Η Ορθοδοξία στην Κίνα, στην Ταϊβάν και στο Χονγκ Κονγκ χθες και σήμερα - 4

Ειδήσεις, Συνεντεύξεις, Βιογραφίες, Σχόλια, Φωτογραφίες

Συντονιστές: Anastasios68, Νίκος, johnge

Άβαταρ μέλους
Abel Gkiouzelis
Δημοσιεύσεις: 826
Εγγραφή: Παρ Φεβ 12, 2016 11:46 pm
Τοποθεσία: Ωρωπός
Επικοινωνία:

Η Ορθοδοξία στην Κίνα, στην Ταϊβάν και στο Χονγκ Κονγκ χθες και σήμερα - 4

Δημοσίευσηαπό Abel Gkiouzelis » Τρί Απρ 07, 2020 8:20 pm

Εικόνα

Η Ορθοδοξία στην Κίνα, στην Ταϊβάν και στο Χονγκ Κονγκ χθες και σήμερα - 4

***


Άγιος Ιωνάς Επίσκοπος Ματζουρίας της Κίνας, από Ρωσία (+1925)

7/20 Οκτωβρίου


«Τελειωθείς εν ολίγω επλήρωσε χρόνους μακρούς. Αρεστή γαρ ην Κυρίω η ψυχή αυτού» (Σοφ. Σειρ. 4,13-14).

Ο Άγιος Ιωνάς της Μαντζουρίας, ήταν ένας θαυματουργός επίσκοπος. Γεννήθηκε στις 17 Απριλίου του 1888 στην Καλούγκα της Ρωσίας. Έμεινε ορφανός μόλις ήταν οκτώ χρονών. Σπούδασε, με την βοήθεια ενός διακόνου. Πήγε στην Όπτινα κι εκεί έγινε μοναχός με το όνομα Ιωνάς.

Το 1918, συνελήφθηκε από τους κομμουνιστές και υπέστη φριχτούς ξυλοδαρμούς μέχρι σημείου απώλειας της συνείδησης του. Φυλακίστηκε, αλλά απελευθερώθηκε από τον Λευκό Στρατό. Έφυγε προς την Κίνα και μέσα από αφάνταστες ταλαιπωρίες έφτασε τελικά το 1922 στο Πεκίνο. Εκεί σύντομα χειροτονήθηκε επίσκοπος στη Ματζουρία.

Αναδείχτηκε ένας αληθινός αρχιερέας. Η προσευχή του ήταν αδιάλειπτη και η αγάπη του απέραντη. Ο λόγος του είχε μεγάλη δύναμη, και κάθε λέξη του διείσδυε βαθειά στις καρδιές των ανθρώπων. Μάγευε τις ψυχές τους, τις έμπνεε και τις έπειθε.

Είχε μια ιδιαίτερη αγάπη για τα παιδιά. Μεγαλωμένος ο ίδιος χωρίς τη στοργή των γονιών του, ήταν ιδιαίτερα ευαίσθητος στις ανάγκες των φτωχών και ορφανών παιδιών. Ήταν “ο ιδανικός ποιμένας”. Το αγαπημένο του έργο ήταν η δημιουργία του ορφανοτροφείου. Μόνο με τη δύναμη της πίστης και της αγάπης του ξεπέρασε όλες τις δυσκολίες που συνάντησε.

Ο θανάτος του ήρθε ξαφνικά. Είχε φροντίσει έναν ιερέα που έπασχε από τύφο και τελικά κοιμήθηκε. Ο ίδιος έπασχε από χρόνια αμυγδαλίτιδα και λόγω επιπλοκών δηλητηριάστηκε το αίμα του. Κατάλαβε ότι θα πέθαινε. Αφού εξομολογήθηκε και κοινώνησε πήγε στο γραφείο του και έγραψε την διαθήκη του: ‘’Αρχίζω με τα λόγια του αποστόλου της Αγάπης: Παιδιά μου, αγαπάτε αλλήλους… Και τελειώνω με τα ίδια λόγια: Αγαπάτε αλλήλους. Αυτή είναι η εντολή του αρχιερέα σας. Μην εγκαταλείψετε τα παιδιά … Συγχωρήσατε με για χάρη του Χριστού. Μην με ξεχάσετε στις άγιες προσευχές σας …’’

Εν τω μεταξύ στην εκκλησία γίνονταν δέηση για την υγεία του κι ο καθένας άκουγε τις φωνές των παιδιών: ‘’Θεέ μου, σε παρακαλούμε, μην πάρεις μακριά μας τον Αρχιεπίσκοπο μας!” Φόρεσε το πετραχήλι και τα επιμανικα του Αγίου Αμβροσίου της Όπτινα και ξεκίνησε δυνατά και με μικρές μετάνοιες να διαβάζει τον κανόνα σε ψυχορραγούντα. Αδύναμος πια έπεσε στο κρεβάτι λέγοντας: Γενηθήτω το θέλημα του Θεού! Τώρα θα πεθάνω. Παρέδωσε την αγία ψυχή του στον Θεό στις 7/20 Οκτωβρίου του 1925, ήταν μόλις 36 χρονών και τρία χρόνια επίσκοπος. Τον θρήνησε ολόκληρος ο λαός της Ματζουρίας.

