ΒΙΟΙ ΑΓΙΩΝ

Βίοι Αγίων, Θαύματα, Κείμενα, Λόγοι και Εικόνες

Συντονιστές: Anastasios68, Νίκος, johnge

Άβαταρ μέλους
ΦΩΤΗΣ
Δημοσιεύσεις: 10100
Εγγραφή: Κυρ Αύγ 19, 2012 12:18 pm
Τοποθεσία: ΑΓΙΟΣ ΙΩΑΝΝΗΣ ΡΕΝΤΗ

Re: ΒΙΟΙ ΑΓΙΩΝ

Δημοσίευσηαπό ΦΩΤΗΣ » Δευτ Ιουν 23, 2014 9:42 am

Οι Άγιοι Ιουλιανός, Μαρκιανός, Ιωάννης, Ιάκωβος, Αλέξιος, Δημήτριος, Φώτιος, Πέτρος, Λεόντιος και Μαρία η Πατρικία μαρτύρησαν στην εποχή του αυτοκράτορα Λέοντος Γ, του εικονομάχου. Ο πατριάρχης Αναστάσιος άρχισε να εφαρμόζει το διάταγμα του 728, το οποίο είχε εκδώσει ο Λέων. Όταν λοιπόν ένας αξιωματικός κατέβασε την εικόνα του Χριστού, οι χριστιανοί που έγιναν μάρτυρες του εγκλήματος εξοργίσθηκαν και έριξαν τον αξιωματικό από τη σκάλα στην οποία ήταν ανεβασμένος, με αποτέλεσμα να σκοτωθεί. Τότε ο αυτοκράτορας διέταξε τη θανάτωση πολλών εξ αυτών των χριστιανών, μεταξύ των οποίων και οι μάρτυρες των οποίων τη μνήμη γιορτάζουμε σήμερα.

Η οσία Μαρία γεννήθηκε στην Αίγυπτο την εποχή του Ιουστινιανού (527-565). Από νεαρή ηλικία, αγνοώντας τις συμβουλές παν οικείων της, ακολούθησε το δρόμο της διαφθοράς και της ακολασίας για δεκαεφτά χρόνια. Κάποια στιγμή όμως, οδηγούμενη από θεία πρόνοια, η Μαρία βρέθηκε μαζί με άλλους ασελγείς νέους στα Ιεροσόλυμα τον καιρό που εορταζόταν η προσκύνηση του Τιμίου Σταυρού. Η Μαρία θέλησε να εισέλθει στην εκκλησία όπου βρισκόταν ο Σταυρός για να προσκυνήσει, όμως κάποια αόρατη δύναμη την εμπόδιζε να περάσει την είσοδο του ιερού ναού. Η οσία τότε συνειδητοποίησε ότι η αμαρτωλή ζωή της δεν ήταν αρεστή στα μάτια του Κυρίου και μετανόησε. Ζήτησε από την Παρθένο Μαρία να της επιτραπεί η είσοδος στο ναό, υποσχόμενη ότι θα ακολουθήσει την οδό της σωφροσύνης. Αφού προσκύνησε τον Τίμιο Σταυρό, η Μαρία αποχώρησε αποφασισμένηη να τηρήσει την υπόσχεση της. Αποσύρθηκε στην έρημο του Ιορδάνη, όπου αφιερώθηκε στην ασκητική ζωή για σαράντα επτά ολόκληρα χρόνια. Όλο αυτό το διάστημα η οσία το πέρασε με προσευχή και νηστεία, χωρίς μάλιστα να δει κανέναν άνθρωπο, παρά μόνο τον ιερομόναχο Ζωσιμά, ο οποίος της πρόσφερε τη θεία Κοινωνία.

Οι δύο χριστιανοί συνελήφθησαν και κλείσθηκαν στη φυλακή, αφού ομολόγησαν την πίστη τους στον ηγεμόνα Μάξιμο. Οι ειδωλολάτρες, αφού έκλεισαν τους άγιους άνδρες για είκοσι ημέρες στη φυλακή, τους οδήγησαν στον τόπο των βασανιστηρίων και τους πίεζαν να αρνηθούν τον Χριστό. Οι δήμιοι τους υπέβαλαν στα αγριότερα βασανιστήρια, τα οποία μάλιστα παρακολουθούσαν και οι γυναίκες των αγίων. Αφού υπέμειναν με καρτερία τα μαρτύρια τους οι Άγιοι Νίκανδρος και Μαρκιανός παρέδωσαν το πνεύμα τους.

Η Αγία Μαρίνα καταγόταν από την Αντιόχεια της Πισιδίας και έδρασε την εποχή του αυτοκράτορα Κλαυδίου. Ήταν μοναχοκόρη και μάλιστα ο πατέρας της ήταν ιερέας των ειδώλων. Δεν είχε συμπληρώσει το δωδέκατο έτος της ηλικίας της όταν πέθανε η μητέρα της και ο πατέρας της ανέθεσε την ανατροφή της σε κάποια χριστιανή γυναίκα. Η Αγία Μαρίνα τότε διδάχθηκε το Χριστιανισμό και άνοιξε την ψυχή της για να δεχτεί το Σωτήρα της Χριστό. Όταν ο έπαρχος Ολύμβριος πληροφορήθηκε τα σχετικά με αυτή, διέταξε να την οδηγήσουν μπροστά του και προσπάθησε με κάθε μέσο να τη μεταπείσει. Μάλιστα, θαμπωμένος από την ομορφιά της, της ζήτησε να γίνει γυναίκα του. Εκείνη αρνήθηκε και συνέχισε να ομολογεί την πίστη της. Γι΄ αυτό και υπέστη φρικτά βασανιστήρια. Αφού της καταξέσκισαν τις σάρκες με σιδερένια νύχια, την έριξαν στη φυλακή. Όταν την ανέκρινε για δεύτερη φορά και διαπίστωσε ότι παρέμενε ακλόνητη την έκαψε με αναμμένες λαμπάδες. Τότε όμως συνέβη μέγα θαύμα: Οι πληγές της έκλεισαν και όσοι βρίσκονταν εκεί έγιναν αμέσως χριστιανοί. Ο έπαρχος εξοργισμένος διέταξε να την αποκεφαλίσουν και έτσι η Αγία έλαβε το αμάραντο στεφάνι του μαρτυρίου.

Ο Άγιος Μαρίνος καταγόταν από τη Ρώμη. Έζησε και μαρτύρησε επί αυτοκρατορίας Καρίνου. Η οικογένεια του ήταν επιφανής και ο ίδιος είχε τιμηθεί με το αξίωμα του συγκλητικού. Όταν έγινε γνωστή η πίστηη του στον Χριστό συνελήφθη και δέχθηκε πιέσεις προκειμένου να θυσιάσει στα είδωλα. Εκείνος όμως έμεινε σταθερός στην πίστη του και για το λόγο αυτό υποβλήθηκε σε βασανιστήρια, από τα οποία βγήκε αλώβητος. Μάλιστα παραπλάνησε τον αυτοκράτορα, ζητώντας να του επιτρέψει να θυσιάσει σε ειδωλολατρικό βωμό, τον οποίο και συνέτριψε. Έπειτα από το γεγονός αυτό αποκεφαλίσθηκε.

Ο Άγιος Σεβαστιανός και οι συν αυτώ Ζωή, Τραγκυλίνος, Νικόστρατος, Κλαύδιος, Κάστωρ και Τιρβούτιος, Κάστουλος, Μαρκελλίνος και Μάρκος έζησαν την εποχή που ήταν αυτοκράτορες ο Διοκληπανός και ο Μαξιμιανός. Ο Σεβαστιανός ήταν ευσεβής και ενάρετος και καθ' όλη τη ζωή του διακήρυττε την αλήθεια οδηγώντας πολλούς στη χριστιανοσύνη. Ο Μαρκελλίνος και ο Μάρκος, γιοι του ειδωλολάτρη Τροογκυλίνου, διδάχθηκαν και εν συνεχεία ομολόγησαν τη χριστιανική πίστη και για το λόγο αυτό υπέστησαν φρικτά βασανιστήρια. Όταν οι ειδωλολάτρες θέλησαν να τους αποκεφαλίσουν, οι γονείς τους προσπάθησαν να τους πείσουν να αρνηθούν τον Χριστό για να σώσουν πς ζωές τους. Τότε όμως παρενέβη ο Σεβασπανός, ο οποίος εμψύχωσε τους νέους και μόλιστα προσέλκυσε στη χριστιανική πίστη τον πατέρα τους. Στη συνέχεια ο ίδιος, ο πρώην ειδωλολάτρης Τραγκυλίνος, οδήγησε στο δρόμο της αλήθειας το στυγνό έπαρχο. Λίγα χρόνια αργότερα ο Σεβασπανός, ο Τραγκυλίνος, οι γιοι του καθώς και οι χριστιανοί Ζωή, Νικόστρατος, Κλαύδιος, Κάστωρ και Τιβούρτιος συνελήφθησαν και ομολόγησαν την πίστη τους στον Χριστό. Οι Άγιοι, έπειτα από φρικτά βασανιστήρια, βρήκαν μαρτυρικό θάνατο και ανήλθαν στεφανηφόροι στην αιώνια βασιλεία.

Οι Άγιοι Ιουλιανός, Μαρκιανός, Ιωάννης, Ιάκωβος, Αλέξιος, Δημήτριος, Φώτιος, Πέτρος, Λεόντιος και Μαρία η Πατρικία μαρτύρησαν στην εποχή του αυτοκράτορα Λέοντος Γ, του εικονομάχου. Ο πατριάρχης Αναστάσιος άρχισε να εφαρμόζει το διάταγμα του 728, το οποίο είχε εκδώσει ο Λέων. Όταν λοιπόν ένας αξιωματικός κατέβασε την εικόνα του Χριστού, οι χριστιανοί που έγιναν μάρτυρες του εγκλήματος εξοργίσθηκαν και έριξαν τον αξιωματικό από τη σκάλα στην οποία ήταν ανεβασμένος, με αποτέλεσμα να σκοτωθεί. Τότε ο αυτοκράτορας διέταξε τη θανάτωση πολλών εξ αυτών των χριστιανών, μεταξύ των οποίων και οι μάρτυρες των οποίων τη μνήμη γιορτάζουμε σήμερα.

Οι Άγιοι Μαρκιανός και Μαρτύριος έζησαν και άθλησαν κατά τον 4ο μΧ αιώνα. Ήταν ταχυγράφοι (νοτάριοι) του πατριάρχη της Κωνσταντινουπόλεως Παύλου του Ομολογητή, ο οποίος είχε διαδεχθεί τον πατριάρχη Αλέξανδρο. Τα χρόνια εκείνα τη χριστιανοσύνη απασχολούσε η αίρεση του Αρείου, οπαδός της οποίας ήταν ο αυτοκράτορας Κωνστάντιος. Ο ασεβής αυτοκράτορας, μεταξύ των άλλων, συνέλαβε τον Παύλο, ο οποίος έμενε πιστός στα δόγματα της ορθής πίστης, και τον εξόρισε στην Αρμενία, όπου βρήκε μαρτυρικό θάνατο από αρειανούς. Οι Άγιοι Μαρκιανός και Μαρτύριος έμειναν πιστοί στο φρόνημα του Αγίου Πατριάρχη και δεν ενέδωσαν στις πιέσεις των αρειανών. Αντιθέτως, διακήρυτταν σε κάθε ευκαιρία ότι ο Ιησούς Χριστός ήταν ομοούσιος του Πατρός. Ο κακόδοξος Κωνστάντιος δεν ανέχθηκε τη στάση των Αγίων και διέταξε να τους συλλάβουν. Σε όλες τις προσπάθειες του να πείσει τους δύο άνδρες να δεχθούν την αιρετική διδασκαλία του Αρείου ο αυτοκράτορας αντιμετώπιζε την άρνηση τους. Οι Άγιοι Μαρκιανός και Μαρτύριος βρήκαν τελικά μαρτυρικό θάνατο από τους δημίους του αυτοκράτορα.

Ο Απόστολος Μάρκος καταγόταν πιθανότατα από την Κύπρο, αλλά εγκαταστήθηκε στα Ιεροσόλυμα. Έδρασε κοντά στον Απόστολο Παύλο και διακήρυξε την χριστιανική αλήθεια στην Αίγυπτο, στη Λιβύη, στη Βαρβαρική και στην Πεντάπολη. Τιμήθηκε από τον θεό με το χάρισμα να θαυματουργεί, που έθεσε στην υπηρεσία του ποιμνίου του. Συνέγραψε και Ευαγγέλιο -το κατά Μάρκον- γι' αυτό και ονομάστηκε Ευαγγελιστής. Ο Απόστολος Μάρκος ρίχθηκε στη φυλακή όπου, υπέστη φρικτά βασανιστήρια, κατά τα οποία παρέδωσε το πνεύμα του στον θεό.

Μάρκος ο Ευγενικός - Οι γονείς του ήταν ο Γεώργιος και η Μαρία. 'Έγινε κληρικός ακολουθώντας τον δρόμο του πατέρα του και το 1436 εξελέγει αρχιεπίσκοπος Εφέσου. Διέσωσε την ορθόδοξη πίστη, καθώς ήταν ο μόνος που αρνήθηκε να υπογράψει πρωτόκολλο με το οποίο θα ενώνονταν οι δύο εκκλησίες.

Ο Άγιος Σεβαστιανός και οι συν αυτώ Ζωή, Τραγκυλίνος, Νικόστρατος, Κλαύδιος, Κάστωρ και Τιβούρτιος, Κάστουλος, Μαρκελλίνος και Μάρκος έζησαν την εποχή που ήταν αυτοκράτορες ο Διοκλητιανός και ο Μαξιμιανός. Ο Σεβαστιανός ήταν ευσεβής και ενάρετος και καθ' όλη τη ζωή του διακήρυττε την αλήθεια οδηγώντας πολλούς στη χριστιανοσύνη. Ο Μαρκελλίνος και ο Μάρκος, γιοι του ειδωλολάτρη Τρογκυλίνου, διδάχθηκαν και εν συνεχεία ομολόγησαν τη χριστιανική πίστη και για το λόγο αυτό υπέστησαν φρικτά βασανιστήρια. Όταν οι ειδωλολάτρες θέλησαν να τους αποκεφαλίσουν, οι γονείς τους προσπάθησαν να τους πείσουν να αρνηθούν τον Χριστό για να σώσουν τις ζωές τους. Τότε όμως παρενέβη ο Σεβαστιανός, ο οποίος εμψύχωσε τους νέους και μάλιστα προσέλκυσε στη χριστιανική πίστη τον πατέρα τους. Στη συνέχεια ο ίδιος, ο πρώην ειδωλολάτρης Τραγκυλίνος, οδήγησε στο δρόμο της αλήθειας το στυγνό έπαρχο. Λίγα χρόνια αργότερα ο Σεβαστιανός, ο Τραγκυλίνος, οι γιοι του καθώς και οι χριστιανοί Ζωή, Νικόστρατος, Κλαύδιος, Κάστωρ και Τιβούρτιος συνελήφθησαν και ομολόγησαν την πίστη τους στον Χριστό. Οι Άγιοι, έπειτα από φρικτά βασανιστήρια, βρήκαν μαρτυρικό θάνατο και ανήλθαν στεφανηφόροι στην αιώνια βασιλεία.

Ο Άγιος Μάρκος έδρασε την εποχή της μονοκρατορίας του Μεγάλου Κωνσταντίνου. Η βαθιά πίστη και η γενναιότητα του τον ώθησαν σε σπουδαία έργα. Καταρχήν γκρέμισε πολλούς ειδωλολατρικούς ναούς και στη θέση τους ανήγειρε εκκλησίες. Έφερε επίσης χιλιάδες ανθρώπους στο δρόμο της θεογνωσίας και βοήθησε με ελεημοσύνες όσους είχαν ανάγκη. Όταν ανέβηκε στον αυτοκρατορικό θρόνο ο Ιουλιανός ο Παραβάτης εξαπολύθηκε διωγμός εναντίον των χριστιανών και έτσι ο Άγιος βρέθηκε στο στόχαστρο των ειδωλολατρών. Στην αρχή κρύφτηκε, προκειμένου να συνεχίσει το έργο του, όταν όμως πλληροφορήθηκε ότι συνελήφθησαν κάποιοι άλλοι αντί αυτού, παραδόθηκε αυτόβουλα στους δόλιους ειδωλολάτρες. Εκείνοι τον ξεγύμνωσαν, του καταπλήγωσαν το σώμα με ραβδισμούς και έπειτα τον έριξαν σε έναν υπόνομο. Εκεί τον άφησαν αρκετές μέρες και όταν τον έβγαλαν του τρύπησαν το σώμα με σακοράφες. Στη συνέχεια τον κρέμασαν, αφού πρώτα του άλειψαν το σώμα με άλμη και μέλι, ώστε να του επιτίθενται μέλισσες και σφήκες. Όλα αυτά τα βασανιστήρια ο Αγιος τα υπέμεινε με πρωτοφανή καρτερία και νεανική ρωμαλεότητα, γεγονός που ώθησε τους βασανιστές του να εγκαταλείψουν την ειδωλολατρία και να προσέλθουν στη χριστιανική πίστη. Έτσι ο Άγιος ετελειώθη έχοντας πετύχει μια θαυμαστή νίκη.

Κατά τα χρόνια του σκληρού αυτοκράτορα Δεκίου (249-251 μΧ.) έζησαν οι επτά παίδες Μαξιμιλιανός, Εξακουστωδιανός, Ιάμβλιχος, Μαρτινιανός, Διονύσιος, Ιωάννης και Κωνσταντίνος. Ο Δέκιος εξαπέλυσε διωγμό κατά των χριστιανών, βασανίζοντας και δολοφονώντας πλήθος κόσμου. Οι επτά νέοι, έπειτα από πολλή σκέψη, αποφάσισαν να μοιράσουν στους φτωχούς τα υπάρχοντα να καταφύγουν σε σπήλαιο, ώστε να μην εξαναγκαστούν να αρνηθούν την πίστη τους. Στο καταφύγιο τους οι παίδες προσευχήθηκαν θερμά στον Κύριο να τους πάρει κοντά του για να μην πέσουν στα χέρια του Δεκίου. Η προσευχή τους εισακούστηκε και οι νέοι παρέδωσαν το πνεύμα τους. Εκατόν ενενήντα χρόνια μετά, επί βασιλείας Θεοδοσίου Β' του Μικρού, εμφανίστηκε αίρεση που αμφισβητούσε την ανάσταση των νεκρών. Ο αυτοκράτορας ήταν απελπισμένος και δεν ήξερε τι να πράξει. Ο Κύριος απάντησε στις προσευχές του με τον εξής θαυμαστό τρόπο: Ένα παιδί εμφανίσθηκε στην αγορά της Εφέσου, το οποίο αγόρασε ψωμί με νόμισμα της εποχής του Δεκίου. Έκπληκτοι οι κάτοικοι ανέκριναν το παιδί, το οποίο τους οδήγησε στη σπηλιά στην οποία είχε μαζί με τα αδέλφια του παραδώσει το πνεύμα του πολλά χρόνια πριν. Όταν οι Εφέσιοι αντίκρισαν όλα τα παιδιά ζωντανά κατάλαβαν ότι επρόκειτο για απάντηση του θεού στις κακοδοξίες των αιρετικών.

