ΔΙΔΑΚΤΙΚΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ.

Ιστορίες για να γελάσουμε ή να κλάψουμε, αλλά οπωσδήποτε για να προβληματιστούμε.

Συντονιστές: Νίκος, Anastasios68, johnge

Άβαταρ μέλους
ΦΩΤΗΣ
Δημοσιεύσεις: 10100
Εγγραφή: Κυρ Αύγ 19, 2012 12:18 pm
Τοποθεσία: ΑΓΙΟΣ ΙΩΑΝΝΗΣ ΡΕΝΤΗ

ΔΙΔΑΚΤΙΚΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ.

Δημοσίευσηαπό ΦΩΤΗΣ » Δευτ Αύγ 27, 2012 10:28 pm

ΑΝΤΙΟ ΧΑΜΙΝΤ.

Ο Δημήτρης από μικρός φοβόταν τις ενέσεις.Στο γιατρό που πήγαιναν για τα συνηθισμένα εμβόλια που κάνουν τα παιδιά,ήθελε πάντα να κρα-
τά το χέρι της μητέρας του για να παίρνει κουράγιο και να νιώθει ασφά-
λεια.Ξαπλωμένος τώρα στο κρεββάτι του νοσοκομείου,όπου νοσηλευό-
ταν για μία ίωση που τον παίδευε,είδε τη νοσοκόμα να τον πλησιάζει με
μία ένεση στο χέρι.Έψαξε με τα μάτια τη μητέρα του.Του είχε πει ότι θα
πήγαινε στο κυλικείο και ακόμη δεν είχε γυρίσει.Τον έπιασε πανικός.
Ήθελε να της κρατήσει το χέρι,όπως έκανε κάθε φορά που ερχόταν η νο-
σοκόμα με την ένεση και δεν αισθανόταν κανέναν πόνο.
Κοίταξε απελπισμένα γύρω του.Στο διπλανό κρεβάτι κοιμόταν ένα αγόρι.
Το χέρι του κρεμόταν έξω από το κρεββάτι,και ο Δημήτρης τέντωσε το
δικό του και το έπιασε.Το κράτησε σφιχτά μέχρι να τελειώσει η νοσοκό-
μα με την ένεση και τότε μόνο γύρισε και περιεργάστηκε τον καινούργιο
γείτονα.Ήταν πολύ αδύνατος και αν και μελαχρινός,το πρόσωπό του είχε
ένα χρώμα κίτρινο,σαν το λεμόνι.Είχε ξυπνήσει και του χαμογελούσε.
Φοβάσαι τις ενέσεις;τον ρώτησε.Εγώ έχω κάνει τόσες πολλές που τις έχω
συνηθίσει.
Πως σε λένε;τον ρώτησε ο Δημήτρης.
Χαμίντ.Είμαι από το Ιράκ,του απάντησε προλαβαίνοντας την επόμενη ερώτησή του.
Και τι αρρώστεια έχεις;
Δεν ξέρω πως την λένε στα ελληνικά.Την ξέρω μόνο στην γλώσσα μου,
αλλά ξέρω ότι είναι βαριά.Μου έχει πειράξει το συκώτι μου για αυτό εί-
μαι έτσι κίτρινος.Ο μπαμπας μου είχε την ίδια αρρώστια.
Εκείνη την ώρα μπήκε η μαμά του Δημήτρη στο δωμάτιο.Ο Χαμίντ ξανά-
κλεισε τα μάτια του.Η κυρία Μαρία κατάλαβε ότι τα παιδιά γνωρίστηκαν
και πήρε το Δημήτρη έξω από τον θάλαμο,στο μικρό σαλόνι του νοσοκο-
μείου.
Ο Χαμίντ είναι πολύ άρρωστος του είπε.Μιλούσα με την μητέρα του σή-
μερα το πρωί.Μου είπε ότο μπορεί να πεθάνει.Νομίζω πως θα τον βοη-
θούσε πολύ,αν το θέλεις και εσύ να γίνετε φίλοι.Μέχρι την άλλη μέρα τα
δύο αγόρια είχαν γίνει κιόλας φίλοι.Όμως η υγεία του Χαμίντ όλο και χει-
ροτέρευε.Εκείνο το πρωινό ο Δημήτρης καθόνταν στο κρεββάτι του Χα-
μίντ και μιλούσαν.
Τέλειωσα με τις ενέσεις του είπε:Ξέρω ότι είναι χαζό για ένα αγόρι στην ηλικία μου να τις φοβάται,όμως δεν μπορώ να το ξεπεράσω.
Οι ενέσεις δεν είναι τίποτα,του απάντησε ο Χαμίντ,με σβησμένη φωνή α-
πό την εξάντληση.Εγώ φοβάμαι πιο σοβαρά πράγματα.Φοβάμαι το θάνα-
το.Πριν τρία χρόνια πέθανε ο πατέρας μου στη Βασόρα που μέναμε και
δεν θα ξεχάσω ποτέ την μορφή του.Ξέρεις νομίζω πως κι εμένα θα μου συμβεί το ίδιο.
Ο Δημήτρης θυμήθηκε τα λόγια της μητέρας του.Θυμήθηκε ακόμη τα λόγια της δασκάλας του στο κατηχητικό που είχε πει μία μέρα.Ο θάνα-
τος είναι το πέρασμα από τη μία ζωή στην άλλη.Από την προσωρινή στην αιώνια και την αληθινή.Μα το πιο ευχάριστο είναι ότι όσοι πίστε-
ψαν στον Ιησού Χριστό,όσοι αναγνώρισαν ότι πέθανε από αγάπη για
αυτούς επάνω στον σταυρό,στην άλλη ζωή θα ζήσουν για πάντα μαζί Του σε έναν κόσμο με τόση ομορφιά,που δεν την βάζει ο νους του αν-
θρώπου.
Ο Δημήτρης επανέλαβε αυτά τα λόγια στον Χαμίντ και όσα ακόμη θυ-
μόνταν από την Αγία γραφή που διάβαζε από μικρός με την μητέρα του.
Ο Χαμίντ τον άκουγε προσεκτικά.
Τότε ο Δημήτρης πήρε την Καινή Διαθήκη και διάβασε:
[Η σωτήρια επέμβαση του Θεού απευθύνεται,διά μέσου της πίστεως στον
Ιησού Χριστό,σε όλους τους ανθρώπους και ο Θεός σώζει όλους όσους πιστεύουν,χωρίς να κάνει διάκριση Ιουδαίων και Εθνικών.(Ρωμ.Γ:22).
Ο Χριστός αγαπά και υπόσχεται πως θα σώσει όλους τους ανθρώπους του είπε,ανεξάρτητα από την εθνικότητά τους.Αρκεί να πιστέψουν με την
καρδιά τους σε Αυτόν.Δέχτηκε τον ληστή που είχαν σταυρώσει δίπλα Του και δεν θα δεχτεί εσένα;Έλα να του μιλήσουμε να προσευχηθούμε σε
Αυτόν και να είσαι σίγουρος πως αμέσως θα σε δεχτεί.
Η νοσοκόμα που μπήκε σε λίγη ώρα στο θάλαμο να μοιράσει τα φάρμακα των παιδιών αντίκρυσε ένα παιδί γονατισμένο πλάι στο κρεββάτι του Χα-
μίντ να προσεύχεται χαμηλόφωνα και το αγοράκι από το Ιράκ με κλειστά
τα μάτια και ένα αδιόρατο χαμόγελο στα χλωμά του χείλη.
Πλησίασε αργά και κτύπησε μαλακά τον Δημήτρη στην πλάτη.
Πρέπεις να φύγεις τώρα,του είπε.Σε λίγο θα έρθουν οι γιατροί.Ο φίλος σου δεν υποφέρει πιάΈφυγε για τη χώρα που του περιέγραψες για να συ-
ναντήσει τον Ιησού που μόλις γνώρισε.
Ένα δάκρυ κύλησε από τα μάτια του Δημήτρη.Υποσχέθηκε στον ευατό του ότι δεν θα κλάψει,γιατί ήταν σίγουρος ότι ο φίλος του πίστεψε στον
Χριστό,έγινε ένα πραγματικό παιδί του Θεού και έφυγε ευτυχισμένος.Έ-
σκυψε μόνο κοντά στο αυτί του μικρού Ιρακινού,του έδωσε ένα φιλί στο
μάγουλο και του ψιθύρισε: Αντίο Χαμίντ!


Κύριε είσαι παντογνώστης. Γνωρίζεις πολύ καλά ότι Σε αγαπώ. Αξίωσέ με να Σε υπηρετώ με αφοσίωση και με αγάπη μέχρι την τελευταία μου αναπνοή.

Άβαταρ μέλους
ΦΩΤΗΣ
Δημοσιεύσεις: 10100
Εγγραφή: Κυρ Αύγ 19, 2012 12:18 pm
Τοποθεσία: ΑΓΙΟΣ ΙΩΑΝΝΗΣ ΡΕΝΤΗ

Re: ΔΙΔΑΚΤΙΚΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ.

Δημοσίευσηαπό ΦΩΤΗΣ » Τρί Αύγ 28, 2012 8:08 pm

Εγκατάσταση του Προγράμματος «Αγάπη» 1.0


Τεχνική Υποστήριξη: Παρακαλώ, πως μπορώ να βοηθήσω;

Πελάτης: Χμ. μετά από πολλή σκέψη, αποφάσισα να εγκαταστήσω το πρόγραμμα που λέγεται «Αγάπη«. Μπορείτε να με καθοδηγήσετε πώς να το κάνω;

Τ.Υ. : Φυσικά μπορώ. Είστε έτοιμος να ξεκινήσουμε;

Π: Είμαι λίγο άσχετος από τεχνολογία, αλλά ας προσπαθήσουμε. Τι πρέπει να κάνω;

Τ.Υ.: Το πρώτο βήμα είναι να εντοπίσετε και να ανοίξετε το παράθυρο «Η Καρδιά μου». Μπορείτε να την εντοπίσετε;

Π: Ναι, αλλά υπάρχουν άλλα τόσα προγράμματα που τρέχουν αυτή τη στιγμή. Υπάρχει πρόβλημα να εγκαταστήσω το «Αγάπη» ενώ τρέχουν τα άλλα;

Τ.Υ: Ποια προγράμματα τρέχουν τώρα;

Π: Μισό λεπτό να δω. υπάρχει ένα που λέγεται «Παλιά Τραύματα», «Χαμηλή Αυτοεκτίμηση», ένα άλλο «Μνησικακία» και «Εκδίκηση».