Ο Άγιος Ιωάννης Μαξίμοβιτς αναφέρει το πιο κάτω θαύμα του Αγίου Ιωνά σε ένα του κήρυγμα: Το ίδιο βράδυ, ένα δεκάχρονο αγόρι με το όνομα Νικόλαος Ντεργκάτσεφ, που ήταν ανάπηρο από μια φλεγμονή των αρθρώσεων των γονάτων του και δεν μπορούσε να περπατήσει, ούτε καν να σταθεί, είδε ένα όνειρο. ‘’Είδε έναν ιεράρχη σε λευκό φως να του λέει: ‘’Να, πάρε τα πόδια μου. Εγώ δεν τα χρειάζομαι πια, και δώσε μου τα δικά σου’’. Ξύπνησε και ως εκ θαύματος ήταν υγιής. Από μια φωτογραφία που είδε τυχαία αργότερα κατάλαβε ότι αυτός που πήγε στο όνειρο του ήταν ο επίσκοπος Ιωνάς, ο οποίος απεβίωσε το ίδιο βράδυ, στις 7/20 Οκτωβρίου το 1925.

(Από το βιβλίο «Τα κηρύγματα,” του Αγίου Ιωάννη Μαξίμοβιτς)

Στην πόλη Μαντζουρία, στα σύνορα της ρωσικής Σιβηρίας και της Κίνας, όπου έζησε και πέθανε ο επίσκοπος Ιωνάς, ζούσε μία ρώσικη οικογένεια: Ο άντρας, που ήταν υπάλληλος στον ανατολικό σιδηρόδρομο, η γυναίκα του και ο γιός τους. Από τη στιγμή που ο πατέρας ήταν στη δούλεψη των κομμουνιστών, η οικογένεια αυτή δεν ενδιαφερόταν για την πίστη αλλά ούτε και για την εκκλησία. Όμως ο γιός τους αρρώστησε και ασθενούσε για πολλούς μήνες. Τα πόδια του είχαν παραλύσει και ήταν σαν κομμένα. Οι γονείς έκαναν ό,τι μπορούσαν, πληρώνοντας γιατρούς και χρησιμοποιώντας φάρμακα. Όμως τίποτα δεν βοήθησε. Τ’ αγόρι πήγαινε απ’ το κακό στο χειρότερο. Κάλεσαν και Ρώσους και Ιάπωνες γιατρούς, χρησιμοποίησαν ακτίνες Χ και όλα τα μέσα που μπορούσαν, αλλά τίποτα δε βοήθησε. Οι γονείς Απελπισμένοι ανέμεναν το θάνατο του παιδιού τους.

Μέχρι την 7η Οκτωβρίου του έτους 1925. Εκείνη την ημέρα εκοιμήθη ο επίσκοπος Ιωνάς. Λόγω του θανάτου του πολυαγαπημένου της επισκόπου ολόκληρη η πόλη ήταν αναστατωμένη. Η μητέρα φρόντισε το άρρωστο παιδί της στο κρεβάτι, το σκέπασε και βγήκε για κάποια δουλειά στη πόλη. Όταν επέστρεψε στο σπίτι, το παράλυτο αγόρι, ο γιός της, βγήκε χοροπηδώντας απ’ το δωμάτιό του φωνάζοντας χαρούμενα: «Μαμά, κοίτα, έγινα καλά!». Η μητέρα μόλις που μπορούσε να πιστέψει στα μάτια της. Αγκάλιασε το γιό της, τον φίλησε κλαίγοντας από χαρά και τον ρώτησε, πώς έγινε καλά έτσι ξαφνικά; Το αγόρι της απάντησε: «Όταν βγήκες εσύ, εγώ κοιμήθηκα. Και στ’ όνειρο μου παρουσιάστηκε ένας καλός άνθρωπος με άμφια ιερέα και με ρώτησε: «Γιατί είσαι ξαπλωμένος στο κρεβάτι;». Εγώ του απάντησα ότι τα πόδια μου δεν είναι καλά και ότι δεν μπορώ να κινηθώ. Τότε αυτός ο άνθρωπος μου είπε: «Ορίστε τα δικά μου πόδια, πάρ’ τα και πήγαινε, μια κι εγώ δεν τα χρειάζομαι πια». Η μητέρα ρώτησε λεπτομερώς το παιδί, πώς ήταν εκείνος ο άνθρωπος; Και το παιδί τον περιέγραψε. Την επόμενη μέρα, η μητέρα πήρε το παιδί και πήγε στην εξόδιο ακολουθία του μακαριστού επίσκοπου Ιωνά. Όταν το παιδί είδε το πρόσωπο του κεκοιμημένου δεσπότη, φώναξε: «Μαμά, αυτός είναι εκείνος ο άνθρωπος που ήρθε στ’ όνειρό μου και μου έδωσε τα δικά του πόδια!».