Ο Άγιος Μαρτίνος γεννήθηκε στο Τόδι της κεντρικής Ιταλίας και έδρασε στα χρόνια που αυτοκράτορας ήταν ο Κώνστας Β', ο οποίος ήταν οπαδός της αίρεσης του Μονοθελητισμού. Ο Μαρτίνος διετέλεσε πάπας Ρώμης από το 649 έως το 655 μΧ, αξίωμα το οποίο έθεσε στην υπηρεσία της Ορθοδοξίας. Για να ααποκαταστήσει την ορθή πίστη συγκάλεσε το 649 μΧ στη Ρώμη Σύνοδο, η οποία ανέτρεψε την αίρεση των Μονοθελητιστών. Επειδή όμως ο Μαρτίνος αποκήρυξε τους αιρετικούς πατριάρχες, συνελήφθη βίαια για να οδηγηθεί αιχμάλωτος στην Κωνσταντινούπολη. Ο αυτοκράτορας φυλάκισε τον Μαρτίνο, ενώ αργότερα τον εξόρισε στη Χερσώνα όπου παρέδωσε το πνεύμα του το 655 Μχ

Οι Άγιοι Μαρκιανός και Μαρτύριος έζησαν και άθλησαν κατά τον 4ο μΧ αιώνα. Ήταν ταχυγράφοι (νοτάριοι) του πατριάρχη της Κωνσταντινουπόλεως Παύλου του Ομολογητή, ο οποίος είχε διαδεχθεί τον πατριάρχη Αλέξανδρο. Τα χρόνια εκείνα τη χριστιανοσύνη απασχολούσε η αίρεση του Αρείου, οπαδός της οποίας ήταν ο αυτοκράτορας Κωνστάντιος. Ο ασεβής αυτοκράτορας, μεταξύ των άλλων, συνέλαβε τον Παύλο, ο οποίος έμενε πιστός στα δόγματα της ορθής πίστης, και τον εξόρισε στην Αρμενία, όπου βρήκε μαρτυρικό θάνατο από αρειανούς. Οι Άγιοι Μαρκιανός και Μαρτύριος έμειναν πιστοί στο φρόνημα του Αγίου Πατριάρχη και δεν ενέδωσαν στις πιέσεις των αρειανών. Αντιθέτως, διακήρυτταν σε κάθε ευκαιρία ότι ο Ιησούς Χριστός ήταν ομοούσιος του Πατρός. Ο κακόδοξος Κωνστάντιος δεν ανέχθηκε τη στάση των Αγίων και διέταξε να τους συλλάβουν. Σε όλες τις προσπάθειες του να πείσει τους δύο άνδρες να δεχθούν την αιρετική διδασκαλία του Αρείου ο αυτοκράτορας αντιμετώπιζε την άρνηση τους. Οι Άγιοι Μαρκιανός και Μαρτύριος βρήκαν τελικά μαρτυρικό θάνατο από τους δημίους του αυτοκράτορα.
________________________________________


Κύριε είσαι παντογνώστης. Γνωρίζεις πολύ καλά ότι Σε αγαπώ. Αξίωσέ με να Σε υπηρετώ με αφοσίωση και με αγάπη μέχρι την τελευταία μου αναπνοή.

Άβαταρ μέλους
ΦΩΤΗΣ
Δημοσιεύσεις: 10100
Εγγραφή: Κυρ Αύγ 19, 2012 12:18 pm
Τοποθεσία: ΑΓΙΟΣ ΙΩΑΝΝΗΣ ΡΕΝΤΗ

Re: ΒΙΟΙ ΑΓΙΩΝ

Δημοσίευσηαπό ΦΩΤΗΣ » Τρί Ιουν 24, 2014 12:47 pm

Ο Απόστολος και Ευαγγελιστής Ματθαίος καταγόταν από τη Γαλιλαίο. Προτού γίνει μαθητής του Κυρίου ασκούσε το επάγγελμα του τελώνη και ονομαζόταν Λευί. Μία μέρα και ενώ καθόταν στο τελωνείο του έξω από την Καπερναούμ, τον πλησίασε ο Ιησούς και του ζήτησε να Τον ακολουθήσει. Ο Ματθαίος υπάκουσε και δέχθηκε τον Κύριο στην οικία του, όπου παρέθεσε γεύμα σε Αυτόν καθώς και σε πολλούς τελώνες, με τους οποίους ο Ιησούς συζήτησε και συνέφαγε, ενέργεια για την οποία κατηγορήθηκε από κάποιους φαρισαίους. Όταν ο Κύριος πληροφορήθηκε τις κατηγορίες, απάντησε με τα εξής λόγια: «Δεν ήλθα για να καλέσω τους δικαίους, αλλά τους αμαρτωλούς σε μετάνοια». Έκτοτε ο Ματθαίος υπήρξε μαθητής και Απόστολος του Κυρίου. Έπειτα από την Ανάσταση του Ιησού Χριστού ο Ματθαίος ανέλαβε να κηρύξει το λόγο του Ευαγγελίου στους Πάρθους και στους Μήδους. Κατά την εκτέλεση του ιεραποστολικού του έργου ο Ματθαίος επιτέλεσε πλήθος θαυμάτων. Ως ευαγγελιστής έχει σύμβολο άνθρωπο φτερωτό. Στο ανεκτίμητης αξίας έργο του περιλαμβάνεται και η συγγραφή του πρώτου Ευαγγελίου της Καινής Διαθήκης.

Όταν ο Ιησούς σταυρώθηκε και ο Ιούδας απαγχονίστηκε μεταμελημένος για την προδοσία του Διδασκάλου του, οι μαθητές του Κυρίου μετά την Ανάληψη του αποφάσισαν να εκλέξουν κάποιον άλλον στη θέση του Ισκαριώτη. Προτάθηκαν δυο άνδρες, ο Βαρσαββάς και ο Ματθίας. Τότε οι Απόστολοι θεώρησαν πως ο θεός ήταν αυτός που έπρεπε να διαλέξει το νέο Απόστολο. Αφού προσευχήθηκαν, τράβηξαν κλήρο, ο οποίος έπεσε στον Ματθία. Ο δωδέκατος Απόστολος του Κυρίου διέδωσε το Ευαγγέλιο στην Αιθιοπία, όπου και βρήκε μαρτυρικό θάνατο.

Η Αγία μάρτυς Ματρώνα παρέδωσε την ψυχή της στον θεό, ενώ βρισκόταν κλεισμένη σε μια απάνθρωπη φυλακή. Έτσι απόλαυσε όμως αυτό που τόσο επόθησε η αγία ψυχή της, τη δόξα και την αιώνια βασιλεία του θεού. Η Ματρώνα από νεαρή ηλικία ήταν υπηρέτρια της συζύγου ενός Ιουδαίου αξξιωματικού, της Παυτίλλης, την οποία συνόδευε μόνο μέχρι την είσοδο της Συναγωγής, ενώ η ίδια μετέβαινε στην εκκλησία των χριστιανών. Κάποια στιγμή το γεγονός αυτό έγινε αντιληπτό από την κυρία της, η οποία έδειρε τη Ματρώνα ανηλεώς και κατόπιν την έκλεισε σε μια φυλακή, από την οποία συχνά την έβγαζε για να τη μαστιγώσει και να τη βασανίσει. Αφού καταπλήγωσε και καταξέσχισε το σώμα της Αγίας, η σκληρή Ιουδαία την έριξε ξανά στη φυλακή, όπου η Ματρώνα παρέμεινε για πολλές μέρες σε τραγική κατάσταση. Το σώμα της όμως δεν άντεξε τις τόσες κακουχίες και η Αγία Ματρώνα παρέδωσε στον Κύριο την αγία της ψυχή. Το ιερό λείψανο της ενταφιάσθηκε από τους χριστιανούς με τιμές. Όμως η σκληρή Ιουδαία τιμωρήθηκε για τα βασανιστήρια στα οποία υπέβαλε την Αγία Ματρώνα: έπεσε κατά λάθος από το τείχος σε ένα πατητήρι και σκοτώθηκε.

Οι σαράντα πέντε Άγιοι, η μνήμη των οποίων τιμάται σήμερα, έζησαν και μαρτύρησαν στις αρχές του 4ου αιώνα, όταν αυτοκράτορας ήταν ο Λικίνιος (308-323 μ.Χ.). Ανάμεσα τους ξεχώρισαν ο Λεόντιος, ο Μαυρίκιος, ο Δανιήλ και ο Αντώνιος, οι οποίοι και κατείχαν υψηλά αξιώματα. Όταν ο Λικίνιος εξαπέλυσε διωγμό εναντίον των χριστιανών οι σαράντα πέντε Άγιοι παρουσιάσθηκαν οικειοθελώς στον ηγεμόνα της Νικόπολης της Αρμενίας Λυσία και με παρρησία ομολόγησαν την πίστη τους στον Χριστό. Ο Λυσίας προσπάθησε να πείσει τους Αγίους να αρνηθούν την πίστη τους και θέλησε μάλιστα να μάθει ποιος ήταν αυτός που τους έπεισε να μη θυσιάζουν στα είδωλα. Όταν οι Άγιοι απάντησαν πως ο Χριστός ήταν εκείνος που τους δίδαξε να μη λατρεύουν ψεύτικους θεούς και να μη θυσιάζουν στα είδωλα, ο Λυσίας εξοργίσθηκε και διέταξε να τους φυλακίσουν. Οι Άγιοι υποβλήθηκαν σε πολλά βασανιστήρια προκειμένου να αναγκασθούν να αρνηθούν τον Ιησού Χριστό, όμως με τη δύναμη που τους έδινε η πίστη τους δε λύγισαν. Στο τέλος ο Λυσίας, αφού διέταξε να τους κόψουν τα χέρια και τα πόδια, τους έριξε στη φωτιά. Με το θάνατο τους οι Άγιοι έλαβαν τους στεφάνους του μαρτυρίου.

Ο Άγιος ιερομάρτυρας Μεθόδιος έζησε κατά την εποχή που η Ορθόδοξη Εκκλησία αντιμετώπιζε τις κακοδοξίες των οπαδών του αιρετικού Ωριγένη (6ος αι. μΧ.). Ο Μεθόδιος ήταν άνθρωπος με ξεχωριστές ικανότητες, με βαθιά καλλιέργεια και θεολογική κατάρτιση και διακρινόταν για τη σπάνια αρετή του. Από νεαρή κι όλας ηλικία αφιερώθηκε στην υπηρεσία του θεού και δεν άργησε να ανέβει στον επισκοπικό θρόνο των Πατάρων. Από το αξίωμα του πολέμησε με σθένος τις κακοδοξίες των αιρετικών και ο τρόπος του βίου του σε συνδυασμό με το άγιο έργο του έγιναν υπόδειγμα για τις ψυχές των χριστιανών. Δε σταμάτησε ούτε στιγμή να μάχεται για να διαφυλάξει την ορθή πίστη του ποιμνίου του και με τη σοφία των λούουν του κατάφερε να περιορίσει στο ελάχιστο την απειλή των αιρετικών. Για την ευόδωση του ιερού αγώνα του ο ιερέας του θεού έγραψε πλήθος συγγραμμάτων, τα οποία περιείχαν την αλήθεια του ορθόδοξου δόγματος. Όμως οι οπαδοί του Ωριγένη κατάφεραν να βάλουν στην υπηρεσία του Μεθοδίου ένα δικό τους άνθρωπο, ο οποίος κάποια μέρα που ο ιερέας ήταν άρρωστος επωφελήθηκε και τον αποκεφάλισε στο κρεβάτι του με ξίφος.

Η οσία Μελάνη έζησε όταν αυτοκράτορας του ρωμαϊκού κράτους ήταν ο Ονώριος. Η Μελάνη έλαβε χριστιανική ανατροφή και μεγάλωσε με την επιθυμία να αφιερωθεί ολόψυχα στην υπηρεσία του Κυρίου. Όμως οι γονείς της την πίεσαν να παντρευτεί και η Μελάνη για να μην τους στεναχωρήσει υποχώρησε. Με το σύζυγο της απέκτησε δυο παιδιά, τα οποία απεβίωσαν, όταν ήταν μικρά. Η καρδιά της οσίας γέμισε θλίψη, η οποία έγινε ακόμα μεγαλύτερη όταν λίγο καιρό αργότερα έχασε και τους γονείς της. Τότε η Μελάνη ζήτησε από το σύζυγο της να ζήσουν χωριστά και αποσύρθηκε σε εξοχικό κτήμα. Εκεί η οσία αφιερώθηκε στη μελέτη και στην προσευχή, αλλά και στη φροντίδα των πλησίον της. Στη συνέχεια αποφάσισε να μοιράσει την περιουσία της στους φτωχούς και να εισέλθει σε μοναστήρι. Εκεί η Μελάνη αξιοποίησε την ικανότητα της στην καλλιγραφία και αντέγραφε ιερά βιβλία. Σε μεγάλη ηλικία αποσύρθηκε σε ένα κελί στα Ιεροσόλυμα, όπου συγκέντρωσε κοντά της πολλές παρθένες, τις οποίες καθοδηγούσε στο δρόμο της αρετής. Παρέδωσε το πνεύμα της στον Κύριο ύστερα από χρόνια ασθένεια.

Ο Άγιος Μελέτιος γεννήθηκε το 310 μΧ. περίπου και καταγόταν από την πόλη Μελιτηνή της Μικρός Αρμενίας. Διετέλεσε επίσκοπος Σεβαστείας και το 360 μ.Χ. χειροτονήθηκε αρχιεπίσκοπος Αντιοχείας. Η θεοσέβεια του και οι πολλές αρετές του τον έκαναν γρήγορα αγαπητό στη χριστιανική κοινότητα. Για το λόγο αυτό όταν έφτασε στην Αντιόχεια, οι πιστοί έσπεευσαν να τον προϋπαντήσουν και να δεχθούν την ευλογία του. Όμως στη νέα του έδρα ο Μελέτιος έμεινε μόλις τριάντα ημέρες, καθώς οι οπαδοί της κακοδοξίας έπεισαν τον αυτοκράτορα Κωνστάντιο να τον εξορίσει στην Αρμενία. Όταν έγινε αυτοκράτορας ο Θεοδόσιος Α' ο Μέγας (379-395 μΧ.), κλήθηκαν στην Κωνσταντινούπολη πολλοί επίσκοποι, για να πάρουν μέρος στη Β' Οικουμενική Σύνοδο, η οποία πραγματοποιήθηκε για να φέρει τέλος στην έριδα που είχε ξεσπάσει στους κόλπους της χριστιανοσύνης. Μεταξύ των επισκόόπων που κλήθηκαν από τον Θεοδόσιο ήταν και ο Μελέτιος, ο οποίος μάλιστα ήταν πρόεδρος της Συνόδου. Δυστυχώς ο Άγιος Μελέτιος εκοιμήθη προτού ολοκληρωθούν οι εργασίες της Συνόδου, το 381 μΧ.


Κύριε είσαι παντογνώστης. Γνωρίζεις πολύ καλά ότι Σε αγαπώ. Αξίωσέ με να Σε υπηρετώ με αφοσίωση και με αγάπη μέχρι την τελευταία μου αναπνοή.

Άβαταρ μέλους
ΦΩΤΗΣ
Δημοσιεύσεις: 10100
Εγγραφή: Κυρ Αύγ 19, 2012 12:18 pm
Τοποθεσία: ΑΓΙΟΣ ΙΩΑΝΝΗΣ ΡΕΝΤΗ

Re: ΒΙΟΙ ΑΓΙΩΝ

Δημοσίευσηαπό ΦΩΤΗΣ » Τετ Ιουν 25, 2014 8:44 pm

Ο όσιος Μέμνων άφησε τον κόσμο για χάρη του Θεού. Αφού έζησε δικαίως έγινε ηγούμενος σε ένα μοναστήρι. Ο Θεός τον τίμησε με το χάρισμα της θαυματουργίας. Έκανε πολλά θαύματα βοηθώντας τους πιστούς τους οποίους διέσωζε από κίνδυνους όταν ζητούσαν τη βοήθεια του. Αφού μέχρι τέλους ευαρέστησε το Θεό εξεδήμησε προς Κύριον, έχοντας μαζί του τον πλούτο και τα εφόδια της αρετής του.

Ο Άγιος Μηνάς έζησε και μαρτύρησε όταν αυτοκράτορες των Ρωμαίων ήταν ο Διοκλητιανός και ο Μαξιμιανός. Γεννήθηκε στην Αίγυπτο από γονείς ειδωλολάτρες, αλλά σε νεαρή ακόμα ηλικία διδάχθηκε την αλήθεια της χριστιανικής πίστης. Για ένα διάστημα υπηρέτησε στο στρατό υπό τον Αργυρίσκο στο Κοτυάειο της Φρυγίας. Όντας όμως ευσεβής χριστιανός δεν άντεξε να υπηρετεί στο στρατό των ειδωλολατρών. Για το λόγο αυτό παραιτήθηκε και κατέφυγε σε μια χριστιανική κοινότητα, η οποία ζούσε σε ένα όρος της Φρυγίας. Εκεί ο Μηνάς ασκήθηκε σκληρά στην εγκράτεια και στις χριστιανικές αρετές. Όταν ξέσπασε ο διωγμός, ο Μηνάς με όπλο τη δύναμη της πίστης του, έφυγε από το βουνό και πήγε στην πόλη, όπου ανάμεσα στους ειδωλολάτρες ομολόγησε με θάρρος την πίστη του στο Χριστό. Αμέσως συνελήφθη και φυλακίσθηκε. Έπειτα οι ειδωλολάτρες τον υπέβαλαν σε βασανιστήρια, τα οποία ο Άγιος υπέμεινε με περισσή καρτερία. Στο τέλος τον αποκεφάλισαν και ο Άγιος Μηνάς έλαβε το στέφανο του μαρτυρίου.

