφό Διόδωρο, που λέγει, ότι οι θεοί αυτοί ήταν άνθρωποι με πάθη και ελαττώματα, αλλά επειδή μερικές φορές έδειξαν ανδρεία, ωνομάσθηκαν αθάνατοι. Αργότερα οι άνθρωποι νομίζοντας ότι είναι πράγματι θεοί τους προσκυνούσαν και τους τιμούσαν. Ακόμη και ο Πλούταρχος κατηγορεί και περιφρονεί όσους σέβονται τέτοια αγάλματα. Πρέπει να υπακούσης, βασιλιά, σ΄ αυτούς τους διδασκάλους και να μην γίνης αιτία να χαθούν τόσες ψυχές. Ένας είναι ο Θεός, Αΐδιος και Αθάνατος, που για την σωτηρία μας έγινε άνθρωπος. Αυτός ο Παντοδύναμος Θεός δεν έχει ανάγκη από τέτοιες θυσίες, αλλά μόνο προστάζει να τηρούμε τις εντολές του.
Ο βασιλιάς θύμωσε στο άκουσμα των συνετών λόγων της Αικατερίνης, αλλά μη μπορώντας να αναντιωθή αποκρίθηκε:
Άφησε να τελειώσουμε τη θυσία και τότε θα ακούσουμε τα λόγια σου.
Όταν τελείωσε την ανόητη πανήγυρι και τελετή, πρόσταξε να φέρουν την Αγία στ' ανάκτορα και της είπε:
Πες μας ποια είσαι και τι σημαίνουν τα λόγια, που προηγουμένως έλεγες;
Είμαι κόρη του ηγεμόνα Κώνστα. Ονομάζομαι Αικατερίνη και έχω σπουδάσει Ρητορική, Φιλοσοφία, Γεωμετρία και τις άλλες επιστήμες. Αλλά όλα αυτά τα περιφρόνησα και ήλθα να γίνω νύφη του Δεσπότη Χριστού, που λέγει με το στόμα του προφήτου: «Απολώ την σοφία των σοφών και την σύνεσιν των συνετών αθετήσω».
Ο βασιλιάς θαύμασε την σοφία, την ευστροφία και την ωραιότητα της παρθένου κι' ενόμισε ότι δεν ήτο γεννημένη στη γη από θνητούς, αλλά ότι ήταν θεότης απ' εκείνες, που σεβόταν ο ίδιος και λάτρευε. Επειδή ο βασιλιάς φανέρωσε αυτή τη γνώμη του, η Αικατερίνη του είπε:
Βέβαια, αληθινά είπες αυτά, βασιλιά, διότι ονομάζεις θεούς τους δαίμονες, που σας δείχνουν διάφορα φαντάσματα και σας παρακινούν σε ασέλγειες και σ' άλλες άτοπες επιθυμίες. Εγώ είμαι απ' τη γη και μ' έπλασε ο Θεός με τέτοια μορφή και με τίμησε με το κατ' εικόνα και καθ' ομοίωσι» και γι' αυτό πρέπει να θαυμάζεται η σοφία του Πλάστη, επειδή από ευτελή ύλη κατώρθωσε να δώση τόση ομορφιά.
Μη λέγης κακό για τους θεούς, που έχουν δόξα αθάνατη, είπε πειραγμένος ο βασιλιάς.
Αν θελήσης να αποτινάξης το σκοτάδι της απάτης θα γνωρίσης την ευτέλια των θεών σου και θα καταλάβης τον αληθινό Θεό. Και μόνο το όνομα του Θεού η και ο Σταυρός του τυπούμενος στον αέρα αφανίζει τους θεούς σου, κι' αν θέλης μπορώ να στο αποδείξω.
Ο βασιλιάς φοβήθηκε μήπως τον νικήση με αποδείξεις και ντροπιασθή και της είπε:
Είναι άπρεπο να συζητά ο βασιλιάς με γυναίκες. Θα μαζέψω τους σοφούς ρήτορές μου και τότε θα καταλάβης την αδυναμία των λόγων σου και θα πιστέψης αυτά που λέω εγώ.

Συνομιλία με τους ρήτορες

Μαρτύριον των ρητόρων

Μετά απ' αυτή τη συνομιλία ο βασιλιάς με επιστολές κάλεσε όλους τους σοφούς και ρήτορες. Το περιεχόμενο των επιστολών ήταν περίπου έτσι:
«Εγώ ο βασιλιάς χαιρετώ όλους τους σοφούς και τους ρήτορες των Ελλήνων και σας παρακαλώ να έλθετε εδώ γρήγορα, για να αποστομώσετε μια γυναίκα σοφή, με τη βοήθεια του σοφώτατου θεού Ερμή. Αυτή η γυναίκα χλευάζει τους θεούς μας, ονομάζει τις πράξεις τους μύθους και φλυαρίες. Αν την νικήσετε, θα αξιωθήτε πολλών τιμών».
Συγκεντρώθηκαν, λοιπόν, εκατόν πενήντα σοφοί, οξείς στο νου και ικανώτατοι στην ομιλία. Τους είπε λοιπόν ο βασιλιάς.
Ετοιμασθήτε με επιμέλεια ν' αγωνισθήτε καλά και μην αμελήσετε, νομίζοντας ότι είναι εύκολο το έργο σας, επειδή έχετε να αντιμετωπίσετε μια γυναίκα. Αλλά ετοιμασθήτε σαν να έχετε ανταγωνιστή σοφώτατον ρήτορα. Δείξτε την σοφίαν σας, που νομίζω ότι υπερβαίνει τη σοφία και αυτού του Πλάτωνος.
Σ' αυτά τα λόγια απάντησε κάποιος απ' τους ρήτορες που ξεχώριζε:
Έστω κι' αν είναι η φρονιμώτερη γυναίκα και η σοφώτερη δεν θα μπορέση να συζητήση μαζί μας. Πρόσταξέ την, λοιπόν, να έλθη.
Γεμάτος χαρά ο βασιλιάς, ελπίζοντας ότι θα νικήση την πλήρη χάριτος φιλοσοφία διατάζει να φέρουν την κόρη στο θέατρο, όπου είχε συγκεντρωθή πλήθος κόσμου. Πριν φθάσουν οι απεσταλμένοι στην Αγία ήλθε ο Αρχάγγελος Γαβριήλ και της λέγει:
Μη ταράζεσαι, κόρη. Ο Κύριος θα προσθέση σοφία στην σοφία σου, για να νικήσης τους ρήτορες και όχι μόνο αυτοί, αλλά και πολλοί άλλοι θα πιστέψουν και θα αξιωθήτε όλοι να λάβετε το στεφάνι του μαρτυρίου.
Όταν παρουσιάσθηκε εμπρός στους σοφούς η παρθένος, ο υπερήφανος ρήτορας, που είχε διαβεβαιώσει τον βασιλιά για την νίκη, της είπε:
Συ είσαι εκείνη, που βλασφημεί τους θεούς μας τόσο αναίσχυντα;
Εγώ είμαι. Δεν βλασφημώ όμως αναίσχυντα, όπως είπες, αλλά ήπια και με φιλαλήθεια μιλώ για τους ψεύτικους θεούς σας.
Ενώ οι μεγάλοι ποιητές τους ονομάζουν υψηλούς, συ, που γνώρισες την σοφία τους, τολμάς να μιλάς με τόση θρασύτητα;
Την φοβία μου την έχω δώρο από τον Θεό, που είναι η Σοφία και η Ζωή. Εκείνος, που σέβεται και τηρεί τις θείες εντολές είναι πράγματι φιλόσοφος. Τα έργα των θεών σας και οι διηγήσεις γι' αυτούς είναι γεμάτες απάτη. Πες μου ποιος από τους μεγάλους ποιητές τους ονόμασε θεούς!...
Πρώτος ο Όμηρος και ο Ορφέας και όλοι οι άλλοι. Μην απατάσαι, λοιπόν, συ η σοφή να προσκυνάς τον Εσταυρωμένο, που κανένας ποιητής δεν τον ωνόμασε Θεό.
Μα ο ίδιος ο Όμηρος λέγει για τον Δία, ότι είναι απατεώνας, πανούργος και ψεύτης και ότι ήθελαν να τον δέσουν η Ήρα, ο Ποσειδών κι' η Αθηνά, αν δεν πρόφθαινε να κρυφθή. Και οι άλλοι αναφέρουν τέτοια υβριστικά για τους Θεούς. Είπες, ότι τον Εσταυρωμένο δεν τον αναφέρει κανένας παλαιός σοφός, και γι' αυτό να μην ασχολούμεθα μ' αυτόν, που είναι ο αληθινός Θεός, Δημιουργός πάσης κτίσεως και όλου του ανθρώπινου γένους. Θυμίσου τι λέγει για τη σάρκωσί του και τη σωτήρια Σταύρωσί Του η Σίβυλλα και ο Απόλλων. Αυτός ο Θεός έγινε άνθρωπος, περπάτησε στη γη, δίδαξε, εθαυματούργησε. Έπειτα καταδέχτηκε και τον θάνατον για να λύση την πρώτη καταδίκη και να ανοίξη τις πύλες του Παραδείσου. Μετά το μαρτύριό του πέθανε και αναστήθηκε. Όταν ανέβηκε στους Ουρανούς ‘έστειλε στον κόσμο τους Μαθητές φωτισμένους απ' το Άγιο Πνεύμα, για να λυτρώσουν τις ψυχές από την πλάνη της απιστίας. Αυτά πρέπει και συ να τα πιστέψης και να γνωρίσης τον αληθινό Θεό και να γίνης δούλος του, αν θέλης το συμφέρον σου. Ο ίδιος ο Χριστός λέγει καλώντας όλους: «Δεύτε προς με πάντες οι κοπιώντες και πεφορτισμένοι, καγώ αναπαύσω υμάς»...
Με τέτοια λόγια γεμάτα σοφία κατέπληξε η πάνσοφη τον φιλόσοφο, που έμεινε άφωνος. Ο βασιλιάς βλέποντας την ήττα του σοφού διέταξε τους άλλους να συζητήσουν με την χριστιανή. Εκείνοι όμως δήλωσαν:
Δεν μπορούμε ν' αντισταθούμε στην αλήθεια, τώρα μάλιστα, που βλέπομε ότι ο καλύτερος ρήτορας νικήθηκε.
Τότε ο βασιλιάς θύμωσε και πρόσταξε να τους κάψουν στο μέσον της πόλεως. Εκείνοι έπεσαν στα πόδια της Αγίας παρακαλώντας να τους συγχωρήση ο Θεός για όσα από άγνοια έκαμαν, γιατί τώρα πιστεύουν στην αληθινή πίστι και επιθυμούν να βαπτιστούν και να πάρουν την δωρεάν του Αγίου Πνεύματος. Η Αγία λοιπόν τους είπε:
Είσθε τώρα ευτυχείς και καλότυχοι, γιατί αφήσατε το σκοτάδι και ακολουθήσατε το φως της αλήθειας. Η φωτιά, που σας απειλεί ο ασεβής βασιλιάς, θα γίνη για σας Βάπτισμα, που θα σας καθαρίση από κάθε ακαθαρσία της ψυχής και του σώματος.
Έτσι τους παρακίνησε όλους και τους σφράγισε με το σημείο του Σταυρού στέλνοντάς τους στο μαρτύριο.
Τους έρριξαν οι στρατιώτες στη φωτιά στις 17 Νοεμβρίου. Το βράδυ της ίδιας ημέρας πήγαν μερικοί ευσεβείς να συνάξουν τα λείψανα και τα βρήκαν όλα σώα και ακέραια χωρίς να τα έχη βλάψει η φωτιά,

Βασανιστήρια και φυλάκισις της Αγίας

Ο βασιλιάς από την πλευρά του είχε συγκεντρώσει όλη του την φροντίδα στην Αγία. Επειδή δεν μπορούσε να την νικήση με συλλογισμούς φιλοσοφίας, προσπαθούσε να επιτύχη το σκοπό του με κολακείες και πανουργίες λέγοντας:
Υπάκουσε σε μένα, που σε συμβουλεύω σαν φιλόστοργος πατέρας να προσκυνήσης τους μεγάλους θεούς και ιδιαίτερα τον Ερμή, που σε στόλισε με της φιλοσοφίας τα χαρίσματα και θα σου δώσω το μισό της εξουσίας μου και θα κατοικής μαζί μου στ' ανάκτορα.
Βγάλε το προσωπείο, βασιλιά, και μην υποκρίνεσαι, απάντησε η Αγία. Εγώ είμαι χριστιανή και θα γίνω νύφη Χριστού, που τον έχω μοναδικό Νυμφίο και σύμβουλο, στολισμό της παρθενίας μου και ποθώ το μαρτύριο περισσότερο από κάθε βασιλικό ένδυμα και στεφάνι.
Μη μ' αναγκάσης να βρίσω την αξία σου χωρίς να το θέλω, είπε πάλι ο βασιλιάς.
Κάνε ό,τι θέλεις, γιατί με την πρόσκαιρη αυτή ατιμία θα γίνης αφορμή να δοξασθώ με δόξα αθάνατη και να πιστέψη πλήθος κόσμου στον Χριστό μου ακόμη και μέσα από το παλάτι σου.
Ωργίσθηκε ο βασιλιάς ύστερα απ' αυτήν την απάντησι και διέταξε να την κτυπήσουν με νεύρα βοδιών. Κτυπούσαν, λοιπόν, την Μάρτυρα επί δύο ώρες δυνατά στην κοιλιά και στην ράχη, μέχρις ότου ξέσκισαν το παρθενικό της σώμα. Η Αγία στεκόταν με τόση ανδρεία και γενναιότητα, ώστε εθαύμαζαν όσοι την έβλεπαν. Το βράδυ δόθηκε διαταγή να την φυλακίσουν και να μην της δώσουν φαγητό και νερό για δώδεκα μέρες, μέχρι να βγη η απόφασι με ποιο τρόπο θα θανατωθή.

Επιστροφή εις την πίστιν της βασιλίσσης και του Πορφυρίωνος

Η Φαυστίνα, σύζυγος του βασιλιά, είχε πόθο να γνωρίση την Αγία, που την είχε αγαπήσει ακούγοντας τις αρετές και τα ανδραγαθήματά της. Βρήκε, λοιπόν, την ευκαιρία, όταν έλειπε ο σύζυγός της από την πόλι. Κάλεσε την στρατοπεδάρχη Πορφυρίωνα, άνθρωπο άξιο και έμπιστο, και του είπε:
Την περασμένη νύκτα είδα σ' όραμα την Αικατερίνη καθισμένη μεταξύ πολλών παρθένων. Όταν με είδε με κάθισε κοντά της και μου έβαλε στο κεφάλι χρυσό στεφάνι λέγοντας: «Ο Δεσπότης Χριστός σου στέλλει αυτό το στεφάνι». Σε παρακαλώ, λοιπόν, Πορφυρίωνα, να βρης ένα τρόπο να συναντήσω απόψε την κόρη αυτή.
Θα εκπληρώσω την επιθυμία σου, δέσποινα, απάντησε ο Πορφυρίων.
Όταν νύκτωσε λοιπόν πήρε διακόσιους στρατιώτες και πήγαν στη φυλακή με τη βασίλισσα. Έδωσαν χρήματα στον δεσμοφύλακα κι' εκείνος τους άνοιξε την πόρτα της φυλακής. Η Αυγούστα έπεσε με δάκρυα στα πόδια της Μάρτυρος λέγοντας:
Τώρα είμαι καλότυχη και ευτυχισμένη, είπε η βασίλισσα, γιατί σε γνώρισα. Ποθούσα να δω το βασιλικό σου πρόσωπο και διψούσα ν' ακούσω τα μελίρρυτα λόγια σου. Τώρα κι' αν στερηθώ τη ζωή και την βασιλεία μου δεν θα λυπηθώ καθόλου. Είσαι ζηλευτή συ, που προσκολλήθηκες σε τέτοιο Δεσπότη, που σου χαρίζει τόσες δωρεές και χαρίσματα.
Κι' εσύ είσαι ευτυχισμένη, βασίλισσά μου, γιατί βλέπω, το στεφάνι που σου βάζουν στο κεφάλι οι Άγιοι Άγγελοι. Μετά τρεις μέρες θα το πάρης, αφού υπομείνης μαρτύριο. Τότε θα πας κοντά στον Αληθινό Βασιλέα, για να βασιλεύσης αιώνια.
Φοβάμαι τα βασανιστήρια και τον σύζυγό μου, γιατί είναι πολύ σκληρός κι' απάνθρωπος.
Έχε θάρρος. Στην καρδιά σου θα βρίσκεται ο Χριστός, που θα σε δυναμώνη στη δύσκολη ώρα του μαρτυρίου. Πολύ λίγο θα πονέση το σώμα σου εδώ, για να αναπαύεται εκεί αιώνια.
Ενώ οι δυό γυναίκες έλεγαν αυτά, ρώτησε ο Πορφυρίων την Αγία:
Τι χαρίζει ο Χριστός σ' όσους πιστεύουν; Θέλω κι΄ εγώ να τον γνωρίσω και να γίνω οπαδός του.
Δεν διάβασες ποτέ καμμιά γραφή των χριστιανών; Ούτε έχεις ακούσει τίποτε γι' αυτά;
Από παιδί βρίσκομαι στους πολέμους και μόνο μ' αυτούς ασχολούμαι. Δεν έχω φροντίσει γι' άλλα πράγματα.
Δεν μπορεί η γλώσσα να διηγηθή τα αγαθά, που ο Θεός ετοιμάζει για όσους Τον αγαπούν και τηρούν τις εντολές του.
Τότε η χάρις γέμισε τη καρδιά του Πορφυρίωνα. Πίστεψε μ' όλη του την καρδιά στον Χριστό μαζί με τους διακόσιους στρατιώτες του και αφού πήραν όλοι δύναμι από την Μάρτυρα έφυγαν.