(Αγίου Νικολάου Βελιμίροβιτς, «Εμμανουήλ», εκδ. Χρόες.)



<*>

Άγιος Ιωάννης Μαξίμοβιτς Επίσκοπος Σαγγάης, Βρυξελλών και Σαν Φρανσισκο (+1966)



Ο Άγιος Ιωάννης γεννήθηκε στις 4 Ιουνίου το 1896 στο χωριό Αντάμοβκα της επαρχίας Χαρκώβ της Νότιας Ρωσίας. Ήταν απόγονος της αριστοκρατικής οικογένειας Μαξίμοβιτς που ένα μέλος αυτής της οικογένειας ανακηρύχτηκε Άγιος του 1916 και είναι ο ιεράρχης Ιωάννης Μαξίμοβιτς Μητροπολίτης Τομπόλσκ που το λείψανό του παραμένει άφθαρτο μέχρι σήμερα στο Τομπόλσκ. Ο Άγιος αυτός Ιεράρχης Ιωάννης εκοιμήθη στις αρχές του 18ουαιώνος αλλά μεταλαμπάδευσε την χάρη του στον μακρινό του ανιψιό, το Μιχαήλ (γιατί αυτό ήταν το βαπτιστικό όνομα του Αγίου Ιωάννη και όταν έγινε αργότερα μοναχός πήρε το όνομά του θείου του. Ο πατέρας του, ο Μπόρις ήταν στρατάρχης των ευγενών σε μία επαρχία του Χαρκώβ και ο θείος του ήταν πρύτανις Πανεπιστημίου Κιέβου. Η σχέση του με τους γονείς του ήταν πάντα άριστη. Κατά την παιδική του ηλικία ο Μιχαήλ ήταν φιλάσθενος και έτρωγε λίγο. Ήταν ήσυχο παιδί και πολύ ευγενικός και είχε βαθειά θρησκευτικότητα. Όταν έπαιζε, έντυνε τα στρατιωτάκια του μοναχούς, μάζευε εικόνες, θρησκευτικά βιβλία και του άρεσε να διαβάζει βίους Αγίων. Τα βράδια στεκόταν όρθιος για πολλή ώρα προσευχόμενος. Επειδή ήταν ο μεγαλύτερος από τα 5 αδέλφια του ήταν αυτός που γνώριζε τόσο καλά τους βίους των Αγίων και έγινε και ο πρώτος δάσκαλος τους στην πίστη. Ήταν πολύ αυστηρός με τον εαυτό του στην εφαρμογή των εκκλησιαστικών και εθνικών παραδόσεων. Τόσο πολύ εντυπωσίασε την παιδαγωγό του που ήταν Γαλλίδα και καθολική που επηρεάστηκε από την χριστιανική ζωή του μικρού Μιχαήλ και βαπτίστηκε Ορθόδοξος.

Είχαν μια εξοχική κατοικία κοντά σ' ένα Μοναστήρι που το επισκεφτόταν τακτικά ο μικρός Μιχαήλ. Σε ηλικία 11 ετών οι γονείς του Μπόρις και Γλαφύρα τον έστειλαν στην Στρατιωτική σχολή της Πολτάβα που συνέχισε να ζει με ριζωμένη βαθειά την πίστη του γιατί όταν τα παιδιά λείπουν για αρκετό καιρό από το σπίτι τους επηρεάζονται εύκολα οι νέες τους ψυχές. Αυτός όμως έμεινε σταθερός στην πίστη του. Εκεί συνάντησε και τον Επίσκοπο της Πολτάβα τον Θεοφάνη που ήταν ένας πολύ αγαπητός Ιεράρχης που επηρέασε τον Μιχαήλ. Σε μια στρατιωτική παρέλαση ενώ περνούσαν από τον Καθεδρικό Ναό ο μικρός Μιχαήλ (ήταν τότε 13 ετών) έκανε τον σταυρό του, οι συμμαθητές του γελούσαν και τον κορόιδευαν, τιμωρήθηκε από τις αρχές για την πράξη του αυτή, όμως ο πρίγκιπας Κωνσταντίνος που ήταν προστάτης της Σχολής είπε να μην τιμωρηθεί ο δόκιμος Μιχαήλ γιατί με την πράξη του αυτή δηλώνει βαθειά και υγιή θρησκευτικά αισθήματα. Το 1914 τελείωσε την Στρατιωτική σχολή και ήθελε να συνεχίσει τις σπουδές του στην Θεολογική Σχολή του Κιέβου αλλά οι γονείς του επέμεναν να πάει στην Νομική σχολή και ο Μιχαήλ κάνει υπακοή στους γονείς του. Και όπως παρατηρούσαν οι συμμαθητές του αυτός περισσότερο διάβαζε τους βίους των Αγίων από τα μαθήματα του, ωστόσο όμως ήταν καλός μαθητής. Τα χρόνια πέρασαν και τελείωσε τις σπουδές του. Τότε άρχισε ένα αντιχριστιανικό ρεύμα ν' απλώνεται στην Ρωσία, όμως ο Μιχαήλ είχε βαθειά μέσα του την πίστη και ήταν τολμηρός. Το εκκλησιαστικό συμβούλιο του Χάρκων συζητούσε να ξεκρεμάσουν την ασημένια καμπάνα του Ιερού Ναού και να την λιώσουν.