Κάποτε προσήλθαν στον αυτοκράτορα Μαξιμίνο μερικοί Αλεξανδρινοί για να καταγγείλουν κάποιους «άφρονες που προσκυνούν έναν εσταυρωμένο». Ο Μαξιμίνος τότε αποφάσισε να στείλει τον Μηνά για να αντιμετωπίσει το θέμα, χωρίς όμως να γνωρίζει ότι και εκείνος ήταν χριστιανός. Έτσι όταν ο Άγιος μάρτυρας έφθασε στην Αλεξάνδρεια αντί να συγκρουστεί με τους χριστιανούς προσπάθησε να πείσει τους ειδωλολάτρες ότι ο Εσταυρωμένος είναι ο μόνος αληθινός Θεός. Πράγματι με τη δεινότητα των λόγων του έφερε αρκετούς από τους ειδωλολάτρες της πόλης στο χριστιανισμό αλλά και με το χάρισμα της θαυματουργίας που διέθετε θεράπευσε πολλούς. Όταν τα έμαθε αυτά ο βασιλιάς, διέταξε τον έπαρχο Ερμογένη να συλλάβει τον Άγιο και να τον υποβάλει σε φρικτά βασανιστήρια, προκειμένου να αρνηθεί την πίστη του. Ο Άγιος Μηνάς, παρά τα φρικτά βασανιστήρια που υπέστη, συνέχισε να ομολογεί την πίστη του και μάλιστα με τη βοήθεια του Θεού μπόρεσε να θεραπεύσει τις πληγές που του είχαν προκαλέσει. Μετά το γεγονός αυτό προσχώρησε και ο Ερμογένης στην αληθινή πίστη καθώς και ο Εύγραφος, που ήταν γραμματέας του Μηνά. Ο βασιλιάς τότε εκτός εαυτού διέταξε να τους θανατώσουν αμέσως. Έτσι οι τρεις γενναίοι άνδρες ανήλθαν στεφανηφόροι προς τον Κύριο.

Οι Άγιες Μηνοδώρα, Μητροδώρα και Νυμφοδώρα ήταν αδελφές. Από μικρή ηλικία αφοσιώθηκαν στην υπηρεσία του Κυρίου. Η σωφροσύνη τους και οι αρετές τους τις έκαναν ιδιαίτερα αγαπητές ανάμεσα στους χριστιανούς. Μάλιστα οι τρεις αδελφές άφησαν για την αγάπη του Χρίστου την πόλη τους και πήγαν σε μια τοποθεσία από όπου ανέβλυζαν τα θερμά νερά των Πυθίων για να ησυχάσουν. Στον τόπο αυτό ασκήθηκαν στην εγκράτεια και σε κάθε χριστιανική αρετή και γι' αυτό έλαβαν από τον θεό το χάρισμα να θαυματουργούν. Χάρη στις τρεις αδελφές πολλοί χριστιανοί βρήκαν θεραπεία σε ασθένειες που τους βασάνιζαν. Όταν όμως ένας ειδωλολάτρης ηγεμόνας, ο Φρόντων, πληροφορήθηκε τη χριστιανική δράση των γυναικών, έστειλε στρατιώτες του για να τις συλλάβουν. Οι αδελφές δε φοβήθηκαν μπροστά στις απειλές του αυτοκράτορα και με θάρρος ομολόγησαν την πίστη τους. Ο Φρόντων διέταξε τα πιο φριχτά βασανιστήρια για τις τρεις γυναίκες, οι οποίες παρέδωσαν ένδοξα το πνεύμα τους στον Κοριό. Όταν μάλιστα ο Φρόντων θέλησε να ρίξει στην πυρά τα λείψανα τους, μια καταρρακτώδης βροχή έσβησε τη φωτιά.

Οι όσιοι Διονύσιος και Μητροφάνης γεννήθηκαν και έζησαν κατά τη διάρκεια του 16ου αιώνα. Ο Διονύσιος έγινε μοναχός στη Μονή Στουδίου και αργότερα μετέβη στο Άγιο Όρος, όπου επιδόθηκε στη μελέτη των Ιερών Γραφών. Η επιθυμία του για ασκητικό βίο τον οδήγησε σε μια σπηλιά, όπου τον συντρόφευσε ο μαθητής του Μητροφάνης. Ο Διονύσιος απεβίωσε ειρηνικά στις 9 Ιουλίου 1606. Ο Μητροφάνης παρέδωσε το πνεύμα του λίγο αργότερα, αφού πρώτα είχε διδάξει το ευαγγελικό λόγο στις περιοχές γύρω από το Άγιο Όρος.

Ο Άγιος Μητροφάνης, ο πρώτος επίσκοπος της Κωνσταντινουπόλεως, έζησε κατά τα χρόνια του πρώτου χριστιανού αυτοκράτορα, του Μεγάλου Κωνσταντίνου (306-337 μ Χ.). Ήταν γιος του Δομετίου και ανιψιός του αυτοκράτορα Πρόβου. Όταν ο αδελφός του και επίσκοπος Βυζαντίου Πρόβος εξεδήμησε προς Κύριον ο Μητροφάνης τον διαδέχθηκε στον επισκοπικό θρόνο, αξίωμα το οποίο διατήρησε και όταν ο αυτοκράτορας Κωνσταντίνος έχτισε στη θέση του Βυζαντίου την ένδοξη πόλη που φέρει το όνομα του, την Κωνσταντινούπολη. Κατά την Α' Οικουμενική Σύνοδο ο Μητροφάνης δεν κατάφερε λόγω γήρατος να πάει στη Νίκαια, αλλά έστειλε τον πρωτοπρεσβύτερο του Αλέξανδρο, τον οποίο και όρισε διάδοχο του. Ο Άγιος Μητροφάνης αναπαύθηκε εν ειρήνη.

Ο προφήτης Δανιήλ ήταν ένας από τους τέσσερις μείζονες προφήτες. Καταγόταν από βασιλική οικογένεια, που ανήκε στη φυλή του Ιούδα. Προφήτευσε επί εβδομήντα έτη προμηνύοντας την έλευση του Σωτήρα Ιησού Χριστού. Έζησε αυστηρό βίο και αρνήθηκε κάθε εγκόσμια απόλαυση. Όταν ο βασιλιάς Ναβουχοδονόσορ κατέστρεψε την Ιερουσαλήμ, ο Δανιήλ μαζί με τους παίδες Ανανία, Αζαρία και Μισαήλ αιχμαλωτίσθηκαν και οδηγήθηκαν στη Βαβυλώνα. Οι Τρεις Παίδες, επειδή δεν υπάκουσαν στη διαταγή του βασιλιά να προσκυνήσουν μια χρυσή εικόνα, ρίχθηκαν σε πυρακτωμένη κάμινο, από την οποία με θεία παρέμβαση βγήκαν αβλαβείς αφού τους φρόντιζε άγγελος Κυρίου.

Ο όσιος Μιχαήλ καταγόταν από τη Φρυγία και οι γονείς του ήταν πλούσιοι και ευσεβείς. Ανατράφηκε με βάση τις θείες εντολές, για να φτάσει στη συνέχεια στο ύψιστο σημείο της θεογνωσίας. Ο πρώτος σταθμός της θαυμαστής του πορείας ήταν η Κωνσταντινούπολη, όπου και συνδέθηκε με έναν άγιο άνθρωπο, τον θεοφύλακτο. Και οι δυο μαζί αποσύρθηκαν σε ένα μοναστήρι στον Εύξεινο Πόντο για να αφοσιωθούν με ευλάβεια στο χριστιανικό έργο. Το μοναστήρι είχε ιδρύσει ο πατριάρχης Ταράσιος, ο οποίος τους χειροτόνησε ιερείς και στη συνέχεια επισκόπους. Από τη θέση του επισκόπου ο Μιχαήλ δίδαξε το θείο λόγο, συνέτρεξε τους φτωχούς και τους ασθενείς και πολέμησε με σφοδρότητα την πλάνη των αιρέσεων. Όταν οι αιρετικοί κήρυξαν διωγμό ενάντια στις ιερές εικόνες, ο Μιχαήλ με γενναιότητα και ξεχωριστή παρρησία υπεράσπισε την πίστη του και φίμωσε τα στόματα των δυσσεβών. Εξοργισθείς τότε ο αυτοκράτορας Λέων ο Αρμένιος τον φυλάκισε σε ένα φρούριο, που ονομαζόταν Ευδοκίας. Ο όσιος συνέχισε να διακηρύσσει την αλήθεια, με αντίτιμο συνεχείς εξορίες από τόπο σε τόπο, για να καταλήξει τέλος καταταλαιπωρημένος σε μια ανθυγιεινή περιοχή. Εκεί παρέδωσε το πνεύμα του στον Κύριο και κοσμήθηκε με διπλούς στεφάνους όσιος και μάρτυς συγχρόνως.

Ο προφήτης Μιχαίας ήταν γιος του Ιωράμ και ανήκε στη φυλή του Εφραίμ. Γεννήθηκε στην πόλη Μωρασθεί το 748 π.Χ. και έζησε επί βασιλείας των Ιωάθαμ, Άχαζ και Εζεκίου. Ήταν σύγχρονος του Ησαΐα και συγκαταλέγεται στους δώδεκα λεγόμενους «ελάσσονες (μικρούς) προφήτες». Στις προφητείες του προανήγγειλε την καταστροφή της Σαμάρειας και την έλευση του Μεσσία. Ο Μιχαίας δε σταμάτησε να ελέγχει το λαό του Ισραήλ, από τον οποίο ζητούσε να είναι συνεπής στα καθήκοντα του απέναντι στον θεό και να διάγει βίο ευσεβή. Όμως ο Μιχαίας δεν περιόρισε τον έλεγχο του στο λαό, παρά στηλίτευε και το βασιλιά Άχαζ, επειδή ήταν άνθρωπος αμαρτωλός και έρεπε προς την ειδωλολατρία. Την κριτική του Μιχαίου δέχθηκε και ο γιος του Άχαζ, Ιωράμ, ο οποίος ήταν επίσης ασεβής. Οι προσπάθειες του προφήτη να συνετίσει τους δυο άνδρες και να τους πείσει να εξιλεωθούν προκάλεσαν την οργή τους, την οποία εξέφρασαν με βίαιο τρόπο. Συγκεκριμένα, ο Ιωράμ συνέλαβε τον προφήτη Μιχαία και τον θανάτωσε με τρόπο μαρτυρικό.


Κύριε είσαι παντογνώστης. Γνωρίζεις πολύ καλά ότι Σε αγαπώ. Αξίωσέ με να Σε υπηρετώ με αφοσίωση και με αγάπη μέχρι την τελευταία μου αναπνοή.

Άβαταρ μέλους
ΦΩΤΗΣ
Δημοσιεύσεις: 10100
Εγγραφή: Κυρ Αύγ 19, 2012 12:18 pm
Τοποθεσία: ΑΓΙΟΣ ΙΩΑΝΝΗΣ ΡΕΝΤΗ

Re: ΒΙΟΙ ΑΓΙΩΝ

Δημοσίευσηαπό ΦΩΤΗΣ » Πέμ Ιουν 26, 2014 9:52 am

Ο Άγιος Μόρων έζησε και μαρτύρησε κατά την εποχή που αυτοκράτορας ήταν ο Δέκιος (249-257 μ.Χ.). Από νεαρή ηλικία αφιερώθηκε με ζήλο στην υπηρεσία του θεού και γρήγορα χειροτονήθηκε ιερέας στην επαρχία της Αχαΐας. Παράλληλα με το ποιμαντικό του έργο ο Μύρων, άνθρωπος ευσεβής και φιλεύσπλαχνος, μεριμνούσε και φρόντιζε κάθε μέλος της Εκκλησίας που χρειαζόταν βοήθεια. Κάποια χρονιά, ανήμερα των Χριστουγέννων, ο έπαρχος της Αχαΐας Αντίπατρος εκβίασε τον Μύρωνα ότι θα απελευθέρωνε όλους τους χριστιανούς αν ο ιερέας αρνούνταν τον Χριστό, πιστεύοντας ότι έτσι οι πιστοί θα έχαναν κάθε εμπιστοσύνη στο πρόσωπο του. Όμως οι χριστιανοί δήλωσαν ότι είναι διατεθειμένοι να θυσιάσουν τα φθαρτά σώματα τους προκειμένου να μην οδηγηθεί στην απώλεια η ψυχή του ιερέα τους. Μετά από αυτό ο Αντίπατρος διέταξε να βασανιστεί μέχρι θανάτου ο Μόρων. Έπειτα από φοβερά μαρτύρια, από τα οποία ο Άγιος βγήκε αλώβητος, οι ειδωλολάτρες τον θανάτωσαν στο τέλος με το ξίφος.

Ο Άγιος Μύρων γεννήθηκε σε μια πόλη κοντά στην Κνωσό της Κρήτης. Ήταν άνθρωπος ευσεβής και φιλεύσπλαχνος. Καλλιεργούσε με μόχθο τη γη του και έδινε μεγάλο μέρος από τη συγκομιδή του στους φτωχούς. Για τις αρετές του ο Μύρων χειροτονήθηκε το 180 μ.Χ. επίσκοπος Κρήτης. Ο Θεός μάλιστα αξίωσε τον Μύρωνα να επιτελεί θαύματα. Παρέδωσε το πνεύμα του εν ειρήνη, σε ηλικία εκατό χρόνων.

Ο όσιος Μωυσής καταγόταν από την Αίγυπτο. Για ένα μεγάλο διάστημα της ζωής του ζούσε μακριά από το θεό. Ήταν αρχικά ληστής και ένας από τους πιο διαβόητους κακοποιούς της εποχής του. Όμως κάποτε αδίκησε ένα χριστιανό, ο οποίος έδειξε απέναντι του μεγάλη επιείκεια. Το γεγονός αυτό άλλαξε τη σκέψη και τη ζωή του Μωυσή, ο οποίος όχι μόνο δέχθηκε τη χριστιανική διδασκαλία, αλλά αποφάσισε να αφιερώσει τη ζωή του στην υπηρεσία του Χριστού. Για το λόγο αυτό πήγε σε ένα μοναστήρι και προσήλθε στη μετάνοια. Κάποτε εισήλθαν στο κελί του δυο ληστές, τους οποίους ο ρωμαλέος Μωυσής κατάφερε να συλλάβει. Ήταν όμως σε μετάνοια και δε θέλησε να τιμωρήσει τους δύο ανθρώπους που επιχείρησαν να τον κλέψουν. Οι δυο ληστές συγκινήθηκαν από το μεγαλείο του και ζήτησαν από τους μοναχούς να τους επιτρέψουν να ενταχθούν στη μοναστική ζωή. Ο όσιος Μωυσής θανατώθηκε από ένα ειδωλολάτρη ληστή, ενώ βρισκόταν στο εβδομηκοστό πέμπτο έτος της ηλικίας του.
________________________________________
Οι Άγιοι Ναζάριος, Γερβάσιος, Προτάσιος και Κέλσιος μαρτύρησαν επί αυτοκρατορίας Νέρωνα (57-68 μΧ.), ο οποίος προέβη σε ανελέητο διωγμό κατά των χριστιανών. Ο Ναζάριος καταγόταν από γονείς θεοσεβείς, οι οποίοι είχαν κατηχηθεί στο χριστιανισμό από τον Απόστολο Πέτρο. Σε νεαρή ηλικία ο Ναζάριος ορφάνεψε και όταν έφτασε στην ηλικία των είκοσι χρόνων ξεκίνησε περιοδεία με σκοπό να κηρύξει στους λαούς το λόγο του Ευαγγελίου. Όταν έφθασε στα Μεδιόλανα γνώρισε τον Προτάσιο και τον Γερβάσιο, δυο ευσεβείς χριστιανούς. Ο Ναζάριος συνέχισε το θεάρεστο έργο του μαζί με τους δύο άνδρες, κατηχώντας στη χριστιανική πίστη πλήθος ειδωλολατρών. Φεύγοντας για τη Γαλλία ο Ναζάριος διάλεξε για ακόλουθο του ένα νεαρό παιδί, τον Κέλσιο. Όταν ο Ναζάριος και ο Κέλσιος επέστρεψαν στα Μεδιόλανα συνελήφθησαν μαζί με τον Γερβάσιο και τον Προτάσιο από τον έπαρχο Ανούλιο. Στην άρνηση τους να προσκυνηθούνε τα είδωλα, ο Ανούλιος διέταξε τον αποκεφαλισμό και των τεσσάρων.

Η Εκκλησία μας τιμά τη μνήμη τον προφήτη Ναούμ,που έδρασε γυρνά στον 7ο αιώνα π.Χ., στο βασίλειο του Ιούδα. Σ' ένα λαμπρό σύγγραμμα του, που επιγράφεται «Λήμμα Νινευή», περιέγραφε με θαυμαστές λεπτομέρειες την πολιορκία και την καταστροφή της Νινευή. Έδινε σημάδια μάλιστα πα>ς η περιοχή θα καταστραφεί από γλυκά νερά και υπόγεια πυρκαγιά, προφητεία που πραγματοποιήθηκε. Ο προφήτης Ναούμ, με το έργο αυτό, άφησε σημαντική πνευματική κληρονομιά. Ο προφήτης απεβίωσε εν ειρήνη και σε βααθιά γεράματα.