Τροφή από τον Θεόν. Νέα βασανιστήρια

Ο φιλάνθρωπος Χριστός δεν άφησε μόνη την Αγία. Σαν φιλόστοργος πατέρας έστελνε τροφή μ' ένα περιστέρι και την δυνάμωνε λέγοντάς της: «Μη δειλιάσης, κόρη, γιατί εγώ είμαι μαζί σου. Θα μείνης ανέγγιχτη από τα μαρτύρια και με την υπομονή σου θα επιστρέψης πολλούς στην ορθή πίστι και θα αξιωθής πολλών αφθάρτων τιμών».
Την άλλη μέρα ο βασιλιάς πρόσταξε να φέρουν την Μάρτυρα μπροστά του. Μόλις την είδε απόρησε, γιατί ενώ περίμενε να την δη αδυνατισμένη κα καταβεβλημένη, την είδε να λάμπη από ομορφιά και χάρι. Σκέφθηκε, ότι ίσως κάποιος φύλακας να την έτρεφε κρυφά και σχεδίαζε να τιμωρήση τους φύλακες. Η Αγία όμως για να μην τιμωρηθούν ανεύθυνοι άνθρωποι, ωμολόγησε την αλήθεια:
Κανένας άνθρωπος, βασιλιά, δεν μου έδωσε τροφή, αλλά με έτρεφε ο Δεσπότης Χριστός, που φροντίζει για τους δούλους του.
Ο βασιλιάς προσπάθησε για τελευταία φορά να την μεταπείση με κολακείες:
Σε σένα, ηλιόμορφη κόρη, αξίζει το βασίλειο, Σε σένα, που υπερβαίνεις κι' αυτή την Αφροδίτη στην ομορφιά. Έλα, λοιπόν, να θυσιάσης στους θεούς και να γίνης βασίλισσά μου. Μη θελήσης, σε παρακαλώ, να χαθή τέτοια ομορφιά με βασανιστήρια.
Εγώ είμαι γη και πηλός και κάθε ομορφιά μαραίνεται σαν άνθος και σαν όνειρο χάνεται η από αρρώστια η από τα γηρατειά η από τον θάνατο. Λοιπόν, μη νοιάζεσαι για την ομορφιά μου.
Ενώ συνομιλούσε η Αγία με τον βασιλιά, κάποιος έπαρχος, Χουρσασαδέν ονομαζόμενος, θέλοντας να δείξη στο βασιλιά αγάπη κι' εύνοια, είπε:
Εγώ, βασιλιά, ξέρω μια μηχανή, που μ' αυτήν θα νικήσης την κόρη η θα θανατωθή με πόνους. Διάταξε να κάμουν τέσσερους ξύλινους τροχούς. Γύρω σ' αυτούς να καρφώσουν ξυράφια κι' άλλα σίδερα κοφτερά. Οι δυό να γυρίζουν αριστερά κι' οι άλλοι δυό δεξιά. Στη μέση τους θα βάλουν δεμένη αυτήν και έτσι γυρίζοντας οι τροχοί θα κατασχίσουν τις σάρκες της.
Το σχέδιο άρεσε στο βασιλιά κι' έδωσε διαταγή να κατασκευασθή το μηχάνημα. Σε τρεις μέρες κατασκευάσθηκε ο τροχός και για να φοβίσουν την Αγία έκαναν επίδειξι γυρίζοντας γρήγορα τους τροχούς. Ο βασιλιάς απευθύνθηκε στην Αικατερίνη λέγοντας:
Βλέπεις; Σ' αυτό το μηχάνημα θα δοκιμάσης τον θάνατο, αν δεν προσκυνήσης τους θεούς.
Σου είπα πολλές φορές την απόφασί μου. Μη χάνης καιρό. Κάμε ό,τι θέλεις, του είπε με θάρρος η Αικατερίνη.
Ύστερα από τη σταθερή απόφασί της την έρριξαν στους τροχούς δεμένη, αλλά η θεία χάρις βοήθησε την Αγία, που βρέθηκε λυμένη και αβλαβής, με τη βοήθεια ενός Αγγέλου. Όταν οι παριστάμενοι είδαν το παράδοξο θέαμα φώναξαν: «Μέγας ο Θεός των Χριστιανών».

Μαρτύριον της βασιλίσσης

Ο βασιλιάς σκοτισμένος από το θυμό του έκανε σαν τρελλός και απειλούσε ότι θα της επιβάλη νεώτερη τιμωρία. Όταν πληροφορήθηκε τα γεγονότα η βασίλισσα βγήκε από τα ιδιαίτερα διαμερίσματά της και ελέγχοντας τον σύζυγό της είπε με παρρησία:
Στ' αλήθεια είσαι μωρός κι' ανόητος να πολεμάς τον ζωντανό Θεό και να βασανίζης άδικα την δούλη του.
Στο άσκουσμα αυτών των λόγων ο βασιλιάς έγινε αγριώτερος και από τα θηρία. Άφησε λοιπόν την Αικατερίνη και στράφηκε κατά της συζύγου του. Διέταξε να της κόψουν τους μαστούς. Η Φαυστίνα αντιμετωπίζει με χαρά τα βασανιστήρια. Προσεύχεται να της δώση ο Θεός δύναμι και βοήθεια. Η θηριωδία του συζύγου της φθάνει στο αποκορύφωμα. Διατάζει να της κόψουν το κεφάλι. Η βασίλισσα δέχθηκε με αγαλλίασι την απόφασι λέγοντας στην Αγία:
Δούλη του αληθινού Θεού, κάνε προσευχή για μένα.
Πήγαινε να βασιλεύσης με τον Χριστόν αιώνια, της αποκρίθηκε η Αγία.
Η μακάρια Φαυστίνα μαρτύρησε στις 23 Νοεμβρίου. Τη νύκτα ο Πορφυρίων με τους συντρόφους του κρυφά έθαψε το λείψανό της.

Μαρτύριον του Πορφυρίωνος και των πιστευσάντων στρατιωτών

Το άλλο πρωί επειδή ήθελε να τιμωρήση ο βασιλιάς μερικούς σαν υπεύθυνους, παρουσιάσθηκε ο Πορφυρίων με τους λοιπούς στο κριτήριο και είπε:
Και εμείς είμαστε Χριστιανοί, στρατιώτες του Μεγάλου Θεού.
Ο βασιλιάς αναστέναξε από λύπη και φώναξε.
Χάθηκα, γιατί έχασα τον θαυμαστό Πορφυρίωνα. Και σεις στρατιώτες μου, τι πάθατε και περιφρονήσατε τους θεούς των πατέρων μας; Τι σας έκαναν;
Ο Πορφυρίων λοιπόν είπε στον τύραννο:
Γιατί αφήνεις το κεφάλι και ρωτάς τα πόδια; Με μένα να μιλήσης.
Συ είσαι η αιτία της καταστροφής τους. Διατάζει λοιπόν να τους αποκεφαλίσουν. Ήταν 24 Νοεμβρίου.


Μαρτυρικόν τέλος της Αγίας

Την επομένη έφεραν την Αικατερίνη στο κριτήριο. Της λέει ο βασιλιάς:
Πολλή θλίψι και ζημιά μου έδωσες, συ πλάνησες την γυναίκα μου και τον ανδρείο μου στρατηλάτη, που ήταν η δύναμη του στρατού μου. Πρέπει να σε θανατώσω αλύπητα. Αλλά σε συγχωρώ, γιατί λυπάμαι να χαθή μια κόρη σοφή και όμορφη, όπως συ. Θυσίασε στους θεούς και θα σε κάνω μόνιμη βασίλισσα.
Άδικα όμως προσπάθησε να της αλλάξη τη γνώμη. Απελπίσθηκε λοιπόν κι' έδωσε εντολή να την αποκεφαλίσουν. Οι στρατιώτες πήραν την Αγία και πήγαν στον τόπο της καταδίκης. Ακολουθούσε πολύς λαός πίσω, άνδρες και γυναίκες, που έκλαιγαν πικρά για την κόρη, την ωραία, την πάνσοφη, την Αγία, που επρόκειτο να χαθή.
Εκείνη όμως τους παρηγορούσε λέγοντάς τους:
Αφήστε τον ανώφελο θρήνο και χαρήτε, γιατί εγώ βλέπω τον Νυμφίον μου Ιησού Χριστόν, τον πλάστη και Σωτήρα μου, που με προσκαλεί στα άρρητα κάλλη του Παραδείσου, να βασιλεύσω μαζί του αιώνια.
Όταν έφθασαν στον τόπο του μαρτυρίου της έκαμε την προσευχή της λέγοντας:
«Κύριε Ιησού Χριστέ, σ' ευχαριστώ, γιατί μου έδωσες υπομονή και ωδήγησες τα βήματά μου. Συγχώρησε , Κύριε, τα σφάλματά μου και κράτησε αθέατο το σώμα μου από εκείνους, που θα το ζητούν. Φύλαξέ το σώο και ακέραιο, όπου ορίσης συ ο Βασιλεύς μου. Δώσε τα προς το συμφέρον αιτήματα σ' όσους Σε επικαλούνται. Αμήν».
Τότε ο δήμιος έκοψε με το ξίφος την τίμια κεφαλή της στις 25 Νοεμβρίου του 307. Το τίμιο λείψανό της Άγιοι Άγγελοι το μετέφεραν στο όρος Σινά, όπου και ιδιαίτερα τιμούν την Αγία.
Αυτός είναι ο βίος της πάνσοφης Αικατερίνης και το μαρτύριό της. Αγάπησε τον Κύριο τόσο ώστε θυσίασε τα πάντα για την δόξα Του. Η μνήμη της εορτάζεται την ημέρα του μαρτυρίου της, στις 25 Νοεμβρίου.

ΑΠΟΛΥΤΙΚΙΟΝ
Ήχος πλ. α' Τον συνάναρχον Λόγον.
Την πανεύφημον νύμφην Χριστού υμνήσωμεν, Αικατερίναν την θείαν, και πολιούχον Σινά, την βοήθειαν ημών και αντίληψιν, ότι εφίμωσε λαμπρώς τους κομψούς των ασεβών, του Πνεύματος τη δυνάμει, και νυν ως Μάρτυς στεφθείσα, αιτείται πάσι το μέγα έλεος.

ΚΟΝΤΑΚΙΟΝ
Ήχος γ'. Η Παρθένος σήμερον.
Την σοφίαν άνωθεν, κομισαμένη του λόγου, των ρητόρων ήλεγξας, τας φληναφίας ευτόνως, κάλλεσι, της παρθενίας ωραϊσμένη, αίμασι, της μαρτυρίας πεποικιλμένη, διά τούτο σε ως νύμφην, Αικατερίνα Χριστός προσήκατο.

Εικόνα

Πηγή


Κύριε είσαι παντογνώστης. Γνωρίζεις πολύ καλά ότι Σε αγαπώ. Αξίωσέ με να Σε υπηρετώ με αφοσίωση και με αγάπη μέχρι την τελευταία μου αναπνοή.

Άβαταρ μέλους
ΦΩΤΗΣ
Δημοσιεύσεις: 10100
Εγγραφή: Κυρ Αύγ 19, 2012 12:18 pm
Τοποθεσία: ΑΓΙΟΣ ΙΩΑΝΝΗΣ ΡΕΝΤΗ