Όλοι συμφώνησαν, άλλοι φοβόντουσαν ν'αντιδράσουν και ετοιμάζονταν να το κάνουν αυτό, όμως ο Άγιος διαφώνησε μαζί με λίγους και άρχισαν οι συλλήψεις. Οι γονείς του είπαν να φύγει να κρυφτεί, όμως ο Μιχαήλ τους είπε: «Δεν υπάρχει τόπος που μπορεί κανείς να κρυφτεί από το θέλημα του Θεού και ότι χωρίς το θέλημα του Θεού δεν γίνεται τίποτα, δεν πέφτει ούτε μία τρίχα από το κεφάλι μας». Έτσι φυλακίστηκε και μετά από 1 μήνα τον άφησαν ελεύθερο, ξανά συλλαμβάνεται και αφού διαπίστωσαν ότι δεν τον ενδιέφερε εάν θα ήταν ελεύθερος ή φυλακισμένος, τον έβγαλαν από την φυλακή. Ο Μιχαήλ ζούσε σε άλλο κόσμο και ποθούσε τον Θεό. Το 1921 φεύγει όλη η οικογένεια του (αφού ξέσπασε στη Ρωσία εμφύλιος πόλεμος) και πάνε στην Γιουγκοσλαβία όπου σπούδασε στο Βελιγράδι στην Θεολογική σχολή και για να μπορεί να τα βγάζει πέρα πουλούσε εφημερίδες. Το 1924 χειροτονήθηκε αναγνώστης στην Ρωσική Εκκλησία του Βελιγραδίου από τον Επίσκοπο Αντώνιο και το 1926 χειροτονήθηκε διάκος και εκάρη μοναχός με τ' όνομα Ιωάννης στο Μοναστήρι του Μίλκοβ. Αργότερα μέχρι το 1934 διορίστηκε στην Ιερατική σχολή στην πόλη Βιτώλ της Σερβίας και τελούσε λειτουργίες και στα Ελληνικά για τους Έλληνες της περιοχής που τον αγαπούσαν πολύ. Εκεί στην Ιερατική σχολή φρόντιζε πολύ για τους μαθητές του, πήγαινε στα δωμάτια τους τα βράδια και τους σκέπαζε, τους σταύρωνε και έφευγε. Αυτός δεν κοιμόταν καθόλου σε κρεβάτι και τις λίγες ώρες που ξεκουραζόταν τα βράδια κοιμόταν σε καθιστή στάση ή γονατιστός στο πάτωμα μπροστά στα εικονίσματα.

Όταν έφευγαν οι μαθητές για διακοπές στα σπίτια τους μιλούσαν με θαυμασμό για τον καθηγητή τους τον Βλαντίκα Ιωάννη που πάντα προσευχόταν, που ποτέ δεν είχε κοιμηθεί στο κρεβάτι, που νήστευε αυστηρά και λειτουργούσε και κοινωνούσε καθημερινά. Το 1934 αποφασίζουν να τον εκλέξουν Επίσκοπο, ο Άγιος αρνείται και τους λέει ότι έχει πρόβλημα στην ομιλία του, αυτοί του λένε ότι και ο Μωυσής είχε πρόβλημα και τον εκλέγουν και τον χειροτονούν Επίσκοπο για την Σαγκάη. Φτάνει στις 21 Νοεμβρίου το 1934 στην Σαγκάη και βρίσκει μια μισοκτισμένη Εκκλησία και με κάποια προβλήματα στους κατοίκους εκεί που προσπάθησε να τους βοηθήσει ώστε να ‘ρθει η ειρήνη, οργάνωσε ορφανοτροφείο και το αφιερώνει στον Άγιο Τύχωνα του Ζαντόσκο που αγαπούσε τα παιδιά. Μάζευε άρρωστα φτωχά και πεινασμένα παιδιά από τους δρόμους και τα στενά της Σαγκάης και ξεκίνησε με 8 παιδιά και στο τέλος έφτασε τα 3.500 παιδιά. Όταν ήρθαν και εκείνοι οι κομουνιστές πήρε τα παιδιά και τα μετέφερε στις Φιλιππίνες και μετά στην Αμερική. Έτρωγε μια φορά την ημέρα στις 11 το βράδυ. Κατά την διάρκεια της πρώτης και της τελευταίας εβδομάδας της Μεγάλης Σαρακοστής δεν έτρωγε απολύτως τίποτα και την υπόλοιπη νηστεία όπως και στην νηστεία των Χριστουγέννων έτρωγε μόνο πρόσφορο.