Τ.Υ.: Δεν υπάρχει πρόβλημα. Μόλις εγκαταστήσετε το πρόγραμμα 'Αγάπη', θα διαγράψει βαθμιαία τα προγράμματα αυτά από το λειτουργικό σύστημα. Μπορεί να παραμείνουν στη μνήμη αλλά δεν θα εμποδίζουν τη λειτουργία άλλων προγραμμάτων. Το πρόγραμμα «Αγάπη» θα αντικαταστήσει το «Χαμηλή αυτοεκτίμηση» με μια άλλη ενότητα που λέγεται «Υψηλή αυτοεκτίμηση».Όμως, θα πρέπει να διαγράψετε οριστικά τα υπόλοιπα δύο προγράμματα: «Μνησικακία» και «Εκδίκηση». Αυτά τα δύο εμποδίζουν την εγκατάσταση του προγράμματος 'Αγάπη'.

Π: Πως γίνεται να τα διαγράψω; Μπορείτε να μου πείτε;

Τ.Υ.: Με χαρά. Πηγαίνετε με το ποντίκι στην οθόνη σας κάτω αριστερά, εκεί που λέει 'Εκκίνηση' και επιλέξτε το πρόγραμμα «Συγχώρεση» και κάνετε ένα κλικ. Επαναλάβετε τη διαδικασία όσες φορές χρειαστεί μέχρι να διαγράψετε τελείως τα δύο προγράμματα.

Π: Α, ωραία! Έγινε κιόλας. Ώχ. όμως το πρόγραμμα «Αγάπη» ξεκίνησε μόνο του την εγκατάσταση. Είναι φυσιολογικό αυτό;

Τ.Υ.: Ναι, αλλά να θυμάστε ότι έχετε μόνο τη πρώτη έκδοση του βασικού προγράμματος. Θα χρειαστεί να συνδεθείτε με άλλες «Καρδιές» για να κάνετε αναβάθμιση.

Π: Ωχ! Μου εμφανίζεται ένα μήνυμα λάθους που λέει: 'Error - Το πρόγραμμα δεν μπορεί να λειτουργήσει με εξωτερικές παρεμβάσεις'. τι είναι αυτό;

Τ.Υ.: Μην ανησυχείτε. Αυτό σημαίνει ότι το πρόγραμμα «Αγάπη» έχει φτιαχτεί για να τρέχει με εσωτερικές «Καρδιές» αλλά δεν έχει ακόμα τρέξει στη δική σας «Καρδιά». Σε μη-τεχνική γλώσσα, σημαίνει ότι πρέπει πρώτα να αγαπήσετε τον εαυτό σας πριν είστε έτοιμος να αγαπήσετε τους άλλους.

Π: Δηλαδή; Τι κάνω τώρα;

Τ.Υ.: Κατεβάστε το πρόγραμμα «Αποδοχή εαυτού» και κάντε κλικ στα παρακάτω αρχεία: «Συγχώρεση εαυτού», «Συνειδητοποίηση της αξίας μου», «Αναγνώριση των ορίων μου».

Π: Εντάξει, το έκανα.

Τ.Υ.: Ωραία. Τώρα αντιγράψτε αυτά τα αρχεία στο βασικό σας φάκελο «Η Καρδιά μου». Το σύστημα θα διαγράψει οποιοδήποτε ασύμβατο αρχείο και θα επιδιορθώσει τα όλα τα λανθασμένα αρχεία. Επίσης, χρειάζεται να διαγράψετε τα «Αρνητική Κριτική», «Φλυαρία». Μετά πηγαίνετε στο Κάδο ανακύκλωσης και διαγράψτε τα οριστικά και από εκεί.

Π: Έγινε. Ωπ!! O φάκελος «Η Καρδιά μου» αρχίζει να γεμίζει με νέα αρχεία. Τα «γαλήνη» και «πληρότητα» αντιγράφουν μόνα τους τα αρχεία στο φάκελο «Η Καρδιά μου». Είναι φυσιολογικό αυτό;

T. Y.: Ναι. Αυτό δείχνει ότι το πρόγραμμα «Αγάπη» έχει εγκατασταθεί και ήδη τρέχει. Κάτι τελευταίο πριν κλείσουμε το τηλέφωνο. Το πρόγραμμα «Αγάπη» είναι free, δεν χρειάζεστε κωδικό ενεργοποίησης, γι' αυτό δώστε το σε όσους μπορείτε. Μπορεί να σας ανταποδώσουν μερικά καλά αρχεία για αναβάθμιση.

Π: Σε ευχαριστώ, Θεέ μου..


Κύριε είσαι παντογνώστης. Γνωρίζεις πολύ καλά ότι Σε αγαπώ. Αξίωσέ με να Σε υπηρετώ με αφοσίωση και με αγάπη μέχρι την τελευταία μου αναπνοή.

Άβαταρ μέλους
ΦΩΤΗΣ
Δημοσιεύσεις: 10100
Εγγραφή: Κυρ Αύγ 19, 2012 12:18 pm
Τοποθεσία: ΑΓΙΟΣ ΙΩΑΝΝΗΣ ΡΕΝΤΗ

Re: ΔΙΔΑΚΤΙΚΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ.

Δημοσίευσηαπό ΦΩΤΗΣ » Τετ Αύγ 29, 2012 9:05 pm

ΕΝΑ ΓΡΑΜΜΑ ΜΕ ΞΕΧΩΡΙΣΤΉ ΣΗΜΑΣΙΑ

Αγαπημένε μου.

Σε παρακολούθησα χθες, στην κουραστική και ανιαρή σου καθημερινότητα, και, δεν στο κρύβω, χάρηκα ιδιαίτερα.
Πρώτα σε είδα να σηκώνεσαι το πρωί και να ξεκινάς τη μέρα σου χωρίς προσευχή, και αυτό, πίστεψέ με, με γέμισε χαρά. Αν θυμάμαι καλά, ούτε το προηγούμενο βράδυ σε είδα να γονατίζεις να κλείσεις τη μέρα σου με προσευχή, ούτε καν πριν από το φαγητό σου δεν προσεύχεσαι πια και μου αρέσει πολύ αυτό, με κάνει ιδιαίτερα ευτυχισμένο.

Δεν βρίσκω λόγια να σου εκφράσω πόση χαρά μου δίνει να βλέπω τη ζωή σου να αλλάζει… Οι σκέψεις σου, οι προτιμήσεις σου, οι κινήσεις σου, οι επιλογές σου, το περιεχόμενο της κάθε σου μέρας. Ανόητε, δεν το καταλαβαίνεις ότι είσαι δικός μου;

Σε παρακολουθώ την ώρα της εκκλησίας, που υποτίθεται ότι πηγαίνεις να ακούσεις ένα κήρυγμα. Εσύ ταξιδεύεις κυριολεκτικά. Όλοι γύρω σου νομίζουν ότι προσέχεις το κήρυγμα, αλλά εσύ σκέφτεσαι τα δικά σου, τις δουλειές σου, τις επιθυμίες σου. Ακόμα και την ώρα της προσευχής μπορεί να σκύβεις το κεφάλι και να κλείνεις τα μάτια, αλλά κάθε άλλο παρά προσεύχεσαι. Συνεχίζεις να σκέφτεσαι τα δικά σου, να καταστρώνεις σχέδια, να επεξεργάζεσαι τις δουλειές σου. Και οι άλλοι γύρω σου σε βλέπουν σκυφτό και νομίζουν ότι προσεύχεσαι μαζί τους. Σε χαίρομαι που έχεις αρχίσει να ξαναγίνεσαι υποκριτής! Για κάποιο διάστημα το ’χα χάσει αυτό και με ανησυχούσε πολύ. Τότε που έλεγες όλες αυτές τις ανοησίες ότι αναγεννήθηκες, ότι πίστεψες και έδωσες την καρδιά σου στον Χριστό… Τι λες τώρα, σε ποιον τα λες αυτά; Ποια καρδιά έδωσες; Ρώτα εμένα να σου πω πού είναι καρδιά σου…Ακόμα και την ώρα της κοινωνίας του σώματος και του αίματος του Χριστού, όταν παίρνεις μέρος στο Δείπνο του Κυρίου, εσύ ταξιδεύεις. Είναι φανερό ότι το έχεις συνηθίσει πια και δεν σου λέει τίποτα. Πάλι τις δουλειές σου σκέφτεσαι, πάλι κουβεντούλα έχεις με τον εαυτό σου, πάλι με τα δικά σου ασχολείσαι. Βλέπω ότι άρχισες να το βαριέσαι κιόλας, κι αυτό με χαροποιεί ιδιαίτερα. Μπράβο σου, έχεις κάνει μεγάλη πρόοδο από τότε που σε έχασα για λίγο, και αυτό με κάνει ιδιαίτερα περήφανο... Είσαι άξιος συγχαρητηρίων.

Δεν στο κρύβω, όταν σε πρωτοείδα να πηγαίνεις στην εκκλησία, να λες ότι μετανόησες για τις αμαρτίες σου, ότι πίστεψες, εγώ ταράχτηκα και ένιωσα ότι σε χάνω. Αλλά δεν σταμάτησα. Με ξέρεις εμένα πόσο υπομονετικός και μεθοδικός είμαι. Από αυτά που βλέπω στη ζωή σου κάθε σου μέρα, είμαι σίγουρος ότι είσαι δικός μας.

Δε θέλει δα και φοβερή εξυπνάδα για να καταλάβει κανείς πού βρίσκεσαι και ποιο είναι το πραγματικό αφεντικό σου. Είσαι υποκριτής, λες ψέματα, πολλά ψέματα, και μάλιστα με τον πιο φυσικό τρόπο. Λες ψέματα και στον ίδιο τον Θεό. Να σου φανερώσω κάτι, που μάλλον θα σε τρομάξει. Αυτό ούτε εγώ δεν τολμάω να το κάνω. Όταν στέκομαι μπροστά Του, Τού λέω αυτό που πιστεύω στην πονηρή μου καρδιά, που είναι γεμάτη κακία για όλους σας, και για Εκείνον. Αλλά ψέματα δεν τολμάω να Του πω, εσύ όμως Του λες.

Βλέπω ότι άρχισες να λερώνεις σιγά-σιγά την…«καθαρή και άγια» καρδιά σου, μπροστά στην τηλεόραση για παράδειγμα, με αυτά που διαλέγεις να παρακολουθείς, ιδιαίτερα τα βράδια, τα περιοδικά που ξεφυλλίζεις ή κρυφοκοιτάς, το περιεχόμενο που έχεις στη σκέψη σου και που ανεβαίνει στην καρδιά σου.