Re: ΒΙΟΙ ΑΓΙΩΝ

Δημοσίευσηαπό ΦΩΤΗΣ » Δευτ Αύγ 27, 2012 8:11 pm

Αγία Αικατερίνη

Εικόνα

Όταν κάθε χρόνο σαν και σήμερα εορτάζουμε την ιερή μνήμη της αγίας μεγαλομάρτυρος και πάνσοφης Αικατερίνης, κινδυνεύομε στο κήρυγμα του θείου λόγου να επαναλαμβάνουμε πάντα τα ίδια. Και το πράγμα βέβαια δεν έχει άλλη σημασία παρά μόνο ότι θίγει την ανθρώπινη φιλοτιμία μας. Ο λόγος του Θεού είναι η αλήθεια και η αλήθεια είναι πάντα η ίδια, αποτελεί δε ακριβώς εγγύηση ότι η Εκκλησία, κηρύττοντας το θειο λόγο, λέγει πάντα «τα αυτά περί των αυτών», τα ίδια λόγια για τα ίδια πράγματα. Η θεία αλήθεια, ως λόγος της Εκκλησίας, κυλάει πάντα μέσα στην ίδια κοίτη, γιατί είναι ο Χριστός, ο «χθες και σήμερον, ο αυτός και εις τους αιώνας»..
Αλλά στον καιρό μας οι άνθρωποι δεν ενδιαφέρονται για την αλήθεια, αλλά μάλλον για ό,τι κάνει εντύπωση. Και δεν ομιλούμε τώρα για τους άλλους, αλλά για μας τους χριστιανούς, που χωρίς να το καταλάβουμε, έπαψε να μας ενδιαφέρει ο λόγος, κι η αλήθεια της σωτηρίας και, καθώς γράφει ο Απόστολος, δεν ανεχόμαστε πια την υγιαίνουσα διδασκαλία, άλλα μας αρέσει να ακούμε μύθους, «κνηθόμενοι την ακοήν». Ό,τι είναι ευχάριστο στ’ αφτιά μας αυτό μας κερδίζει, κι αυτό με πολύ ενδιαφέρον ακούμε. Κι αυτό δεν είναι καν λόγος της Εκκλησίας, λόγος οικοδομής και παράκλησης, αλλά «βέβηλος κενοφωνία». Αυτό στο βάθος φανερώνει πως δεν είμαστε εδραιωμένοι στην πίστη μας, αλλά φερόμαστε «παντί ανέμω της διδασκαλίας».
Βλέπετε ότι δεν μπορούμε να διατυπώσουμε ούτε μια πρόταση, χωρίς να προστρέξουμε και να στηριχθούμε στο λόγο του Αποστόλου, στο λόγο της θείας Γραφής, που είναι λόγος θεόπνευστος και αληθινός. Γιατί το αισθανόμαστε ανάγκη, στην πολυφωνία της εποχής μας, που είναι σωστή κενοφωνία, αδειανά δηλαδή και κούφια λόγια, να στηριχτούμε σε μια γερή βάση, ώστε να μπορούμε με σιγουριά και ευθύνη να κηρύξουμε το λόγο στην Εκκλησία. Όχι στο δρόμο προς το οχλοκρατούμενο πλήθος, όχι στη Βουλή προς τα δημαγωγούντα πολιτικά κόμματα, αλλά στην Εκκλησία, το λαό του Θεού. Όσο μεγάλη είναι η ευθύνη μας, άλλη τόση φιλοτιμούμαστε να είναι κι η προσπάθεια μας, άστε να είμαστε πάντα μέσα στην κοίτη της εκκλησιαστικής διδαχής, χωρίς να είμαστε έξω από τη ζωή του καιρού μας.[...]
Η αγία λοιπόν Αικατερίνη ήταν κόρη μιας αρχοντικής οικογένειας της Αλεξάνδρειας, μια πολύ ωραία και πολύ μορφωμένη γυναίκα. Κατηγορήθηκε πως ήταν χριστιανή και στάθηκε ανακρινόμενη μπροστά στον ειδωλολάτρη διοικητή της πόλης. Η απάντησή της, γεμάτη πίστη και αξιοπρέπεια, είναι απάντηση περισσότερο μιας γυναίκας, είναι απάντηση μιας χριστιανής. «Δεν με ενδιαφέρει», είπε, «τίποτε άλλο παρά να πεθάνω σαν χριστιανή». Είμαστε μαθημένοι να βλέπουμε σκηνές κινηματογραφικές και να μεταθέτουμε το νου και τη φαντασία μας σε μακρινούς τόπους και χρόνους. Με τον ίδιο λοιπόν τρόπο ας μετατεθούμε κι ας δούμε μπροστά στα μάτια μας την αληθινή σκηνή της ανακρινόμενης αγίας Αικατερίνης.
Αλλ’ αυτή είναι η μεγάλη καταστροφή του καιρού μας, ότι η κινηματογραφική τέχνη μαζί με το ποδόσφαιρο μας έφθειραν τα νοήματα. Τώρα πια δεν μας συγκινούν οι μορφές και τα λόγια των αγίων της πίστεως ούτε οι ήρωες της εθνικής μας ιστορίας, αλλά οι πρωταγωνιστές της οθόνης και οι πρωταθλητές του ποδοσφαίρου. Δεν το λέω αυτό με διάθεση πολεμική και στηλιτευτική, αλλ’ απλώς κάνω μια διαπίστωση και διερωτώμαι και λέγω: Πώς λοιπόν θα σταθούμε στη ζωή μας; Ποιά παραδείγματα και ποιά πρότυπα έχουμε στο βίο μας; Η Εκκλησία έχει τους αγίους της και το Έθνος έχει τους ήρωές του, αλλά ο καιρός μας προβάλλει ως πρότυπα στα μάτια μικρών και μεγάλων τους ηθοποιούς και τους ποδοσφαιριστές.
Τα παιδιά μας δεν ξέρουν και δεν καταδέχονται να μάθουν πέντε ονόματα μεγάλων Αγίων της Εκκλησίας ή αγωνιστών και ευεργετών του Έθνους, και ξέρουν όλα τα ονόματα των τραγουδιστών της τηλεόρασης και των ποδοσφαιριστών. Τα κορίτσια μας δεν γνωρίζουν την εικόνα της αγίας Αικατερίνης και του Αγίου Νικολάου, και οι σχολικές τους τσάντες είναι γεμάτες με τις εικόνες όλων των πρωταγωνιστών του κινηματογράφου, ανδρών και γυναικών. Κάνοντας αυτές τις διαπιστώσεις, λυπούμαστε όχι για το τί θα γίνει η Εκκλησία, γιατί η Εκκλησία δεν θα χαθεί, αλλά για το τί θα γίνουν τα παιδιά μας. Λυπάται η Εκκλησία, γιατί χάνονται οι άνθρωποι, διαλύεται ο θεσμός της οικογένειας, εξαρθρώνεται η παιδεία του Έθνους, κινδυνεύει η πατρίδα.
Όταν αναγκαζόμαστε να λέμε αυτά, πολλοί δυσφορούν, ότι τάχα κινδυνολογούμε και ότι πρέπει να βλέπουμε θετικά τα πράγματα και αισιόδοξα τη ζωή. Μα ποιός ποτέ προφήτης ήταν ευχάριστος στο λαό και πόσες φορές οι άνθρωποι δεν πήραν πέτρες και κυνήγησαν και τον ίδιο τον Χριστό; Πολύ περισσότερο εμάς που δεν είμαστε προφήτες, αλλά μόνο ταπεινοί διάκονοι της Εκκλησίας. Δεν θέλομε να κηρύξουμε ασκητισμό και δεν θέλομε τα αγόρια μας να γίνουν καλόγεροι και τα κορίτσια μας καλογριές, που κι αν θα γίνονταν δεν θα ήταν μεγάλο κακό, αλλά κλαίμε το χαμό των παιδιών μας, που από τα δεκαέξι κι επάνω τα χάνομε από το σπίτι και τη θεία Λειτουργία και δεν ξέρομε πια τί φρονούν και τί πιστεύουν.
Κανένας δεν το αρνείται κι όλοι το ομολογούν ότι ο κόσμος περνάει δύσκολες ώρες. Οι άνθρωποι ζουν μέσα στο φόβο και την αγωνία, γιατί δεν ξέρουν τί περιμένει τους λαούς και τί θα ξημερώσει. Ένας νέος πόλεμος και μια ολοκληρωτική καταστροφή απειλεί τον πλανήτη της γης. Ο Ιησούς Χριστός ομιλεί στο Ευαγγέλιο για κάποιες τέτοιες στιγμές, που περιμένουν την οικουμένη, όπου οι άνθρωποι θα βλέπουνε να’ρχεται η καταστροφή και θα ξεψυχούν από το φόβο τους. Σε τέτοιες ώρες πού βρίσκει κανείς καταφυγή και προστασία; Ποιός μπορεί να παράσχει άσυλο και ασφάλεια, όταν τίποτε πια δεν μένει στη θέση του, αλλά όλα σωριάζονται σε ερείπια; Μόνο η Εκκλησία, ο οίκος του ζώντος Θεού.
Τα λόγια των δύο κατασκόπων προς τη Ραάβ, όταν οι Ισραηλίτες ανέβαιναν για την κατάκτηση της γης της επαγγελίας, αποτελούν προφητική προτύπωση για την Εκκλησία, ότι είναι χώρος σωτηρίας•«θα μαζέψεις όλους τους δικούς σου κάτω από τη στέγη σου και θα διασωθούν, γιατί όσοι τυχόν θα βρεθούν έξω από το σπίτι θα χαθούν».

Πηγή


Κύριε είσαι παντογνώστης. Γνωρίζεις πολύ καλά ότι Σε αγαπώ. Αξίωσέ με να Σε υπηρετώ με αφοσίωση και με αγάπη μέχρι την τελευταία μου αναπνοή.

Άβαταρ μέλους
ΦΩΤΗΣ
Δημοσιεύσεις: 10100
Εγγραφή: Κυρ Αύγ 19, 2012 12:18 pm
Τοποθεσία: ΑΓΙΟΣ ΙΩΑΝΝΗΣ ΡΕΝΤΗ

Re: ΒΙΟΙ ΑΓΙΩΝ

Δημοσίευσηαπό ΦΩΤΗΣ » Τρί Αύγ 28, 2012 8:03 pm

ΑΓΙΑ ΑΚΥΛΙΝΗ

Εικόνα

Γιορτάζουμε σήμερα 13 Ιουνίου, ημέρα μνήμης της Αγίας Ακυλίνης, ας πούμε λίγα λόγια:

Η Αγία Ακυλίνη, καταγόταν από αρχοντική και εύπορη οικογένεια της Παλαιστίνης και έζησε επί αυτοκρατορίας Διοκλητιανού. Σε ηλικία πέντε ετών, βαπτίστηκε Χριστιανή από τον Επίσκοπο Ευθάλιο.

Στο γεγονός αυτό, βοήθησε και ο πατέρας της Ευτόλμιος, ο οποίος δημιούργησε και κατάλληλες συνθήκες, ώστε η κόρη του να παραμείνει σταθερή στη χριστιανική της πίστη, ενισχύοντας με διάφορους τρόπους το φρόνημά της.

Έτσι, σε νεαρή ηλικία η Αγία Ακυλίνη άρχισε να κηρύττει και να διδάσκει με μεγάλη αγάπη, το Λόγο του Θεού και συναναστρεφόμενη με θυγατέρες ειδωλολατρών κατόρθωσε να προσελκύσει πολλές εξ αυτών στην Ορθόδοξη πίστη.

Παράλληλα όμως δεν ξέχασε και το έργο της φιλανθρωπίας. Η λαμπρή της αυτή δράση, καταγγέλθηκε στον ανθύπατο Ουλοσιανό, ο οποίος αφού τη συνέλαβε, προσπάθησε με κάθε τρόπο να την αναγκάσει να αρνηθεί την πίστη της.

Η Αγία όμως παρέμεινε ακλόνητη και με μεγάλο θάρρος ομολόγησε την πίστη της στον Ένα και Αληθινό Θεό. Εξοργισμένος, τότε, ο ανθύπατος τη χτύπησε βίαια στο πρόσωπο ώστε η Αγία πλημμύρισε από αίματα, στη συνέχεια ακολούθησαν πολλά και φρικτά βασανιστήρια και στο τέλος καταντροπιασμένος ο ανθύπατος Ουλοσιανός που δεν κατόρθωσε να κάμψει την πίστη ενός αδύναμου κοριτσιού, διέταξε να την αποκεφαλίσουν.

Έτσι, Μαρτυρικά η Αγία Ακυλίνη, παρέδωσε τη ψυχή της στον Κύριο.

Πηγή


Κύριε είσαι παντογνώστης. Γνωρίζεις πολύ καλά ότι Σε αγαπώ. Αξίωσέ με να Σε υπηρετώ με αφοσίωση και με αγάπη μέχρι την τελευταία μου αναπνοή.

Άβαταρ μέλους
ΦΩΤΗΣ
Δημοσιεύσεις: 10100
Εγγραφή: Κυρ Αύγ 19, 2012 12:18 pm
Τοποθεσία: ΑΓΙΟΣ ΙΩΑΝΝΗΣ ΡΕΝΤΗ

Re: ΒΙΟΙ ΑΓΙΩΝ

Δημοσίευσηαπό ΦΩΤΗΣ » Τετ Αύγ 29, 2012 9:00 pm

ΑΓΙΑ ΑΛΕΞΑΝΔΡΑ - ΗΓΟΥΜΕΝΗ ΚΑΙ ΘΕΜΕΛΙΩΤΡΙΑ ΤΗΣ ΜΟΝΗΣ ΝΤΙΒΕΕΒΟ

Εικόνα

Η Αγαθή Σεμιόνοβνα Μελγκούνοβα, ήταν πολύ πλούσια και κατείχε πολλά κτήματα στο Γιάροσλαβ, στο Βλαντιμίρ και στο Ριαζάν. Από νέα έμεινε χήρα και το 1760 έγινε μοναχή στη Μονή Φλορέφσκι του Κιέβου με το όνομα Αλεξάνδρα. Δεν της ήταν γραφτό να μείνει πολύ εκεί αφού είδε σε όραμα την Παναγία η οποία της είπε να φτιάξει ένα νέο μοναστήρι.
Υπό την καθοδήγηση της Παναγίας και μετά από δεκάδες προσκυνήματα, η Αγ. Αλεξάνδρα έφτασε στον τόπο που είχε διαλέξει η Παναγία. Ήταν στο Ντιβέεβο, όχι πολύ μακρια από το Σαρώφ όπου την εποχή εκείνη βρισκόνταν μια ανδρική μονή γνωστή για τους μεγάλα πνευματικά της αναστήματα. Υπό την καθοδήγηση των ερημιτών του Σαρώφ η Αγ. Αλεξάνδρα ξεκίνησε την ησυχαστική της ζωή σ' ένα κελί δίπλα από έναν ναό αφιερωμένο στην εικόνα της Παναγίας του Καζάν. Δώρησε όλην την περιουσία της για να χτιστούν και να ανακαινιστούν ναοί και για να βοηθηθούν χήρες τα ορφανά και οι φτωχοί. Η ίδια ζούσε από τον ιδρώτα του προσώπου της καθαρίζοντας σταύλους ή πλένοντας ρούχα. Οι κάτοικοι του Σαρώφ θυμόνταν για πολλά χρόνια την ταπεινοφροσύνη της και τη βοήθεια που πρόσφερε στα κρυφά.
Σιγά-σιγά εκεί δημιουργήθηκε μια αδελφότητα βάση της οποίας ήταν η εκουσία φτωχεία, η χειρωνακτική εργασία, η φιλοξενία των προσκυνητών και η αδιάκοπη ευχή του Ιησού, βαδίζοντας έτσι στη χνάρια της αυθεντικής ορθόδοξης μοναστικής ζωής
Από την αρχή ακόμη ερχόταν στην Αγ. Αλεξάνδρα άνθρωποι κάθε κοινωνικής τάξης για να πάρουν συμβουλές και να πάρουν την ευλογία της.

Η Αγ.Αλεξάνδρα εκοιμήθη στις 13 Ιουνίου 1789 και είχε πει ότι εκεί θα χτιστεί ένα μεγάλο μοναστήρι, αλλά και τις ταραχές που θα λάβουν μέρος εκεί. Δύο εβδομάδες πριν από την κοίμηση της πήρε το μεγάλο αγγελικό σχήμα.
Ο Αγ. Σεραφείμ του Σαρώφ τής είχε βαθειά εκτίμηση ακόμη από όταν η αγία ζούσε. Μετά το θάνατό της είπε ότι εκείνη βρίσκεται κοντά στο θρόνο του Θεού και είπε σε μια αδελφή να μάθει στους υπόλοιπους να προσεύχονται σ' αυτήν με τον ακόλουθο τρόπο: «Μητέρα και Κυρία μου προσευχήσου για μένα στον Κύριο να με συγχωρήσει, όπως Εκείνος συγχώρεσε εσένα και να με θυμηθείς και εμένα μπροστά στο θρόνο του Θεού».
Στο μοναστήρι υπάρχουν πολλές γραπτές μαρτυρίες για τα θαύματα που έκανε η Αγ. Αλεξάνδρα.

Πηγή


Κύριε είσαι παντογνώστης. Γνωρίζεις πολύ καλά ότι Σε αγαπώ. Αξίωσέ με να Σε υπηρετώ με αφοσίωση και με αγάπη μέχρι την τελευταία μου αναπνοή.

Άβαταρ μέλους
ΦΩΤΗΣ
Δημοσιεύσεις: 10100
Εγγραφή: Κυρ Αύγ 19, 2012 12:18 pm
Τοποθεσία: ΑΓΙΟΣ ΙΩΑΝΝΗΣ ΡΕΝΤΗ