Τις νύχτες προσευχόταν πολύ και όταν αισθανόταν εξάντληση, όπως ήταν γονατιστός, έβαζε το κεφάλι του στο πάτωμα και κοιμόταν λίγο μέχρι να πάει το πρωί στην Θεία Λειτουργία και άρρωστος να ήταν θα λειτουργούσε. Δεν ήταν μόνο ένας μεγάλος ασκητής αλλά ο Θεός του είχε δώσει και το προορατικό χάρισμα και οι προσευχές του έφερναν την θεραπεία. Καθημερινά επισκεπτόταν τους ασθενείς του, τους εξομολογούσε και τους κοινωνούσε. Σε σοβαρά ασθενείς σκεκόταν ώρες δίπλα τους προσευχόμενος και γονατιστός και γινόταν πολλές φορές το θαύμα. Όταν ήρθαν στην Κίνα οι κομμουνιστές έφυγαν οι Ρώσοι για την Αμερική και φεύγει και ο Άγιος το 1951 στην Αμερική μεταφέροντας το ποίμνιο του. Οι Επίσκοποι της Συνόδου αποφασίζουν και τον στέλνουν στην Επισκοπή του Παρισιού και των Βρυξελλών. Έτσι ο Άγιος τελούσε θείες λειτουργίες στα Γαλλικά, στα Ολλανδικά, όπως τελούσε πρώτα στα Ελληνικά, στα Κινέζικα και στα Αγγλικά. Δεν επέτρεπε στις γυναίκες που είχαν κραγιόν να ασπαστούν τις εικόνες και τον Τίμιο Σταυρό. Μια πνευματική του κόρη η Ζηναίδα Ζουλιέμ, που τον υπηρέτησε στην Γαλλία μας αναφέρει μερικά περιστατικά από την προορατικότητα του Αγίου.

Γνώρισα λέει για πρώτη φορά τον Άγιο πηγαίνοντας στο σπίτι του στις Βερσαλλίες, ένα κελλί που ήταν ένα μικρό δωμάτιο με μικρά κουτιά με γράμματα μέσα, ένα τραπέζι, ένα καναπέ και μια σακούλα με ξερά πρόσφορα. Φορούσε πέδιλα ή παντόφλες και πολλές φορές ήταν και ξυπόλητος γιατί τα έδινε στους φτωχούς. Κάλτσες δεν φορούσε, ανεξάρτητα από τις καιρικές συνθήκες. Του ζήτησε να πάει να εργαστεί σε κάποια περιοχή και ήρθε να της δώσει ευλογία, όμως ο Άγιος της είπε να πάει σε κάποια άλλη περιοχή να εργαστεί και όπως πράγματι έτσι και έγινε λες και το πρωτογνώριζε. Τον γνώρισε το 1958 και ο πατέρας της πείθανε τον 1957, πριν πεθάνει της είπε: «απόψε μ'επισκέφθηκε ένας μοναχός κοντός με μαύρα» και αναρωτιόταν, ποιος να ήταν τότε δεν ήξερε τον Άγιο Ιωάννη. Όταν τον γνώρισα λοιπόν λέει η Ζηναίδα, μια μέρα ενώ ήμουνα στο σπίτι του σκεφτόμουν, κρίμα, εάν τον είχα γνωρίσει τότε που ήταν άρρωστος ο πατέρας μου θα προσευχόμουν και θα γινόταν καλά τότε ο Άγιος στράφηκε και της λέει: ξέρεις, επισκέφτηκα τον πατέρα στου όταν ήταν άρρωστος στο νοσοκομείο και άνοιξε τον μικρό του κατάλογο και βρήκε στην σελίδα τ' όνομα του πατέρα μου «Βασίλειος Ζουλιέμ». Πως είναι δυνατόν να γνώριζε τις σκέψεις μου εάν δεν ήταν προορατικός, άρα δεν ήταν θέλημα Θεού να ζήσει ο πατέρας μου.

Πολλές φορές ήθελα να τον ρωτήσω πολλά αλλά ήταν απασχολημένος και το βράδυ που θα ήταν η κατάλληλη στιγμή να τον ρωτήσω εγώ τα είχα ξεχάσει και εκείνος ενώ έτρωγε την σούπα του σιγοψιθύριζε και άκουγα όλα όσα ήθελα να μάθω από τις ερωτήσεις που σκεφτόμουν να του κάνω και ο Άγιος σαν να τις γνώριζε και μου τις απαντούσε. Όταν αργότερα θα έφευγε για το Σαν Φρανσίσκο στεναχωριόμουν πολύ και ενώ μας μιλούσε στην Εκκλησία εγώ έκλαιγα και τότε γυρίζει και μου λέει: «οι άνθρωποι που έχουν τους ίδιους στόχους και αγωνίζονται για την κατάκτηση του ιδίου πράγματος έχουν ενότητα ψυχής και δεν αισθάνονται την απόσταση του χωρισμού, η απόσταση δεν μπορεί να γίνει εμπόδιο στην πνευματική ενότητα των ανθρώπων σε μία ψυχή».Και αμέσως ηρέμησα. Όταν προσευχόταν στην Αγία Τράπεζα τοΆκτιστο Φως τον έλουζε και δεν πατούσε στην γη. Πάντοτε ράντιζε με αγιασμό τον Ναό και το γραμματοκιβώτιο που έριχνε τα γράμματα του μόνος του αφού τα σταύρωνε πήγαινε ξυπόλητος στο χιόνι και στην βροχή και τα έριχνε. Όταν έφυγε στην Αμερική άλλαξαν το γραμματοκιβώτιο με άλλο καινούργιο, εγώ στεναχωρέθηκα και όταν αργότερα ήρθε πάλι για λίγο στην Γαλλία ο Άγιος τον είδα να παίρνει τον αγιασμό και να πηγαίνει να ραντίσει το νέο γραμματοκιβώτιο χωρίς εγώ να του έχω πει τίποτα. Μια μέρα περνώντας από τον Ναό άκουσε κλάματα, προχώρησε μέχρι το ιερό κοιτώντας μέσα είδε τον Άγιο να είναι γονατιστός πίσω από την Αγία Τράπεζα και να κλαίει γοερά για τα προβλήματα των άλλων, Δεν άντεχε η ψυχή της να τον ακούει που έκλαιγε και έφυγε αθόρυβα από τον Ναό.