Έχεις στην καρδιά σου μίσος και ζήλια. Λες ότι σε καθάρισε ο Χριστός, από τι σε καθάρισε; Εγώ, από αυτά που βλέπω στη ζωή σου κάθε μέρα, δεν αντιλαμβάνομαι να ’χει αλλάξει κάτι επάνω σου, και αυτό με ευχαριστεί ιδιαίτερα. Και κλέβεις όταν μπορείς, και μοιχεύεις, και πάθη έχεις, και αδυναμίες, και το κουτσομπολιό σου αρέσει, και κατηγορείς εύκολα και άδικα τον διπλανό σου, και ασέβεια έχεις, είσαι τεμπέλης, είσαι αδιάφορος, η ζωή σου είναι ένα ελεεινό παράδειγμα στα παιδιά σου. Το βέβαιο είναι ότι αν βγάλει κανείς έξω τα Χριστούγεννα και το Πάσχα, την υπόλοιπη χρονιά δεν σου λέει τίποτα ο Ιησούς, ούτε που Τον θυμάσαι, ούτε που Τον λογαριάζεις. Μόνη εξαίρεση, αν Τον χρειαστείς για καμιά δουλειά, καμιά εξυπηρέτηση, να βάλει ένα χεράκι… να συγχωρήσει καμιά αμαρτία…

Είχα δίκιο τελικά, όταν έλεγα σε όλους εδώ στην παρέα, ότι σε ξέρω καλά και ότι πολύ σύντομα θα είσαι πάλι μαζί μας, πάλι δικός μας.
Σε βλέπω τώρα πώς κοιτάζεις τον κόσμο μου, πώς σου αρέσουν οι βιτρίνες, τα ακριβά ψώνια, με τι λαχτάρα κοιτάζεις τα πολυτελή, αστραφτερά αυτοκίνητα. Να σου πω κάτι; Έτσι γίνομαι κι εγώ παιδί του Θεού… να Τον έχω δηλαδή να με συγχωρεί, να με βοηθάει, να με ευλογεί, κι εγώ να κρυφοκοιτάζω με αγάπη τον κόσμο. Τελικά δεν είσαι τόσο έξυπνος όσο νόμιζα, γιατί αν ήσουν θα καταλάβαινες ότι αυτά που σκέφτεσαι δεν γίνονται στην πράξη. Μοιρασμένο δεν σε θέλει κανένας μας. Ούτε Αυτός, ούτε εγώ. Σε θέλουμε ολόκληρο και ολόψυχα δικό μας. Εμένα με χαροποιεί ιδιαίτερα να σε βλέπω να παλεύεις να μείνεις ανάμεσα στα δύο, γιατί το ξέρω με σιγουριά ότι απ΄ αυτήν και μόνο την επιλογή της καρδιάς σου φαίνεται ότι είσαι σίγουρα δικός μου…

Πώς να μην πανηγυρίσω , μετά από τόσον καιρό που κινδύνευσα να σε χάσω, όταν σε βλέπω να γυρίζεις στα ίδια τα δικά μου, τα αγαπημένα έργα του σκοταδιού; Είσαι φίλαυτος, είσαι καμαρωτός εγωιστής, ζεις μόνο για τον εαυτό σου και τα είδωλά σου, μεταχειρίζεσαι πονηριές, αποσιωπάς ή νοθεύεις την αλήθεια από σκοπιμότητα, χρησιμοποιείς ίντριγκες, μεθοδεύσεις, πιστεύεις στον εαυτό σου, αγαπάς τα χρήματα, τα κυνηγάς, λατρεύεις το όμορφο, το ακριβό, το μοντέρνο, στηρίζεσαι σ’ αυτά, τα επιθυμείς, και αδιαφορείς για τον πόνο, την ανάγκη, τα δάκρυα που υπάρχουν γύρω σου.

ΚΑΛΩΣ ΗΛΘΕΣ πίσω, στο κόσμο μας, με τους φαρδείς και ευρύχωρους δρόμους, τις ομορφιές του, τις απολαύσεις του και την κατάληξή του, που είναι σίγουρα η αιώνια απώλεια. Θέλω να είμαι πέρα για πέρα ξεκάθαρος μαζί σου. Δεν ξεχνάω ότι πορευτήκαμε μαζί τόσα χρόνια και ότι παραλίγο να σε χάσω, πράγμα που θα μου κόστιζε πολύ. Ο Θεός σε αγαπά ανόητε, γνήσια και ειλικρινά, σε αγαπά με όλη Του την καρδιά και έχει μεγάλα και δοξασμένα σχέδια για εσένα και για αυτή τη ζωή, αλλά και αιώνια στη Βασιλεία Του. Αυτό είναι βέβαιο και το ξέρω καλά. Εγώ αντίθετα σε μισώ, σε μισώ αφάνταστα. Με πέταξε έξω από τον Ουρανό Του και χρησιμοποιώ εσένα και τους άλλους για Τον εκδικηθώ γι’ αυτό που μου έκανε. Θα κάνω τη ζωή σου μίζερη και δυστυχισμένη. Θα ζήσεις από τώρα την κόλαση. Τώρα, που ξέρω ότι είσαι πραγματικά δικός μου, δεν θα σε αφήσω από τα μάτια μου ούτε στιγμή, μέχρι να το εξασφαλίσω ότι θα καταλήξεις σίγουρα στην κόλαση. Αυτό, πίστεψέ με, πονάει πολύ τον Θεό, γιατί είσαι δημιούργημα δικό Του και σε αγαπάει αληθινά, αλλά εμένα, που σε μισώ και μισώ κι Εκείνον, με γεμίζει χαρά και ικανοποίηση αυτή η σκέψη και θα κάνω ό,τι μπορώ να σε πάρω μαζί μου στην αιώνια κόλαση .

Αυτό το γράμμα είναι ένα γράμμα ευγνωμοσύνης και χαράς για την επιστροφή σου σε μας. Και να ξέρεις ότι έχουμε έτοιμα σχέδια για να σε χρησιμοποιήσουμε να πλανήσεις κι άλλους, πολλούς, και να καταλήξουμε όλοι μαζί μια μέρα στη φωτιά της κόλασης, κάτι που θα κάνει τον Θεό να πονάει ακόμα περισσότερο. Θα σε κάνω εγώ αγνώριστο. Θα σε ρίξω ακόμα πιο βαθιά στο σκοτάδι και στην ντροπή. Θα σε εκδικηθώ, γιατί θέλησες, ανόητε, να φύγεις από τον κόσμο μου και να πας σ’ Εκείνον, που Τον μισώ με όλη μου την ψυχή.

Τώρα θα πρέπει να φύγω, αλλά θα επιστρέψω σε λίγα λεπτά με άλλο πρόσωπο, για να σε σπρώξω πιο βαθιά στην αμαρτία, να κυλιστούμε και οι δυο μαζί πάλι στο βούρκο, που τόσο αγαπάμε και οι δυο από παλιά. Θα έχω τα μάτια μου δεκατέσσερα επάνω σου μήπως συνέλθεις και μετανοήσεις και επιστρέψεις σ’ Εκείνον. Θα σε εμποδίσω με όλες μου τις δυνάμεις. Μη με υποτιμάς. Εγώ προσωπικά το προτιμώ, γιατί έτσι γίνομαι πιο αποτελεσματικός, αλλά σε πληροφορώ ότι όσοι με υποτίμησαν έχασαν…

Εάν πραγματικά με αγαπάς, μη μοιραστείς αυτό το γράμμα μου με άλλους!
Σου γράφω με τη βεβαιότητα ότι δεν θα με απογοητεύσεις….

Ο ΣΑΤΑΝΑΣ


Κύριε είσαι παντογνώστης. Γνωρίζεις πολύ καλά ότι Σε αγαπώ. Αξίωσέ με να Σε υπηρετώ με αφοσίωση και με αγάπη μέχρι την τελευταία μου αναπνοή.

Άβαταρ μέλους
ΦΩΤΗΣ
Δημοσιεύσεις: 10100
Εγγραφή: Κυρ Αύγ 19, 2012 12:18 pm
Τοποθεσία: ΑΓΙΟΣ ΙΩΑΝΝΗΣ ΡΕΝΤΗ

Re: ΔΙΔΑΚΤΙΚΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ.

Δημοσίευσηαπό ΦΩΤΗΣ » Πέμ Αύγ 30, 2012 8:10 pm

Ήμουν πλούσιος και άθεος


Πριν από όλα πρέπει να σας συστηθώ, για να με γνωρίσετε κάπως. Θα περάσουμε τόση ώρα μαζί, εγώ γράφοντας και εσείς διαβάζοντας αυτά που γράφω. Να μη γνωριζόμαστε καθόλου; Δεν είναι σωστό.
Θα αρχίσω από τα εύκολα. Πρώτα το πλούσιος. Ξέρετε τι θα πει πλούσιος. Να έχεις όσα χρήματα θέλεις, όποτε τα θέλεις, να κάνεις ό,τι θέλεις… και αφού τελειώσεις να σου περισσεύουν και για την επόμενη φορά… και τη μεθεπόμενη. Δηλαδή το θέμα χρήματα και τα οικονομικά κτλ. να μην υπάρχουν για σένα. Άνεση και ευρυχωρία να μαζεύεις και να ξοδεύεις, χωρίς να λογαριάζεις, χωρίς να διστάζεις, χωρίς να φοβάσαι. Σε αυτήν την περιοχή βρέθηκα εγώ. Τώρα ούτε το πώς, ούτε το γιατί, ούτε και το πόσα έχει καμία ιδιαίτερη σημασία, ούτε για εσάς, αλλά ούτε και για μένα. Αν δεν ήμουν άθεος, θα έλεγα έτσι τα ’φερε ο Θεός. Αλλά αφού Θεός δεν υπάρχει για μένα, πρέπει να πω έτσι τα ’φερε η τύχη. Και εδώ κάτι δεν μου πάει καλά, γιατί ούτε και στην τύχη πιστεύω. Ειδικά στο θέμα της τύχης, κάνω μια παρένθεση, πάντα το θεωρούσα πολύ ταπεινωτικό και φτηνό να καταφεύγω. Φορτώνουμε τη ζωή μας ολόκληρη, το περιεχόμενο της μέρας μας, τη ζωή των δικών μας σε κάτι, που καλά-καλά δεν πιστεύουμε ότι υπάρχει… Μετά όμως λέω ότι κάτι πρέπει να υπάρχει… και έτσι ζαλισμένος όπως πάντα, χωρίς να το λύσω, το αφήνω το θέμα και πηγαίνω παρακάτω.

Πάμε τώρα στο άθεος. Μάλλον δεν είναι η σωστή λέξη. Πώς λέγεται αυτός, που δεν ασχολείται καν με το θέμα; Υπάρχει, δεν υπάρχει Θεός, δε με απασχολεί, ούτε τον χρειάζομαι. Δηλαδή, πώς περνάς από κάποιον δίπλα και ούτε γυρίζεις να τον κοιτάξεις; Σου είναι αδιάφορος. Έφυγες, τον ξέχασες…καπνός που διαλύθηκε. Κάτι τέτοιο. Άλλωστε όταν έχεις ό,τι θέλεις, όσα θέλεις, όποτε τα θέλεις, δεν ενδιαφέρεσαι για το αν υπάρχει ή δεν υπάρχει Θεός. Εγώ δεν λέω ότι δεν υπάρχει, ούτε ότι υπάρχει. Λέω κάτι άλλο. Μου είναι αδιάφορος, δε διασταυρώνονται οι δρόμοι μας, πηγαίνω παρακάτω. Έτσι σκεφτόμουν, αυτό ήμουν. Λέω ήμουν, και το γιατί θα το καταλάβετε λίγο πιο κάτω.