Re: ΒΙΟΙ ΑΓΙΩΝ

Δημοσίευσηαπό ΦΩΤΗΣ » Πέμ Αύγ 30, 2012 8:07 pm

Η Αγία Αναστασία

Εικόνα

Άθληση της Αγίας ένδοξης Μάρτυρος του Χριστού Αναστασίας

Στα χρόνια που βασίλεψε ο ασεβέστατος Διοκλητιανός, στην ξακουστή Ρώμη ήταν ένα κορίτσι που λεγόταν Αναστασία. Όμορφη, με ωραία κορμοστασιά, από γένος πλούσιο και φημισμένο, με χαρακτήρα και τρόπους τέλειους. Η δε ευγένεια της ψυχής της ήταν μεγαλύτερη από το κάλλος του σώματός της. Ήταν θυγατέρα κάποιου ειδωλολάτρη Πραιτεξάτου και της μάθαινε γράμματα ένας ενάρετος άνθρωπος, ο Χρυσογόνος. Ευσεβέστατος, με πίστη στον αληθινό Θεό, δίδαξε την ευσέβεια και την πίστη του στην Αναστασία, που καταφρόνησε τα αναίσθητα είδωλα. Ο δε πατέρας της την πάντρεψε, παρά την θέλησή της, με τον ειδωλολάτρη και πλούσιο Ποπλίονα. Η Αναστασία τον μισούσε και δεν θέλησε ποτέ να κοιμηθεί μαζί του, γιατί αγαπούσε την παρθενία χάρη του Χριστού και προφασιζόταν συνεχώς πως ήταν άρρωστη. Καθημερινά προσευχόταν στον Χριστό, τηρούσε τις εντολές του και πάνω από όλα είχε μεγάλη ταπείνωση.
Για αυτόν τον λόγο, πολλές φορές έβγαζε τα πολύτιμα και λαμπρά φορέματά της και ντυνόταν φτωχικά, για να μην την γνωρίσουν, και πήγαινε με μια ευσεβέστατη δούλη της στις φυλακές, όπου περιποιούνταν τις πληγές και τα τραύματα των χριστιανών από τα βασανιστήρια. Σκούπιζε, καθάριζε τα αίματα και τις πληγές. Πρόσφερε κάθε άλλη υπηρεσία σαν δούλη του Χριστού. Καταφιλούσε τις πληγές τους από ευλάβεια για τα μαρτύριά τους και τους νουθετούσε να μη δειλιάσουν στα προσωρινά βασανιστήρια, αλλά να μένους σταθεροί στην πίστη και ευσέβειά τους. Τους έδινε τροφές, ρούχα και κάθε τι άλλο, που είχαν ανάγκη για το σώμα τους, όπως φάρμακα. Και όλα αυτά τα έκανε κρυφά, τις νύχτες, εξαγοράζοντας με χρήματα του φύλακες, για να την αφήνουν να μπαίνει στις φυλακές.
Όταν έμαθε αυτά από πληροφορίες δικών του ανθρώπων ο Ποπλίονας την φυλάκισε και δεν την άφησε ούτε να βγει αλλά και ούτε να την πλησιάσει κανένα άτομο. Αυτή στεναχωριόταν που δεν μπορούσε να βγει από το σπίτι της, για να φροντίσει τους φυλακισμένους χριστιανούς, όπως πριν. Όμως είχε μεγαλύτερη στεναχώρια που δεν μπορούσε να επικοινωνήσει με τον διδάσκαλό της Χρυσόγονο, ο οποίος πριν την επισκεπτόταν τακτικά και έπαιρνε ο ένας από τον άλλο δύναμη στα έργα της αρετής. Και αυτό γιατί ο Χρυσόγονος ήταν φυλακισμένος από τον βασιλιά, όταν αυτός έμαθε για την πίστη που είχε προς τον Χριστό. Τότε η αγία Αναστασία έστειλε μια γριά γυναίκα ευσεβέστατη και έμπιστη να μιλήσει στον Χρυσόγονο, για να προσευχηθεί προς τον Θεό για χάρη της, να λυτρωθεί από την φυλακή και να θεραπεύει τους φυλακισμένους μάρτυρες. Ο Χρυσόγονος της έγραψε ότι πρέπει να έχει υπομονή, γιατί σε λίγες μέρες θα πεθάνει ο άντρας της και θα μείνει εντελώς ελεύθερη. Έτσι και έγινε. Ο βασιλιάς τον έστειλε ως πρέσβη στους Πέρσες και στον δρόμο τον σκότωσαν. Από τότε η αγία έμεινε ελεύθερη και χωρίς εμπόδια έκανε ό,τι ήθελε και παρακινούσε τους μάρτυρες να υπομένουν γενναίως τα βασανιστήρια.
Ο δυσεβής Διοκλητιανός βρισκόταν τότε στην Ηράκλεια και δεν φρόντιζε τόσο για τις δημόσιες υπηρεσίες και υποχρεώσεις του κράτους του, όσο για να μην γλιτώσει κανένας ευσεβής χριστιανός από τα χέρια του. Του ανέφεραν ότι στη Ρώμη είχαν πολλούς χριστιανούς φυλακισμένους και πως, ενώ τους βασάνιζαν με διάφορους τρόπους, κανένας δεν ήθελε να προσκυνήσει τα είδωλα, γιατί είχαν έναν διδάσκαλο, που λεγόταν Χρυσόγονος, ο οποίος τους εμψύχωνε στην πίστη και τους παρακινούσε προς το μαρτύριο.
Ο Διοκλητιανός πρόσταξε αμέσως τους μεν χριστιανούς φυλακισμένους να τους βασανίσουν και πολύ, αν δεν θυσιάσουν στα είδωλα, να τους σκοτώσουν, τον δε Χρυσόγονο να του τον φέρουν σαν κατάδικο. Πίσω από τους στρατιώτες και τον Χρυσόγονο, τον διδάσκαλό της, πήγαινε και η Αναστασία, νικώντας την αντοχή της γυναικείας φύσης με το γενναίο της φρόνημα. Όταν έφτασαν στον βασιλιά Διοκλητιανό, αυτός με ύφος καλοσυνάτο είπε στον Χρυσόγονο:
- Υπάκουσε στην εντολή μου. Θυσίασε στους Θεούς, για να λυτρωθείς από διάφορα βασανιστήρια και θα σε κάνω έπαρχο της Ρώμης.
Πίστευε ο ασεβής βασιλιάς πως η δύναμη της εξουσίας του θα νικούσε την ψυχή και την πίστη του καλοκάγαθου Χρυσόγονου. Όμως, οι απειλές και οι υποσχέσεις του δεν έπιασαν, για να αρνηθούν οι χριστιανοί την πίστη τους στον Χριστό. Έτσι και τώρα, ο άγιος απάντησε με μεγάλο θάρρος κοιτάζοντάς τον στα μάτια, για να αποδείξει πως η βασιλική του εξουσία και δύναμη δεν είχε αξία μπροστά στην βασιλεία του Θεού.
- Δεν θυσιάζω στα είδωλα, γιατί έναν και μόνο Θεό ξέρω, τον οποίο ομολογώ με τα χείλη, όλη την ψυχή και την καρδιά μου. Αυτόν λατρεύω, προσκυνώ και θεωρώ τον γλυκύτερο από όλα τα ευχάριστα πράγματα της ζωής και τον ποθώ από κάθε τι άλλο. Αποστρέφομαι τα πλήθη των θεών σου, τους μύθους και τους δαίμονες. Συμβουλεύω όμοια και την βασιλεία σου να τους μισήσεις, γιατί είναι ζημιά και απώλεια των ψυχών. Όσο για τις τιμές και τις υποσχέσεις που μου έταξες, τις θεωρώ σκιά και όνειρα.
Ο βασιλιάς, αφού θαύμασε το θάρρος του αγίου, πρόσταξε να τον αποκεφαλίσουν σε ερημικό τόπο, γιατί φοβήθηκε μήπως παρασυρθούν και άλλοι, αν προσπαθήσει να τον μεταπείσει με διάφορα βασανιστήρια. Μετά τον αποκεφαλισμό του, έριξαν το λείψανό του στη θάλασσα. Όμως η πρόνοια του Θεού δεν αφήνει τους αγίους Του μάρτυρες χωρίς προστασία. Εκεί κοντά κατοικούσαν τρεις αδελφές, η Αγάπη, η Χιονία και η Ειρήνη και ένας ιερομόναχος ενάρετος, ο Ζώιλος. Ο Ζώιλος είδε θεία αποκάλυψη, που του φανέρωσε που βρισκόταν το λείψανο του αγίου Χρυσογόνου. Αφού το πήρε μαζί με το τίμιο κεφάλι του, με μεγάλη ευλάβεια το έκρυψε στο κελί του. Μετά από τριάντα μέρες του φανερώνεται ο Χρυσόγονος λέγοντάς του:
- Γνώριζε, Ζωίλε, ότι έμαθε ο βασιλιάς για τις τρεις αδελφές Ειρήνη, Αγάπη και Χιονία και θέλει να τις θανατώσει μέσα σε εννιά μέρες. Να, λοιπόν, έρχεται εκεί η δούλη του Χριστού Αναστασία να τις δώσει θάρρος και να τις παρακινήσει προς το μαρτύριο. Συ δε ετοιμάσου για την αιώνια ζωή, γιατί σε λίγες μέρες έρχεσαι σε μας να απολαύσεις τους γλυκύτατους καρπούς των κόπων σου.
Την ίδια οπτασία είδε και η Αναστασία. Με μεγάλη χαρά έφυγε αμέσως για τον τόπο του Ζωίλου και, όταν είδε τις τρεις αδελφές, τις ρώτησε για το λείψανο του Χρυσογόνου. Όταν της το έδειξαν, το προσκύνησε με μεγάλη ευλάβεια. Μετά, παίρνοντας τις τρεις παρθένες αδελφές έφυγε στην Ακου¨λία, διδάσκοντές τες να μη δειλιάσουν στα βασανιστήρια των ασεβών. Έτσι, σύμφωνα με τη θεία αποκάλυψη του Χρυσόγονου, ο μεν Ζωίλος έφυγε ειρηνικά προς τον Κύριο, ο δε παράνομος βασιλιάς πρόσταξε κα έφεραν τις τρεις αδελφές στο θέατρο. Πιστεύοντας ότι θα τις μεταστρέψει στα είδωλα, τις μίλησε με γλυκό τρόπο εγκωμιάζοντας την ομορφιά τους, τάζοντας να τις παντρέψει με πλούσιους άρχοντες και υποσχόμενος να τις χαρίσει πολλά και πλούσια δώρα. Όμως, η μεγαλύτερη στην ηλικία, η Αγάπη, για να δείξει την αγάπη της προς τον Θεό, με πολύ θάρρος απάντησε:
- Βασιλιά, μη βάλεις καθόλου στο μυαλό σου πως θα φοβηθούμε τα φοβερά βασανιστήρια ή τον σκληρότατο θάνατο ή θα μας νικήσει η πλούσια παντρειά ή θα λυπηθούμε τα κάλλη μας ή με κολακείες θα κλονίσεις την πίστη μας και θα προδώσουμε την ευσέβειά μας. Μάλιστα δε, όσο περισσότερο και χειρότερα μας βασανίσεις, τόσο περισσότερο θα ωφεληθούμε, για να κερδίσουμε την αιώνια βασιλεία.
Ο βασιλιάς, λοιπόν, θαύμασε τόσο πολύ και πάλι, όπως και του Χρυσογόνου πριν, την ομολογία και το θάρρος της παρθενομάρτυρος Αγάπης, ώστε τις φυλάκισε όλες, γιατί έπρεπε να φύγει στη Μακεδονία. Πρόσταξε τον έπαρχο Δουλκίτιο να τις ανακρίνει και πάλι και με διάφορα βασανιστήρια να τις αναγκάσει να θυσιάσουν στα είδωλα.
Η Αναστασία, βέβαια, όπως είπαμε και πιο πάνω, ακολουθούσε όχι μόνο τις τρεις αδελφές, αλλά και άλλους χριστιανούς και τους επιμελούνταν σε όλες τους τις ανάγκες.
Ο πονηρός Δουλκίτιος από την πρώτη στιγμή θέλησε να εκμεταλλευτεί την εξουσία του και να χρησιμοποιήσει τις ωραιότατες τρεις αδελφές στις επιθυμίες της σάρκας του. Πήγε λοιπόν, στη φυλακή μόνος του, για να ικανοποιήσει τις ορέξεις του, όπως σκεπτόταν. Αλλά, με την θέληση του Θεού, αντί στη φυλακή μπήκε σε ένα μαγειρείο, όπου ήταν μαζεμένα κατσαρόλια και κουτάλια. Αυτά, πιστεύοντας πως ήταν τα κορίτσια, τα αγκάλιαζε, τα φιλούσε, καθώς ήταν μεθυσμένος από έρωτα και έγινε κατάμαυρος και αγνώριστος από τις μουντζούρες.
Κατόπιν, βγαίνοντας έξω να πάει στο παλάτι, δεν τον γνώριζε κανένας πως ήταν ο έπαρχος. Πίστευαν ότι ήταν ένας τρελός και δαιμονισμένος άνθρωπος. Άλλοι τον κορόιδευαν και άλλοι τον έδερναν σαν παλαβό. Όταν έφτασε στο παλάτι δεν τον άφηναν οι φρουροί να μπει μέσα, αλλά τον έσπρωχναν προς τα έξω και τον γρονθοκοπούσαν. Και όλα αυτά, γιατί κανένας δεν πίστευε πως ήταν ο έπαρχος. Με μεγάλη δυσκολία τον γνώρισαν οι συγγενείς του και τον πήγαν στο σπίτι του, όπου τον καθάρισαν και τον έντυσαν. Όταν συνήλθε από αυτή του την παραζάλη, για να δικαιολογηθεί, έλεγε πως οι χριστιανοί του έκαναν μαγείες.
Ο θυμός του μεγάλωσε και ο πόθος του για τις τρεις παρθένες αδελφές έγινε ανίκητο πάθος. Ήθελε να πάρει εκδίκηση για την προσβολή που έπαθε. Και να τι σκέφτηκε. Πρόσταξε και τις έφεραν μπροστά του, δίνοντας εντολή να τις γυμνώσουν εντελώς. Ήθελε να πραγματοποιήσει τις επιθυμίες του μπροστά σε άλλους, για να τις ντροπιάσει και να πάρει εκδίκηση για το ρεζιλίκι που έπαθε. Αλλά, ω των παραδόξων πραγμάτων δημιουργέ Κύριε! Τα πουκάμισα που φορούσαν έγιναν σαν δέρματα και κόλλησαν τόσο πολύ στις σάρκες τους, που δεν μπορούσαν τελικά να τα ξεσκίσουν οι δήμιοι. Όλοι τότε απόρησαν και έμειναν κατάπληκτοι σε ένα τέτοιο θαύμα. Αλλά ακολούθησε και άλλο θαύμα μετά από αυτό. Έμεινε τυφλός ο έπαρχος από ουράνια δύναμη, για να αποδειχτεί η παντοδυναμία του Θεού προς ενίσχυση της πίστης των χριστιανών. Έτσι, σηκώνοντάς τον από τον θρόνο του σαν ένα άψυχο χορτάρι, τον πήγαν στο κρεβάτι του.
Μετά από αυτά τα γεγονότα , ο βασιλιάς διόρισε έπαρχο τον Σισίνιο , ένα σκληρό και ασεβέστατο ειδωλολάτρη .Μόλις έγινε έπαρχος , προσπάθησε με διάφορες κολακείες, υποσχέσεις και φοβέρες να τις αλλάξει την γνώμη και να θυσιάσουν στα είδωλα. Όταν είδε ότι στα χαμένα κόπιαζε, σαν να έδερνε τον αέρα , πρόσταξε να κάψουν και τις δυό, την Αγάπη και την Χιονία. Την Ειρήνη , ως μικρότερη , την άφησε, έχοντας ελπίδα πως αργότερα θα την καταφέρει να θυσιάσει. Άναψαν το καμίνι οι υπηρέτες , έκαναν οι αγίες τον σταυρό τους και πήδησαν μέσα στις φλόγες με αγαλλίαση. Ο Παντοδύναμος Θεός παρέλαβε τις ψυχές τους χωρίς λύπη και πόνο.
Η φωτιά δεν τις έβλαψε καθόλου, ούτε τόλμησε να κάψει μια τρίχα από το κεφάλι ή το ρούχο τους.
Η φιλομάρτυρα Αναστασία μετά από αυτό, πήρε τα λείψανά τους και τα ενταφίασε με πολλή ευλάβεια. Παρακαλούσε τον Θεό κάθε μέρα ν' αξιώσει και την ίδια να έχει τέτοιο μαρτυρικό στέφανο.
Ο έπαρχος Σισίνιος κολάκευε πάλι την Ειρήνη , για να θυσιάσει. Επειδή δεν πειθόταν ,την φοβέρισε λέγοντας την :
- Γνώριζε πως αν παρακούσεις την εντολή μου να θυσιάσεις, θα σε βάλω σ'ένα φανερό και δημόσιο τόπο να έρχεται ο καθένας να σε πορνεύει , για να φθαρεί και μολυνθεί, κατά την γραφή σας , το σώμα και η ψυχή σου.
Τι σκληρότητα και αθλιότητα! Πόσο τυφλωμένη και δαιμονισμένη η καρδιά του κοσμικού άρχοντα! Έρχεται όμως η απάντηση της Ειρήνης να ξεσκεπάσει τον απάνθρωπο ψυχικό κόσμο του έπαρχου. Παρ' όλο που έχασε πριν λίγο τις άλλες αδελφές της, έχει εμψυχωθεί περισσότερο και δεν διστάζει σε οποιονδήποτε πειρασμό και βασανισμό. Έχει σκέπη της την θεία χάρη και δύναμη, την πίστη της στο Χριστό. Μπορεί να είναι μικρή σε ηλικία , αλλά η πίστη και η αγάπη της για τον Χριστό αμέτρητα μεγάλη.
- Έπαρχε, ελπίζω Στον Δεσπότη μου Χριστό να φυλάξει τα πόδια μου από τις παγίδες σου και αμόλυντη την ψυχή μου. Αν πάλι μολυνθώ με την βία, σ'αυτό δεν έχω αμαρτία, γιατί έγινε παρά τη θέληση μου.
Τότε ο άρχοντας , παραδομένος στο μίσος του , παρέδωσε την Ειρήνη στους στρατιώτες να την πάνε στο πορνείο για να γίνει ό, τι έλεγε. Ο Θεός όμως δεν αμέλησε για την πιστή Του δούλη, αλλά έστειλε αγγέλους για στρατιώτες και την πήγαν σ ‘ ένα όρος για να μην εκπληρωθεί το πείσμα του άρχοντα.
Αυτός , αν και είδε τέτοιο θαύμα , δεν σταμάτησε να πολεμά τον Παντοδύναμο, αν και αδύναμος. Ο αφρονέστατος έτρεχε καβαλλάρης προς το όρος, για να την πάρει. Αλλά ακολούθησε άλλο θαύμα . Ενώ έβλεπε την Ειρήνη, δεν μπορούσε να πλησιάσει κοντά. Μια αόρατη δύναμη μπήκε ανάμεσα στην Ειρήνη και σ αυτόν σαν ένα τείχος ακαταμάχητο. Και ενώ έβλεπε, δεν την έβλεπε που ήταν και γυρνούσε το όρος ψηλαφώντας για να την πιάσει. Έτσι, περιπλανήθηκε άσκοπα μέχρι το βράδυ. Τότε ένας στρατιώτης έριξε το βέλος κατά πάνω της και την κατατρύπησε στην καρδιά της. Αυτή ήταν η θέληση του Θεού να την πάρει κοντά του, για να λυτρωθεί από τα βασανιστήρια της ζωής.