Οι Άγιοι Στάχυς, Απελλής, Αμπλίας, Ουρβανός, Νάρκισσος και Αριστόβουλος ανήκαν στους εβδομήντα Αποστόλους του Κυρίου. Πρόσφεραν όλοι ανεκτίμητο αποστολικό έργο, κηρύττοντας μέχρι το τέλος της ζωής τους τον ευαγγελικό λόγο. Μάλιστα, οι Άγιοι Αμπλίας, Ουρβανός και Νάρκισσος αξιώθηκαν να μαρτυρήσουν για τη δόξα του Χριστού. Συγκεκριμένα, ο Άγιος Στάχυς χειροτονήθηκε από τον Απόστολο Ανδρέα πρώτος επίσκοπος Βυζαντίου. Αφού ποίμανε για δεκαέξι χρόνια στην εκκλησία την οποία έχτισε ο ίδιος, απεβίωσε ειρηνικά. Ο Απελλής, επίσκοπος Ηράκλειας, ανεπαύθη εν ειρήνη έχοντας οδηγήσει στη χριστιανική πίστη πολλούς ανθρώπους. Οι Άγιοι Αμπλίας και Ουρβανός χειροτονήθηκαν επίσης από τον Απόστολο Ανδρέα επίσκοποι Οδυσσουπόλεως και Μακεδονίας αντίστοιχα. Βρήκαν και οι δυο μαρτυρικό θάνατο από τους ειδωλολάτρες επειδή γκρέμιζαν τα είδωλα. Ο Νάρκισσος έγινε επίσκοπος Αθηνών. Η χριστιανική του δράση και το θερμό του κήρυγμα εξόργισαν τους ειδωλολάτρες, οι οποίοι θανάτωσαν τον Άγιο υποβάλλοντας τον σε φριχτά βασανιστήρια. Τέλος, ο Αριστόβουλος χειροτονήθηκε επίσκοπος Βρετανίας και ποίμανε θεοφιλώς τους χριστιανούς που του εμπιστεύθηκε ο θεός για πολλά χρόνια. Απεβίωσε ειρηνικά.

Οι Άγιοι Αδριανός και Ναταλία κατάγονταν από τη Νικομήδεια και έζησαν κατά την εποχή του Μαξιμιανού. Ο Αδριανός είδε μια μέρα είκοσι τρεις χριστιανούς που επρόκειτο να μαρτυρήσουν για την πίστη τους, τους οποίους και ρώτησε για ποιο λόγο ήταν πρόθυμοι να υπομείνουν τα βασανιστήρια που ετοίμαζαν γι' αυτούς οι ειδωλολάτρες. Όταν οι χριστιανοί του απάντησαν ότι προσέμεναν τα αγαθά που προσφέρει ο θεός σε αυτούς που υποφέρουν για Αυτόν, ο Αδριανός εντυπωσιάστηκε και δήλωσε οικειοθελώς το όνομα του ανάμεσα σε αυτά των μαρτύρων. Τότε οι ειδωλολάτρες τον έκλεισαν στη φυλακή, όπου έτρεξε να τον βρει η σύζυγος του Ναταλία, η οποία τον ενθάρρυνε να μην υποκύψει στα βασανιστήρια που τον περίμεναν. Αφού υπέμενε πολλά μαρτύρια ο Αδριανός παρέδωσε το πνεύμα του. Όταν όμως οι ειδωλολάτρες επιχείρησαν να κάψουν τα λείψανα των μαρτύρων του Χριστού μια δυνατή νεροποντή έσβησε τη φωτιά που είχαν ανάψει. Η Ναταλία, που ήταν παρούσα, πήρε τότε το σώμα του Αγίου και το έθαψε στον τόπο όπου αργότερα ενταφιάσθηκε και η ίδια.

Ο όσιος Νείλος ο Νέος καταγόταν από τον Άγιο Πέτρο Κυνουρίας. Μαζί με τον θείο και δάσκαλο του Μακάριο εντάχθηκαν στην Μονή Μαλεβής. Εκεί χειροτονήθηκε Ιεροδιάκονος και Ιερομόναχος. Πήγε στο Άγιος Όρος και αφού έζησε ασκητική ζωή, απεβίωσε το 1651. Επί βασιλείας του Κωνσταντίνου, γιου του Μεγάλου Κωνσταντίνου, και ενώ αρχιεπίσκοπος Ιεροσολύμων ήταν ο Κύριλλος, εμφανίσθηκε για δεύτερη φορά ο Τίμιος Σταυρός. Το 346 μ.Χ. περίπου, κατά τη διάρκεια της Αγίας Πεντηκοστής (στις 7 Μαΐου) εμφανίσθηκε στον ουρανό ο Τίμιος και Ζωοποιός Σταυρός, σχηματισμένος από εκθαμβωτικό φως. Όλος ο λαός μπορούσε να δει τον Τίμιο Σταυρό, που εκτεινόταν μέχρι το όρος των Ελαίων. Το εκπληκτικό αυτό θέαμα προκάλεσε συγκίνηση και χαρά στις ψυχές όλων όσοι βρίσκονταν στην Ιερουσαλήμ. Έτσι, άνθρωποι κάθε ηλικίας συγκεντρώθηκαν στην εκκλησία, όπου δόξασαν τον θεό και τον ευχαρίστησαν που τους αξίωσε να δουν αυτό το θέαμα.


Κύριε είσαι παντογνώστης. Γνωρίζεις πολύ καλά ότι Σε αγαπώ. Αξίωσέ με να Σε υπηρετώ με αφοσίωση και με αγάπη μέχρι την τελευταία μου αναπνοή.

Άβαταρ μέλους
ΦΩΤΗΣ
Δημοσιεύσεις: 10100
Εγγραφή: Κυρ Αύγ 19, 2012 12:18 pm
Τοποθεσία: ΑΓΙΟΣ ΙΩΑΝΝΗΣ ΡΕΝΤΗ

Re: ΒΙΟΙ ΑΓΙΩΝ

Δημοσίευσηαπό ΦΩΤΗΣ » Παρ Ιουν 27, 2014 10:14 am

Ο Άγιος Νεκτάριος γεννήθηκε την 1η Οκτωβρίου του 1846 στη Θράκη από θεοφιλή οικογένεια. Αρχικά ονομαζόταν Αναστάσιος. Σε ηλικία δεκατεσσάρων χρόνων πήγε στην Κωνσταντινούπολη όπου εργάσθηκε σκληρά έξι χρόνια. Αργότερα, χειροτονήθηκε διάκονος και ονομάσθηκε Νεκτάριος. Στη συνέχεια πήγε στην Αθήνα, όπου σπούδασε θεολογία, και μετά μετέβη στην Αλεξάνδρεια. Εκεί χειροτονήθηκε μητροπολίτης και απέκτησε μεγάλη φήμη για το ήθος και τα κηρύγματα του. Συκοφαντήθηκε και αναγκάστηκε να έλθει στην Ελλάδα, όπου εργάσθηκε ως ιεροκήρυκας και διευθυντής στη Ριζάρειο Σχολή. Ίδρυσε τη γνωστή Μονή στην Αίγινα και αφιερώθηκε στο κήρυγμα του Ευαγγελίου. Παρέδωσε το πνεύμα του εν ειρήνη στις 8 Νοεμβρίου του 1920.

Οι Άγιοι Τερέντιος και Νεονίλα μαρτύρησαν μαζί με τα -παιδιά τους Λυτή, Σάρβιλο, Ιέρακα, Θεόδουλο, Φωκά, Βήλη και Ευνίκη για τη δόξα του Χριστού. Ο Τερέντιος και η Νεονίλα έδωσαν στα παιδιά τους χριστιανική αγωγή, με γνώμονα τις επιταγές του Ευαγγελίου. Έτσι, όταν ξεκίνησε ο διωγμός εναντίον των χριστιανών και η οικογένεια έπρεπε να επιλέξει αν θα έφευγε για να σωθεί ή θα έμενε να αντιμετωπίσει τον κίνδυνο, κανένα από τα μέλη της δεν επέλεξε το δρόμο της φυγής, αλλά όλοι μαζί αποφάσισαν να περιμένουν με καρτερία ό,τι επρόκειτο να συμβεί. Γρήγορα η οικογένεια, γνωστή καθώς ήταν για τη χριστιανική της δράση, συνελήφθη από τους ειδωλολάτρες και οδηγήθηκε στο κριτήριο. Εκεί οι Άγιοι με παρρησία ομολόγησαν την πίστη τους στον Χριστό, χωρίς να φοβηθούν τις συνέπειες. Έπειτα από την ομολογία τους υπέστησαν πλήθος βασανιστηρίων, τα οποία απέμειναν με υποδειγματική ευψυχία. Όταν οι ειδωλολάτρες συνειδητοποίησαν πως το φρόνημα των Αγίων δεν επρόκειτο να καμφθεί, όποιο μέσο κι αν χρησιμοποιούσαν, τους εκτέλεσαν με αποκεφαλισμό.

Ο Άγιος Νέστωρ μαρτύρησε επί αυτοκρατορίας Διοκλητιανού και Μαξιμιανού. Ενώ βρισκόταν σε νεαρή ηλικία, πληροφορήθηκε ότι ο αυτοκράτορας Μαξιμιανός εκόμπαζε για το γιγαντόσωμο και ανίκητο μονομάχο του, το Λυαίο. Χλεύαζε μάλιστα τους χριστιανούς και καλούσε οποιονδήποτε ήθελε να τον αντιμετωπίσει στους επικείμενους αγώνες στο στάδιο της πόλης. Ο Νέστωρ πήρε την παράτολμη απόφαση να καταπολεμήσει με τη βοήθεια του Θεού τον θηριώδη μονομάχο. Για το σκοπό αυτό επισκέφθηκε στη φυλακή το Δημήτριο και ζήτησε τη βοήθεια του. Ο Δημήτριος προσευχήθηκε για τη νίκη του στο Θεό, και μάλιστα του προείπε ότι θα αξιωθεί να μαρτυρήσει για την πίστη του. Ο Νέστωρ, αναθαρρημένος από τις ευχές του Αγίου Δημητρίου, εισήλθε στο στάδιο και συνεπλάκη με τον Λυαίο, τον οποίο και θανάτωσε με ένα χτύπημα στην καρδιά. Ο Μαξιμιανός, ο οποίος βρισκόταν στο στάδιο και παρακολουθούσε τον αγώνα, θεώρησε προσωπική προσβολή το γεγονός και διέταξε να θανατώσουν με τη λόγχη τους δυο γενναίους άντρες.

Οι τριάντα τρεις μάρτυρες έζησαν την εποχή που αυτοκράτορες των Ρωμαίων ήταν ο Διοκλητιανός και ο Μαξιμιανός. Πρώτος συνελήφθη για την πίστη του ο Ιέρων, ο οποίος καταγόταν από τα Τύανα της Καππαδοκίας και ασκούσε το επάγγελμα του γεωργού. Όταν ξέσπασε ο διωγμός κατά των χριστιανών ο έπαρχος Αγρικόλας, που γνώριζε καλά ότι ο Ιερών κήρυττε τον ευαγγελικό λόγο σε κάθε ευκαιρία, διέταξε να τον συλλάβουν και να τον οδηγήσουν ενώπιον του προκειμένου να τον ανακρίνει ο ίδιος. Μπροστά στον έπαρχο ο Ιερών δεν ένιωσε φόβο, αλλά γενναία ομολόγησε την πίστη του στον Ιησού Χριστό. Έπειτα από την ομολογία αυτή ο Αγρικόλας διέταξε να βασανίσουν τον Άγιο και να του κόψουν το αριστερό του χέρι. Ο Ιερών υπέστη τρομερά βασανιστήρια, αλλά δε λύγισε, παρά υπέμενε τα μαρτύρια του με υποδειγματική καρτερία. Λίγες μέρες αργότερα συνελήφθησαν και οι χριστιανοί Νίκανδρος, Ησύχιος, Βάραχος, Μαξιμιανός, Καλλίνικος, Ξάντικος, Αθανάσιος, Θεόδωρος, Δουκίτιος, Ευγένιος, Θεόφιλος, Ουαλέριος, Θεόδοτος, Καλλίμαχος, Ιλάριος, Γιγάντιος, Λογγίνος, Θεμέλιος, Ευτύχιος, Διόδοτος, Καστρίκιος, Θεαγένης, Μάμας, Νίκων, Θεόδουλος, Βοστρύκιος, Ουίκτωρ, Δωρόθεος, Κλαυδιανός, Επιφάνιος, Ανίκητος και Ιέρων, οι οποίοι την επομένη αποκεφαλίσθηκαν μαζί με τον Ιέρωνα.

Οι δύο χριστιανοί συνελήφθησαν και κλείσθηκαν στη φυλακή, αφού ομολόγησαν την πίστη τους στον ηγεμόνα Μάξιμο. Οι ειδωλολάτρες, αφού έκλεισαν τους άγιους άνδρες για είκοσι ημέρες στη φυλακή, τους οδήγησαν στον τόπο των βασανιστηρίων και τους πίεζαν να αρνηθούν τον Χριστό. Οι δήμιοι τους υπέβαλαν στα αγριότερα βασανιστήρια, τα οποία μάλιστα παρακολουθούσαν και οι γυναίκες των αγίων. Αφού υπέμειναν με καρτερία τα μαρτύρια τους οι Άγιοι Νίκανδρος και Μαρκιανός παρέδωσαν το πνεύμα τους.

Οι Άγιοι Πρόχορος, Νικάνωρ, Τίμων και Παρμενάς ανήκαν στους εβδομήντα μαθητές του Κυρίου και ήσαν μεταξύ των επτά εκλεγμένων διακόνων της Εκκλησίας των Ιεροσολύμων. Κήρυτταν το λόγο του Χριστού, ενώ παράλληλα μεριμνούσαν για τα άπορα μέλη της Εκκλησίας. Για το κήρυγμα τους βασανίσθηκαν και βρήκαν μαρτυρικό θάνατο και οι τέσσερις. Ο Πρόχορος παρέδωσε το πνεύμα του στη Μικρά Ασία, όπου λειτουργούσε ως επίσκοπος Νικομήδειας. Ο Νικάνωρ και ο Παρμένος ετελεύτησαν στην Ιερουσαλήμ, ενώ ο Ημών μαρτύρησε στη Βόστρα της Αραβίας. Έτσι και οι τέσσερις αναδείχθηκαν πιστοί διάκονοι στο έργο του Κυρίου.

Η Αγία μάρτυς Νίκη ήταν μεταξύ αυτών που πίστεψαν στον Χριστό από τα θαύματα που έκανε ο Άγιος Γεώργιος ο Μεγαλομάρτυρας κατά τη διάρκεια του ενδόξου μαρτυρίου του επί Διοκλητιανού (284-304). Στη συνέχεια υπέστη μαζί με άλλους, θάνατο δια αποκεφαλισμού.

Ο Άγιος Νικήτας έζησε κατά τους χρόνους που αυτοκράτορας ήταν ο Μεγάλος Κωνσταντίνος (306-337). Γεννήθηκε στη χώρα των Γότθων, οι οποίοι κατοικούσαν την περιοχή που βρισκόταν πέραν του ποταμού Ίστρου, από γονείς ευγενείς και πλούσιους. Σε νεαρή ηλικία διδάχθηκε τη χριστιανική πίστη από το Γότθο επίσκοπο Θεόφιλο και έκτοτε αφοσιώθηκε στην προσπάθεια να καλλιεργήσει όλες τις χριστιανικές αρετές και να μελετήσει σε βάθος τις άγιες γραφές. Εξαιτίας της χριστιανικής του δράσης ο Άγιος Νικήτας συνελήφθη από τον άρχοντα Αθηνάριχο, ο οποίος προσπάθησε να τον πείσει να αρνηθεί τον Χριστό. Όμως ο ειδωλολάτρης έπαρχος βρέθηκε μπροστά στο άκαμπτο φρόνημα του Αγίου, ο οποίος υπερασπίσθηκε μέχρι τέλους την πίστη του. Ο Νικήτας υπέστη πολλά μαρτύρια, τα οποία υπέμενε με καρτερία και με το θάρρος που του έδινε η δύναμη της πίστης του. Τελικά οι ειδωλολάτρες, αφού τον υπέβαλαν σε πολλά βασανιστήρια, τον έριξαν στην πυρά, όπου ο Νικήτας παρέδωσε το πνεύμα του. Με τρόπο θαυματουργό όμως το λείψανο του Αγίου έμεινε άθικτο από τη φωτιά και φυλάχτηκε από κάποιον χριστιανό προς σωτηρία ψυχής και σώματος των ευλαβών προσκυνητών.


Κύριε είσαι παντογνώστης. Γνωρίζεις πολύ καλά ότι Σε αγαπώ. Αξίωσέ με να Σε υπηρετώ με αφοσίωση και με αγάπη μέχρι την τελευταία μου αναπνοή.

Άβαταρ μέλους
ΦΩΤΗΣ
Δημοσιεύσεις: 10100
Εγγραφή: Κυρ Αύγ 19, 2012 12:18 pm
Τοποθεσία: ΑΓΙΟΣ ΙΩΑΝΝΗΣ ΡΕΝΤΗ

Re: ΒΙΟΙ ΑΓΙΩΝ

Δημοσίευσηαπό ΦΩΤΗΣ » Σάβ Ιουν 28, 2014 8:48 am

Ο Άγιος Πατέρας μας και ομολογητής Νικήτας διετέλεσε επίσκοπος της Απολλωνιάδος την εποχή της εικονομαχίας. Εκτός από τη βαθιά πίστη του και την αγάπη του, ξεχώριζε για την παρρησία με την οποία διακήρυττε το θείο λόγο. Έτσι όταν πιέσθηκε από τους ειδωλολάτρες να αλλαξοπιστήσει, παρέμεινε ακλόνητος και συνέχισε να ομολογεί την αλήθεια απτόητος. Για το λόγο αυτό καταδικάσθηκε σε εξορία και υποβλήθηκε σε φοβερές κακουχίες. Υπέμεινε όλα τα βασανιστήρια με μοναδική καρτερία, στο τέλος όμως αρρώστησε βαριά και παρέδωσε το πνεύμα του στον Κύριο.

Ο αοίδιμος Πατέρας μας Νικήτας καταγόταν από την Καισαρεία της Βιθυνίας και έζησε τον 8ο αιώνα. Ενώ ήταν ακόμη βρέφος έμεινε ορφανός από μητέρα, αλλά η γιαγιά του και ο πατέρας του Φιλάρετος μερίμνησαν για την αγωγή και την εκπαίδευση του. Ο όσιος Νικήτας εισήλθε στο μοναχικό βίο όταν ήταν αυτοκράτορας ο Λέων Γ ο Ίσαυρος ( 717-747 μ.Χ.), ο οποίος καταδίωκε όσους τιμούσαν τις εικόνες. Από τη Μονή του Μηδικίου στην οποία είχε αποσυρθεί ο Νικήτας διεξήγαγε σκληρούς αγώνες κατά των εικονομάχων και για το λόγο αυτό απομακρύνθηκε βίαια από το ποίμνιο του και εξορίσθηκε. Ο όσιος απεβίωσε ειρηνικά.