Από εμφάνιση, πολύ κοινός, θα έλεγα. Τίποτα το ιδιαίτερο ή το ξεχωριστό επάνω μου. Οι άλλοι γύρω μου με έβλεπαν και ξεχωριστό και εντυπωσιακό και μοναδικό και αξιαγάπητο…, αλλά εσείς να πιστέψετε εμένα. Αυτά που έλεγαν οι άλλοι γύρω μου αφορούσαν την τσέπη μου και το πορτοφόλι μου και όχι εμένα. Και ήξεραν πολύ καλά τι είχε το πορτοφόλι μου και η τσέπη μου και οι λογαριασμοί μου στις Τράπεζες…. Από ηλικία, αν ενδιαφέρεστε, να υπολογίζετε κάπου στη μέση.
Τώρα πηγαίνουμε σε μια άλλη, πιο ενδιαφέρουσα περιοχή. Από πολύ ενωρίς στη ζωή μου είχα μια περίεργη αίσθηση, που συχνά ένιωθα να με κυνηγά, κάποτε να με βαραίνει κιόλας. Ένιωθα ότι κάνω κάτι λάθος στη ζωή μου. Όχι, δεν ζούσα καθόλου ανήθικα, ούτε εκφυλισμένα. Αντίθετα μάλιστα, έκανα πολύ καλή διαχείριση της περιουσίας μου και της ζωής μου. Είχα όμως ένα αίσθημα, έντονο μερικές φορές, ότι κάνω λάθος ζωή. Το αίσθημα αυτό με απασχολούσε και ήθελα να το αντιμετωπίσω. Είχα χρόνο να ξοδέψω με τον εαυτό μου και τις ανησυχίες μου, αλλά δεν έβρισκα την απάντηση, και αυτό με κούραζε. Τα στοιχεία που επιστράτευα και σύγκρινα τη ζωή μου είχαν πάντα σχέση με το κακό, τον εκφυλισμό, τις ακραίες καταστάσεις, με τη «νύχτα», την πρόκληση… Δεν χρωστούσα, δεν έκλεβα, το αντίθετο μάλιστα, απλόχερα βοηθούσα, και με ευχαρίστηση, όπου αντιλαμβανόμουν ότι υπήρχε ανάγκη. Δεν έβρισκα το λόγο να ανησυχώ. Επεξεργαζόμενος τη ζωή μου την βαθμολογούσα με πολύ καλούς βαθμούς και με κριτήρια πολύ αυστηρά.

Παρόλα αυτά κάτι μέσα μου μού έλεγε ότι είμαι σε λάθος δρόμο. Προσπάθησα να τους έχω όλους γύρω μου ευχαριστημένους και με το παραπάνω. Δεν μπόρεσα όμως να απαλλαγώ. Κοίταξα την εικόνα μου προς τους άλλους, έκανα διορθωτικές κινήσεις, αλλά χωρίς αποτέλεσμα. Κάτι μέσα μου έφευγε και επανερχόταν και μου ’λεγε ότι δεν είναι αυτή η ζωή, δεν είναι αυτό το νόημά της, δεν είναι δυνατό να ζήσω και να τελειώσω όλη μου τη ζωή με τέτοιο περιεχόμενο.

Αντιλαμβάνεσθε ότι δεν ήμουν χαρούμενος, αλλά δεν ήμουν και δυστυχισμένος. Και γιατί να είμαι δυστυχισμένος, αφού είχα ό,τι ήθελα, όποτε το ήθελα; Αλλά τότε, γιατί να μην είμαι χαρούμενος; Τι ήταν αυτή η σκιά, που με ακολουθούσε;

Κάποτε τα κατάφερνα να την ξεχάσω αυτή τη σκέψη και να ξεμπερδεύω μαζί της. Ζούσα σα να μη συμβαίνει τίποτα. Όμως ερχόταν η ώρα του απολογισμού και μέσα μου ήμουν βέβαιος ότι είμαι σε λάθος δρόμο. Έβρισκα τη ζάπλουτη ζωή μου φτωχή και χωρίς καμία αξία. Κάποια στιγμή και τα πιο μεγάλα και εντυπωσιακά που έκανα στη ζωή μου με άφηναν αδιάφορο και με ανησυχούσε η παρουσία τους στη ζωή μου. Είχα έντονη την αίσθηση ότι κάποιοι ζουν πιο σωστή ζωή από τη δική μου, πιο καλή ζωή, πραγματικά αξιόλογη και όμορφη. Η δική μου ζωή δεν ήταν τέτοια και αυτό με βασάνιζε.

Μη νομίσετε ότι δεν έκανα τίποτα για όλα αυτά τα ενοχλητικά και αρνητικά συναισθήματα. Γιατρός δεν είμαι, αλλά τα πάω καλά με το διάβασμα και με το Internet. Το έψαξα το θέμα και από αυτής της πλευράς. Και για τις ντοπαμίνες έψαξα, τις σεροτονίνες, τα πάντα. Δεν ένιωθα άρρωστος, ούτε και το προφίλ μου ταίριαζε με των ασθενών και με τις ασθένειες που συναντούσα στην έρευνά μου.

Δεν έφτασα σε πολύ άσχημη κατάσταση, ούτε χρειάστηκε να χειροτερέψουν τα πράγματα στη ζωή μου πολύ. Μια μέρα έκανα μια σκέψη, ή πιο σωστά άκουσα μια σκέψη. «Πήγαινε σε ένα νοσοκομείο μια βόλτα», είπα στον εαυτό μου. Δεν αντέδρασα άσχημα στη σκέψη, ούτε με απώθησε η ιδέα. Δεν είχα κάποιο πρόβλημα υγείας ούτε κάποια ιδιαίτερη σχέση με γιατρούς και νοσοκομεία, αλλά δεν είχα και πρόβλημα να υπακούσω. Εύκολα αποφάσισα σε πολύ κοντινή ημερομηνία να πάω σε ένα μεγάλο κεντρικό νοσοκομείο, χωρίς να ξέρω ούτε τι θα κάνω εκεί, ούτε το γιατί θα πήγαινα. Απλώς πήγα. Η φωνή μέσα μου με περίμενε εκεί, στην κεντρική είσοδο του νοσοκομείου, και με βοήθησε. «Περπάτα στους διαδρόμους, στους ορόφους, περπάτα αργά και κοίταζε όσο μπορείς περισσότερο τους ανθρώπους που περνάνε δίπλα σου, τις συνθήκες, τις κινήσεις τους». Το έκανα. Ό,τι μου έλεγε η φωνή στη σκέψη μου το έκανα, χωρίς να επιστρατεύσω ιδιαίτερες δυνάμεις ή κάποιο ξεχωριστό θάρρος.

Τώρα δεν χρειάζεται να σας περιγράψω τι είδα στο νοσοκομείο. Ίσως εσείς να τα ξέρετε καλύτερα από εμένα. Χρειάζεται όμως να σας πω κάτι πολύ περίεργο, που σίγουρα δεν πάει το μυαλό σας. Ένιωθα πολύ όμορφα όλη αυτή την ώρα. Έστω με αυτές τις ήσυχες βόλτες που έκανα, ένιωθα πραγματικά όμορφα μέσα σε εκείνο το περιβάλλον. Βέβαια, δεν σας το κρύβω, ότι στην αρχή ένιωθα λίγο άβολα, γιατί όλοι εκεί μέσα στους διαδρόμους, στους θαλάμους, είχαν κάτι να κάνουν. Εγώ έκανα απλώς βόλτες και κοιτούσα γύρω μου. Κάπως αταίριαστο αυτό. Έτσι το είδα και εγώ στην αρχή. Μετά όμως προσαρμόστηκα. Κάποια στιγμή βοηθήθηκα λίγο περισσότερο, όταν πλησίασα μια γιαγιούλα σκυφτή και αργοκίνητη και της γέμισα ένα μικρό μπουκάλι νερό από τον καταψύκτη. Χαμογέλασα. Άρχισα να γίνομαι κάπως χρήσιμος και να έχω και εγώ κάποιο ρόλο… Ναι, ένιωθα καλά, και μάλιστα είχα ένα περίεργο αίσθημα, ότι γυρίζοντας πίσω στο σπίτι μου, όχι μόνο δεν θα έχω την αίσθηση ότι έχασα το χρόνο μου, όχι μόνο δεν θα μετανιώσω, αλλά ούτε θα ανέβει μέσα μου η σκέψη της λάθος κατεύθυνσης, της λάθος ζωής, που με απασχολούσε τόσο συχνά.

Δεν πήγα ξανά στο νοσοκομείο, αλλά έγινε κάτι άλλο μέσα μου. Ξόδεψα πολλές ώρες με το να θυμάμαι και να επεξεργάζομαι τα όσα είχα δει εκείνο το απόγευμα. Όχι τραγικά πράγματα, μην πάει το μυαλό σας. Τα βρήκα όμως πολύ ενδιαφέροντα και σε κάποιες περιπτώσεις συναρπαστικά. Χωρίς να με ενδιαφέρουν οι ειδικές λεπτομέρειες και τα ιατρικά πράγματα, σύγκρινα το περιεχόμενο της μέρας αυτών των ανθρώπων με το περιεχόμενο της δικής μου ζωής. Έμεινα άφωνος. Το παραδέχτηκα αμέσως. Αυτοί οι άνθρωπο ζούνε, ενώ εγώ δεν ζω. Δεν προσφέρω τίποτα σε κανένα. Δεν είμαι χρήσιμος σε κανέναν. Αυτοί οι άνθρωποι παλεύουν, ενώ εγώ δεν παλεύω για κανέναν και για τίποτα. Μου φάνηκε αμέσως πιο σωστή η ζωή τους από τη δική μου ζωή.

Το άφησα έτσι και πέρασε λίγος καιρός. Συνέπεσε να πλησιάζουν οι γιορτές των Χριστουγέννων εκείνης της χρονιάς. Ιδιαίτερα βαρετή και ενοχλητική περίοδος για μένα. Έβλεπα τους ανθρώπους γύρω μου να κάνουν τα πάντα για να ζήσουν και να μην καταρρεύσουν. Να κάνουν τα πάντα για να ξεχάσουν, να δραπετεύσουν, να κάνουν τρελά, απίθανα πράγματα για να γεμίσουν την άδεια τους ζωή, χωρίς αποτέλεσμα. Αυτό με ενοχλούσε πολύ. Μας έβλεπα όλους ριγμένους σε ένα λάκκο βαθύ, να προσπαθούμε να βγούμε στην επιφάνεια, στο φως, στον καθαρό αέρα. Και κάποιος να μας ρίχνει μέσα στο λάκκο φωτάκια χριστουγεννιάτικα πολύχρωμα, να μας πετάει δώρα, δέντρα στολισμένα, τσουρέκια. Κι εμείς να ξεγελιόμαστε, να στολίζουμε το λάκκο με φωτάκια, να στρώνουμε γιορτινά τραπέζια μέσα στο λάκκο… Η δυστυχία μου ήταν μεγάλη κάθε τέτοια εποχή.