Η δε αγία και μάρτυρας Ειρήνη ευχαρίστησε τον Θεό , πριν παραδώσει την ψυχή της, γιατί την φύλαξε καθαρή και αμόλυντη από τα χέρια των βασανιστών της. Και όταν ο άρχοντας έφυγε μακριά, η Αναστασία πήρε το λείψανο της και μαζί με τις άλλες αδελφές της το ενταφίασε με όλες τις τιμές. Όμως όταν έμαθε ο άρχοντας για την Αναστασία, την φυλάκισε, για να την βασανίσει με διάφορα βασανιστήρια. Το μίσος του για αυτήν ήταν αμέτρητο και φοβερό. Όταν τον πληροφόρησαν πως ήταν από αρχοντική γενιά, δεν τόλμησε να την αγγίξει παρά την έστειλε στην Ρώμη, στον ίδιο τον αυτοκράτορα.
Ο αυτοκράτορας απορημένος για τον τρόπο ζωής της , το ντύσιμο της και την όλη αγάπη και φροντίδα για τους χριστιανούς , θέλησε να μάθει τι έκανε την περιουσία της και ζούσε με αυτό τον τρόπο.
- Εξήγησέ μου, είπε ο αυτοκράτορας , τι έκανες τόση πατρική περιουσία και ζεις έτσι;
Η Αγία Αναστασία απάντησε με θάρρος και πίστη πώς την προστατεύει ο Χριστός.
- Πρώτα, μοίρασα την περιουσία μου στους φτωχούς χριστιανούς σύμφωνα με τον νόμο του Θεού μου και, δεύτερον, ήρθα να δώσω θυσία το σώμα μου ολόψυχα στον Χριστό, επειδή δεν εξουσιάζω τίποτα άλλο στον κόσμο, για να αφιερώσω στον Ποιητή και Σωτήρα μου.
Ο αυτοκράτορας δεν θέλησε να προχωρήσει σε βασανιστήρια, γιατί κατάλαβε στην σταθερή πίστη και αφοσίωσή της στον Χριστό και δεν ήθελε να ντροπιαστεί και εξευτελιστεί περισσότερο από τις νίκες της. Γι' αυτό την παρέδωσε ξανά στον έπαρχο. Αυτός με γλυκόλογα και κολακείες, με υποσχέσεις για αξιώματα και τιμές προσπάθησε να την αναγκάσει να θυσιάσει στους θεούς τους.
- Γιατί δεν προσκυνάς τους θεούς, τους οποίους σεβόταν και προσκυνούσε και ο πατέρας σου;
Αυτή απάντησε:
- Αυτούς τους κατάργησα και τους λύτρωσα από τις αράχνες, τις μύγες και τα όρνια που τους ρύπαιναν. Τις δε κοιλιές των φτωχών τις γέμισα με τροφές και έκανα τα άχρηστα, δηλαδή τα χρήματα, χρήσιμα για τους συνανθρώπους μου.
Ο έπαρχος τότε με οργή και θυμό μονολόγησε:
- Μα τους θεούς, αυτήν εγώ θα την κάνω να υποφέρει με πολλά βασανιστήρια, γιατί είναι ιερόσυλη. Η Αναστασία τότε δεν έχασε καιρό και απάντησε:
- Ώ! δικαστή, θαυμάζω τη σκέψη σου, γιατί την καλή αυτή μου πράξη την θεωρείς ιεροσυλία. Αν εκείνα τα άψυχα είχαν ζωή ή δύναμη δεν θα βοηθούσαν να μην συντρίψω ή να με τιμωρήσουν, όταν τους έκαψα;
Ο έπαρχος και πάλι με κολακείες και φοβέρες προσπάθησε να την μεταπείσει να θυσιάσει στους θεούς τους. Η Αναστασία όμως αμετάπειστη και πιστή στον Χριστό υπέμεινε όλες τις προσβολές του. Τότε, απογοητευμένος ο έπαρχος ανέφερε όλα τα γεγονότα στον αυτοκράτορα. Αυτός την παρέδωσε στον αρχιερέα του Καπιτωλίου, τον Ουλπιανό. Άνθρωπος πολυμήχανος και σκληρός, μπορούσε να καταφέρει να την μεταπείσει και να προσκυνήσει τα είδωλα. Η εντολή του βασιλιά ήταν: να θυσιάσει στα είδωλα ή θάνατος. Με τέτοια εντολή ο Ουλπιανός αρχίζει το βασανιστικό του έργο. Στο ένα μέρος βάζει πολύτιμες γυναικείες στολές, πολύτιμες πέτρες, κοσμήματα, ευωδιαστά άνθη, κρεβάτια αργυρά, όμορφα στρώματα και άλλα ωραιότατα κοσμικά πράγματα. Στο άλλο διάφορους μηχανισμούς βασανιστηρίων, για να την φοβίσει με αυτά ή να την δελεάσει με τα άλλα. Όμως, γελάστηκε στις σκέψεις και πράξεις του, γιατί η Αναστασία έμεινε σταθερή στην αγάπη και στην πίστη της προς τον Σωτήρα Χριστό. Έτσι, την φυλάκισε μέχρι τρεις μέρες, για να σκεφτεί το συμφέρον της, όπως έλεγε.
Η αγία Αναστασία του απάντησε:
- Μη χάνεις άδικα τον καιρό σου, γιατί και τρία χρόνια καιρό να μου δώσεις και ακόμα περισσότερο, εγώ προσκυνώ έναν Θεό, τον αιώνιο, για τον οποίο παραδίνω την ψυχή μου ακόμη και με θάνατο. Περιφρονώ τους θεούς σας καθώς και τα προστάγματα των βασιλιάδων σας.
Έμεινε στην φυλακή τρεις μέρες. Δεν έφαγε τίποτα, ούτε και νικήθηκε από τις κολακείες τριών γυναικών που την παρότρυναν προς το κακό, γιατί και αυτές ήταν κολασμένες, αφού για αυτό το λόγο τις έστειλε ο ασύνετος Ουλπιανός, για να την μετατρέψουν προς το κακό. Όλα χαμένος κόπος. Μετά ξεκίνησε να πάει στη φυλακή να τη μολύνει ο ίδιος. Όμως, την ίδια στιγμή τιμωρήθηκε και πληγώθηκε αόρατα από τον Κύριο και έμεινε όχι μόνο τυφλός, αλλά με φοβερούς πόνους φώναζε και επικαλούνταν τους ανίσχυρους θεούς του να τον σώσουν. Με τις φωνές του συγκεντρώθηκαν πολλοί γείτονες και, αφού τον σήκωσαν στα χέρια τους, τον πήγαν στο σπίτι του. Επειδή όμως δεν είχε ανάπαυση από τους φρικτούς πόνους, διέταξε και τον πήγαν στο ναό των ειδώλων, νομίζοντας πως θα βρει θεραπεία. Εκεί από τους φρικτούς πόνους ο άδικος δικαστής παρέδωσε την ψυχή του.
Μετά από αυτό το γεγονός και αφού ελευθερώθηκε η αγία, πήγε σε άλλη χώρα, όπου ήταν φυλακισμένη μια άλλη γυναίκα που λεγόταν Θεοδότη. Αυτή για την στερεή της πίστη έπαθε πολλά φρικτά βασανιστήρια από τον Λευκάδιο, τον άρχοντα της πόλης και στο τέλος φυλακίστηκε.
Η Αναστασία της διηγήθηκε τα δικά της βάσανα και πάθη και έτσι την στερέωσε περισσότερο στην πίστη. Ο Λευκάδιος όταν έμαθε αυτά, την μεν Αναστασία, φυλάκισε, την δε Θεοδότη έστειλε δεμένη με γράμματα στον υπατικό της Βυθανίας. Ο υπατικός την βασάνισε με διάφορα βασανιστήρια και, αφού δεν μπόρεσε να την νικήσει, πρόσταξε να φέρουν τα δυο της παιδιά και τους φοβέρισε όλους πως αν δεν θυσιάσουν στα είδωλα, θα τους θανάτωνε. Ο πρωτότοκος γιος, ο Εύοδος, απάντησε:
- Εμείς, ηγεμόνα, δεν φοβόμαστε τα βασανιστήρια του σώματος, επειδή αυτά μας πηγαίνουν στην αιώνια ζωή. Σεβόμαστε και φοβόμαστε μόνο τον αληθινό Θεό που μπορεί να οδηγήσει στην κόλαση και το σώμα και την ψυχή μας.
Με απορία κοίταξε ο άρχοντας τον νέο Εύοδο και του είπε:
- Θαυμάζω πως, παρόλο που είσαι τόσο μικρός, ξέρεις πολλά και απαντάς σαν μεγάλος.
Και ο Εύοδος
- Η γλώσσα είναι δική μου, αλλά τα λόγια του Κυρίου που υποσχέθηκε να μιλά για μας, όταν μας φέρνουν στα κριτήρια.
Τότε ο ασεβέστατος, χωρίς να λυπηθεί τον μικρό Εύοδο, διατάζει να τον ραβδίσουν μπροστά στα μάτια της μάνας του χωρίς έλεος, για να πληγωθεί βαθιά, βλέποντας το παιδί της να βασανίζεται. Όμως η γενναία μάνα χαιρόταν και το παρακινούσε να αντέξει το μαρτύριο λέγοντας:
- ΄Εχε υπομονή, παιδί μου. Στάσου με θάρρος και δέξου γενναία το μαρτύριο, με την υπομονή σου θα κερδίσεις από τον Κύριο το ένδοξο στεφάνι.
Τότε, ο άνομος δικαστής θύμωσε περισσότερο και παρέδωσε την Θεοδότη σε έναν άνθρωπο ασελγή και μιαρό, που ονομαζόταν Υρτακός. Η εντολή του ήταν να την κάνει ό,τι θέλει. Να την μιάνει αισχρά. Όμως, μόλις την άγγιξε, όλο του το πρόσωπο παραμορφώθηκε. Από τη μύτη του έτρεχε το αίμα σαν ποτάμι. Σε τέτοια έξαλλη κατάσταση φώναξε προς τον υπατικό:
- Μόλις ακούμπησα με το χέρι μου την Θεοδότη, έπαθα μεγάλο κακό. Είδα έναν νέο ωραίο και λαμπρό, που μου έδωσε ένα χαστούκι δυνατό στο πρόσωπό μου και άνοιξε η μύτη μου.
Όμως, αν και άκουγε αυτά και έβλεπε το θαύμα δεν πίστεψε ο ηγεμόνας, αλλά την φοβέριζε ο ασυνείδητος με απειλές και διάφορα βασανιστήρια.
- Αν δεν προσκυνήσεις τους αθάνατους θεούς, είπε, θα δεις μπροστά σου σφαγμένα τα δυο παιδιά σου.
Τι τραγικό, αλήθεια, για μια μάνα ένα τέτοιο φρικτό θέαμα! Τα σπλάχνα της να τα δει έτσι! Ο πόνος και ο κόπος που έκανε να τα μεγαλώσει θα πάει χαμένος; Όμως ποια απάντηση έδωσε η Θεοδότη σ' αυτήν την απειλή;
- Αυτό επιθυμώ και εγώ, είπε, να στείλω ζωντανή, πριν από το θάνατό μου, τα σπλάχνα μου στον Δεσπότη Χριστό, στο βέβαιο και σωτήριο εκείνο λιμάνι. ΄Επειτα να ακολουθήσω και εγώ και μαζί να χαιρόμαστε την αιώνια γαλήνη.
Μια τέτοια απάντηση κατατάραξε τον τύραννο που αμέσως έδωσε εντολή να την κάψουν στο καμίνι μαζί με τα παιδιά της. Με τέτοιο τρόπο παρέδωσαν τις άγιες ψυχές τους η Θεοδότη με τα παιδιά της, στα άχραντα χέρια του Κυρίου, ευχαριστώντας και δοξολογώντας Τον με αγαλλίαση ψυχής.
Η Αναστασία ήταν φυλακισμένη από τον έπαρχο του Ιλλυρικού, ο οποίος, όταν άκουσε πως ήταν από πλούσιους και ξακουστούς γονείς, δοκίμασε, καθώς ήταν φιλάργυρος, να κερδίσει χρήματα. Και της λέγει:
- Αν είσαι αληθινά χριστιανή, πράξε σύμφωνα με τα λόγια του Κυρίου σου. Περιφρόνησε όλα τα χρήματα και αγαθά, δος τα σε μένα, για να λυτρωθείς από τις φροντίδες. Σε αφήνω τότε ελεύθερα να προσκυνάς τον Θεό σου.
Η απάντηση που έδωσε η Αναστασία, έπεσε σαν κεραυνός στο κεφάλι και στην καρδιά του έπαρχου.
- Ο Κύριός μου, απάντησε, με πρόσταξε τα υπάρχοντά μου να τα δίνω στους φτωχούς. Εσύ είσαι πλούσιος και όποιος σου δώσει ελεημοσύνη είναι ανόητος. Αν όμως τύχει και μείνεις φτωχός και δεν έχεις ούτε τα απαραίτητα για να ζήσεις, τότε με μεγάλη μου χαρά να σε θρέψω πεινώντα, να σε ποτίσω διψώντα και να σε ντύσω γυμνούμενο.
Λέγοντας αυτά και πολλά άλλα, τα οποία αφήνουμε χάρη χρόνου, ο τύραννος εξοργισμένος την ξαναφυλακίζει, μ' εντολή να μην της δώσουν τίποτα για φαγητό παρά μόνο πολύ λίγο μετά τη δύση του ήλιου. Η Αναστασία δεν καταδέχτηκε ούτε εκείνο το λίγο φαγητό για συντήρηση του σώματός της. Είχε όλο τον πόθο και έρωτά της στον Χριστό. Αυτόν είχε παρηγοριά και τροφή και νερό στο σκοτεινό κελί. Κάθε βράδυ δε έβλεπε την μακαρία και σύναθλό της Θεοδότη, η οποία γέμιζε την καρδιά της Αναστασίας με χαρά και αγαλλίαση και της έδινε προθυμία και δύναμη για τους αγώνες της. Η Αναστασία την ρώτησε, γιατί ερχόταν σε αυτήν μετά τον θάνατό της. Και η Θεοδότη απάντησε:
- Ο Θεός δίνει αυτή την χάρη στους μάρτυρες να φανερώνονται σε όσους φίλους θέλουν να συνομιλούν και να χαίρονται μαζί τους.
Μετά από τριάντα μέρες, πιστεύοντας ο τύραννος πως από την πολλή πείνα, στερήσεις και τρόπο ζωής θα αρρώστησε και θα υπέκυπτε η αγία, πρόσταξε να την φέρουν μπροστά του. Όταν την είδε ωραία, χαμογελαστή, χωρίς να αλλάξει τίποτε από την ομορφιά της, θύμωσε και οργίστηκε με τους φύλακές της. Πίστευε ότι η Αναστασία τους εξαγόρασε και αυτοί της έκαναν όλα της τα θελήματα. Γι' αυτό έβαλε άλλους φρουρούς και έκλεισε τις πόρτες της φυλακής με περισσότερη ασφάλεια. Η αγία Αναστασία ήρεμη και δυνατή προσευχόταν μέρα και νύχτα στον Κύριο. Μετά από τριάντα και πάλι μέρες την έβγαλε από την φυλακή και, όταν είδε πως δεν άλλαξε τίποτε πάνω της, πρόσταξε να την αφήσουν στην μέση της θάλασσας με άλλους πολλούς κατάδικους ειδωλολάτρες, για να πνιγούν. Ανάμεσα σε αυτούς ήταν και ένας χριστιανός, ο Ευτυχιανός, που πρωτύτερα τον βασάνισε με διάφορους τρόπους και του πήρε όλη του την περιουσία.
Τους έβαλαν σε μια βάρκα και, αφού έφτασαν στη μέση του πελάγου, μπήκαν σε άλλη βάρκα οι στρατιώτες, αφού κατατρύπησαν την βάρκα των καταδίκων, για να βουλιάξει γρήγορα. Ο Θεός όμως έστειλε την μακαρία Θεοδότη, η οποία κρατούσε το τιμόνι, και την κυβερνούσε μέχρι που τους έβγαλε σε σίγουρο τόπο.
Όταν οι κατάδικοι ειδωλολάτρες είδαν αυτό το θαύμα, απόρησαν και πέφτοντας στα πόδια του Ευτυχιανού και της αγίας Αναστασίας παρακαλούσαν να τους διδάξουν την ευσέβεια, την πίστη στον Χριστό και ό,τι άλλο είχε σχέση με τον Σωτήρα Κύριο.
Αυτό και έγινε. Πίστεψαν όλοι στον Χριστό, εκατόν είκοσι ειδωλολάτρες.
Μετά από τρεις μέρες, όταν έμαθε τα γεγονότα ο έπαρχος, έστειλε στρατιώτες και τους έφεραν στο κριτήριο. Πίστευε ότι θα επιστρέψουν στην προηγούμενη πίστη τους. Αυτό ήταν ένα κακό σημάδι, γιατί θα γινόταν αιτία να πιστέψουν και άλλοι ειδωλολάτρες.
Τους παρακάλεσε πολύ να επιστρέψουν στην προηγούμενη πίστη τους, τάζοντάς τους πολλά δώρα και αξιώματα. Όμως, οι ειδωλολάτρες μαθημένοι από τις ψευτιές και κολακείες των αρχόντων τους, δεν πίστεψαν στα λόγια του και ούτε ήθελαν να χάσουν οι αείμνηστοι την μακαριότητα και αιώνια ζωή για τα πρόσκαιρα και επίγεια αγαθά.
Αφού δοκίμασε ο έπαρχος να τους μεταπείσει με άλλα βασανιστήρια και δεν τα κατάφερε, τους αποκεφάλισε όλους.
Την μακαρία Αναστασία πρόσταξε να την δέσουν σε τρεις πασσάλους και να ανάψουν γύρω της φωτιά μέχρι να καεί. Έτσι παρέδωσε και η αγία Αναστασία την ψυχή της στα χέρια του Θεού με μαρτυρικό θάνατο στις είκοσι δύο (22) Δεκεμβρίου του έτους 290 επί αυτοκράτορα Διοκλητιανού.
Κάποια γυναίκα που λεγόταν Απολλωνία, από γένος πλούσιο και ξακουστό, παρακάλεσε την γυναίκα του έπαρχου και της χάρισε το λείψανο της Αναστασίας, το οποίο και ενταφίασε με ευλάβεια μεγάλη στον κήπο της. Αργότερα έκτισε στο όνομα της αγίας πολυτελή και περίβλεπτο ναό και την γιόρταζε κάθε χρόνο πλουσιοπάροχα.
Μετά από χρόνια, επειδή η φήμη της Αγίας ήταν μεγάλη, της έκτισαν μεγαλοπρεπή ναό στη Κωνσταντινούπολη και έφεραν εκεί το σεβάσμιο και πολυτίμητο λείψανό της που είναι θησαυρός αγαθών, πηγή θαυμάτων και υγεία ψυχής και σώματος. Προς δόξα του Πατρός και Υιού και του Αγίου Πνεύματος, της μιας Θεότητας και Βασιλείας. Σ' Αυτήν πρέπει τιμή και κάθε μεγαλοσύνη και μεγαλοπρέπεια, τώρα και πάντα και στους αιώνες των αιώνων. Αμήν.