Ο Άγιος Νικηφόρος γεννήθηκε τον 8ο αιώνα μ.Χ. στην Κωνσταντινούπολη. Οι γονείς του Θεόδωρος και Ευδοκία ήταν άνθρωποι ευσεβείς και κατάνονταν από αριστοκρατική γενιά. Η προσήλωση μάλιστα του πατέρα του στην ορθή πίστη έγινε αιτία να διωχθεί Και να εξοριστεί από τον εικονομάχο αυτοκράτορα Κωνσταντίνο Ε' τον Κοπρώνυμο. Ο Νικηφόρος έλαβε άριστη εκπαίδευση και απέκτησε ορθόδοξη παιδεία. Σε νεαρή ηλικία έγινε αρχιγραμματέας του αυτοκράτορα, αλλά γρήγορα ένιωσε την ανάγκη να ζήσει αφοσιωμένος στη μελέτη και στην άσκηση και για το λόγο αυτό πήγε στην Προποντίδα. Όταν απεβίωσε ο πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως Ταράσιος ο αυτοκράτορας Νικηφόρος Α' κάλεσε τον Νικηφόρο να πάρει τη θέση του πατριάρχη. Το 873 μΧ. στον αυτοκρατορικό θρόνο ανήλθε ο δυσσεβής Λέων Ε' ο Αρμένιος, ο οποίος κίνησε διωγμό κατά των αγίων εικόνων. Ο Νικηφόρος έδωσε σκληρούς αγώνες για να προστατέψει την Ορθοδοξία, προκαλώντας τη μήνιν του αυτοκράτορα, ο οποίος το 875 τον απομάκρυνε από τον πατριαρχικό θρόνο. 'Έπειτα από χρόνια εξορίας, και αφού έδωσε σκληρές μάχες για να διαφυλάξει την πίστη του, ο Νικηφόρος παρέδωσε το πνεύμα του.

Ο όσιος Νικηφόρος γεννήθηκε στα Καρδάμυλα της Χίου το 1750 από ευσεβείς γονείς. Αφιερώθηκε από τους γονείς του στην εκκλησία για να διασωθεί από το λοιμό. Μπήκε στη Νέα Μονή σαν δόκιμος, διακρίθηκε για την ευφυΐα του γι' αυτό εστάλη στη χώρα για σπουδές. Το 1802 ανέλαβε τη διεύθυνση της Νέας Μονής και συνέγραψε την ιστορία της. Πέθανε το 1821 αφού έζησε όσια ζωή.

Η Εκκλησία μας ( 13 Μαρτίου) μνημονεύει την ανακομιδή του λειψάνου του πατέρα μας Νικηφόρου, πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως, την οποία και επιμελήθηκαν οι ευσεβείς αυτοκράτορες Θεοδώρα και Μιχαήλ και ο πανίερος πατριάρχης Μεθόδιος. Συγκεκριμένα, οι δυο αυτοί αυτοκράτορες ανέλαβαν την εξουσία αμέσως μετά το χριστιανομάχο Θεόφιλο. Με θεία πρόνοια, απομάκρυναν τον Ιωάννη από τον πατριαρχικό θρόνο και στη θέση του διόρισαν τον Μεθόδιο. Από κοινού αποφάσισαν να αποκαταστήσουν την Ορθοδοξία και να αναστηλώσουν Ως άγιες εικόνες. Στη συνέχεια, υποκινούμενοι από την πίστη τους, συμφώνησαν να μεταφέρουν στην Κωνσταντινούπολη το ιερό λείψανο του Νικηφόρου, ο οποίος είχε απομακρυνθεί βίαια από τον πατριαρχικό θρόνο. Έτσι ο Μεθόδιος, ακολουθούμενος από ιερείς και πολλούς πιστούς, μετέβη στη Μονή του Αγίου Θεοδώρου όπου βρισκόταν το άγιο λείψανο και, αφού το προσκύνησε, το τοποθέτησε σε λειψανοθήκη και το μετέφερε με το βασιλικό πλοίο στην Κωνσταντινούπολη. Εκεί το ασπάστηκαν οι Βασιλείς και η Σύγκλητος και στη συνέχεια το απέθεσαν στη Μεγάλη Εκκλησία. Έπειτα από ολονυκτία αγρυπνία το μετέφεραν στο Ναό των Αγίων Αποστόλων, στις 13 Μαρτίου, την ίδια ημερομηνία που ο Άγιος είχε εξοριστεί. Από τότε η Σύναξή του τελείται στο Ναό αυτό και την αυτή ημερομηνία.

Ο Άγιος Νικηφόρος έζησε επί αυτοκρατορίας Βαλεριανού και Γαλλιηνού. Ο Νικηφόρος συνδεόταν στενά με ένα ιερέα, τον Σαπρίκιο, ο οποίος όμως μίσησε τον Άγιο πιστεύοντας τα λόγια ενός συκοφάντη. Ο Νικηφόρος ζητούσε επανειλημμένα από τον ιερέα να τον συγχωρήσει, μάταια όμως. Το 257 μ Χ. άρχισε ανελέητος διωγμός των χριστιανών και ανάμεσα στους συλληφθέντες ήταν και ο Σαπρίκιος, ο οποίος βασανίσθηκε σκληρά. Όταν οι ειδωλολάτρες αποφάσισαν να αποκεφαλίσουν τον Σαπρίκιο, ο Νικηφόρος έτρεξε κοντά του, έπεσε στα πόδια του και ζητούσε να συμφιλιωθεί μαζί του, υπενθυμίζοντας του τη διδασκαλία του Χριστού για συγχώρεση. Η άρνηση και η αδιαλλαξία του Σαπρίκιου τον έκαναν ανάξιο στα μάτια του θεού να θυσιαστεί για χάρη Του. Χωρίς πλέον τη δύναμη της θείας Χάρης δεν άντεξε τα βασανιστήρια και όταν ήρθε η ώρα να τον αποκεφαλίσουν ο Σαπρίκιος λύγισε και ζήτησε να θυσιάσει στα είδωλα. Ο Νικηφόρος τον παρακαλούσε να μην αρνηθεί την πίστη του και τελικά οι δήμιοι αποκεφάλισαν τον Νικηφόρο, που έτσι αξξιώθηκε του μαρτυρικού στεφάνου.

Ο Άγιος Νικόλαος έδρασε την εποχή των αυτοκρατόρων Διοκλητιανού, Μαξιμιανού και Μεγάλου Κωνσταντίνου. Στην αρχή αφιερώθηκε στον ασκητικό βίο, λόγω όμως της ξεχωριστής αρετής του τιμήθηκε -χωρίς να το επιδιώξει- με το αξίωμα του αρχιεπισκόπου Μύρων. Από τη θέση αυτή καθοδηγούσε με αγάπη το ποίμνιο του και ομολογούσε με παρρησία την αλήθεια. Για το λόγο αυτό συνελήφθη από τους τοπικούς άρχοντες και ρίχτηκε στη φυλακή. Όταν όμως ανήλθε στον αυτοκρατορικό θρόνο ο Μέγας Κωνσταντίνος ελευθερώθηκαν όλοι οι χριστιανοί και έτσι ο Νικόλαος επανήλθε στο αξίωμα του. Μάλιστα έλαβε μέρος και στην Α' Οικουμενική Σύνοδο, όπου ξεχώρισε για τη σοφία και την ηθική του τελειότητα. Προικισμένος με το χάρισμα της θαυματουργίας έσωσε πολλούς ανθρώπους και όσο ήταν εν ζωή αλλά και μετά την κοίμηση του. Για παράδειγμα, όταν κάποτε κινδύνευσε κάποιος ταξιδιώτης στη θάλασσα -λόγω σφοδρών ανέμων- και επικαλέστηκε τη βοήθεια του Αγίου σώθηκε, και μάλιστα ενώ βρισκόταν στη μέση του πελάγους βρέθηκε αβλαβής στο σπίτι του. Το μέγιστο αυτό θαύμα έγινε αμέσως γνωστό στην Κωνσταντινούπολη και ο λαός της πόλης προσήλθε αμέσως σε λιτανεία και αγρυπνία προκειμένου να υμνήσει το θαυματουργό Άγιο.

Οι Άγιοι Ραφαήλ, Νικόλαος και Ειρήνη, μαρτύρησαν το 1463 στη θέρμη της Λέσβου (9/4-Τρίτη Διακαιν.). Ο Άγιος Ραφαήλ εξ Ιθάκης έγινε μοναχός. Το 1453 μόναζε μαζί με τον Νικόλαο στη Μακεδονία. Ήρθαν στη Λέσβο το 1454 στη Μονή Θεοτόκου. Το 1463 μαρτύρησαν από τους Τούρκους. Τον μεν Ραφαήλ τον έκοψαν με πριόνι από το στόμα, τον δε Νικόλαο θανάτωσαν με φρικτά βασανιστήρια. Μαζί μαρτύρησε και ένα δωδεκάχρονο κορίτσι η Ειρήνη κόρη του προεστού της θέρμης. Την έκαψαν ζωντανή σε ένα πιθάρι μπροστά στους γονείς της. Γιορτάζονται στην ομώνυμη Ιερά Μονή της Λέσβου.

Ο Άγιος Σεβαστιανός και οι συν αυτώ Ζωή, Τραγκυλίνος, Νικόστρατος, Κλαύδιος, Κάστωρ και Τιρβούτιος, Κάστουλος, Μαρκελλίνος και Μάρκος έζησαν την εποχή που ήταν αυτοκράτορες ο Διοκλητιανός και ο Μαξιμιανός. Ο Σεβαστιανός ήταν ευσεβής και ενάρετος και καθ' όλη τη ζωή του διακήρυττε την αλήθεια οδηγώντας πολλούς στη χριστιανοσύνη. Ο Μαρκελλίνος και ο Μάρκος, γιοι του ειδωλολάτρη Τρογκυλίνου, διδάχθηκαν και εν συνεχεία ομολόγησαν τη χριστιανική πίστη και για το λόγο αυτό υπέστησαν φρικτά βασανιστήρια. Όταν οι ειδωλολάτρες θέλησαν να τους αποκεφαλίσουν, οι γονείς τους προσπάθησαν να τους πείσουν να αρνηθούν τον Χριστό για να σώσουν τις ζωές τους. Τότε όμως παρενέβη ο Σεβαστιανός, ο οποίος εμψύχωσε τους νέους και μάλιστα προσέλκυσε στη χριστιανική πίστη τον πατέρα τους. Στη συνέχεια ο ίδιος, ο πρώην ειδωλολάτρης Τραγκυλίνος, οδήγησε στο δρόμο της αλήθειας το στυγνό έπαρχο. Λίγα χρόνια αργότερα ο Σεβαστιανός, ο Τραγκυλίνος, οι γιοι του καθώς και οι χριστιανοί Ζωή, Νικόστρατος, Κλαύδιος, Κάστωρ και Τιβούρτιος συνελήφθησαν και ομολόγησαν την πίστη τους στον Χριστό. Οι Άγιοι, έπειτα από φρικτά βασανιστήρια, βρήκαν μαρτυρικό θάνατο και ανήλθαν στεφανηφόροι στην αιώνια βασιλεία.

Οι τριάντα τρεις μάρτυρες έζησαν την εποχή που αυτοκράτορες των Ρωμαίων ήταν ο Διοκλητιανός και ο Μαξιμιανός. Πρώτος συνελήφθη για την πίστη του ο Ιέρων, ο οποίος καταγόταν από τα Τύανα της Καππαδοκίας και ασκούσε το επάγγελμα του γεωργού. Όταν ξέσπασε ο διωγμός κατά των χριστιανών ο έπαρχος Αγρικόλας, που γνώριζε καλά ότι ο Ιερών κήρυττε τον ευαγγελικό λόγο σε κάθε ευκαιρία, διέταξε να τον συλλάβουν και να τον οδηγήσουν ενώπιον του προκειμένου να τον ανακρίνει ο ίδιος. Μπροστά στον έπαρχο ο Ιερών δεν ένιωσε φόβο, αλλά γενναία ομολόγησε την πίστη του στον Ιησού Χριστό. Έπειτα από την ομολογία αυτή ο Αγρικόλας διέταξε να βασανίσουν τον Άγιο και να του κόψουν το αριστερό του χέρι. Ο Ιερών υπέστη τρομερά βασανιστήρια, αλλά δε λύγισε, παρά υπέμενε τα μαρτύρια του με υποδειγματική καρτερία. Λίγες μέρες αργότερα συνελήφθησαν και οι χριστιανοί Νίκανδρος, Ησύχιος, Βάραχος, Μαξιμιανός, Καλλίνικος, Ξάντικος, Αθανάσιος, Θεόδωρος, Δουκίτιος, Ευγένιος, Θεόφιλος, Ουαλέριος, Θεόδοτος, Καλλίμαχος, Ιλάριος, Γιγάντιος, Λογγίνος, Θεμέλιος, Ευτύχιος, Διόδοτος, Καστρίκιος, Θεαγένης, Μάμας, Νίκων, Θεόδουλος, Βοστρύκιος, Ουίκτωρ, Δωρόθεος, Κλαυδιανός, Επιφάνιος, Ανίκητος και Ιέρων, οι οποίοι την επομένη αποκεφαλίσθηκαν μαζί με τον Ιέρωνα.

Ο Άγιος Νίκων έδρασε την εποχή του ηγεμόνα Κυντιανού και καταγόταν από την επαρχία της Νεαπόλεως της Ιταλίας. Εκτός από τα ηθικά και πνευματικά του χαρίσματα ο Άγιος ξεχώριζε για το σθένος του και τις στρατιωτικές του ικανότητες. Σε μια κρίσιμη μάχη, μάλιστα, ζήτησε τη βοήθεια του Κυρίου, ενθυμούμενος τις συμβουλές της χριστιανής μητέρας του. Μετά τη μάχη, επέστρεψε στο σπίτι του νικητής αλλά και αποφασισμένος να βαπτισθεί και να αφοσιωθεί στη διάδοση της χριστιανικής αλήθειας. Ξεκίνησε έτσι για την περιοχή της Κωνσταντινουπόλεως, έκανε όμως την πρώτη του στάση στη Χίο, όπου και παρέμεινε μερικές μέρες νηστεύοντας και αγρυπνώντας. Στη συνέχεια και κατόπιν θείας εντολής αποσύρθηκε στο όρος Γόνου, όπου συνάντησε κάποιο μοναχό, ο οποίος τον βάπτισε και τον χειροτόνησε ιερέα και έπειτα επίσκοπο. Στην περιοχή αυτή συυγκεντρώθηκαν και άλλοι μοναχοί, οι οποίοι, υπό την προστασία του Αγίου, διέλαμψαν με τα σημαντικά έργα τους. Έφυγαν όμως από εκεί όλοι μαζί και πήγαν στην Ιταλία, όπου δέχθηκαν την επίθεση του ηγεμόνα και, αφού συνελήφθησαν, οδηγήθηκαν σε φρικτά βασανιστήρια. Ο Άγιος Νίκων δαρείς ανηλεώς ετελειώθη και έλαβε από τον Κύριο το στέφανο του μαρτυρίου.

Οι Άγιες Μηνοδώρα, Μητροδώρα και Νυμφοδώρα ήταν αδελφές. Από μικρή ηλικία αφοσιώθηκαν στην υπηρεσία του Κυρίου. Η σωφροσύνη τους και οι αρετές τους τις έκαναν ιδιαίτερα αγαπητές ανάμεσα στους χριστιανούς. Μάλιστα οι τρεις αδελφές άφησαν για την αγάπη του Χρίστου την πόλη τους και πήγαν σε μια τοποθεσία από όπου ανέβλυζαν τα θερμά νερά των Πυθίων για να ησυχάσουν. Στον τόπο αυτό ασκήθηκαν στην εγκράτεια και σε κάθε χριστιανική αρετή και γι' αυτό έλαβαν από τον θεό το χάρισμα να θαυματουργούν. Χάρη στις τρεις αδελφές πολλοί χριστιανοί βρήκαν θεραπεία σε ασθένειες που τους βασάνιζαν. Όταν όμως ένας ειδωλολάτρης ηγεμόνας, ο Φρόντων, πληροφορήθηκε τη χριστιανική δράση των γυναικών, έστειλε στρατιώτες του για να τις συλλάβουν. Οι αδελφές δε φοβήθηκαν μπροστά στις απειλές του αυτοκράτορα και με θάρρος ομολόγησαν την πίστη τους. Ο Φρόντων διέταξε τα πιο φριχτά βασανιστήρια για τις τρεις γυναίκες, οι οποίες παρέδωσαν ένδοξα το πνεύμα τους στον Κοριό. Όταν μάλιστα ο Φρόντων θέλησε να ρίξει στην πυρά τα λείψανα τους, μια καταρρακτώδης βροχή έσβησε τη φωτιά.


Κύριε είσαι παντογνώστης. Γνωρίζεις πολύ καλά ότι Σε αγαπώ. Αξίωσέ με να Σε υπηρετώ με αφοσίωση και με αγάπη μέχρι την τελευταία μου αναπνοή.