Τυχαία άκουσα στο ραδιόφωνο, καθώς οδηγούσα, μια διαφήμιση για ένα μπαζάρ για την ενίσχυση ενός ιδρύματος για αυτιστικά παιδιά. Θα πάω, είπα. Και πήγα. Δεν πήγα ούτε να αγοράσω, ούτε να βοηθήσω οικονομικά. Θα σας εκνευρίσει να σας πω ότι δεν αγόρασα ούτε μία καρφίτσα. Ούτε άφησα κάποια γενναία επιταγή στο ίδρυμα. Συγγνώμη, δεν το έκανα. Έκανα κάτι πολύ πιο μεγάλο, γιατί αυτό είχα ανάγκη. Πέρασα από όλους τους πάγκους με τα δώρα, τα γλυκά, τις προσφορές. Δοκίμασα και τα μπισκότα που μου πρόσφεραν. Αλλά εγώ κοιτούσα τα πρόσωπά τους. Ναι, εκείνα τα πρόσωπα. Το ήξερα ότι ήταν οι γονείς των αυτιστικών παιδιών και οι δάσκαλοί τους. Ίσως και κάποιοι ψυχολόγοι, που υπηρετούσαν αυτά τα παιδιά. Τα πρόσωπά τους, Θεέ μου. Ήταν γελαστοί, ορεξάτοι, τα πρόσωπά τους ζεστά, φιλικά. Και όλοι τους είχαν ένα τόσο μεγάλο φορτίο στα σπίτια τους. Πραγματικά δυνατοί άνθρωποι, σκέφτηκα και θαύμασα. Καλοντυμένοι, περιποιημένοι, χαρούμενοι, με τα αστεία τους, με τα πειράγματά τους… Μετά κοίταξα τα παιδάκια του Ιδρύματος. Αυτά τα άρρωστα παιδάκια μαζί με τους γελαστούς γονείς τους. Πάλι μου ανέβηκε η ίδια σκέψη, αλλά αυτή τη φορά πολύ πιο μορφοποιημένη και συγκεκριμένη από την προηγούμενη φορά. Αυτοί οι άνθρωποι μου άρεσαν πιο πολύ από τον εαυτό μου. Η ζωή τους με αγγίζει, με πείθει ότι είναι ζωή με περιεχόμενο που αξίζει να ζήσεις…. Με πλησίασαν να μου συστηθούν μερικοί και να με γνωρίσουν. Δεν τόλμησα να πω την αλήθεια για το πώς και το γιατί βρέθηκα εκεί, μαζί τους εκείνο το βράδυ. Πώς να τους πω ότι έχασα το δρόμο μου στη ζωή, ότι ανακάλυψα ότι δεν ζω, ότι ζω λάθος ζωή και ότι ψάχνω για κάτι σωστό και γνήσιο να ζήσω;

Κάποια στιγμή μπήκε στην αίθουσα μία ομάδα μεγαλούτσικα παιδιά, με κασκόλ και σκουφιά και δύο κιθάρες. Αγόρια και κορίτσια. Πήγαν σε μια γωνιά και άρχισαν να τραγουδούν σαν μια μικρή χορωδία. Όλοι στράφηκαν προς το μέρος τους, τα παιδάκια πλησίασαν και άκουγαν χαρούμενα τις χριστουγεννιάτικες μελωδίες.

Πήρα το θάρρος και πλησίασα τα άρρωστα παιδάκια. Κανένας δε με ενόχλησε. Ήταν θαρρώ η πρώτη μου φορά που έσκυβα να πλησιάσω ένα παιδάκι, και μάλιστα με τέτοιο πρόβλημα, χωρίς να ξέρω ούτε πώς να το πλησιάσω, ούτε πώς να το χειριστώ. Αλλά ένιωθα ότι πολύ λίγο με ενδιέφερε. Ήταν σα να άπλωνα το χέρι μου να πάρω κάτι, κάτι που εγώ δεν είχα, δεν ένιωσα ποτέ μου, ενώ εκείνοι το είχαν, το είχαν και το ζούσαν κάθε μέρα.

Βγήκα έξω στο καθαρό και υγρό νυχτερινό αεράκι. Είχα πολλές, πάρα πολλές σκέψεις στο μυαλό μου και μια μεγάλη ανάγκη να τις επεξεργαστώ. Μη βιαστείτε να πείτε ότι σκέφτηκα να τα πουλήσω όλα και να τα αφήσω στο Ίδρυμα με τους πονεμένους πατεράδες και τις ηρωικές μητέρες αυτών των παιδιών. Όχι, δεν ήμουν τόσο επιπόλαιος να κάνω κινήσεις με τόσο κοντινή ημερομηνία λήξης. Στο προαύλιο του Ιδρύματος με περίμενε το καλό και ακριβό τζιπ μου. Ομολογώ ότι ήταν πολύ καλό και πολύ ακριβό. Κάποτε καμάρωνα. Όμως εδώ και χρόνια δε με άγγιζε τίποτα από όλα αυτά. Τη χλιδάτη και φανταχτερή ζωή τη θεωρούσα «παιδική αρρώστια», που την είχα περάσει εδώ και πολύ καιρό. Οι μεζονέτες, τα σπα, τα ακριβά εστιατόρια, οι υψηλές γνωριμίες, το αισθανόμουν ότι ήταν λάθος ζωή, αλλά τι να ’βαζα στη θέση τους; Αυτό δεν ήξερα…

Έμεινα έξω από το τζιπ, ακούμπησα επάνω του και κοίταξα τον ξάστερο δεκεμβριάτικο ουρανό. Μέσα μου είχαν γίνει πολλές ζυμώσεις και αρκετές αλλαγές. Αυτή η ζωή που έβλεπα γύρω μου τον τελευταίο καιρό ήταν πιο αξιόλογη ζωή από τη ζωή που έκανα εγώ και πιο σωστή. Μπορεί να είχε πόνο, αλλά είχε αλήθεια και δύναμη, ενώ η δική μου δεν είχε ούτε αλήθεια, ούτε δύναμη. Σιγά τη δύναμη που χρειάζεται να ξοδεύεις λεφτά, σκέφτηκα.

Μετά πήγε το μυαλό μου στην παιδική χορωδία. Πάλι άρχισα να μην καταλαβαίνω. Παιδιά είναι, αγόρια, κορίτσια… Γιατί κουβαλήθηκαν μέσα στη νύχτα στο Ίδρυμα; Δεν είχαν τίποτα καλύτερο να κάνουν; Τα λόγια των τραγουδιών τους μιλούσαν για τον Θεό, για τον Ιησού Χριστό, που ήρθε στη γη μας. Τα ήξερα όλα αυτά, αλλά ποτέ δεν είχα σταματήσει μπροστά τους. Είχα τις δικές μου θεωρίες και απόψεις. Κάποια στιγμή κατάλαβα ότι είχα σηκώσει τα μάτια μου και κοιτούσα τον ουρανό. Ήταν πεντακάθαρος και ελκυστικός να τον κοιτάζεις. Όμως εγώ ένιωθα να μου μιλάει ο ουρανός. Μάλλον να μου γελάει με καλοσύνη… Αυτό το αίσθημα είχα, αλλά δεν ξέρω πώς να σας το περιγράψω. Ένιωσα κάτι να αλλάζει οριστικά μέσα μου, μια μεγάλη δύναμη και μια δυνατή αγάπη για αυτούς τους ανθρώπους. Πετάχτηκα και γύρισα πίσω, μέσα στην αίθουσα τρέχοντας. Μόλις πρόβαλα στην πόρτα, όλοι σταμάτησαν και γύρισαν στο μέρος μου.
-Σας ψάχναμε, γιατί φύγατε; μου είπε μία γλυκύτατη κυρία από τα τραπέζια. Κοντοστάθηκα. Εγώ να τους κοιτάζω και εκείνοι να με κοιτάζουν, σα να περίμεναν κάτι να ακούσουν από εμένα. Και όντως ένιωθα ότι είχα κάτι πολύ σημαντικό να τους πω. Πέρασα την πόρτα, σταμάτησα, σήκωσα τα μάτια μου και τους μίλησα.
-Εγώ έψαχνα εσάς, τους είπα πηγαία και αυθόρμητα. Δεν σας γνωρίζω ούτε με γνωρίζετε, όμως από την πρώτη στιγμή που σας είδα κατάλαβα ότι εγώ έχω ανάγκη εσάς, γιατί εσείς ζείτε, είσαστε δυνατοί μέσα στον αγώνα σας, στο ανηφόρι της ζωής έχετε χαρά και σκοπό που ζείτε και παλεύετε. Εγώ που με βλέπετε ούτε δυνατός είμαι, ούτε παλεύω, ούτε ανηφόρι έχει η ζωή μου και νομίζω ότι δεν ζω, ή ότι ζω λάθος ζωή. Αυτή η σκέψη δεν πέρασε ποτέ από το δικό σας μυαλό, από το δικό μου όμως περνάει κάθε μέρα. Αυτή είναι η μεγάλη μας διαφορά.
Η σιωπή ήταν απόλυτη. Όλοι κοιτούσαν εμένα. Μπροστά μου ακριβώς ένας μεσήλικας πατέρας με ένα αναπηρικό καροτσάκι και ένα σπαστικό αγοράκι, του χάιδευε τα μαλλάκια κι αυτό ηρεμούσε και με άκουγε.
-Να σας ζητήσω μια χάρη σας παρακαλώ, βρήκα τη δύναμη να συνεχίσω. Μπορείτε να με αφήσετε να σας βοηθήσω να μαζέψουμε τα τραπέζια, να σκουπίσω το πάτωμα, να πλύνω πιάτα, να τραγουδήσω μαζί σας;
Οι άνθρωποι κουνήθηκαν από τη θέση τους. Κάτι είπαν, αλλά εγώ δεν μπορούσα να ακούσω τίποτα. Με πλησίασαν πολλοί, με πήραν στο τραπέζι τους τα παιδιά της χορωδίας. Μου μίλησαν για τον Ιησού Χριστό που αλλάζει, που μεταμορφώνει τον άνθρωπο. Με βοήθησαν να καταλάβω ότι αυτό που ζήλευα, γιατί δεν το είχα, ήταν η ζωή του Ιησού Χριστού, που είναι η μόνη αληθινή ζωή που αξίζει να ζήσεις. Μου χάρισαν μία Καινή Διαθήκη και όταν έβγαλα να πληρώσω για το φαγητό όλοι τους γέλασαν πραγματικά με την καρδιά τους. Ένιωσα άνετα να πλησιάσω τα παιδιά τους, να τους κάνω αστεία, γονάτισα δίπλα τους και έπαιξα με τα δώρα τους. Το μόνο που ήθελα πολύ, αλλά δεν κατάφερα να κάνω, ήταν να πλύνω τα πιάτα τους.