Μυρίπνοα άνθη του Παραδείσου
Εκδόσεις «Αγία Άννα» Θεσσαλονίκη


Πηγή


Κύριε είσαι παντογνώστης. Γνωρίζεις πολύ καλά ότι Σε αγαπώ. Αξίωσέ με να Σε υπηρετώ με αφοσίωση και με αγάπη μέχρι την τελευταία μου αναπνοή.

Άβαταρ μέλους
ΦΩΤΗΣ
Δημοσιεύσεις: 10100
Εγγραφή: Κυρ Αύγ 19, 2012 12:18 pm
Τοποθεσία: ΑΓΙΟΣ ΙΩΑΝΝΗΣ ΡΕΝΤΗ

Re: ΒΙΟΙ ΑΓΙΩΝ

Δημοσίευσηαπό ΦΩΤΗΣ » Παρ Αύγ 31, 2012 9:02 pm

Η ΑΓΙΑ ΑΡΓΥΡΗ - ΝΥΜΦΗ ΧΡΙΣΤΟΥ


Η αγία Αργυρή γεννήθηκε στην Προύσσα της Μ. Ασίας το έτος 1688 από ευσεβείς γονείς το Γεώργιο και τη Σωσάνη.
Ήταν σεμνή και προικισμένη με εξαιρετικές Χάρες, όπως την Πίστη, τη Φρόνηση, την Υπομονή και την Ταπεινοφροσύνη.
Κάποιος πλούσιος τούρκος που ζούσε κοντά στο σπίτι της θαμπώθηκε από την ομορφιά της και της ζη-τούσε να αρνηθεί την πίστη της και να γίνει γυναίκα του. Η Αργυρή απέρριψε την πρότασή του με ψυχρότη¬τα και περιφρόνηση. Αυτός όμως επέμενε και ενοχλούσε τους γονείς της και τους απειλούσε ότι θα χάσουν τη ζωή της κόρης τους αν δεν του τη δώσουν.
Τότε οι ευλογημένοι Γονείς αναγκάζονται να την παντρέψουν 17 χρονών, με ένα παλληκάρι, Ορθόδοξο Χριστιανό και την ώρα που τελούνταν το Μυστήριο του Γάμου, μέσα στην Εκκλησία, ώρμησαν σα λυσσασμένοι είκοσι αλλόθρησκοι νέοι και άρπαξαν την Αργυρή μπροστά στα μάτια όλων και του γαμπρού.
Την οδήγησαν με τα νυφικά της όπως ήταν στολι-σμένη κατ' ευθείαν στο δικαστή. Έξι άτομα την κατηγο-ρούσαν, ότι παρέβηκε την υπόσχεση που έδωσε δήθεν στον πλούσιο νέο για να τον παντρευτεί.
Ο δικαστής, που ήταν ο πατέρας του νέου, της έθεσε το δίλημμα: «Ή γίνεσαι τουρκάλα και παντρεύεσαι το γιο μου, ή πεθαίνεις στη φυλακή».
Η Αργυρή σταθερή και ατρόμητη απορρίπτει την πρόταση και κλείνεται στη φυλακή.
Οι γονείς της τρελλοί από την στεναχώρια, ζητούν την παρέμβαση του Πατριάρχη και της Επίσημης τουρ-κικής κυβέρνησης.
Τα διαβήματά τους παρέμειναν άκαρπα. Η Αργυρή οδηγήθηκε στην Κωνσταντινούπολη και κλείστηκε στις φυλακές περιμένοντας νέα δίκη.
Περίμενε με αγωνία 2 ολόκληρα χρόνια και η από-φαση που βγήκε επικύρωνε την παλιά: Ή τουρκεύεις, ή μαραίνεσαι στις υγρές φυλακές μαζί με τις ανήθικες γυ-ναίκες που την προτρέπουν συνεχώς να αρνηθεί την πί-στη της για να γλυτώσει τη ζωή της. Έτσι αλυσοδεμένη την φέρνουν στο άθλιο και αποπνικτικό κελί της. Ά¬γριοι ξυλοδαρμοί επακολουθούν, βρισιές και εξευτελι¬σμοί για να γονατίσουν την αγνή ψυχή της, αλλά αντί¬θετα δυναμώνει πιο πολύ η πίστη της στον Εσταυρωμέ¬νο. Αντιλαμβάνεται ότι το τέλος της πλησιάζει και θέ¬λει οπωσδήποτε να Κοινωνήσει. Πώς όμως;
Εκεί μέσα στη φυλακή ήταν και ένας σεβαστός Γέ-ροντας που όμως μπορούσε να μπαινοβγαίνει γιατί του είχαν εμπιστοσύνη.
Εκμυστηρεύθηκε το μυστικό της η Αγία Αργυρή και κείνος σαν πραγματικός πατέρας έτρεξε στην Εκ¬κλησία. Ο ιερέας συγκλονίσθηκε και έχυσε πικρά δά¬κρυα, πώς θα μπορούσε να βοηθήσει τη νέα.
Να που φώτισε ο Καλός Θεός. Έκλεισε σε μία στα-φίδα όσο μπορούσε από τα Άχραντα Μυστήρια και τόδωσε στο Γέροντα.
Εκείνος με πολύ φόβο και ευλάβεια πέρασε το Λυ-τρωτικό Δώρο μπροστά απ' τους φύλακες και έφθασε στον προορισμό του.
Η Αγία Αργυρή συγκινημένη και καταβεβλημένη δέχθηκε με ιερή χαρά το τελευταίο Εφόδιο της Ζωής της και παρακάλεσε ταπεινά τον Κύριο να τη δεχθεί στην Ουράνια Βασιλεία του.
Την άλλη μέρα παρέδωσε το πνεύμα της στα χέρια του Κυρίου και προστέθηκε στο χορό των Μαρτύρων. Ήταν 5 Απριλίου του έτους 1721 μ.Χ. Κηδεύτηκε στον περίβολο της Εκκλησίας της Οσιομάρτυρος Παρασκευ¬ής στο Χάσκιοϊ.
Ο σεβαστός Γέροντας της απονέμει τις τελευταίες τιμές, θέτοντας πάνω στον τάφο της έναν πέτρινο Σταυ-ρό, το έπαθλο της νίκης της, ο Οποίος σωζότανε μέχρι την εποχή του Πατριάρχου Κωνσταντίνου.
Οι Χριστιανοί της περιοχής θέλησαν να κάνουν ανακομιδή λειψάνων της Αγίας στις 30 Απριλίου του έ-τους 1725. Κάλεσαν τον Πατριάρχη Παΐσιο μαζί με την Ιερά Σύνοδο να παρευρεθεί στην ιερή τελετή. Όταν ά-νοιξαν τον τάφο, έμειναν όλοι έκθαμβοι γιατί το σώμα της παρέμεινε ακέραιο και σκόρπιζε γύρω μια ευχάρι¬στη ευωδία. Ο Πατριάρχης ώρισε να τεθεί το Λείψανο σε πολυτελή λάρνακα μέσα στον Ιερό Ναό του Αγ. Γε¬ωργίου στην Κωνσταντινούπολη και να γιορτάζεται επί¬σημα από όλο τον Ορθόδοξο Χριστιανικό κόσμο σαν Αγία, στις 30 Απριλίου.


Κύριε είσαι παντογνώστης. Γνωρίζεις πολύ καλά ότι Σε αγαπώ. Αξίωσέ με να Σε υπηρετώ με αφοσίωση και με αγάπη μέχρι την τελευταία μου αναπνοή.

Άβαταρ μέλους
ΦΩΤΗΣ
Δημοσιεύσεις: 10100
Εγγραφή: Κυρ Αύγ 19, 2012 12:18 pm
Τοποθεσία: ΑΓΙΟΣ ΙΩΑΝΝΗΣ ΡΕΝΤΗ

Re: ΒΙΟΙ ΑΓΙΩΝ

Δημοσίευσηαπό ΦΩΤΗΣ » Σάβ Σεπ 01, 2012 8:45 pm

Η αγία Αριάδνη (η και Μαρία ονομαζομένη) η εν Φρυγία – 18 Σεπτεμβρίου

Η αγία Αριάδνη έζησε κατά τους χρόνους των βασιλέων Αδριανού (117-138) και Αντωνίνου (138-161). Δούλη κάποιου Τερτύλου, πρώτου πολίτου της Πρυμνησού της Φρυγίας Σαλουταρίας, αρνήθηκε να ακολουθήση την οικογένεια του κυρίου της στον ναό των ειδώλων, για να συνεορτάση μαζί τους τα γενέθλια του υιού του. Επειδή ομολόγηση πως ήταν χριστιανή, την εκτύπησαν σκληρά και την έρριξαν στην φυλακή, όπου έμεινε τελείως άσιτη. Αργότερα στρατιώτες του ηγεμόνος την κρέμασαν και της ξέσχιζαν τα πλευρά. Όταν την άφησαν ελεύθερη, βρήκε ευκαιρία και έφυγε στο όρος, αλλά οι στρατιώτες την κατεδίωξαν με ξίφη. Μπροστά στον κίνδυνο να συλληφθή πάλι, η μάρτυς παρεκάλεσε τον Θεό να ανοίξη μία πέτρα και να την δεχθή στην ρωγμή της. Εκεί μέσα η Αριάδνη ευχαριστώντας τον Θεό παρέδωσε το πνεύμα της. Τους διώκτες της θανάτωσαν με δόρατα άγγελοι Κυρίου.
Πηγή (κειμένου και φωτογραφίας): “Νέος Συναξαριστής της Ορθοδόξου Εκκλησίας”, υπό ιερομονάχου Μακαρίου Σιμωνοπετρίτου, εκδ. Ίνδικτος (τόμος πρώτος, σ. 197-198).


Κύριε είσαι παντογνώστης. Γνωρίζεις πολύ καλά ότι Σε αγαπώ. Αξίωσέ με να Σε υπηρετώ με αφοσίωση και με αγάπη μέχρι την τελευταία μου αναπνοή.

Άβαταρ μέλους
ΦΩΤΗΣ
Δημοσιεύσεις: 10100
Εγγραφή: Κυρ Αύγ 19, 2012 12:18 pm
Τοποθεσία: ΑΓΙΟΣ ΙΩΑΝΝΗΣ ΡΕΝΤΗ

Re: ΒΙΟΙ ΑΓΙΩΝ

Δημοσίευσηαπό ΦΩΤΗΣ » Κυρ Σεπ 02, 2012 7:48 am

Ἡ Ἁγία Γοργονία, ἀδελφὴ τοῦ Ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου

Ἡ Ἁγία Γοργονία, ἦταν νεότερη ἀδελφὴ τοῦ Ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου καὶ κόρη τῆς εὐσεβοῦς Νόννας καὶ τοῦ Ἐπισκόπου Ναζιανζοῦ Γρηγορίου. Ἀναδείχθηκε δέ, ἰσάξια σὲ ἀρετὴ καὶ ἁγιότητα βίου καὶ μὲ τοὺς ἄλλους ἀδελφούς της. Διακρίθηκε γιὰ τὴν ὀξύνοιά της, τὴν προσήλωσή της στὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ καὶ τὴν ταπείνωσή της. Νυμφεύθηκε τὸν Ἀλύπιο καὶ ἀπέκτησε πέντε τέκνα, δυὸ ἀγόρια, τὰ ὁποῖα ἀφιερώθηκαν στὸν Θεό, καὶ τρεῖς θυγατέρες, τὴν Ἀλυπιανή, τὴν Εὐγενία καὶ τὴ Νόννα.
Ἡ εὐσεβὴς Γοργονία προσβλήθηκε ἀπὸ σοβαρὴ ἀσθένεια καὶ παρὰ τὶς φροντίδες τῶν θεραπόντων ἰατρῶν ἔφθασε μέχρι τὸ θάνατο. Ξαφνικά, ὅμως, μὲ θεία ἐπέμβαση, θεραπεύθηκε, μετὰ ἀπὸ θερμότατη προσευχὴ τῆς ἰδίας στὸ ναό.
Ἡ Ἁγία Γοργονία κοιμήθηκε ὁσίως τὸ ἔτος 370 μ.Χ., σὲ ἡλικία 38 ἐτῶν.


Κύριε είσαι παντογνώστης. Γνωρίζεις πολύ καλά ότι Σε αγαπώ. Αξίωσέ με να Σε υπηρετώ με αφοσίωση και με αγάπη μέχρι την τελευταία μου αναπνοή.