Άβαταρ μέλους
ΦΩΤΗΣ
Δημοσιεύσεις: 10100
Εγγραφή: Κυρ Αύγ 19, 2012 12:18 pm
Τοποθεσία: ΑΓΙΟΣ ΙΩΑΝΝΗΣ ΡΕΝΤΗ

Re: ΒΙΟΙ ΑΓΙΩΝ

Δημοσίευσηαπό ΦΩΤΗΣ » Κυρ Ιουν 29, 2014 9:54 am

Οι τριάντα τρεις μάρτυρες έζησαν την εποχή που αυτοκράτορες των Ρωμαίων ήταν ο Διοκλητιανός και ο Μαξιμιανός. Πρώτος συνελήφθη για την πίστη του ο Ιέρων, ο οποίος καταγόταν από τα Τύανα της Καππαδοκίας και ασκούσε το επάγγελμα του γεωργού. Όταν ξέσπασε ο διωγμός κατά των χριστιανών ο έπαρχος Αγρικόλας, που γνώριζε καλά ότι ο Ιερών κήρυττε τον ευαγγελικό λόγο σε κάθε ευκαιρία, διέταξε να τον συλλάβουν και να τον οδηγήσουν ενώπιον του προκειμένου να τον ανακρίνει ο ίδιος. Μπροστά στον έπαρχο ο Ιερών δεν ένιωσε φόβο, αλλά γενναία ομολόγησε την πίστη του στον Ιησού Χριστό. Έπειτα από την ομολογία αυτή ο Αγρικόλας διέταξε να βασανίσουν τον Άγιο και να του κόψουν το αριστερό του χέρι. Ο Ιερών υπέστη τρομερά βασανιστήρια, αλλά δε λύγισε, παρά υπέμενε τα μαρτύρια του με υποδειγματική καρτερία. Λίγες μέρες αργότερα συνελήφθησαν και οι χριστιανοί Νίκανδρος, Ησύχιος, Βάραχος, Μαξιμιανός, Καλλίνικος, Ξάντικος, Αθανάσιος, Θεόδωρος, Δουκίτιος, Ευγένιος, Θεόφιλος, Ουαλέριος, Θεόδοτος, Καλλίμαχος, Ιλάριος, Γιγάντιος, Λογγίνος, θεμέλιος, Ευτύχιος, Διόδοτος, Καστρίκιος, Θεαγένης, Μάμας, Νίκων, Θεόδουλος, Βοστρύκιος, Ουίκτωρ, Δωρόθεος, Κλαυδιανός, Επιφάνιος, Ανίκητος και Ιέρων, οι οποίοι την επομένη αποκεφαλίσθηκαν μαζί με τον Ιέρωνα.

Ξένη Οσία - Καταγόταν από την Ρώμη, αλλά έδρασε στην πόόλι των Μυλασών. Λίγο πριν τον γάμο της, εγκατέλειψε την κοσμική ζωή και με δύο θεραπαινίδες αποσύρθηκε στα Μύλαισα για να χτίσει ιερό ναό, αλλά και μοναστήρι όπου και ασκήτευσε. Όταν εντεφιάσθηκε και ενώ ήταν μεσημέρι φανερώθηκε σταυρός σχηματισμένος από αστέρια, ο οποίος σαν θείο στεφάνι περιέλουσε τον τάφο της. Το θεϊκό σημάδι εξαφανίστηκε αμέσως μετά τον ενταφιασμό της. Ότι γνωρίζουμε για την Αγία Ξένη το αποκάλυψε στις μοναχές του μοναστηριού μία εκ των θεραπαινίδων της, λίγο προτού πεθάνει.

Ξενοφών 'Αγιος - Μεγαλούργησε στην Κωνσταντινούπολι, όταν αυτοκράτορας ήταν ο Ιουστινιανός. Με την γυναίκα του Μαρία και τα παιδιά του Αρκάδιο και Ιωάννη ακολούθησαν τον δρόμο του Κυρίου. Όταν έστειλε να σπουδάσουν τα παιδιάτου, αυτά χάθηκαν σε ένα ναυάγιο. Πήγε μαζί με την γυναίκα του να τα ψάξει. Όταν τα βρήκε, είδε ότι και τα δυό του παιδιά ήταν αφιερωμένα στον μοναχικό βίο. Τότε και αυτός με την γυναίκα του μαζί, έγιναν μοναχοί. Ο Θεός εκτιμώντας τον ενάρετο βίο του, του έδωσε το χάρισμα να κάνει θαύματα. Εκοιμήθη με την γυναίκα του, εν ειρήνη.

Οι Άγιοι Λαυρέντιος, Ξυστός και Ιππόλυτος έζησαν και μαρτύρησαν κατά την εποχή που αυτοκράτορας ήταν ο Δέκιος (249-251 μΧ.). Λίγο προτού ξεκινήσει ο διωγμός εναντίον των χριστιανών ο πάπας Ρώμης Ξυστός, ο οποίος καταγόταν από την Αθήνα, παρέδωσε τα ιερά σκεύη της Εκκλησίας στον αρχιδιάκονο Λαυρέντιο. 'Έπειτα από λίγο καιρό ο Ξυστός συνελήφθη από τον Δέκιο, μπροστά στον οποίο ομολόγησε την πίστη του στον Χριστό. Ο αυτοκράτορας διέταξε τότε τον αποκεφαλισμό του Ξυστού και τη σύλληψη του αρχιδιακόνου του. Όταν ο Λαυρέντιος οδηγήθηκε στον Δέκιο, εκείνος του ζήτησε τα ιερά σκεύη της Εκκλησίας, τα οποία ο Λαυρέντιος είχε πουλήσει για να μοιράσει τα χρήματα στους φτωχούς. Έτσι, ο Λαυρέντιος πήρε τις άμαξες τις οποίες του είχαν δώσει για να φορτώσει τους θησαυρούς της Εκκλησίας και έβαλε σε αυτές τους φτωχούς στους οποίους είχε μοιράσει τα χρήματα. Μόλις αντίκρισαν το θέαμα οι ειδωλολάτρες εξοργίσθηκαν και έβαλαν τον Λαυρέντιο πάνω σε σχάρα, κάτω από την οποία έκαιγαν κάρβουνα. Όταν αργότερα ο Ιππόλυτος, ένας ευσεβής χριστιανός, παρέλαβε το τίμιο λείψανο του Λαυρεντίου ο Δέκιος διέταξε να τον θανατώσουν.
________________________________________


Κύριε είσαι παντογνώστης. Γνωρίζεις πολύ καλά ότι Σε αγαπώ. Αξίωσέ με να Σε υπηρετώ με αφοσίωση και με αγάπη μέχρι την τελευταία μου αναπνοή.

Άβαταρ μέλους
ΦΩΤΗΣ
Δημοσιεύσεις: 10100
Εγγραφή: Κυρ Αύγ 19, 2012 12:18 pm
Τοποθεσία: ΑΓΙΟΣ ΙΩΑΝΝΗΣ ΡΕΝΤΗ

Re: ΒΙΟΙ ΑΓΙΩΝ

Δημοσίευσηαπό ΦΩΤΗΣ » Δευτ Ιουν 30, 2014 8:20 pm

Οι Άγιοι Ολυμπάς, Ροδίων, Σωσίπατρος, Τέρτιος, Έραστος και Κουάρτος ανήκουν στους εβδομήντα Αποστόλους του Ιησού Χριστού. Αφιέρωσαν τη ζωή τους στο κήρυγμα του ευαγγελικού λόγου, προσελκύοντας πολλούς ειδωλολάτρες στη χριστιανική πίστη. Ο Σωσίπατρος χειροτονήθηκε επίσκοπος Ικονίου, όπου και παρέδωσε το πνεύμα του εν ειρήνη, έχοντας προηγουμένως επιτελέσει αξιοθαύμαστο έργο. Ο 'Έραστος ήταν επίσκοπος Πανεάδος. Αφού υπήρξε άριστος ποιμένας των χριστιανών τους οποίους του εμπιστεύθηκε ο θεός, εξεδήμησε ειρηνικά προς τον Κύριον. Ο Κουάρτος υπήρξε επίσκοπος Βηρυτού. Ετελειώθη ειρηνικά, έχοντας οδηγήσει στο δρόμο της σωτηρίας πολλούς ειδωλολάτρες. Οι Άγιοι Ολυμπάς και Ροδίων έλαβαν τον δι' αποκεφαλισμού θάνατον στο μεγάλο διωγμό του Νέρωνα.

Η Ολυμπιάδα έζησε την εποχή των πατριαρχών Νεκταρίου και Αγίου Ιωάννου του Χρυσόστομου. Η οικογένεια της την εφοδίασε με πολλά πνευματικά και υλικά αγαθά, τα οποία επιστράτευσε στην υπηρεσία του χριστιανισμού. Ήταν μνηστευμένη, αλλά έχασε τον μνηστήρα της πολύ νέα. Τότε αποφάσισε να αφοσιωθεί στην Εκκλησία, αρνούμενη τις εγκόσμιες απολαύσεις. Τα πλούτη της τα προσέφερε στον Ιωάννη τον Χρυσόστομο και με την καθοδήγηση του ίδρυσε στη συνέχεια μοναστήρι. Πέθανε ενώ ήταν εξόριστη στη Νικομήδεια και πέρασε στην αιώνια βασιλεία.

Ο Άγιος Ονήσιμος ήταν δούλος στο σπίτι του Ρωμαίου πολίτη Φιλήμονα, ο οποίος είχε διδαχθεί τη χριστιανική πίστη από τον Απόστολο Παύλο. Ο Ονήσιμος δραπέτευσε από το σπίτι του Φιλήμονα, αφού πρώτα καταχράστηκε ένα ποσό, και πήγε στη Ρώμη. Όταν βρισκόταν εκεί, έμαθε ότι ο Απόστολος Παύλος, από το λόγο του οποίου πολύ είχε εντυπωσιαστεί ο Ονήσιμος, ήταν υπόδικος. Τότε αποφάσισε να συναντήσει τον Απόστολο, από τον οποίο και διδάχθηκε την πίστη στον Χριστό. Ο Αγιος αφιερώθηκε με ζήλο στην υπηρεσία του θεού, αλλά και του Απόστολου Παύλου. Όταν όμως ο Παύλος μαρτύρησε, ο Ονήσιμος συνελήφθη και εξορίστηκε για να σταματήσει να υπηρετεί το χριστιανισμό. Όμως ο Αγιος δεν απαρνήθηκε την πίστη του και συνέχισε να κηρύττει το λόγο του θεού. Όταν ο έπαρχος Τέρτυλλος επισκέφθηκε τον τόπο της εξορίας του Ονησίμου, οργίσθηκε από τη χριστιανική δράση του και διέταξε τα βασανιστήρια του. Αφού οι ειδωλολάτρες πλήγωσαν το σώμα του με βάναυσο τρόπο, ο Αγιος Ονήσιμος παρέδωσε το πνεύμα τουυ στο Δημιουργό του, λαμβάνοντας το στέφανο του μαρτυρίου.

Οι Άγιοι Φιλήμων, Απφία, Άρχιππος και Ονήσιμος έζησαν και μαρτύρησαν όταν αυτοκράτορας των Ρωμαίων ήταν ο Νέρων (54-68 μΧ). Ο Φιλήμων και η Απφία ήταν σύζυγοι, ο Άρχιππος συγγενής τους και ο Ονήσιμος υπηρέτης του ζεύγους. Ήταν όλοι αρχικά ειδωλολάτρες, αλλά προσήλθαν στη χριστιανική πίστη από τον Απόστολο Παύλο. Έκτοτε οι Άγιοι αφοσιώθηκαν στη διάδοση του Ευαγγελίου και στη φιλανθρωπική δράση, μοιράζοντας τα υπάρχοντα τους στους φτωχούς. Κάποτε οι Άγιοι, ενώ ήταν συγκεντρωμένοι στην εκκλησία τους και προσεύχονταν στον θεό, πληροφορήθηκαν ότι οι ειδωλολάτρες ετοιμάζονταν να κάνουν έφοδο και να τους συλλάβουν. Αρκετοί χριστιανοί έφυγαν φοβισμένοι, όμως ο Φιλήμων, η Απφία, ο Ονήσιμος και ο Άρχιππος παρέμειναν στην εκκλησία, προετοιμασμένοι για ό,τι θα ακολουθούσε. Πράγματι, οι Άγιοι συνελήφθησαν και οδηγήθηκαν στον ηγεμόνα Ανδροκλέα, ενώπιον του οποίου ομολόγησαν την πίστη τους στον Χριστό. Μετά από αυτό ο Ανδροκλέας διέταξε να βασανισθούν σκληρά. Καθ' όλη τη διάρκεια των μαρτυρίων τους οι δήμιοι προσπαθούσαν να τους πείσουν να θυσιάσουν στα είδωλα, όμως οι Άγιοι αρνούνταν δοξολογώντας τον Κύριο. Αφού υπέμειναν πολλά βασανιστήρια, οι Άγιοι ετελειώθησαν δια λιθοβολισμού.

Ο Άγιοι Ονησιφόρος και Πορφύριος μαρτύρησαν την εποχή του αυτοκράτορα Διοκλητιανού. Υπήρξαν ευσεβή μέλη της Εκκλησίας και καθημερινά διακινδύνευαν τη ζωή τους συλλέγοντας και ενταφιάζοντας τα λείψανα των χριστιανών που θανάτωναν οι ειδωλολάτρες. Όταν η δράση τους αυτή έγινε γνωστή συνελήφθησαν και ανακρίθηκαν από τους ειδωλολάτρες, στους οποίους οι Άγιοι δε δίστασαν να ομολογήσουν την πίστη τους στον Χριστό. Οι δυο άνδρες υποβλήθηκαν σε πολλά βασανιστήρια μετά την ομολογία τους και βρήκαν τραγικό θάνατο. Συγκεκριμένα, οι ειδωλολάτρες τους έδεσαν πίσω από άγρια άλογα που άρχισαν να καλπάζουν, προκαλώντας το θάνατο των Αγίων.

Τη σημερινή ημέρα τελούμε την ανάμνηση των Αγίων Αποστόλων Σωσθένους, Ατπτολώ, Κηφά, Τυχικού, Επαφροδίτου, Καίσαρος και Ονησιφόρου. Ο Σωσθένης, που μνημονεύεται και από τον Απόστολο Παύλο, έγινε επίσκοπος Κολοφώνος της Μ. Ασίας. Και όλοι οι υπόλοιποι διετέλεσαν επίσκοποι σε διάφορες περιοχές και εποίμαναν με αγάπη και ταπεινοφροσύνη του λαό του θεού, ξεπερνώντας κάθε πειρασμό που παρουσιαζόταν στο δρόμο τους. Αγωνίσθηκαν μάλιστα κατά της ειδωλολατρίας, προσφέροντας σημαντικά έργα στην Εκκλησία μας. Όταν ολοκλήρωσαν την ιερή αποστολή τους εξεδήμησαν προς Κύριον.

Ο όσιος Ονούφριος καταγόταν από την Περσία. Από πολύ νωρίς εξέφρασε την επιθυμία να αφιερωθεί ολοκληρωτικά στον Κοριό. Αρνήθηκε τις εγκόσμιες απολαύσεις και εντάχθηκε σε μια κοινοβιακή αδελφότητα. Στο κοινόβιο αυτό, που βρισκόταν στην Ερμούπολη των Θηβών, πήρε τα πρώτα μαθήματα άσκησης και εγκράτειας. Χάρη στη βαθιά πίστη και την ταπεινοφροσύνη του ξεχώρισε ανάμεσα στους αδελφούς που τον περιέβαλαν με την απεριόριστη αγάπη και το θαυμασμό τους. Όταν άκουσε για πρώτη φορά το βίο του προφήτη Ηλία και του Ιωάννη του Προδρόμου, θέλησε να φύγει για την έρημο, μιμούμενος τη ζωή των εκεί ασκητών. Πρότυπο ασκητικής ζωής, ο Ονούφριος έμεινε στην έρημο, και μάλιστα επί εξήντα χρόνια δε συνάντησε άνθρωπο. Κάποτε ο μοναχός Παφνούτιος, που ταξίδευε στην έρημο μέρες προκειμένου να συναντήσει κάποιον ασκητή, βρήκε τον Ονούφριο κάτω από ένα φοίνικα. Έμαθε τα πάντα για το βίο του ασκητή, ο οποίος άφησε την τελευταία του πνοή μπροστά στον Παφνούτιο. Εκείνος τότε έθαψε το άγιο λείψανο κάτω από το φοίνικα.

Ο Άγιος Ορέστης καταγόταν από τα Τύανα της Καππαδοκίας. Έζησε και μαρτύρησε όταν αυτοκράτορας των Ρωμαίων ήταν ο Διοκλητιανός. Ήταν γνωστός για τη δύναμη της πίστης του και τη χριστιανική του δράση και γι' αυτό συνελήφθη από τον ηγεμόνα Μαξιμίνο, ο οποίος προσπάθησε να τον πείσει να αρνηθεί την πίστη του. Μπροστά στην άρνηση του Ορέστη ο Μαξιμίνος διέταξε το βασανισμό του. Ο Άγιος Ορέστης βρήκε μαρτυρικό θάνατο. Συγκεκριμένα, ετελειώθη όταν οι ειδωλολάτρες τον έδεσαν σε άλογο, το οποίο τον έσυρε για αρκετά χιλιόμετρα στο έδαφος.

Οι Άγιοι Ευστράτιος, Αυξέντιος, Ευγένιος, Μαρδάριος και Ορέστης έζησαν και μαρτύρησαν όταν αυτοκράτορας των Ρωμαίων ήταν ο Διοκλητιανός. Ήταν όλοι ευσεβείς και ενάρετοι και ανέπτυξαν πλούσια χριστιανική δράση. Ο Αγιος Ευστράτιος διετέλεσε ανώτερος αξιωματικός, θέλοντας να δοξάσει το όνομα του Χριστού και να διακηρύξει την αλήθεια παρουσιάστηκε στο δούκα Λυσία και ενώπιον του ομολόγησε την πίστη του με θαυμαστή παρρησία. Έπειτα από την ομολογία του Ευστρατίου, ο δούκας διέταξε να τον βασανίσουν. Ο Αγιος βρήκε μαρτυρικό θάνατο μέσα σε πύρινο κολαστήριο. Μαρτυρικό θάνατο υπέστη και ο συμπολίτης του και ιερέας Αυξέντιος, ο οποίος επειδή δεν υπέκυψε στις πιέσεις των ειδωλολατρών να αλλαξοπιστήσει θανατώθηκε με αποκεφαλισμό. Ο Μαρδάριος συνελήφθη επίσης από τον Λυσία, που προσπάθησε να τον πείσει να αρνηθεί τον Χριστό. Αντιμετώπισε όμως την ακλόνητη πίστη του Αγίου και γι' αυτό διέταξε να βασανισθεί και να θανατωθεί. Τέλος, ο Ευγένιος και ο Ορέστης, αφού ομολόγησαν ότι ο Ιησούς Χριστός είναι ο μόνος και αληθινός θεός, παρέδωσαν το πνεύμα τους στον Κύριο με μαρτυρικό θάνατο. Συγκεκριμένα ο Ευγένιος ετελέφθη ύστερα από φρικτά βασανιστήρια, ενώ ο Ορέστης θανατώθηκε σε πυρακτωμένο κρεβάτι.