Την επόμενη φορά που πήγα στο Ίδρυμα δεν ήμουν μόνος στο αυτοκίνητο. Παραμονή Πρωτοχρονιάς, το γέμισα με τα παιδιά τής χορωδίας, γιατί στο μεταξύ έμαθα και εγώ τους ύμνους στην εκκλησία και τραγουδούσα μαζί τους για τα παιδάκια. Κανένας όμως δεν ήξερε ακόμα τι είχε γίνει πραγματικά στη ζωή μου. Ήταν σα να ξανάρχιζα τη ζωή μου από την αρχή. Όχι πλούσιος και άθεος, όπως ξεκίνησα, αλλά λυτρωμένος πιστός του Ιησού Χριστού, που έκανε τη ζωή μου καινούργια και όμορφη και γεμάτη, να τη ζω και να την απολαμβάνω.

Λησμόνησα να σας πω ότι και το πλούσιος αλλάζει σιγά-σιγά. Τώρα για παράδειγμα οδηγώ το αυτοκίνητο του Ιδρύματος, γιατί πολύ γρήγορα κατάλαβα πόσο ανάγκη είχαν ένα τέτοιο μεγάλο τζιπ για τα ψώνια τους και τις μεταφορές τους, ενώ εγώ βολεύομαι μια χαρά με ένα μικράκι ξεχασμένο, που είχα φοιτητής


Κύριε είσαι παντογνώστης. Γνωρίζεις πολύ καλά ότι Σε αγαπώ. Αξίωσέ με να Σε υπηρετώ με αφοσίωση και με αγάπη μέχρι την τελευταία μου αναπνοή.

Άβαταρ μέλους
ΦΩΤΗΣ
Δημοσιεύσεις: 10100
Εγγραφή: Κυρ Αύγ 19, 2012 12:18 pm
Τοποθεσία: ΑΓΙΟΣ ΙΩΑΝΝΗΣ ΡΕΝΤΗ

Re: ΔΙΔΑΚΤΙΚΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ.

Δημοσίευσηαπό ΦΩΤΗΣ » Παρ Αύγ 31, 2012 9:06 pm

Αγριοκρεμμύδα




Ήταν κάποτε μια γριά γυναίκα, η οποία στη ζωή της δεν είχε κάνει κανένα καλό. Όταν πέθανε, ο άγγελός της την πήγε στο θρόνο του Θεού, μα στο βιβλίο των πράξεών της δεν υπήρχε καμία καλοσύνη κι έτσι ο δρόμος της ήταν για την κόλαση. Ο άγγελός της στενοχωρήθηκε αφάνταστα. Αναζήτησε στις πιο κρυφές σημειώσεις του βιβλίου του καθενός, μήπως και βρει κάποια καλή πράξη και αναγκάσει το Θεό που είναι γεμάτος αγάπη να την πάρει στον Παράδεισο.


Ψάχνοντας, λοιπόν, βρήκε ότι κάποτε όταν η γρια σκάλιζε τον κήπο της, ήρθε ένας ζητιάνος που της ζήτησε ελεημοσύνη. Η γριά δεν ήθελε να δώσει τίποτα, αλλά ο ζητιάνος ήταν πολύ επίμονος. Τότε, αφού νευρίασε, η γριά τράβηξε μια αγριοκρεμμύδα και την πέταξε στο ζητιάνο, για να απαλλαγεί από την παρουσία του. Ο άγγελος χάρηκε και είπε στο Θεό το συμβάν. Τότε Αυτός του είπε: "Πάρε μια αγριοκρεμμύδα κι αν μπορέσει η γρια να κρατηθεί απ' αυτήν και βγει από την κόλαση, ας τη φέρεις στον Παράδεισο".


Ο άγγελος χάρηκε αφάνταστα, πήρε μια αγριοκρεμμύδα και κατηφόρισε στην κόλαση. Ρώτησε πού βρίσκεται η γρια και της είπε τα ευχάριστα. Η γρια καταχάρηκε και αρπάχτηκε από την αγριοκρεμμύδα που κρατούσε ο Άγγελος και άρχισε να βγαίνει από την κόλαση. Τότε συνέβη το εξής παράδοξο. Από τα πόδια της γριάς άρχισαν να κρεμιόνται κι άλλοι κολασμένοι για να ξεφύγουν από τον τόπο της βασάνου. Όμως η γριά άρχισε να τους σπρώχνει φωνάζοντας: "Δικιά μου είναι η αγριοκρεμμύδα, δεν έχετε θέση μαζί μου!". Ο άγγελος την παρακαλούσε να δείξει αγάπη, αλλά η γριά ήταν αμετάπειστη. Κλωτσούσε τις άλλες ψυχές και φώναζε! Τότε η αγριοκρεμμύδα έσπασε και η γρια και όλες οι άλλες ψυχές ξαναγύρισαν στην κόλαση.


Ο άγγελος δάκρυσε και έφυγε...

Από το βιβλίο "Братья Карамазовы" (Μπράτια Καραμαζόβι - "Αδελφοί Καραμαζώφ") του Фёдор Михайлович Достоевский (Φιοντόρ Μιχαΐλοβιτς Ντοστογιέφσκι)


Κύριε είσαι παντογνώστης. Γνωρίζεις πολύ καλά ότι Σε αγαπώ. Αξίωσέ με να Σε υπηρετώ με αφοσίωση και με αγάπη μέχρι την τελευταία μου αναπνοή.

Άβαταρ μέλους
ΦΩΤΗΣ
Δημοσιεύσεις: 10100
Εγγραφή: Κυρ Αύγ 19, 2012 12:18 pm
Τοποθεσία: ΑΓΙΟΣ ΙΩΑΝΝΗΣ ΡΕΝΤΗ

Re: ΔΙΔΑΚΤΙΚΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ.

Δημοσίευσηαπό ΦΩΤΗΣ » Σάβ Σεπ 01, 2012 8:52 pm

Η μητέρα του εδειξε το δρόμο της σωτηρίας…
Μου το διηγήθηκε μια γυναίκα με πανεπιστημιακή μόρφωση:

Στίς δώδεκα τα μεσάνυχτα, χτύπησαν την πόρτα στην Εκκλησία. Ηταν μια γριούλα. Και ζητούσε παπά, να πάει να κοινωνήσει έναν άρρωστο.

Ο παπάς ετοιμάστηκε και βγήκε αμέσως μαζί της. Πλησιάζουν σε ένα φτωχό σπιτάκι, τύπου παράγκας. Η γριούλα ανοίγει την πόρτα και μπάζει τον ιερέα σε ένα δωμάτιο.

Καί να ξαφνικά ο παπάς ευρίσκεται εκεί μόνος με μόνο τον άρρωστο.

Ο άρρωστος του δείχνει με χειρονομίες την πόρτα και σκούζει.

- Φύγε από εδώ! Ποιος σε εκάλεσε; Εγώ είμαι άθεος. Και άθεος θα πεθάνω.

Ο παπάς τα έχασε.

- Μα δεν ήλθα από μόνος μου! Με έκάλεσε η γριά!

- Ποια γριά; Εγώ δεν ξέρω καμμιά γριά!

Οπαπάς, καθώς στέκει απέναντί του, βλέπει επάνω από το κεφάλι του άρρωστου, μια φωτογραφία με την γυναίκα πού τον έκάλεσε.

Του λέει, ενώ του δείχνει το πορτραίτο.

- Να αυτή!

- Ποια αυτή, Ξέρεις, τί λες, παπά; Αυτή είναι η μάνα μου. Και έχει πεθάνει χρόνια τώρα!

Για μια στιγμή πάγωσαν και οι δύο. Αισθάνθηκαν δέος. Ο άρρωστος άρχισε να κλαίει. Καί αφού έκλαψε, ζήτησε να εξομολογηθή. Καί μετά, εκοινώνησε.

Η μητέρα του είχε φροντίσει από τον ουρανό, να του δείξει τον δρόμο της σωτηρίας.

Δημητρίου Ντουτκο, ιερέως

Από το βιβλίο του (Στό σταυροδρόμι), Μόσχα 1994


Κύριε είσαι παντογνώστης. Γνωρίζεις πολύ καλά ότι Σε αγαπώ. Αξίωσέ με να Σε υπηρετώ με αφοσίωση και με αγάπη μέχρι την τελευταία μου αναπνοή.

Άβαταρ μέλους
ΦΩΤΗΣ
Δημοσιεύσεις: 10100
Εγγραφή: Κυρ Αύγ 19, 2012 12:18 pm
Τοποθεσία: ΑΓΙΟΣ ΙΩΑΝΝΗΣ ΡΕΝΤΗ

Re: ΔΙΔΑΚΤΙΚΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ.

Δημοσίευσηαπό ΦΩΤΗΣ » Κυρ Σεπ 02, 2012 7:57 am

Η νύχτα της Αγίας Άννας


Ξημέρωνε της Αγίας Αννης.
Ενα ξεροβόρι μας έκανε να σηκώσουμε τον γιακά.
Η αγρυπνία άρχιζε στις δέκα.
Μπαίνοντας στην εκκλησία κατάλαβαμε το διαφορετικό....Κατέβηκαν οι γιακάδες, ξεκουμπώθηκαν πανωφόρια και καρδιές, ζεστάθηκαν τα παγωμένα μέλη, αόρατος κυκλοφορούσε ο Παπαδιαμάντης -ευτυχής που μπορούσε να ξαναγράψει- άγιοι μπαινόβγαιναν αθέατοι -ένιωθες την ελαφρά αύρα του ερχομού τους-, ταπεινές οι φωνές των ψαλτάδων, ανθοστόλιστες οι εικόνες, το λείψανο του Αγ. Ρηγίνου ασφάλεια της νύχτας, ο παπα Μιχάλης στο ψαλτήρι εγγύηση ότι όλα θα είναι σεβαστικά και παπαδιαμαντικής υφής, το σκοτάδι σπλαχνικό, το λιγοστό φως ευγενικό, σκυμένα κεφάλια, χέρια δεμένα μπροστά σε εκούσια υποταγή έρωτος προς το θείον και οι άγιοι να ανεβοκατεβαίνουν από τα εικονίσματα, άλλος στο Χερουβικό, άλλος στο Ευαγγέλιο, άλλος στο Κοινωνικό για να χαιδέψουν τα ανθρώπινα και να τα απαλύνουν σε μετάνοια και κατάνυξη.
Η μάνα μου αλλιώς κι'αυτή απόψε, έφερε το προσφοράκι που ζύμωσε, λιβάνι και καρβουνάκι για να τα καίνε οι άγγελλοι την ώρα που θα κοινωνούσε, νομίζω.
Η Ζωή δίπλα μου, έκλαιγε. Μετά μου είπε πως έβλεπε στην Ωραία Πύλη τον Γέροντα Ευμένιο με πορφυρή στολή γεμάτη χρυσούς σταυρούς....Καθόλου παράξενο να ήταν κι'αυτός εκεί. Τί είναι νάρθεις απ' τον Παράδεισο; Χόπ, ένα πήδημα και έφτασες....
Ο παπα Σπυρίδωνας έδινε το αντίδωρο, ο παπα Νικόλας τον άρτο.
Για κάποιον αδιευκρίνιστο λόγο, ο κόσμος αφού έπαιρνε και από τα δύο, δεν έφευγε.
Ολοι κοντοστέκονταν. Σαν να μην ήθελαν να πάψουν να αποτελούν πληθυσμό της οικίας του Κυρίου, σαν να ήταν εποχή κατακομβών και έξω περίμεναν οι διώκτες, σαν να ήταν στη μέση ενός θαύματος και δεν ήθελαν να βγούν εκτός του κάδρου των θαυμασίων......
Τελικά βγήκαμε στην κρύα νύχτα, πάλι. Μέσα μας, όλα ήταν ζεστά .
Αργότερα στις κουβέρτες, στα ενύπνια και στα χνώτα των σπιτικών μας, οσφραινόμαστε τα λιβάνια τούτης της παράξενης βραδυάς..
Εξω φυσούσε δυνατό ξεροβόρι. 'Η μήπως μας είχαν ακολουθήσει οι άγιοι που είχαν κατέβει να τιμήσουν την γιαγιά μας την Αννα, την μάνα της Κυράς της Παναγιάς;