Πριν φύγει για την Αμερική της είχε πει: όταν εσύ Ζηναίδα είσαι άρρωστη ή κάποιος άλλος να με ειδοποιείτε να έρθω και πράγματι μόλις διάβαζαν την Παράκληση θεραπευόταν. Το 1962 στις 21 Νοεμβρίου τον στέλνουν στο Σαν Φρανσίσκο ως Επίσκοπο στην Ρωσική Εκκλησία της διασποράς. Γύρω στο λαιμό του είχε δέσει μια δερμάτινη θήκη με την εικόνα της Παναγίας μέσα, που είχε φέρει από την Ρωσία. Όταν πήγαινε στους ασθενείς διάβαζε τους Χαιρετισμούς της Παναγίας και γινόταν το θαύμα. Αγαπούσε πολύ τα παιδιά και τα κοιτούσε με το στοργικό του βλέμμα, όλοι δεν ξεχνούσαν το ζεστό του βλέμμα, όταν σε κοίταζε ήξερες ότι εκείνη την στιγμή ήσουν το πιο αγαπημένο πρόσωπο στον κόσμο. Συνήθιζε να περπατά ξυπόλητος ακόμα και στο πιο άγριο τσιμέντο στο πάρκο στις Βερσαλίες, έτρωγε μια φορά την ημέρα στις 11 το βράδυ και μόνο όταν κάποιος φρόντιζε γι' αυτό, αλλιώς το παρέλειπε και αυτό. Τελούσε καθημερινά την Θεία Λειτουργία και το Άγιο Δισκάριο ήταν πάντοτε γεμάτο γιατί μνημόνευε πλήθος ονομάτων από κάθε τσέπη του έβγαζε χαρτάκια με ονόματα και κάθε μέρα προστίθενται και άλλα ονόματα από τα γράμματα που του έστελναν και του ζητούσαν να κάνει προσευχή. Στην Μεγάλη Είσοδο των Τιμίων Δώρων ξαναδιάβαζε πάλι τα ονόματα που εντωμεταξύ του είχαν δώσει και άλλα και αργούσε πολύ. Μετά την θεία Λειτουργία παρέμενε για ώρες στην Εκκλησία. Με περισσή φροντίδα καθάριζε το Άγιο Δισκοπότηρο και το Άγιο Δισκάριο, την Αγία Τράπεζα και την Αγία Πρόθεση. Παράλληλα έτρωγε λίγο πρόσφορο και έπινε άφθονο ζεστό νερό. Τα γράμματα που λάβαινε τα διάβαζε το απόγευμα μετά τη θεία λειτουργία αφού έβαζε ένα πρόσωπο εμπιστοσύνης και τα άνοιγε μην τυχόν και υπάρχει σε κάποιο γράμμα επείγουσα ανάγκη. Πολλές φορές έλεγε το περιεχόμενο των γραμμάτων πριν ακόμα τα διαβάσει, είχε το χάρισμα της προορατικότητας. Πολλές φορές εκεί στην Σαγγάη που ήτα γύριζε έξω τι νύχτες και έδινε ψωμί και χρήματα στους αστέγους και ζητιάνους, ακόμη και σε μεθυσμένους.