Ο Άγιος Ουάρος ήταν από τα Τύανα και καταγόταν από οικογένεια επιφανή. Ο ίδιος ήταν χριστιανός και διακρινόταν για τις αρετές και τον ευσεβή βίο του. Μαρτύρησε στα χρόνια που αυτοκράτορες των Ρωμαίων ήταν ο Διοκλητιανός και ο Μαξιμιανός, στο στρατό των οποίων υπηρετούσε ως στρατιώτης. Οι συστρατιώτες και οι αξιωματικοί του δε γνώριζαν ότι ήταν χριστιανός, γεγονός που του επέτρεπε να επισκέπτεται στις φυλακές τους χριστιανούς που μαρτυρούσαν για την πίστη τους χωρίς να κινεί καμία υποψία. Κάποια στιγμή οι ειδωλολάτρες συνέλαβαν και φυλάκισαν επτά ασκητές, τους οποίους ο Ουάρος φρόντιζε όπως και τους υπόλοιπους χριστιανούς. Όμως ένας από αυτούς δεν άντεξε στη δοκιμασία και εξεδήμησε προς Κύριον. Όταν, λοιπόν, οι έξι ασκητές οδηγήθηκαν στον ηγεμόνα αυτός ρώτησε ποιος ήταν ο έβδομος. Τότε ο Ουάρος απάντησε πως ο έβδομος ασκητής ήταν αυτός και ομολόγησε την πίστη του στον Χριστό. Οι αξιωματικοί του προσπάθησαν να τον μεταπείσουν, αλλά μάταια. Ο Ουάρος είχε πάρει την απόφαση του να πεθάνει μαζί με τους άλλους χριστιανούς. Πράγματι, την επόμενη μέρα αποκεφαλίσθηκε μαζί με τους έξι ασκητές. Το τίμιο λείψανο του ετάφη από ευλαβείς χριστιανούς.

Οι τριάντα τρεις μάρτυρες έζησαν την εποχή που αυτοκράτορες των Ρωμαίων ήταν ο Διοκλητιανός και ο Μαξιμιανός. Πρώτος συνελήφθη για την πίστη του ο Ιέρων, ο οποίος καταγόταν από τα Τύανα της Καππαδοκίας και ασκούσε το επάγγελμα του γεωργού. Όταν ξέσπασε ο διωγμός κατά των χριστιανών ο έπαρχος Αγρικόλας, που γνώριζε καλά ότι ο Ιερών κήρυττε τον ευαγγελικό λόγο σε κάθε ευκαιρία, διέταξε να τον συλλάβουν και να τον οδηγήσουν ενώπιον του προκειμένου να τον ανακρίνει ο ίδιος. Μπροστά στον έπαρχο ο Ιερών δεν ένιωσε φόβο, αλλά γενναία ομολόγησε την πίστη του στον Ιησού Χριστό. Έπειτα από την ομολογία αυτή ο Αγρικόλας διέταξε να βασανίσουν τον Άγιο και να του κόψουν το αριστερό του χέρι. Ο Ιερών υπέστη τρομερά βασανιστήρια, αλλά δε λύγισε, παρά υπέμενε τα μαρτύρια του με υποδειγματική καρτερία. Λίγες μέρες αργότερα συνελήφθησαν και οι χριστιανοί Νίκανδρος, Ησύχιος, Βάραχος, Μαξιμιανός, Καλλίνικος, Ξάντικος, Αθανάσιος, Θεόδωρος, Δουκίτιος, Ευγένιος, Θεόφιλος, Ουαλέριος, Θεόδοτος, Καλλίμαχος, Ιλάριος, Γιγάντιος, Λογγίνος, Θεμέλιος, Ευτύχιος, Διόδοτος, Καστρίκιος, Θεαγένης, Μάμας, Νίκων, Θεόδουλος, Βοστρύκιος, Ουίκτωρ, Δωρόθεος, Κλαυδιανός, Επιφάνιος, Ανίκητος και Ιέρων, οι οποίοι την επομένη αποκεφαλίσθηκαν μαζί με τον Ιέρωνα.

Οι Άγιοι Στάχυς, Απελλής, Αμπλίας, Ουρβανός, Νάρκισσος και Αριστόβουλος ανήκαν στους εβδομήντα Αποστόλους του Κυρίου. Πρόσφεραν όλοι ανεκτίμητο αποστολικό έργο, κηρύττοντας μέχρι το τέλος της ζωής τους τον ευαγγελικό λόγο. Μάλιστα, οι Άγιοι Αμπλίας, Ουρβανός και Νάρκισσος αξιώθηκαν να μαρτυρήσουν για τη δόξα του Χριστού. Συγκεκριμένα, ο Άγιος Στάχυς χειροτονήθηκε από τον Απόστολο Ανδρέα πρώτος επίσκοπος Βυζαντίου. Αφού ποίμανε για δεκαέξι χρόνια στην εκκλησία την οποία έχτισε ο ίδιος, απεβίωσε ειρηνικά. Ο Απελλής, επίσκοπος Ηράκλειας, ανεπαύθη εν ειρήνη έχοντας οδηγήσει στη χριστιανική πίστη πολλούς ανθρώπους. Οι Άγιοι Αμπλίας και Ουρβανός χειροτονήθηκαν επίσης από τον Απόστολο Ανδρέα επίσκοποι Οδυσσουπόλεως και Μακεδονίας αντίστοιχα. Βρήκαν και οι δυο μαρτυρικό θάνατο από τους ειδωλολάτρες επειδή γκρέμιζαν τα είδωλα. Ο Νάρκισσος έγινε επίσκοπος Αθηνών. Η χριστιανική του δράση και το θερμό του κήρυγμα εξόργισαν τους ειδωλολάτρες, οι οποίοι θανάτωσαν τον Άγιο υποβάλλοντας τον σε φριχτά βασανιστήρια. Τέλος, ο Αριστόβουλος χειροτονήθηκε επίσκοπος Βρετανίας και ποίμανε θεοφιλώς τους χριστιανούς που του εμπιστεύθηκε ο θεός για πολλά χρόνια. Απεβίωσε ειρηνικά.
________________________________________


Κύριε είσαι παντογνώστης. Γνωρίζεις πολύ καλά ότι Σε αγαπώ. Αξίωσέ με να Σε υπηρετώ με αφοσίωση και με αγάπη μέχρι την τελευταία μου αναπνοή.

Άβαταρ μέλους
ΦΩΤΗΣ
Δημοσιεύσεις: 10100
Εγγραφή: Κυρ Αύγ 19, 2012 12:18 pm
Τοποθεσία: ΑΓΙΟΣ ΙΩΑΝΝΗΣ ΡΕΝΤΗ

Re: ΒΙΟΙ ΑΓΙΩΝ

Δημοσίευσηαπό ΦΩΤΗΣ » Τρί Ιούλ 01, 2014 7:45 pm

Ο Άγιος Παγκράτιος καταγόταν από την Αντιόχεια. Οι γονείς του ήταν εύποροι και μετά το θάνατο τους ο Παγκράτιος κληρονόμησε μεγάλη περιουσία, την οποία διέθεσε στους φτωχούς. Το Ευαγγέλιο δίδαξε στον Παγκράτιο ο Απόστολος Πέτρος, ο οποίος και τον χειροτόνησε επίσκοπο Ταυρομενίου. Για την ευσεβή και ενάρετη δράση του, ο Κύριος τίμησε τον Άγιο με το χάρισμα της θαυματουργίας. Ο Παγκράτιος επιτέλεσε πολλά θαύματα και ενέταξε στους κόλπους της Εκκλησίας πλήθος ανθρώπων. Βρήκε όμως μαρτυρικό θάνατο, καθώς λιθοβολήθηκε από Ιουδαίους και ειδωλολάτρες.

Ο όσιος Παΐσιος καταγόταν από την Αίγυπτο και γεννήθηκε το 300 μ.Χ. από γονείς πλούσιους και ευσεβείς. Σε νεαρή ηλικία πήγε στην έρημο στον δάσκαλο Παμβώ, όπου απέκτησε θείες αρετές. Πλήθος ανθρώπων πήγαιναν να ακούσουν λόγια πνευματικά. Σε βαθιά γεράματα κατέβηκε στην κοντινότερη πόλη για να διδάξει. Πέθανε σε προχωρημένη ηλικία και ετάφη στην έρημο. Τα λείψανα του μεταφέρθηκαν στην ομώνυμη Μονή στην Πισιδία.

Παλλάδιος 'Οσιος - 'Ολη του την ζωή την έζησε σ΄ ένα κελί που έχτισε ο ίδιος στο όρος Ίμμη. Είχε το χάρισμα να κάνει θαύματα. Κάποτε ένας έμπορας ληστεύτηκε από έναν ληστή και στην συνέχεια δολοφονήθηκε. Ο ληστής στην συνέχειαπέταξε το σώμα του νεκρού δίπλα στο κελί του Παλλαδίου. Όλοι πίστεψαν ότι τον σκότωσε ο όσιος. Αυτός όμως με την δύναμη του Κυρίου ανέστησε τον πεθαμένο, ο οποίος αποκάλυψε τον πραγματικό δολοφόνο. Εκοιμήθη εν ειρήνη.

Οι μάρτυρες της Εκκλησίας μας Πάμφιλος, Ουάλης, Παύλος, Σέλευκος, Πορφύριος, Ιουλιανός, Θεόδουλος, Ηλίας, Ιερεμίας, Ησαΐας, Σαμουήλ και Δανιήλ μαρτύρησαν κατά τη διάρκεια του σκληρού διωγμού που είχε εξαπολύσει ο Διοκλητιανός κατά των χριστιανών. Οι άγιοι μάρτυρες κατάγονταν από διαφορετικούς τόπους και ασκούσαν διαφορετικά επαγγέλματα, αλλά συνδέονταν με την κοινή πίστη τους στον Χριστό. Όταν ξεκίνησαν από τις πόλεις τους για να πάνε στην Καισαρεία της Παλαιστίνης, οι φρουροί τους σταμάτησαν και ζητούσαν να μάθουν ποιοι ήταν. Οι Άγιοι δεν έκρυψαν ότι είναι χριστιανοί και για το λόγο αυτό συνελήφθησαν. Οδηγήθηκαν ενώπιον του ηγεμόνα Φιρμιλιανού, ο οποίος τους καλούσε επίμονα να αρνηθούν την πίστη τους. Όμως οι Άγιοι μάρτυρες του έδωσαν να καταλάβει πως τίποτα στον κόσμο δεν μπορούσε να τους κάνει να αρνηθούν την αγάπη του Χριστού. Ο Φιρμιλιανός τότε διέταξε να θανατωθούν οι Άγιοι, αφού πρώτα βασανιστούν. Πράγματι, αφού υπέμειναν πολλά βασανιστήρια οι Ηλίας, Ιερεμίας, Ησαΐας, Σαμουήλ, Ουάλης, Παύλος, Σέλευκος και Πάμφιλος αποκεφαλίσθηκαν, ενώ ο Θεόδουλος πέθανε στο σταυρό. Όταν ο Πορφύριος, υπηρέτης του Παμφίλου, και ο Ιουλιανός προσπάθησαν να πάρουν τα λείψανα των μαρτύρων, ο έπαρχος διέταξε να τους ρίξουν στην πυρά.

Ο μεγαλομάρτυρας Παντελεήμων έζησε την εποχή της βασιλείας του αυτοκράτορα Διοκλητιανού και καταγόταν από τη Νικομήδεια. Ο πατέρας του ήταν ειδωλολάτρης και η μητέρα του ευσεβής χριστιανή, που δυστυχώς πέθανε πρόωρα. Ο θεός όμως δεν άφησε τον Άγιο αβοήθητο μετά το θάνατο της μητέρας του. Τον αξίωσε να διδαχθεί τη χριστιανική πίστη από τον Ιερέα Ερμόλαο και την ιατρική τέχνη από έναν κορυφαίο γιατρό, τον Ευφρόσυνο. Με τη δύναμη της προσευχής του γέμισε αγαλλίαση και ειρήνη χιλιάδες ψυχές και θεράπευσε πολλούς ασθενείς, μεταξύ των οποίων και έναν τυφλό, που έγινε η αιτία της σύλληψης του Αγίου. Συγκεκριμένα, όταν πληροφορήθηκε ο βασιλιάς τη θεραπεία του τυφλού, τον κάλεσε και τον ρώτησε ποιος τον θεράπευσε και με ποιον τρόπο. Τότε εκείνος απάντησε ότι τον θεράπευσε ο Παντελεήμων με τη δύναμη της πίστης του. Ο πρώην τυφλός αποκεφαλίσθηκε αμέσως ενώ παράλληλα διατάχθηκε και η σύλληψη του Αγίου. Ο Παντελεήμων, παρά τις απειλές που δέχθηκε από το βασιλιά, παρέμεινε ακλόνητος και συνέχισε να ομολογεί την πίστη του. Τότε οδηγήθηκε σε φρικτά βασανιστήρια, από τα οποία βγήκε αλώβητος, γι' αυτό και τον αποκεφάλισαν. Ο Άγιος Παντελεήμων, με το μαρτυρικό του θάνατο, ανήλθε στους ουρανούς στεφανηφόρος.

Οι Άγιοι μάρτυρες Καρπός, Πάπυλος, Αγαθόδωρος και Αγαθονίκη κατάγονταν από την Πέργαμο. Έζησαν και μαρτύρησαν κατά τους χρόνους που αυτοκράτορας των Ρωμαίων ήταν ο διώκτης των χριστιανών Δέκιος. Ο Καρπός, ο οποίος είχε σπουδάσει, όπως και ο συνεργάτης του Πάπυλος, την ιατρική επιστήμη, ήταν επίσκοπος Θυατείρων. Στην επισκοπή του υπηρετούσε κι ένας ευσεβής χριστιανός, ο Αγαθόδωρος. Για τη χριστιανική τους δράση οι τρεις άνδρες συνελήφθησαν από τον ανθύπατο της Μικρός Ασίας Βαλέριο. Όταν οδηγήθηκαν μπροστά στον ηγεμόνα, αυτός τους ζήτησε να θυσιάσουν στους θεούς των ειδωλολατρών. Όμως οι Καρπός, Πάπυλος και Αγαθόδωρος αρνήθηκαν και ομολόγησαν, χωρίς να φοβηθούν, την πίστη τους στον Χριστό. Έπειτα από την ομολογία τους οι τρεις άνδρες βασανίσθηκαν σκληρά. Μάλιστα, ο Βαλέριος έδωσε εντολή στους δήμιους του να ανάψουν κάμινο και να ρίξουν μέσα τους Αγίους μαζί με την αδελφή του Παπύλου, Αγαθονίκη. Όμως μια καταρρακτώδης βροχή έσβησε τη φωτιά και οι τέσσερις Άγιοι σώθηκαν. Τότε ο ηγεμόνας διέταξε να αποκεφαλίσουν τους τρεις άνδρες και την Αγαθονίκη. Οι Άγιοι με το θάνατο τους κέρδισαν το στέφανο του μαρτυρίου.

Ο Άγιος Παράμονος και συν αυτώ τριακόσιοι εβδομήντα άγιοι μάρτυρες άθλησαν επί αυτοκρατορίας Δεκίου, ο οποίος υπήρξε ένας από τους μεγαλύτερους διώκτες των χριστιανών. Εκείνη την εποχή πολλοί ασθενείς επισκέπτονταν έναν τόπο κοντά στον Τίγρη ποταμό, όπου ανέβλυζαν ιαματικά ύδατα, για να θεραπευθούν. Εκεί πήγε κάποτε ο άρχοντας της Ανατολής Ακυλίνος για να βρει θεραπεία σε κάποια ασθένεια που τον βασάνιζε. Ως ακολουθία του, εκτός από τους στρατιώτες, είχε πάρει τον Παράμονο και άλλους τριακόσιους εβδομήντα χριστιανούς, τους οποίους κρατούσε φυλακισμένους μέχρι να αρνηθούν την πίστη τους. Ο Ακυλίνος πρόσφερε θυσία σε ένα βωμό της θεάς Ισιδος που βρισκόταν εκεί και στη συνέχεια ζήτησε από τους χριστιανούς να μιμηθούν την πράξη του. Κανένας από τους χριστιανούς δε δέχθηκε να θυσιάσει στη θεά των ειδωλολατρών. Αντιθέτως, άρχισαν όλοι μαζί να ψάλουν δοξολογία προς τον Κύριο και θεό τους, εξοργίζοντας ακόμη περισσότερο τον άρχοντα, ο οποίος διέταξε να θανατωθούν όλοι. Με το μαρτυρικό θάνατο τους ο Παράνομος και οι τριακόσιοι εβδομήντα Άγιοι που ετελειώθησαν από τα ξίφη των ειδωλολατρών ανήλθαν στεφανηφόροι στην ουράνια βασιλεία.

Η Αγία Παρασκευή γεννήθηκε στη Ρώμη. Ήταν κόρη του Αγάθωνα και της Πολιτείας. Οι γονείς της την ανάθρεψαν «εν παιδεία και νουθεσία Κυρίου», γιατί δεν είχαν παιδί και ευχήθηκαν, αν αποκτήσουν, να το αφιερώσουν στο θεό. Μετά τον θάνατο των δικών της μοίρασε τα υπάρχοντα της στους φτωχούς και γύριζε κηρύττοντας το Ευαγγέλιο. Η δράση της προκάλεσε τον βασιλιά Αντωνίνο ο οποίος αφού τη συνέλαβε την έβαλε σε ένα λέβητα με καυτό λάδι και πίσσα. Όταν είδε την Αγία άθικτη, δοκίμασε το υγρό στο πρόσωπο του και τυφλώθηκε. Η Αγία με προσευχή έδωσε το φως στον Αντωνίνο ο οποίος πίστεψε. Αργότερα η Αγία μαρτύρησε με αποκεφαλισμό.