Κύριε είσαι παντογνώστης. Γνωρίζεις πολύ καλά ότι Σε αγαπώ. Αξίωσέ με να Σε υπηρετώ με αφοσίωση και με αγάπη μέχρι την τελευταία μου αναπνοή.

Άβαταρ μέλους
ΦΩΤΗΣ
Δημοσιεύσεις: 10100
Εγγραφή: Κυρ Αύγ 19, 2012 12:18 pm
Τοποθεσία: ΑΓΙΟΣ ΙΩΑΝΝΗΣ ΡΕΝΤΗ

Re: ΔΙΔΑΚΤΙΚΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ.

Δημοσίευσηαπό ΦΩΤΗΣ » Δευτ Σεπ 03, 2012 8:45 am

ΟΠΤΑΣΙΑ ΚΑΠΟΙΟΥ ΕΛΕΗΜΟΝΟΣ ΚΑΙ ΕΥΛΑΒΟΥΣ ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΥ (Συγκλονιστική ιστορία)

Ένας παντρεμένος άνθρωπος που είχε παιδιά και δούλους και άφθονο πλούτο, ήταν πολύ ελεήμων και φιλόξενος. Μία νύκτα, αφού εδείπνησε, κοιμήθηκε και το πρωί τον εβρήκαν ξαπλωμένο στη γη, ψυχρό, αναίσθητο, σαν να ήταν πεθαμένος. Οι συγγενείς του τον εσήκωσαν, τον έβαλαν στο στρώμα, κάνοντάς του διάφορες γιατρειές και ζεσταίνοντάς τον για να αναζήση, αλλά μάταια εκοπίαζαν. Μετά από πολλές ημέρες ήλθε στον εαυτό του και ερωτήθηκε από τους συγγενείς του να τους ειπεί τί έπαθε και πού βρισκόταν τόσες ημέρες νεκρός. Εκείνος δεν αποκρινόταν, μόνο έκλαιγε απαρηγόρητα και ακατάπαυστα και, μέχρι του θανάτου του, δεν είπε τίποτε σε κανέναν. Όταν πλησίαζε το τέλος, εκάλεσε τον μεγαλύτερο γιο του και του είπε τα εξής μπροστά σε όλους:
«Αγαπητό μου παιδί... αυτή την τελευταία εντολή σου δίνω προστακτικά και σε διατάζω να την τηρής αυστηρά, όσο μπορείς. Να δίνεις ελεημοσύνη στους πτωχούς και να έχεις πολλή συμπάθεια στους ξένους και οδοιπόρους. Να τους περιποιείσαι στο σπίτι σου με πολλή αγάπη, να τους υπηρετής πρόθυμα και να τους δίνεις άφθονα, όσα χρειάζονται, καθώς είδες να κάνω και εγώ μέχρι τώρα. Διότι η φιλοξενία είναι η πιο ευπρόσδεκτη στον Θεό απ' όλες τις αρετές και όποιος την εκτελεί επιμελώς, για την αγάπη του Θεού, ευρίσκει πολύ μισθό στην ουράνια Βασιλεία Του.

Και για να παρακινηθήτε όλοι οι συγγενείς μου σ' αυτή την φιλόθεη πράξη της καλωσύνης και συμπαθείας προς τους ξένους και πτωχούς, την τελευταία αυτή ημέρα μου θα σας διηγηθώ την φοβερή οπτασία που είδα, όταν με ευρήκατε ωσάν αποθαμμένον προ ετών, κάτω στο πάτωμα του σπιτιού μας.
Γνωρίζετε ότι από την νεότητά μου είχα πολλή ευλάβεια στην Υπεραγία Θεοτόκο και κάθε ημέρα της εδιάβαζα εγκώμια και ευχές. Γι' αυτό μου τον πόθο και την αγάπη που είχα με όλη μου την ψυχή και την καρδιά, με αξίωσε ο Δεσπότης, με τις δικές της πρεσβείες, να απολαύσω πολλές δωρεές και χάριτες, μα προπαντός για τη συμπάθεια που είχα για τους πτωχούς και ξένους, καθώς εσείς το ξέρετε, υποδεχόμενος τον καθένα με αγάπη και παρέχοντας άφθονα, όλα τα χρειαζόμενα.
Την νύκτα εκείνη που είδα την οπτασία, άκουσα φωνή που εφώναξε με το όνομά μου λέγοντας: «Σήκω από το κρεβάτι και ακολούθησέ με». «Όταν σηκώθηκα, μ' έπιασε βίαια εκείνος που με φώναξε από το χέρι και με ωδήγησε σ' ένα μεγάλο λιβάδι.
Τότε αυτός έγινε άφαντος και εγώ μόνος μου, μη ξέροντας τι να κάνω, άκουσα πίσω μου ξαφνικά φοβερές φωνές και ταραχές. Γυρίζοντας πίσω βλέπω ένα άπειρο πλήθος δαιμόνων και ήρχοντο κατεπάνω μου να με αρπάξουν ως θηρία ανήμερα. Εγώ, καθώς τους είδα, όσο μπορούσα, έτρεχα με ασυγκράτητο φόβο έως ότου έφθασα σε ένα σπίτι και μπαίνοντας μέσα έκλεισα την πόρτα. Αλλά αυτοί την έσπασαν και μπήκαν μέσα να μ' αρπάσουν. Αλλά για να καταλάβεις καλλίτερα, άκουσε και αυτά. Είναι τώρα τρία χρόνια αφ' ότου επήρα ένα ξένο εδώ στο σπίτι μου, από το βράδυ της εορτής των Αγίων Πάντων για να τον φιλοξενήσω, κατά την συνήθειά μας.
Φθάνοντας στο σπίτι, ευρήκα και άλλον ξένο, που είχε κρατήσει η μητέρα σου, κατά το πρόσταγμά μου που της είχα δώσει, να υποδέχεται και φιλοξενή τον καθένα ως άγγελο Κυρίου και σε λίγο έφερε άλλον έναν και ο αδελφός σου. Τότε εγώ εδοκίμασα μεγάλη χαρά που αξιώθηκα να υποδεχθώ και φιλοξενήσω στο σπίτι μου αυτούς τους τρεις ξένους κατά τον τύπο της Παναγίας Τριάδος. Τους εφίλευσα πλουσιοπάροχα, όσο μου ήταν δυνατόν, κατά την συνήθειά μου.
Όταν λοιπόν, επανέρχομαι στην οπτασία, μπήκαν μέσα οι δαίμονες, άρχισα να φωνάζω στον Κύριο να μ' ελεήση με τις πρεσβείες της Παναχράντου Μητρός Του.
Τότε βλέπω τρεις ωραίους άνδρες και μου λέγουν: «Μη φοβάσαι διότι εμείς ήλθαμε να σε βοηθήσουμε». Αφού έδιωξαν τους δαίμονες μ' ερώτησαν, εάν τους ήξερα. Εγώ τους είπα: «Όχι, Κύριοί μου, δεν σας γνωρίζω». Οι δε αποκρίθηκαν: «Εμείς είμεθα εκείνοι οι τρεις ξένοι που εφίλευσες στο σπίτι σου με πλούσια και αβραμιαία καρδιά και μας έστειλε ο Κύριος προς βοήθειά σου, να σε ανταμείψουμε για την πολλή αγάπη που μας έδειξες, και να οπού σε ελυτρώσαμε από τα χέρια των δαιμόνων». Αφού είπαν αυτά έγιναν άφαντοι.
Εγώ ευχαρίστησα τον Θεό και φοβούμενος να βγω έξω μήπως με πειράξουν πάλι, έμεινα λίγη ώρα μέσα στο σπίτι. Μετά από λίγο έκανα το σημείο του Σταυρού και βγήκα έχοντας την ελπίδα μου στον Κύριο. Αφού εβάδισα λίγο, είδα να τρέχουν πίσω μου οι δαίμονες λέγοντας τα εξής: Ας τρέξουμε τώρα να τον πιάσουμε μήπως και μας φύγη». Εγώ φοβήθηκα και τρέχοντας περισσότερο, εφώναξα στην Θεοτόκο: «Παναγία Θεοτόκε, βοήθησέ με». Έτσι τρέχοντας έφθασα σ' ένα πύρινο ποτάμι, που ήταν γεμάτο φίδια και άλλα φοβερά θηρία του Άδου.
Το σώμα τους ήταν όλο χωμένο μέσα στις φλόγες και μόνο το στόμα τους είχαν έξω ανοιχτό, ωσάν να πεινούσαν και ήθελαν να με φάγουν. Οι δαίμονες που με κυνηγούσαν, με φώναζαν να πέσω μέσα στο ποτάμι η θα με ρίξουν εκείνοι. Εγώ τότε εκύταζα τριγύρω, εάν υπάρχη κάποια άλλη διέξοδος, οπότε και βλέπω ένα πολύ στενό γεφύρι ως μια σπιθαμή και τόσο ψηλό, ώστε μου φαινόταν πως έφτανε στον ουρανό. Μη ξέροντας τι να κάνω απ' αυτά τα τρία, δηλαδή να πέσω στο ποτάμι, όπου φοβόμουν την φωτιά και τους δράκοντες, να μείνω στην εξουσία των δαιμόνων, που ήταν χειρότερο ή να ανέβω το γεφύρι; Προτίμησα το τρίτο. Έτσι ανέβαινα τα σκαλιά ένα-ένα με πολύ φόβο και κίνδυνο να πέσω κάτω στις φλόγες.
Οι πονηροί δαίμονες με ακολουθούσαν με φωνές και απειλές. Όταν ήμουν στην κορυφή του γεφυριού, έφθασαν και οι δαίμονες και εγώ τότε με δάκρυα εβόησα προς την Θεοτόκο: «Υπεραγία Θεοτόκε βοήθησέ με». Τότε, ευρέθηκε ενώπιόν μου η φιλεύσπλαχνη Μητέρα της ελεημοσύνης και μου έδωσε το δεξί της χέρι λέγοντας: Μη φοβάσαι, αγαπημένε δούλε μου. Επειδή εσύ μου διάβαζες εγκώμια και προσευχές και αγαπούσες τους φτωχούς, τους ελαχίστους αδελφούς του Υιού και Δεσπότου μου, γι' αυτό ήλθα και εγώ να σε βοηθήσω στην ανάγκη σου». Αφού μου είπε αυτά με εκράτησε από το χέρι και, ώ του θαύματος! σε μια στιγμή μ' έφερε στο σπίτι μου και μπήκε η ψυχή μου στο σώμα μου, ενώ εσείς με θεωρούσατε ως πεθαμένο.
Λοιπόν παιδί μου, να μη αμελήσης και εσύ την υπηρεσία αυτή προς την Μητέρα του Παντοδυνάμου Θεού, την Πανάχραντη Θεοτόκο, αλλά κάθε ώρα να την υμνολογής, να την δοξάζεις, όπως πρέπει και όπως μέχρι τώρα έκανα και εγώ ο πατέρας σου. Έτσι θα την έχεις βοήθεια σε κάθε σου ανάγκη.
Αυτό είναι το πρώτο πρόσταγμά μου που σου παραγγέλλω. Το δεύτερο είναι, όπως σου προείπα, βίαζε τον εαυτό σου, όσο μπορείς να αγαπάς τους ξένους, τους πτωχούς, τις χήρες, τα ορφανά, να τους δίνεις όλα τα αναγκαία, εάν θέλεις ν' απολαύσης σ' αυτόν τον κόσμο κάθε αγαθό και να κληρονομήσης και την αιώνια Βασιλεία του Θεού!».
Αυτά, αφού είπε ο αοίδιμος σ' όλους τους παρευρισκομένους να ευλαβούνται την Θεομήτορα και να βοηθούν τους πτωχούς, παρέδωσε την αγία ψυχή του στα χέρια του Θεού.
Ο γυιός του, ενθυμούμενος σ' όλη την ζωή του τις πατρικές συμβουλές, εξήσκησε ενάρετη πολιτεία και μετά το τέλος της επιγείου ζωής του, αξιώθηκε της ουρανίου μακαριότητος.