Το Σάββατο στις 2 Ιουλίου το 1966 ο Άγιος έφυγε από αυτή την ζωή. Είχε πάει στο Σιάτλ μαζί με την θαυματουργική εικόνα της Παναγίας του Κούρση. Μόλις τελείωσε την Θεία Λειτουργία και αφού πέρασε 3 ώρες προσευχόμενος μέσα στο ιερό πήγε στο δωμάτιο του να ξεκουραστεί, κάθισε στην πολυθρόνα του και στις 4 παρά δέκα το απόγευμα κοιμήθηκε τον αιώνιο ύπνο ήρεμα χωρίς πόνο. Ακούστηκες ένας θόρυβος και όταν μπήκαν μέσα τον βρήκαν κάτω πεσμένο από την πολυθρόνα του και όπως λένε προγνώριζε την ημέρα του θανάτου του εκ των προτέρων και ήξερε ότι ο θάνατος του πλησιάζει και είχε προετοιμαστεί όπως οι μεγάλοι Άγιοι της Εκκλησίας μας. Γι' αυτό και εκείνη την ημέρα του θανάτου του έστειλε ένα γράμμα στέλνοντας για τελευταία φορά την ευλογία του στις μοναχές της Λέσνα στην Γαλλία που τόσο πολύ τον είχαν βοηθήσει και εξυπηρετήσει. Σχεδόν 24 ώρες αργότερα το σώμα του έφθασε στον Καθεδρικό Ναό του Σαν Φρανσίσκο που ο ίδιος είχε ολοκληρώσει. Τον προϋπάντησαν οι κληρικοί, έγινε ολονύχτια αγρυπνία που κράτησε 4 ώρες, όλη την νύχτα διάβαζαν το ψαλτήρι και όλοι αγρυπνούσαν για τελευταία φορά μαζί του. Ο κόσμος ερχόταν για να προσκυνήσει και να χαιρετήσει για τελευταία φορά τον Δεσπότη τους.

Όλοι οι Ιεράρχες που τον γνώριζαν μιλούσαν για την ασκητική του ζωή. Μια ζωή όλο αγώνα πνευματικό που δεν είχε ξαπλώσει για 40 χρόνια σε κρεβάτια από τότε που έγινε μοναχός, που κοιμόταν μόνο μία ή δύο ώρες το βράδυ είτε όρθιος, είτε γονατιστός και σκυφτός στο πάτωμα, πολλές φορές κοιμόταν για λίγο απαντούσε κανονικά στο τηλέφωνο, όπως μαρτυρεί κάποιος που έτυχε να' ναι μπροστά του στο δωμάτιο του, ενώ μιλούσε του έπεσε το ακουστικό λίγο πάνω στα γόνατα και κοιμισμένος, όπως ήταν, απαντούσε σαν ν' άκουγε τον συνομιλητή του. Όλοι ένοιωσαν ότι είχαν μείνει ορφανοί γιατί ο Άγιος έδειχνε κατανόηση στον καθένα τους και πολλή αγάπη. Τον κήδεψαν στις 7 Ιουλίου το απόγευμα. Το σώμα του τόσες μέρες δεν είχε κανένα σημάδι αποσύνθεσης και όλοι ακουμπούσαν επάνω του σταυρούς λουλούδια και νήπια για να πάρουν την ευλογία και μερικοί Ιεράρχες τα εγκόλπιά τους.

Ο Ναός ήταν αφιερωμένος στην Παναγία, «στην Χαρά όλων των θλιβομένων». Εδώ υπηρέτησε τον Θεό και τους ανθρώπους και εδώ αναπαύεται ο Άγιος. Μετά το τελευταίο ασπασμό έγινε 3 φορές η λιτάνευση του Ιερού λειψάνου του γύρω από τον Ναό. Το φέρετρο το βάσταζαν ορφανά που ο Άγιος είχε σώσει και μεγαλώσει στην Σαγγάη. Ένας Ιεράρχης παρομοίασε την λιτάνευση του Αγίου με την λιτάνευση του Επιταφίου του Χριστού την Μεγ. Παρασκευή. Ετάφη σ' ένα μικρό υπόγειο παρεκκλήσιο κάτω από το Ιερό. Όλοι έφερναν στην μνήμη τους τον Άγιο Σεραφείμ του Σάρωφ που τους είχε υποσχεθεί ότι και μετά την κοίμηση του θ' άκουγε τις προσευχές τους και τις θλίψεις τους όπως συμβαίνει σ' έναν ζωντανό άνθρωπο. Έτσι πήγαιναν τακτικά στον τάφο τους. Το φθινόπωρο του 1993 η Σύνοδος των Επισκόπων της Αμερικής με υπεύθυνο τον Αρχιεπίσκοπο Αντώνιο του Σαν Φρανσίσκο, αφού έγινε μία παννυχίδα στον τάφο του Αγίου, αποφάσισαν να τον ανοίξουν. Μόλις άνοιξαν την λάρνακα, είχε σκουριάσει λίγο το φέρετρο γιατί ήταν μεταλλικό, άνοιξαν με φόβο Θεού και προσευχή το φέρετρο. Το πρόσωπο του Αγίου ήταν σκεπασμένο με τον αέρα (κάποιο πανί) και η ματιά τους έπεσε στ' άφθαρτα χέρια του Αγίου. Ξεσκέπασαν και το πρόσωπο του και αποκαλύφθηκε και το άφθαρτο πρόσωπο του. Μια υπερκόσμια πνευματική γαλήνη, μια ευλαβική σιωπή απλώθηκε παντού. Βίωναν όλοι στιγμές θείας Χάριτος μπροστά στον Άγιο του Θεού. Αποφασίστηκε και την επόμενη χρονιά το 1994 στις 2 Ιουλίου να γίνει η ανακήρυξη του Αγίου επίσημα πλέον. Ο Θεός δεν μας εγκατέλειψε και μας έστειλε ένα μεγάλο Άγιο να πρεσβεύει για εμάς δίπλα στον Θρόνο του Θεού στα χρόνια αυτά της γενικής αποστασίας μας από τον Θεό.