Άβαταρ μέλους
ΦΩΤΗΣ
Δημοσιεύσεις: 10100
Εγγραφή: Κυρ Αύγ 19, 2012 12:18 pm
Τοποθεσία: ΑΓΙΟΣ ΙΩΑΝΝΗΣ ΡΕΝΤΗ

Re: ΒΙΟΙ ΑΓΙΩΝ

Δημοσίευσηαπό ΦΩΤΗΣ » Δευτ Σεπ 03, 2012 8:42 am

Bίος, πολιτεία και θαυμαστά σημεία της Αγίας Ειρήνης Χρυσοβαλάντου



Στα μέσα του 9ου αιώνα μ.Χ., όταν αυτοκράτορας του Βυζαντίου ήταν ο εικονομάχος Θεόφιλος και σύζυγός του η εικονολάτρισσα Θεοδώρα, όταν η περίοδος της Εικονομαχίας, που για περισσότερο από 100 χρόνια ταλάνισε την αυτοκρατορία, βρισκόταν στην τελευταία φάση της, στην Καππαδοκία της Μικράς Ασίας, γεννήθηκε και έζησε την πρώτη της νεότητα η οσία Ειρήνη η Χρυσοβαλάντου. Πατέρας της οσίας ήταν ο πατρίκιος Φιλάρετος ο Καππαδόκης. Ήταν από την Καισαρεία της Καππαδοκίας, ευνοούμενος του αυτοκράτορα Θεόφιλου και έμπιστος της συζύγου του Θεοδώρας. Ήταν ο στρατιωτικός διοικητής του εξαιρετικής σημασίας θέματος της Καππαδοκίας. Μητέρα της η πατρικία Ζωή, γυναίκα όμορφη και σεβαστή σε όλη την Καισαρεία για τον ενάρετο βίο της. Το ανδρόγυνο είχε αποκτήσει δυο κόρες, την Καλλινίκη και την Ειρήνη. Η Καλλινίκη γεννήθηκε το 825 μ.Χ. Οφείλει το όμορφο όνομά της στις θριαμβευτικές νίκες που πέτυχε ο πατέρας της εναντίον των Σαρακηνών τη χρονιά που γεννήθηκε. Τρία χρόνια αργότερα, το 828, γεννήθηκε η Ειρήνη. Ο Φιλάρετος όμως έχασε τη γυναίκα του, όταν εκείνη ήταν ακόμη πολύ νέα. Έτσι, η ανατροφή των δύο κορών τους ανατέθηκε στην πατρικία Σοφία, τη μεγαλύτερη αδερφή του στρατηγού.
Η Ειρήνη υποψήφια σύζυγος του αυτοκράτοραΤην άνοιξη του 839 μ.Χ., ο Φιλάρετος φιλοξένησε στο ανάκτορό του το νεαρό καίσαρα Βάρδα, αδερφό της Αυγούστας Θεοδώρας, ο οποίος είχε μεταβεί στην Καισαρεία για κρατική υπόθεση, απεσταλμένος του αυτοκράτορα Θεόφιλου. Εκεί γνώρισε τη δεκατετράχρονη Καλλινίκη, γοητεύτηκε από την καλλονή της και τη ζήτησε σε γάμο. Λίγους μήνες αργότερα, ολόκληρη η Καππαδοκία παρέστη στους υπέρλαμπρους γάμους της Καλλινίκης και του Βάρδα, όπου ο ίδιος ο αυτοκράτορας Θεόφιλος συμμετείχε ως παραγαμπρός του γυναικαδερφού του.
Το χειμώνα του 843, η αυτοκράτειρα Θεοδώρα, χήρα πια και επίτροπος του γιου της Μιχαήλ Γ΄, κάλεσε τον πατρίκιο Φιλάρετο στην Κωνσταντινούπολη. Είχε αποφασίσει να θέσει οριστικό τέλος στην Εικονομαχία και γι’ αυτό το εγχείρημα χρειαζόταν τη βοήθεια και του στρατού και των ιερέων. Εμπιστεύτηκε λοιπόν το Φιλάρετο και τον Ομολογητή Μάξιμο (μετέπειτα Πατριάρχη). Όταν επιτεύχθηκε ο σκοπός της και οι ιερές εικόνες αναστηλώθηκαν (19 Φεβρουαρίου 843 μ.Χ.), ζήτησε από το Φιλάρετο να φέρει στην Κωνσταντινούπολη την όμορφη θυγατέρα του, προκειμένου να την παντρέψει με το γιο της Μιχαήλ. Έψαχνε κατάλληλη νύφη, η οποία θα συνέτιζε το νεαρό αυτοκράτορα από τα ξέφρενα γλέντια και θεωρούσε ότι η φημισμένη για την ενάρετη ζωή της καλλονή θα εξυπηρετούσε το σκοπό της. Ο Φιλάρετος μήνυσε αμέσως στην αδερφή του να στείλει την Ειρήνη, που τότε ήταν 15 χρονών, στη Βασιλεύουσα με τη συνοδεία του πατρικίου στρατηγού Νικηφόρου, αδερφού της μακαρίτισσας συζύγου του. Τα νέα ότι η Ειρήνη θα παντρευόταν τον αυτοκράτορα και θα φορούσε το στέμμα της αυτοκρατορίας διαδόθηκαν σαν αστραπή σε όλη την Καππαδοκία.
H μόνη που έμεινε παγερά αδιάφορη σε όλη αυτήν την αναστάτωση ήταν και η άμεσα ενδιαφερόμενη: η Ειρήνη. Από πολύ νωρίς είχε ποθήσει το μοναχικό βίο και οι λόγοι που δέχτηκε με χαρά αυτό το ταξίδι προς τη Βασιλεύουσα απείχαν πολύ από αυτό που όλοι νόμιζαν: Ταξίδευε στην Πόλη για να αποχαιρετήσει την πολυαγαπημένη της αδερφή, την οποία δεν είχε ξαναδεί από την ημέρα των λαμπρών γάμων της (είχαν περάσει τέσσερα χρόνια από τότε) και για να αποσπάσει την ευχή του πατέρα της, ώστε να αποσυρθεί στη μονή που τόσο διακαώς ποθούσε.
Η Ειρήνη και οι συνοδοί της έφτασαν στην Κωνσταντινούπολη ένα ανοιξιάτικο πρωινό, για να πληροφορηθούν εκεί ότι μόλις πριν λίγες μέρες είχαν τελεστεί οι γάμοι του αυτοκράτορα με την Ευδοκία τη Δεκαπολίτισσα. Ο πατέρας της, η αδερφή της, ο θείος της με δυσκολία έκρυβαν την απογοήτευσή τους. Η Ειρήνη αντίθετα αισθανόταν αγαλλίαση για την τροπή των γεγονότων και περίμενε την κατάλληλη ευκαιρία να μιλήσει του πατέρα της και να πάρει την ευχή του, καθώς δεν ήθελε να τον λυπήσει με κρυφή της αναχώρηση.
Η ευκαιρία δεν άργησε να παρουσιαστεί. Ο Φιλάρετος γνώρισε σε μια αποστολή του στην Αδριανούπολη το γιο του Έπαρχου της πόλης Νικήτα, πατρίκιο Φωτεινό. Ο Φιλάρετος θεώρησε ότι ήταν ο πιο κατάλληλος για να ευτυχίσει στο πλευρό του η Ειρήνη και αμέσως μίλησε στον πατέρα του νέου. Οι δύο πατεράδες έδωσαν λόγο να αρραβωνιάσουν τα παιδιά τους. Η Ειρήνη όμως, όταν ο πατέρας της ανακοίνωσε τους προαποφασισμένους αρραβώνες της, τον πληροφόρησε για την αμετάκλητη απόφασή της να λάβει το μοναχικό σχήμα. Ακολούθησε έντονη συναισθηματική σύγκρουση πατέρα και κόρης, έπειτα από την οποία η ευαίσθητη Ειρήνη ασθένησε σοβαρά και κινδύνεψε ακόμη και η ζωή της. Όταν η υγεία της αποκαταστάθηκε, ο πατρίκιος Φιλάρετος, συνειδητοποιώντας ότι η Ειρήνη είχε λάβει μια απόφαση ζωής, την οδήγησε ο ίδιος στη γυναικεία κοινοβιακή μονή των Παμμεγίστων Ταξιαρχών Μιχαήλ & Γαβριήλ του Χρυσοβαλάντου, η οποία βρισκόταν στα περίχωρα της Κωνσταντινούπολης.
Στη μονή αυτή, σε ηλικία περίπου 15 ετών, η Ειρήνη εκάρη μοναχή και έξι χρόνια αργότερα Ηγουμένη της μονής Χρυσοβαλάντου. Οι συναξαριστές αναφέρουν πολλά θαύματα τα οποία επιτέλεσε η Ειρήνη ως Ηγουμένη, τρία όμως από αυτά θεωρήθηκαν ιδιαίτερα σημαντικά, ώστε επηρέασαν άμεσα την ορθόδοξη αγιογραφία.Η Ειρήνη έδινε πολλή μεγάλη σημασία στην εξομολόγηση. Κάθε πρωί προσκαλούσε τις αδελφές στον ιερό ναό των Αρχαγγέλων και τις εξομολογούσε, ενώ πολλές φορές πήγαιναν και λαϊκοί να την επισκεφθούν και να ζητήσουν την καθοδήγησή της. Η Ειρήνη ζήτησε στην προσευχή της το διορατικό χάρισμα, για να γνωρίζει τι κρύβει ο εξομολογούμενος στην καρδιά του.
Eνα πρωί λοιπόν, όταν η Ειρήνη έμπαινε στο ναό για να προσκυνήσει και να αρχίσει το ποιμαντικό έργο της, βλέπει μπροστά της έναν άγγελο και τον ακούει να της απευθύνει τον εξής χαιρετισμό: «Χαίρε δούλη του Υψίστου, Ειρήνη. Εκείνος μ’ έστειλε να σε διακονώ χάρις εκείνων που μέλλουν δια μέσου εσού να σωθούν. Έχω διαταγή, σύμφωνα με την αίτησή σου, να βρίσκομαι πάντα πλησίον σου και να σου αποκαλύπτω τα μυστικά που κρύβουν οι ανθρώπινες καρδιές».Από εκείνη τη στιγμή ο άγγελος ήταν πάντα πλάι της και της φανέρωνε μύχιες σκέψεις των ανθρώπων που κατέφευγαν στη συμβουλή της. Μάλιστα, με τόση λεπτότητα διόρθωνε τα σφάλματα και συμβούλευε, που όλοι, μοναχές και λαϊκοί, από όλες τις κοινωνικές τάξεις της Πόλης, την αποζητούσαν συνεχώς, ώστε να διδαχθούν και να διορθωθούν. Για τον Άγγελο τούτο που την καθοδηγούσε (σύμφωνα με μαρτυρίες του τότε, και τους βιογράφους της), λέγεται ότι είναι ο 'Αρχων Φιλάρετος ένας Αρχάγγελος από τις τάξεις των Σεραφείμ.
Το δεύτερο θαύμα, η συναξαριστική παράδοση μας το μεταφέρει ως εξής: Τις έναστρες νύχτες, η οσία Ειρήνη στεκόταν έξω από το κελί της και προσευχόταν. Μία από τις βραδιές αυτές, κάποια αδελφή αγρυπνούσε έξω από το κελί της και είδε το εξής παράδοξο: Τα δύο πανύψηλα κυπαρίσσια, τα οποία ορθώνονταν αριστερά και δεξιά στην είσοδο του Καθολικού, λύγιζαν μπροστά στην προσευχόμενη αγία σαν να την προσκυνούσαν και η ίδια η Ειρήνη δεν πάταγε στη γη αλλά αιωρούνταν περίπου ένα μέτρο πάνω από το έδαφος. Όταν η οσία ολοκλήρωσε την προσευχή της, σταύρωσε τα δυο κυπαρίσσια και εκείνα επανήλθαν στη φυσιολογική τους θέση. Η μοναχή κατάπληκτη, με ανάμειχτα συναισθήματα φόβου και θαυμασμού, συγκρατήθηκε και δεν είπε τίποτα στην υπόλοιπη αδελφότητα. Το επόμενο βράδυ παραφύλαξε πάλι έξω από το κελί της και το ίδιο παράδοξο γεγονός επαναλήφθηκε˙ και ξανά το ίδιο, το τρίτο κατά σειρά βράδυ. Την επόμενη νύχτα, η μοναχή, χωρίς να την αντιληφθεί η Ηγουμένη της, έτρεξε στα λυγισμένα κυπαρίσσια, έδεσε από ένα λευκό μαντήλι στις κορυφές τους και επέστρεψε στο κελί της.
Tο επόμενο πρωί, η ήρεμη ατμόσφαιρα του κοινοβίου αναστατώθηκε, όταν οι μοναχές είδαν τα δεμένα μαντήλια και κατάπληκτες ρωτούσαν η μια την άλλη ποιος ήταν αυτός που έδεσε τόσο ψηλά δέντρα, για ποιο λόγο το έπραξε και προπάντων με ποιο τρόπο. Η αδελφή που υπήρξε μάρτυρας στα θαυμάσια αυτά περιστατικά αποκάλυψε όλη την αλήθεια και τότε όλες έκλαιγαν από χαρά και συγκίνηση και παραπονιόντουσαν γιατί δεν τις ξύπνησε να δουν και εκείνες το θαύμα της Ηγουμένης τους. Πάνω στην ώρα κατέφθασε και η Ειρήνη. Όταν κατάλαβε τι συνέβη και πώς μαθεύτηκε ένα μυστικό που εκείνη κρατούσε επτασφράγιστο για χρόνια ολόκληρα, επέπληξε αυστηρά την αδελφή που το μαρτύρησε με τα παρακάτω λόγια: «Αν με έβλεπες να αμαρτάνω σαν άνθρωπος, θα εφανέρωνες την αμαρτία μου»; Έθεσε λοιπόν βαρύ επιτίμιο για όποια τολμούσε να φανερώσει οτιδήποτε παράδοξο έβλεπε, όσο ήταν η ίδια εν ζωή. Έτσι, πολλά από τα θαύματα της αγίας εξαφανίστηκαν στη σιωπή της συνοδεί
Kάποια χρονιά, ξημερώνοντας η γιορτή του μεγάλου Βασιλείου και μετά την τέλεση του εσπερινού, η αγία ξαγρυπνούσε προσευχόμενη. Πλησίαζε η ώρα του όρθρου και τότε η Ειρήνη ακούει κάποια φωνή να της λέει: «Υποδέξου το ναυτικό που σου φέρνει τα εσπεριδοειδή και φάε να ευφρανθεί η ψυχή σου». Μετά το πέρας της θείας λειτουργίας, η αγία λέει στην πορτάρισσα να ανοίξει την πόρτα της μονής και να οδηγήσει τον άνθρωπο που περιμένει εκεί στον ξενώνα, όπου θα πήγαινε και η ίδια να τον συναντήσει.Πράγματι, η οσία Ειρήνη του Χρυσοβαλάντου συνάντησε τον άνθρωπο και τον ακούει να της εξιστορεί την εξής θαυμάσια ιστορία: Ήταν ναυτικός, πλοιοκτήτης ενός καραβιού, από την Πάτμο. Απέπλευσε με το πλοίο του από το βόρειο τμήμα του νησιού για την Πόλη και βρισκόταν λίγα μέτρα από τη στεριά, όταν βλέπει εκείνος και οι ναύτες κάποιον σεβάσμιο γέροντα να τους φωνάζει να σταματήσουν. Αυτό όμως ήταν αδύνατο, καθώς ο ισχυρός άνεμος έσπρωχνε το πλοίο στο ανοιχτό πέλαγος. Τότε ο γέροντας φωνάζει με όλη τη δύναμή του και προστάζει το πλοίο να σταματήσει. Το καράβι ακινητοποιείται και ο ίδιος αρχίζει να βαδίζει πάνω στα ύδατα. Μπροστά στους κατάπληκτους ναύτες, επιβιβάζεται στο πλοίο και δίνει στον καπετάνιο τρία μήλα και του λέει: «Όταν πας στη Βασιλεύουσα, δώσε τα στον Πατριάρχη και πες του πως του τα στέλνει ο Πανάγαθος Θεός με τον δούλο Του Ιωάννη, από τον Παράδεισο». Έπειτα δίνει στο ναύκληρο άλλα τρία μήλα προσθέτοντας: «Αυτά να τα πας της Ειρήνης, της Ηγουμένης του Χρυσοβαλάντου και να της πεις: φάγε από τους καρπούς του Παραδείσου που η αγνή ψυχή σου επεθύμησε». Λέγοντας αυτά, ο γέροντας ευλόγησε το πλήρωμα και το πλοίο ξεκίνησε και πάλι το ταξίδι του, ενώ ο ίδιος εξαφανίστηκε.
Ολοκληρώνοντας τη διήγησή του, ο ναυτικός προσκύνησε την Ειρήνη και της πρόσφερε τα μήλα. Η αγία τα δέχτηκε με δάκρυα ευλάβειας και ευγνωμοσύνης ευχαριστώντας τον άγιο ευαγγελιστή και απόστολο Ιωάννη. Στο κελί της γονάτισε και ευχαρίστησε τον Χριστό για αυτό το δείγμα της εύνοιάς Του προς τη δούλη Του.Η αγία Ειρήνη, με την έμφυτη ευφυΐα της και τη χάρη του αγίου Πνεύματος, εννόησε ότι το θείο αυτό δώρο ήταν ουράνια πρόσκληση. Όταν έφτασε η μεγάλη Τεσσαρακοστή, έκοψε το ένα μήλο σε λεπτά κομματάκια και έτρωγε ένα κομμάτι κάθε μέρα, απέχοντας από οποιαδήποτε άλλη τροφή, ακόμη και από το νερό. Τη Μεγάλη Πέμπτη, ύστερα από τη θεία λειτουργία και αφού όλες οι μοναχές κοινώνησαν των Αχράντων Μυστηρίων, η Ειρήνη έκοψε και το δεύτερο μήλο και έδωσε σε κάθε αδελφή από ένα κομμάτι. Τότε τους αποκάλυψε και την ιστορία του θείου δώρου. Το τρίτο μήλο η Ειρήνη το φύλαξε για τις τελευταίες μέρες της επίγειας ζωής της.
Τη Μεγάλη Παρασκευή, οι αδελφές έψαλαν τα άγια Πάθη και η Ειρήνη, μόνη της μέσα στο ιερό βήμα, γονατισμένη, είχε παραδοθεί σε προσευχή. Δίπλα της βρισκόταν μόνο ο άγγελος-οδηγός της, που τόσες φορές την είχε διακονήσει: «Γίνου έτοιμη» της είπε απλά και εκείνη κατάλαβε ότι πλησίαζε η ώρα να εγκαταλείψει τα επίγεια.Το σύντομο διάστημα από το ουράνιο αυτό μήνυμα μέχρι και την οσιακή της κοίμηση, η αγία προετοίμαζε την ακολουθία της για το μεγάλο γεγονός. Στον ιερό ναό τον Αρχαγγέλων τις δίδασκε για το μυστήριο του θανάτου, τη μελλοντική κρίση και την αιωνιότητα. Ο θάνατος είναι δύσκολο για κάθε ανθρώπινο πλάσμα και όσο πλησίαζε η ώρα, τόσο η ψυχή της αγίας ένιωθε την επιθανάτια αγωνία.