Εκ του βιβλίου "Ψυχωφελείς οπτασίες και διηγήσεις για την άλλη ζωή "Εκδόσεις "Ορθόδοξος Κυψέλη"


Κύριε είσαι παντογνώστης. Γνωρίζεις πολύ καλά ότι Σε αγαπώ. Αξίωσέ με να Σε υπηρετώ με αφοσίωση και με αγάπη μέχρι την τελευταία μου αναπνοή.

Άβαταρ μέλους
ΦΩΤΗΣ
Δημοσιεύσεις: 10100
Εγγραφή: Κυρ Αύγ 19, 2012 12:18 pm
Τοποθεσία: ΑΓΙΟΣ ΙΩΑΝΝΗΣ ΡΕΝΤΗ

Re: ΔΙΔΑΚΤΙΚΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ.

Δημοσίευσηαπό ΦΩΤΗΣ » Τρί Σεπ 04, 2012 10:02 am

Η ΠΕΜΠΤΗ ΕΝΤΟΛΗ.

Πριν μερικά χρόνια σε ένα χωριουδάκι σκαρφαλωμένο στα 1.300 μέτρα,
ζούσε ο Πέτρος με τη μητέρα του.Ήταν φτωχός κι ορφανός,κι έτσι έπ-
ρεπε να βοηθάει όσο μπορούσε για να ζήσουν.Το καλοκαίρι κάθε πρωί
ανέβαζε τις κατσίκες του χωριού ψηλά στα όμορφα δροσερά λιβάδια να
βοσκήσουν.
Εκεί πάνω χαιρόνταν ξένιαστα τη φύση και είχε μάθει να αγαπάει περισ-
σότερο τον Θεό που τη δημιούργησε.Πόσο όμορφα τα είχε κάνει όλα,τα
πανύψηλα έλατα και τα πολύχρωμα αγριολούλουδα.Το χειμώνα όταν το
χιόνι σκέπαζε τα σπίτια και τις πλαγιές και τα ζώα έμεναν μέσα,ο Πέτρος
έβρισκε τον καιρό να πάει στο σχολείο.Αγαπούσε τα γράμματα και διά-
βαζε πολύ για να φτάσει τα άλλα παιδιά.
Ήταν υπάκουος κι ευγενικός με όλους και οι δάσκαλοι του φερόντουσαν
με καλοσύνη.Μία μέρα,στο σχολείο του μικρού χωριού έφτασε ο επιθεω-
ρητής.Μπήκε στην τάξη του Πέτρου.Ζήτησε από τα παιδιά να κάνουν α-
νάγνωση,τους ρώτησε ιστορία και αριθμητική και τέλος έφτασε και στα
θρησκευτικά.
-Ποιός ξέρει να μου πει,παιδιά την πέμπτη εντολή;
Σώπασαν τα παιδιά αλληλοκοιτάχτηκαν και κατέβασαν το κεφάλι.Δειλά
ο Πέτρος σήκωσε το χέρι του.
-Κύριε,εγώ δεν ξέρω να πω την πέμτη εντολή όπως είναι γραμμένη,αλλά
μπορώ να την πω όπως την καταλαβαίνω.
-Πες την όπως μπορείς,τον ενθάρρυνε ο επιθεωρητής.
-Μια φορά,άρχισε ο Πέτρος,είχαν έρθει στο χωριό δύο ξένοι ορειβάτες.
Ήθελαν να ανέβουν σε μία δύσκολη κορυφή,αλλά δεν ήξεραν το δρόμο.
Ζήτησαν λοιπόν κάποιον οδηγό και τότε εγώ,επειδή ξέρω εκείνα τα μο-
νοπάτια,προθυμοποιήθηκα να τους πάω.Όταν φτάσαμε στην κορυφή οι ξένοι πρόσεξαν πως τα πόδια μου ήσαν πληγωμένα.
-Γιατί μικρέ δεν φοράς παπούτσια;με ρώτησαν.
-Δεν έχω παπούτσια,κύριε,είμαστε φτωχοί.
Οι ξένοι τότε μου έδωσαν αρκετά χρήματα για να πάρω παπούτσια.Αλλά
εγώ,επειδή ήξερα ότι η μητέρα μου δεν είχε παπούτσια,αγόρασα για εκεί-
νη και όχι για μένα.
Συγκινημένος ο επιθεωρητής είπε:
-Μπράβο παιδί μου,έτσι θέλει ο Θεός να εφαρμόζουμε την πέμπτη εντο-
λή.Τίμα τον πατέρα σου και τη μητέρα σου,για να ευτυχήσεις και να ζή-
σεις πολλά χρόνια πάνω στη γη.


Κύριε είσαι παντογνώστης. Γνωρίζεις πολύ καλά ότι Σε αγαπώ. Αξίωσέ με να Σε υπηρετώ με αφοσίωση και με αγάπη μέχρι την τελευταία μου αναπνοή.

Άβαταρ μέλους
ΦΩΤΗΣ
Δημοσιεύσεις: 10100
Εγγραφή: Κυρ Αύγ 19, 2012 12:18 pm
Τοποθεσία: ΑΓΙΟΣ ΙΩΑΝΝΗΣ ΡΕΝΤΗ

Re: ΔΙΔΑΚΤΙΚΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ.

Δημοσίευσηαπό ΦΩΤΗΣ » Τετ Σεπ 05, 2012 9:35 am

Η ΠΟΙΝΗ ΤΟΥ ΜΑΣΤΙΓΩΜΑΤΟΣ.

Σε μία φυλή ινδιάνων,κάποιος έκλεβε κοτόπουλα.Ο αρχηγός διέταξε ότι
αν πιαστεί ο παραβάτης να χτυπιόταν με 10 μαστιγιές.Όταν η κλοπή συ-
νεχίστηκε το ανέβασε σε 20 μαστιγιές.Παρόλο αυτά τα κοτόπουλα εξα-
φανίζονταν μεθοδικά.Γεμάτος θυμό,ο αρχηγός ανέβασε την ποινή σε 100
μαστιγιές μία σίγουρη ποινή θανάτου.Ο κλέφτης τελικά πιάστηκε.Αλλά ο
αρχηγός βρέθηκε αντιμέτωπος με ένα τρομερό δίλημμα.Ο κλέφτης ήταν η ίδια του η μητέρα.
Όταν ήρθε η μέρα της εκτέλεσης της ποινής,συγκεντρώθηκε ολόκληρη η
φυλή.Θα υπερίσχυε η αγάπη του αρχηγού της δικαιοσύνης;
Το πλήθος παρακολουθούσε με κομμένη την ανάσα όταν διέταξε να δε-
θεί η μητέρα του στον πάσαλο των μαστιγώσεων.
Ο αρχηγός έβγαλε το πουκάμισό του,αποκαλύπτοντας το δυνατό του α-
ναστημά του,και πήρε το μαστίγιο στο χέρι.Αλλά αντί να το σηκώσει και
να χτυπήσει την πρώτη μαστιγιά,το έδωσε σε ένα δυνατό νεαρό ινδιάνο
που στεκόνταν στο πλευρό του.
Αργά ο αρχηγός πλησίασε τη μητέρα του και την έσφιξε με τα δυνατά του χέρια μέσα στην αγκαλιά του.Ύστερα διέταξε τον νεαρό να χτυπήσει
με 100 μαστιγιές.
Αυτό ακριβώς έκανε και ο Ιησούς για μας.Γεμάτος αγάπη έγινε ο δικός μας αντικαταστάτης και πέθανε στη δικιά μας θέση.Υπερνίκησε την ανι-
κανότητά μας να σώσουμε τους ευατούς μας πληρώνοντας Αυτός το α-
ντίτιμο για τις αμαρτίες μας.


Κύριε είσαι παντογνώστης. Γνωρίζεις πολύ καλά ότι Σε αγαπώ. Αξίωσέ με να Σε υπηρετώ με αφοσίωση και με αγάπη μέχρι την τελευταία μου αναπνοή.


Επιστροφή στο

Μέλη σε σύνδεση

Μέλη σε αυτή την Δ. Συζήτηση: 2 και 0 επισκέπτες