Ο όσιος Παρθένιος καταγόταν από τη Μικρά Ασία και έζησε επί αυτοκρατορίας του Μεγάλου Κωνσταντίνου. Ήταν άνθρωπος αγράμματος και ασχολούνταν με το ψάρεμα. Όσα χρήματα εισέπραττε από την πώληση των ψαριών δεν τα κρατούσε για τον ίδιο, παρά τα μοίραζε στους φτωχούς. Με την επιθυμία να αποκτήσει υψηλού βαθμού θεολογική κατάρτιση, ώστε να μπορέσει να υπηρετεί τον Κύριο του καλύτερα, κατέβαλε επίμονες προσπάθειες και σε μεγάλη πλέον ηλικία έμαθε γράμματα. Εκτιμώντας τις αρετές του ο επίσκοπος Μελιτοπόλεως τον χειροτόνησε ιερέα, ενώ αργότερα χειροτονήθηκε επίσκοπος Λαμψάκου. Εκοιμήθη εν ειρήνη.

Οι Άγιοι Πρόχορος, Νικάνωρ, Τίμων και Παρμενάς ανήκαν στους εβδομήντα μαθητές του Κυρίου και ήσαν μεταξύ των επτά εκλεγμένων διακόνων της Εκκλησίας των Ιεροσολύμων. Κήρυτταν το λόγο του Χριστού, ενώ παράλληλα μεριμνούσαν για τα άπορα μέλη της Εκκλησίας. Για το κήρυγμα τους βασανίσθηκαν και βρήκαν μαρτυρικό θάνατο και οι τέσσερις. Ο Πρόχορος παρέδωσε το πνεύμα του στη Μικρά Ασία, όπου λειτουργούσε ως επίσκοπος Νικομήδειας. Ο Νικάνωρ και ο Παρμένος ετελεύτησαν στην Ιερουσαλήμ, ενώ ο Ημών μαρτύρησε στη Βόστρα της Αραβίας. Έτσι και οι τέσσερις αναδείχθηκαν πιστοί διάκονοι στο έργο του Κυρίου.

Ο όσιος Πατάπιος καταγόταν από τις Θήβες της Αιγύπτου. Από πολύ νωρίς γνώρισε την αλήθεια και ντυμένος με την πανοπλία της πίστης αποφάσισε να αφιερωθεί στο μοναχικό βίο. Ασκήτευσε πολλά χρόνια στην έρημο και κατόπιν πήγε στην Κωνσταντινούπολη, όπου συνέχισε να ζει αυστηρή ασκητική ζωή. Για το λόγο αυτό ο θεός τον τίμησε με το χάρισμα της θαυματουργίας και μπόρεσε έτσι να βοηθήσει δεκάδες ανθρώπους, θεράπευσε τυφλούς και δαιμονισμένους και στάθηκε στο πλευρό όσων χρειάζονταν τη βοήθεια του. Ο όσιος απεβίωσε εν ειρήνη σε βαθύ γήρας.


Κύριε είσαι παντογνώστης. Γνωρίζεις πολύ καλά ότι Σε αγαπώ. Αξίωσέ με να Σε υπηρετώ με αφοσίωση και με αγάπη μέχρι την τελευταία μου αναπνοή.

Άβαταρ μέλους
ΦΩΤΗΣ
Δημοσιεύσεις: 10100
Εγγραφή: Κυρ Αύγ 19, 2012 12:18 pm
Τοποθεσία: ΑΓΙΟΣ ΙΩΑΝΝΗΣ ΡΕΝΤΗ

Re: ΒΙΟΙ ΑΓΙΩΝ

Δημοσίευσηαπό ΦΩΤΗΣ » Τετ Ιούλ 02, 2014 10:43 am

Ο Άγιος Πατρίκιος με τη βαθιά του πίστη και την πνευματική του δύναμη έγινε ένας από τους πιο θερμούς υπερασπιστές του Ευαγγελίου. Ευλογημένος από τον θεό, είχε πνευματική διαύγεια τόση και παρρησία τέτοια ώστε πάλεψε με δεινότητα ενάντια στους ειδωλολάτρες και έφερε πολλούς ανθρώπους στο δρόμο της αλήθειας. Διετέλεσε επίσκοπος Προύσσης και από τη θέση αυτή μπόρεσε να ευεργετήσει παντοιοτρόπως το ποίμνιο του. Μάλιστα διάλεξε τρεις άξιους συνεργάτες, τον Ακάκιο, τον Μένανδρο και τον Πολύαινο, που αφιερώθηκαν ολοκληρωτικά στο αποστολικό τους έργο. Αυτό εξόργισε τον άρχοντα Ιούλιο, ο οποίος διέταξε τη σύλληψη του Πατρικίου. Ο Άγιος δε λύγισε μπροστά στις απειλές του Ιουλίου και με ρητορική δεινότητα ανέτρεψε την επιχειρηματολογία του. Συγκεκριμένα ο άρχοντας επιχείρησε να πείσει τον Άγιο να αρνηθεί τον Χριστό, λέγοντας ότι τα αναβλύζοντα θερμά ύδατα θερμαίνονται με την πρόνοια των θεών της ειδωλολατρικής θρησκείας. Ο Άγιος μάρτυρας όμως απάντησε ότι τα θερμά ύδατα, όπως και όλη η κτίση, είναι υπό την πρόνοια του ενός και μοναδικού θεού. Ο άρχοντας τότε εξοργισμένος διέταξε να αποκεφαλίσουν τον Πατρίκιο και τους τρεις συνεργάτες του.

Ο Άγιος μάρτυρας Λουκιλλιανός ήταν ιερέας των ειδώλων όταν άκουσε χριστιανικό κήρυγμα. Ο θείος λόγος ρίζωσε βαθιά στην ψυχή του και άρχισε να διακηρύσσει την πίστη του, εξοργίζοντας τον κόμη Λιβάνιο, ο οποίος διέταξε να υποβάλουν τον Λουκιλλιανό σε φρικτά βασανιστήρια. Οδηγήθηκε στη φωτιά μαζί με τέσσερα παιδιά τα οποία είχαν φυλακισθεί για τον ίδιο λόγο. Όμως δυνατή βροχή έσβησε τη φωτιά και έτσι μετέφεραν τον Άγιο και τους νέους στο Βυζάντιο όπου μαρτύρησε με σταυρικό θάνατο ενώ τα παιδιά αποκεφαλίσθηκαν. Η παρθένος Παύλη πήρε τα ιερά του λείψανα και τα ενταφίασε, γι' αυτό το λόγο βασανίσθηκε και αποκεφαλίσθηκε.

Σήμερα η Εκκλησία μας (18 –5) τιμά τη μνήμη των Αγίων 8 μαρτύρων: Πείρου, Διονυσίου, Χριστίνης παρθένου, Ανδρέου, Παύλου, Βενεδίμου, Παυλίνου και Ηρακλείου. Αυτοί οι Άγιοι μαρτύρησαν στα χρόνια του αυτοκράτορα Δεκίου, τον 3ο μΧ. αιώνα. Ο πρώτος, ο Άγιος μάρτυρας Πέτρος, καταγόταν από τη Λάμψακο της Μικρός Ασίας. Συνελήφθη και οδηγήθηκε μπροστά στον άρχοντα για να θυσιάσει στην Αφροδίτη. Εκείνος όμως άκαμπτος ομολόγησε την πίστη του στον Κοριό και τιμωρήθηκε με φριχτά βασανιστήρια προτού παραδοθεί τελικά στον δήμιο. Ο Παύλος και ο Ανδρέας ήταν από τη Μεσοποταμία και συνυπηρετούσαν στο στρατό του Δεκίου. Όταν έφτασαν στην Αθήνα αφιερώθηκαν στη χριστιανική πίσττη και έτσι συνελήφθησαν και φυλακίστηκαν μαζί με τον Διονύσιο και τη Χριστίνα. Ο Παύλος, ο Ανδρέας, ο Διονύσιος και η Χριστίνα βασανίσθηκαν σκληρά, χωρίς να πτοηθούν από τα μαρτύρια. Στο τέλος λιθοβολήθηκαν όλοι μαζί, ενώ η Χριστίνα αποκεφαλίσθηκε. Το μένος των ειδωλολατρών δέχθηκαν και οι Άγιοι μάρτυρες Βενέδιμος, Παυλίνος και Ηράκλειος, οι οποίοι δρούσαν στην Αθήνα. Συνελήφθησαν και στη συνέχεια αποκεφαλίσθηκαν λαμβάνοντας το στέφανο του μαρτυρίου.

Ο Άγιος Απόστολος Παύλος γεννήθηκε στην Ταρσό της Κιλικίας. Ένθερμος εραστής του Μωσαϊκού Νόμου καθώς ήταν, υπήρξε σκληρός διώκτης των χριστιανών. Μετέβαινε μάλιστα στη Δαμασκό, για να κυνηγήσει του χριστιανούς. Τον κατεδίωκε όμως ο μεγάλος κυνηγός, ο Χριστός, ο Οποίος του φανερώθηκε και τον πρόσταξε να πάει στον Ανανία, ο οποίος τον κατήχησε και τον βάπτισε. Από τη στιγμή εκείνη ο Παύλος έγινε ο μεγαλύτερος κήρυκας του Ευαγγελίου σε όλη την οικουμένη. Αφού δίδαξε τη σωτήρια αλήθεια σε πολλούς ειδωλολάτρες, κατέληξε στη Ρώμη, όπου βρήκε μαρτυρικό θάνατο.

Ο Άγιος Παύλος γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη. Υπήρξε γραμματέας του πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως Αλεξάνδρου, τον οποίο και διαδέχθηκε στον πατριαρχικό θρόνο. Η χειροτονία και ανάρρηση του Παύλου έλαβε χώρα ερήμην του αυτοκράτορα Κωνσταντίου, ο οποίος ήταν οπαδός του αρειανισμού. Όταν επέστρεψε στην Κωνσταντινούπολη ο αυτοκράτορας, απομάκρυνε από τον πατριαρχικό θρόνο τον Παύλο. Τότε ο Αγιος πήγε στη Ρώμη, όπου συνάντησε τον εξόριστο από τον Κωνστάντιο Μέγα Αθανάσιο. Πληροφορηθείς τα γεγονότα ο αδελφός του Κωνστάντιου και αυτοκράτορας της Δόσης Κώνστας, επενέβη ζητώντας να αποκατασταθούν στους πατριαρχικούς θρόνους τους ο Παύλος και ο Αθανάσιος. Το αίτημα του Κώνστα έγινε δεκτό και ο Παύλος επέστρεψε στο έργο του. Όταν όμως ο Κώνστας απεβίωσε, ο Κωνστάντιος εξόρισε τον Παύλο στον Κουκουσό της Αρμενίας. Στον τόπο αυτό ο Αγιος ετελειώθη από φανατικούς αρειανούς, οι οποίοι τον έπνιξαν με το ίδιο του το ωμοφόριο τη στιγμή που τελούσε τη θεία Λειτουργία. Με αυτόν το μαρτυρικό θάνατο παρέδωσε το πνεύμα του ο Αγιος Παύλος, λαμβάνοντας το στέφανο του μαρτυρίου.

Ο όσιος Παύλος ονομάσθηκε Απλός, διότι ήταν άνθρωπος άκακος και με τρόπους απλοϊκούς. Στο επάγγελμα ήταν γεωργός, εργασία την οποία ασκούσε με αφοσίωση. Άνθρωπος σεμνός και αγνός καθώς ήταν δεν είχε υποψιαστεί ότι η σύζυγος του είχε υποπέσει στο αμάρτημα της μοιχείας. Όταν κάποια μέρα γύρισε στο σπίτι του μετά την εργασία και βρήκε τη γυναίκα του να μοιχεύεται, δεν οργίστηκε, παρά πήρε την απόφαση να την εγκαταλείψει και να αφιερωθεί στο μοναχικό βίο. Πράγματι, πήγε στην έρημο και συντρόφευσε στην ασκητική ζωή τον Μέγα Αντώνιο. Έπειτα από πολλές ασκήσεις στην εγκράτεια επιβραβεύθηκε με το χάρισμα να θαυματουργεί. Ετελειώθη ειρηνικά.

Σήμερα η Εκκλησία μας (18 –5) τιμά τη μνήμη των Αγίων 8 μαρτύρων: Πείρου, Διονυσίου, Χριστίνης παρθένου, Ανδρέου, Παύλου, Βενεδίμου, Παυλίνου και Ηρακλείου. Αυτοί οι Άγιοι μαρτύρησαν στα χρόνια του αυτοκράτορα Δεκίου, τον 3ο μΧ. αιώνα. Ο πρώτος, ο Άγιος μάρτυρας Πέτρος, καταγόταν από τη Λάμψακο της Μικρός Ασίας. Συνελήφθη και οδηγήθηκε μπροστά στον άρχοντα για να θυσιάσει στην Αφροδίτη. Εκείνος όμως άκαμπτος ομολόγησε την πίστη του στον Κοριό και τιμωρήθηκε με φριχτά βασανιστήρια προτού παραδοθεί τελικά στον δήμιο. Ο Παύλος και ο Ανδρέας ήταν από τη Μεσοποταμία και συνυπηρετούσαν στο στρατό του Δεκίου. Όταν έφτασαν στην Αθήνα αφιερώθηκαν στη χριστιανική πίστη και έτσι συνελήφθησαν και φυλακίστηκαν μαζί με τον Διονύσιο και τη Χριστίνα. Ο Παύλος, ο Ανδρέας, ο Διονύσιος και η Χριστίνα βασανίσθηκαν σκληρά, χωρίς να πτοηθούν από τα μαρτύρια. Στο τέλος λιθοβολήθηκαν όλοι μαζί, ενώ η Χριστίνα αποκεφαλίσθηκε. Το μένος των ειδωλολατρών δέχθηκαν και οι Άγιοι μάρτυρες Βενέδιμος, Παυλίνος και Ηράκλειος, οι οποίοι δρούσαν στην Αθήνα. Συνελήφθησαν και στη συνέχεια αποκεφαλίσθηκαν λαμββάνοντας το στέφανο του μαρτυρίου.

Ο Άγιος Παφνούτιος έζησε και μαρτύρησε επί αυτοκρατορίας Διοκλητιανού, ο οποίος κήρυξε άγριο διωγμό εναντίον των χριστιανών. Όταν ξεκίνησε ο διωγμός ο Άγιος Παφνούτιος ησύχαζε στην έρημο της Αιγύπτου, αλλά αυτό δεν εμπόδισε τον έπαρχο Αρριανό, ο οποίος ξεκίνησε να τον συλλάβει. Μετά τη σύλληψη του Αγίου ο έπαρχος διέταξε και βασάνισαν φριχτά τον Παφνούτιο. Του ξέσκισαν βαθιά τις σάρκες, αλλά ο Άγιος προσευχήθηκε και οι πληγές επουλώθηκαν. Το θαύμα αυτό είδαν με τα μάτια τους δυο στρατιώτες, που πίστεψαν στον Χριστό, γεγονός που εξόργισε τον Αρριανό, ο οποίος διέταξε τον αποκεφαλισμό τους. Αλλά και όταν είχαν ρίξει στη φυλακή τον Παφνούτιο, αυτός κατάφερε να οδηγήσει στο δρόμο της αλήθειας σαράντα προκρίτους, τους οποίους ο έπαρχος έριξε στη φωτιά μαζί με τον Άγιο, ο οποίος όμως εξαφανίσθηκε από μπροστά του με τρόπο θαυματουργικό. Ο Παφνούτιος με δική του θέληση παρουσιάσθηκε ξανά στον ειδωλολάτρη έπαρχο. Ο Αρριανός αυτή τη φορά διέταξε να κομματιάσουν τον Άγιο, αλλά τα κομμάτια του ενώθηκαν και ο Παφνούτιος ήταν ακόμη ζωντανός. Τότε ο έπαρχος έστειλε τον Άγιο στή Ρώμη, όπου και σταυρώθηκε.

Ο Παχώμιος γιος γονέων ευσεβών ζούσε στη μικρά Ρωσία. Αιχμαλωτίσθηκε από τους Τατάρους που τον πούλησαν σε Τούρκο στο Ουσάκι της Φιλαδέλφειας. Όταν προσπάθησαν να τον εξισλαμίσουν έφυγε σαν πραγματευτής στην Σμύρνη, και μετά στην Μονή Αγίου Παύλου στο Άγιο Όρος. 'Έγινε ενάρετοςς μοναχός και παράδειγμα αρετής. Επέστρεψε στο Ουσάκι να διδάξει αλλά εκεί τον αναγνώρισαν, τον φυλάκισαν και αποκεφαλίσθηκε στις 27/5/7730. Το λείψανο του βρίσκεται στη Μονή Ιωάννου θεολόγου στην Πάτμο.

Ο Άγιος Πείρος γεννήθηκε και έζησε στην πόλη των Καπιτωλίων της ανατολικής Ιορδανίας. Ήταν άνθρωπος σεμνός και θεοφιλής. Αν και αρχικά νυμφεύθηκε και απέκτησε τέκνα, αργότερα ασπάσθηκε το μοναχικό βίο. Τιμήθηκε από το μητροπολίτη Βόστρων με το αξίωμα του ιερέα. Κάποια στιγμή καταγγέλθηκε για τη χριστιανική του δράση στον εθνάρχη των Αγαρηνών, ο οποίος τον βασάνισε ανελέητα. Ο Άγιος Πέτρος ετελειώθη με αποκεφαλισμό, το δε λείψανο του το έριξαν σε ποτάμι.

Η οσία Πελαγία καταγόταν από την πόλη της Αντιόχειας και έζησε επί αυτοκρατορίας Νουμεριανού (283-284 μ.Χ.). Ασκούσε το επάγγελμα της ιερόδουλης και διήγε βίο άσωτο και αμαρτωλό. Ήλθε όμως σε μετάνοια όταν άκουσε το κήρυγμα του επίσκοπου Νόννου. Τα λόγια του συγκλόνισαν την Πελαγία, η οποία διέγραψε το παρελθόν της, κατηχήθηκε στην πίστη του Χριστού από τον Νόννο και βαπτίσθηκε. Εξαγνισμένη πια, μοίρασε τα υπάρχοντα της στους φτωχούς και πήγε στα Ιεροσόλυμα, όπου ασκήτευσε. Απεβίωσε εν ειρήνη.


Κύριε είσαι παντογνώστης. Γνωρίζεις πολύ καλά ότι Σε αγαπώ. Αξίωσέ με να Σε υπηρετώ με αφοσίωση και με αγάπη μέχρι την τελευταία μου αναπνοή.


Επιστροφή στο

Μέλη σε σύνδεση

Μέλη σε αυτή την Δ. Συζήτηση: 3 και 0 επισκέπτες