Τακτοποίησε τις υποθέσεις του μοναστηριού και υπέδειξε την άξια διάδοχό της. Μια εβδομάδα πριν τη μεγάλη ημέρα, νήστεψε τρώγοντας μόνο από το παραδεισένιο μήλο και καθημερινά κοινωνούσε των Αχράντων Μυστηρίων. Ξημέρωσε τέλος η Κυριακή, όπου για τελευταία φορά η Ειρήνη παρακολούθησε τη θεία λειτουργία, απάγγειλε το σύμβολο της πίστης (το πιστεύω), κοινώνησε, αγκάλιασε τις αδελφές και τους ζήτησε συγγνώμη και τέλος γονάτισε μπροστά στην Ωραία Πύλη, ύψωσε τα χέρια της και προσευχήθηκε για τελευταία φορά με αυτά τα λόγια: «Δέσποτα, Κύριε Ιησού Χριστέ, Υιέ του Θεού του Ζώντος. Συ ο Ποιμήν ο Καλός που με το Πανάγιο και Πολύτιμο Αίμα Σου μας ελύτρωσες από τα δεσμά της αμαρτίας, άκουσε την τελυταία δέησι της ταπεινής Σου δούλης. Στην κραταιά Σου χείρα παραδίδω σήμερα το μικρό τούτο ποίμνιο. Σκέπασε το με τη θεία σκέπη Σου και διαφύλαξέ το από τις επιθέσεις του αοράτου εχθρού. Διότι Συ είσαι ο αγιασμός μας και η απολύτρωσις και Σε θα δοξάζουμε αιωνίως. Αμήν».
Στη συνέχεια, σιωπηλά και ήρεμα, αποσύρθηκε στο κελί της και πλάγιασε στην ασκητική της κλίνη. Οι μοναχές της, με ευλαβική σιωπή, την περικύκλωσαν και την έβλεπαν να χαμογελά. Με αυτό το ουράνιο χαμόγελο, το οποίο αποδείκνυε την απόλυτη μακαριότητα και γαλήνη της ψυχής της, παρέδωσε το πνεύμα της η οσία Ειρήνη, Ηγουμένη της μονής Χρυσοβαλάντου, σε ηλικία 104 χρόνων.
Η οσιακή της κοίμηση διαδώθηκε σε όλη τη Βασιλεύουσα αστραπιαία και χιλιάδες κόσμου συνέρευσαν στο μοναστήρι, για να προλάβουν να προσκυνήσουν το ιερό σκήνωμα της πνευματικής τους μητέρας. Επικεφαλής ήταν ο πατριάρχης, ο οποίος με το πλήθος του λαού από όλες τις κοινωνικές τάξεις και των αρχιερέων και λοιπών κληρικών συνόδευσαν τη μακαριστή Ηγουμένη στην τελευταία της κατοικία, στο παρεκκλήσι του μεγαλομάρτυρος αγίου Θεοδώρου.


Κύριε είσαι παντογνώστης. Γνωρίζεις πολύ καλά ότι Σε αγαπώ. Αξίωσέ με να Σε υπηρετώ με αφοσίωση και με αγάπη μέχρι την τελευταία μου αναπνοή.

Άβαταρ μέλους
ΦΩΤΗΣ
Δημοσιεύσεις: 10100
Εγγραφή: Κυρ Αύγ 19, 2012 12:18 pm
Τοποθεσία: ΑΓΙΟΣ ΙΩΑΝΝΗΣ ΡΕΝΤΗ

Re: ΒΙΟΙ ΑΓΙΩΝ

Δημοσίευσηαπό ΦΩΤΗΣ » Τρί Σεπ 04, 2012 9:59 am

15 ΧΡΟΝΩΝ ΜΑΡΤΥΡΗΣΕ ΓΙΑ ΤΟΝ ΧΡΙΣΤΟ Η ΕΛΕΝΗ ΤΟΥ ΠΟΝΤΟΥ



Η ΠΑΡΘΕΝΟΜΑΡΤΥΣ του Χριστού Αγία Ελένη ήταν κόρη της ευσεβούς οικογενείας Μπεκιάρη και έζησε τον ΙΗ΄ αιώνα στην αρχαιότερη πόλι του Πόντου, την ωραία Σινώπη. Οι γονείς της ανέθρεψαν αυτήν εν παιδεία και νουθεσία Κυρίου και εφύτευσαν μέσα στην καθαρή καρδιά της την θερμή αγάπη προς τον Ιησού Χριστό.

Στην ανατροφή της επέδρασε ιδιαίτερα ο θείος της, αδελφός του πατέρα της, ο οποίος εδίδασκε τότε σε Ελληνικό κρυφό Σχολείο της Σινώπης.

Ηταν ωραιότατη στο σώμα, η δε αγνότητά της προσέδιδε ιδιαίτερη χάρη στο πρόσωπό της, το οποίο έλαμπε από την Χάρι του Αγίου Πνεύματος.

Διακρινόταν για την υπακοή στους γονείς της και τον θερμό έρωτα της ψυχής της προς τον Νυμφίο Χριστό και Σωτήρα μας.

*****

ΗΤΑΝ 15 ετών, όταν μία μέρα η μητέρα της την έστειλε να αγοράση νήματα για το κέντημα από το κατάστημα του Κρυωνά.

Στον δρόμο υπήρχε το σπίτι του Ουκούζογλου Πασά, Διοικητού της Σινώπης, ο οποίος είδε την Ελένη από το παράθυρο. Η ωραιότητά της προσείλκυσε την ακόλαστη ψυχή του και σκέφθηκε να την μολύνη.

Ο Πασάς διέταξε και την έφεραν μπροστά του. Αφού έμαθε ποια ήταν, προσεπάθησε δύο και τρεις φορές να την μιάνη, αλλά μία αόρατη δύναμι τον απεμάκρυνε!

Ενα αόρατο τείχος προστάτευε την κόρη. Ηταν το τείχος της προσευχής. Η Ελένη καθ’ όλη την διάρκεια εκείνης της δοκιμασίας προσευχόταν νοερά, λέγοντας συνεχώς τον Εξάψαλμο.

Ο Αγαρηνός δεν απελπίστηκε...Διέταξε τους στρατιώτες να την κρατήσουν στο σπίτι του. Ηλπιζε ότι αργότερα θα κατώρθωνε να πετύχη τον βδελυρό σκοπό του.

*****

ΚΑΤΑ την διάρκεια της κρατήσεώς της η αγνή κόρη κατώρθωσε, με την βοήθεια του Θεού, να διαφύγη την προσοχή των στρατιωτών καί να επιστρέψη στους ανήσυχους γονείς της, στους οποίους και διηγήθηκε όσα συνέβησαν.

Σε λίγο, ο Πασάς αντελήφθη την απόδρασί της, έγινε έξω φρενών και απειλούσε τους πάντας και τα πάντα!

Εκάλεσε την Δημογεροντία της Σινώπης και ζήτησε να του φέρουν την Ελένη. Σε διαφορετική περίπτωσι, θα επακολουθούσε γενική σφαγή των Ελλήνων της πόλεως.

Η Δημογεροντία τότε συνήλθε σε σύσκεψι στο Ελληνικό Σχολείο της Σινώπης.

Εκάλεσαν τον πατέρα της Ελένης και του ζήτησαν να παραδώση στον Πασά την κόρη του για το συμφέρον του συνόλου.

Ο πατέρας της ανελύθη σε λυγμούς, αλλά τελικά υποτάχθηκε, όπως ο Πατριάρχης Αβραάμ, και εδέχθη να θυσιασθή η θυγατέρα του, προκειμένου να αποφευχθή η γενική σφαγή.

Μετέβη στο σπίτι του και αφού καταλλήλως ενίσχυσε την Ελένη, παρέλαβε αυτήν και πνίγοντας τον πατρικό του πόνο, την παρέδωσε στον Πασά, για να προσφέρη τον εαυτό της όχι βεβαίως στις ασελγείς ορέξεις του αγαρηνού, αλλά ως θυμίαμα ευώδες στον Νυμφίο της Χριστό.

***

Ο ΒΔΕΛΥΡΟΣ Ουκούζογλου Πασάς εδέχθη με ανείπωτη χαρά την ωραιότατη Ελένη με την ελπίδα ότι θα κορέση πλέον τις ασελγείς ορέξεις του. Ετσι, προσεπάθησε πάλι πολλές φορές να μιάνη αυτήν, αλλά πάλι η ίδια έκπληξις: ένα αόρατο τείχος γύρω από την κόρη εμπόδιζε τον Πασά, ενώ μία αόρατη δύναμι απωθούσε αυτόν.

Η αγία κόρη προσευχόταν θερμά, έλεγε μυστικά τον Εξάψαλμο, τον οποίο εγνώριζε από τον θείο της.

Την επομένη άμέρα επεχείρησε πάλι ο Πασάς να επιτύχη τον βδελυρό σκοπό του, αλλά και πάλι αντιμετώπισε το ίδιο παράδοξο εμπόδιο. Εκνευρισμένος και ωργισμένος, διέταξε να την κλείσουν στις φοβερές υγρές φυλακές της Σινώπης.

Η καρδιά του κακοπροαίρετου Πασά σκλήραινε συνεχώς, τα μάτια του δεν έβλεπαν το ζωντανό θαύμα, η ακάθαρτη ψυχή του δεν συνερχόταν, αλλά αντιθέτως: κυριευμένος από τη σατανική ενέργεια, ήθελε οπωσδήποτε να μολύνη την αγία παρθένο.

Ετσι, την άλλη άμέρα μετέβη στην φυλακή αποφασισμένος να επιτύχη επί τέλους την ικανοποίησι του πάθους του.

Αλλά και πάλι το αόρατο τείχος!...Και πάλι η Θεία Χαρις τον απωθούσε!...

*****

ΥΠΕΡΒΟΛΙΚΑ ωργισμένος, ο Πασάς διατάσσει να βασανίσουν την Ελένη και να την θανατώσουν, πράγμα το οποίο και έγινε. Το ιερό Λείψανό της ετέθη μέσα σε ένα σάκκο και ερρίφθη στην θάλασσα. Αντί όμως να βυθισθή, το μαρτυρικό σκήνος επέπλεε, ενώ ουράνιο φως
κατέβαινε επ’ αυτού.

Οι Τούρκοι ετρομοκρατήθησαν και εκραύγαζαν: « Η γκιαούρισσα καίγεται!.. Η γκιαούρισσα καίγεται!...».

Το σεπτό Λείψανο συνέχισε να επιπλέη, ώσπου έφθασε στην τοποθεσία Γαει, όπου λόγω του μεγάλου βάθους της θαλάσσης τα νερά είναι μαύρα. Εκεί πλέον βυθίστηκε...

*****

ΜΕΤΑ από μερικές ημέρες, ένα ελληνικό πλοίο αγκυροβόλησε στην τοποθεσία Γάει. Το τρίτο βράδυ, ο φύλακας του πλοίου παρετήρησε ότι από τον πυθμένα της θαλάσσης εξερχόταν φως και ενόμισε ότι εκεί υπήρχε μεγάλος θησαυρός από χρυσό.

Αμέσως, ειδοποίησε τον πλοίαρχο για να ανελκύσουν με δύτες τον θησαυρό, τελικά όμως αντί χρυσού ανείλκυσαν τον σάκκο με το τίμιο Λείψανο της Αγίας Παρθενομάρτυρος Ελένης.

Στον πολύτιμο σάκκο υπήρχε η σεπτή κεφαλή της Αγίας, αποκομμένη από το υπόλοιπο σώμα...Στην κορυφή είχε ένα καρφί...Επίσης, υπήρχε και μία άλλη τρύπα από καρφί.

Ηταν προφανές, ότι οι αγαρηνοί αφού βασάνισαν την Αγία, έμπηξαν δύο καρφιά στο κεφάλι της και την αποκεφάλισαν.

Δυο από τους τούρκους δύτες εγνώριζαν για το μαρτύριο και ότι έρριψαν την Αγία στην θάλασσα, αλλά εφοβούντο να ομιλήσουν προηγουμένως.

Ο πλοίαρχος τότε μετέφερε κρυφά την τιμία Κάρα της Αγίας Ελένης στον Ιερό Ναό της Παναγίας στην Σινώπη, το δε σεπτό Σκήνωμά της επεβίβασε σε άλλο πλοίο, το οποίο έφευγε με Ελληνες για την Ρωσία.

Στο σημείο της θαλάσσης που βυθίστηκε το ιερό Λείψανο, εξήλθε ως πίδακας γλυκύ νερό και από τότε η περιοχή αυτή ωνομάσθηκε «Αγιάσματα».

ΔΙΑ της τιμίας Καρας της Αγίας Παρθενομάρτυρος Ελένης εγίνοντο πολλά θαύματα στην Σινώπη.

Ιδιαίτερα, όσοι υπέφεραν από πονοκεφάλους, εκαλούσαν τον Ιερέα, ο οποίος έφερνε την αγία Καρα, έψαλλε την Παράκλησι, έκαμνε Αγιασμό και εθεραπεύετο ο πόνος.

Ο πρόεδρος Καφαρόπουλος Χρήστος, κατά την ανταλλαγή των πληθυσμών πριν από το 1924, έφερε την τιμία Καρα της Αγίας Ελένης και εναπέθεσε αυτήν στον Ιερό Ναό της Αγίας Μεγαλομάρτυρος Μαρίνης στην Ανω Τούμπα Θεσσαλονίκης, όπου φυλάσσεται σήμερα ευωδιάζουσα και θαυματουργούσα, προς δόξαν του εν Αγίοις δοξαζομένου Κυρίου και Θεού ημών.

Ταις της Αγίας Παρθενομάρτυρος Ελένης της εκ Σινώπης του Ποντου αγίαις πρεσβείαις, Χριστέ ο Θεός, ελέησον και σώσον ημάς. Αμήν.


Κύριε είσαι παντογνώστης. Γνωρίζεις πολύ καλά ότι Σε αγαπώ. Αξίωσέ με να Σε υπηρετώ με αφοσίωση και με αγάπη μέχρι την τελευταία μου αναπνοή.


Επιστροφή στο

Μέλη σε σύνδεση

Μέλη σε αυτή την Δ. Συζήτηση: 3 και 0 επισκέπτες