Ο Καθεδρικός Ναός με τους χρυσούς τρούλους και που είναι αφιερωμένος στην Παναγία, στην χαρά των θλιβομένων, βρίσκεται στη λεωφόρο Γκίρι μεταξύ 26ης και 27ης λεωφόρου και είναι το κτίριο που δεσπόζει στην βορειοδυτική πλευρά του Σαν Φρανσίσκο. Ο Ναός είναι ορατός από πολλά σημεία της πόλης, ή έρχεσαι από τη θάλασσα ή από την γέφυρα Χρυσή πύλη. Το κουβούκλιο του τάφου βρίσκεται δύο πατώματα κάτω από το Ιερό. Κατεβαίνει σ' ένα υπόγειο παρεκκλήσιο με χαμηλό αγιογραφημένο ταβάνι με τον Παντοκράτορα και με αγιογραφίες στους τοίχους και γυαλιστερό μαρμάρινο δάπεδο. Εδώ έρχονται καθημερινά, μετά την κοίμηση του οι πιστοί και προσεύχονται στον τάφο του. Χιλιάδες πιστοί επισκέπτονται τον Άγιο, άλλοι του στέλνουν γράμματα και ζητούν την βοήθεια του και τις προεσβείες του. Ζητούν το νήμα από τα κεριά που ανάβουν στον τάφο του και λίγες σταγόνες λάδι από την καντήλα που καίει εκεί.

Κάθε χρόνο στις 2 Ιουλίου τελείται η Θεία Λειτουργία και καταφθάνουν εκεί στο παρεκκλήσιο του τάφου του πλήθους κόσμου. Στο κέντρο βρίσκεται η λάρνακα που είναι σκεπασμένη με τον μανδύα του Αγίου, γύρω υπάρχουν μανουάλια με κεριά αναμμένα. Στην κεφαλή της λάρνακας βρίσκεται τοποθετημένη η Επισκοπική μίτρα του Αγίου και η ποιμαντορική του ράβδος βρίσκεται στο κάτω μέρος της λάρνακας. Και εκεί βρίσκεται ένα αναλόγιο με το Ψαλτήρι που το διαβάζουν οι πιστοί όταν πηγαίνουν στο Άγιο και μετά του λένε τα προβλήματα τους. Σ' ένα άλλο αναλόγιο δίπλα είναι η εικόνα των Εισοδίων της Παναγίας που την αφιέρωσε μια οικογένεια από την Κίνα στον Άγιο ως ευγνωμοσύνη που τους είχε βοηθήσει και έδωσε ένα ιερό όρκο η κυρία αυτή μαζί με την μητέρα της να δωρίσουν την εικόνα τους αυτή, το κειμήλιο τους στον Άγιο Ιωάννη στον τάφο του. Αυτή η εικόνα είχε έναν ιδιαίτερο νόημα για τον Άγιο, χωρίς αυτοί να το ξέρουν, γιατί στην ζωή μας τίποτα δεν συμβαίνει τυχαία. Αυτή την γιορτή των Εισοδίων της Παναγίας μας ο Άγιος την αγαπούσε πολύ, η κουρά του έγινε σε Μοναστήρι της Γιουγκοσλαβίας που ήταν αφιερωμένο στην εορτή των Εισοδίων. Επίσης την ημέρα των Εισοδίων πήγε ως Επίσκοπος στην Σαγγάη στον Ναό της Παναγίας μας που ονομαζόταν; «η αμαρτωλών Σωτηρία» και πάλι την ημέρα των Εισοδίων έρχεται στο Σαν Φρανσίσκο ως Επίσκοπος. Όταν παντρεύτηκε η κυρία αυτή πήγε στην Αμερική στον Σαν Φρανσίσκο και απέχτησαν έναν αγόρι των Ιωάννη. Όταν αργότερα κατατάχτηκε στο στρατό και θα τον έστελναν στον πόλεμο στο Βιετνάμ, το αγόρι που ευλαβείτο πολύ τον Άγιο Ιωάννη πήγε στον τάφο του και του άφησε μια φωτογραφία που είχε του Αγίου πάνω στην Επισκοπική του μήτρα, που βρίσκεται πάνω στην Λάρνακα και μετά από λίγες μέρες την πήρε ως ευλογία, την έβαλε στην τσέπη της στολής του στο μέρος της καρδιάς και πήγε στον πόλεμο. Και από ότι έγραφε στην μάνα του ο αξιωματικός γιος της ο Άγιος τον προστάτεψε και καμία σφαίρα δεν τον χτύπησε. Κάποτε το απόσπασμα του αιχμαλωτίστηκε και αυτός γλύτωσε, μία βόμβα έπεσε δίπλα τους, άλλοι τραυματιστήκαν σοβαρά και αυτός έμεινε αβλαβής.

Η καντήλα πάνω από τη Λάρνακα του Αγίου καίει συνεχώς. Έρχονται εδώ όλοι με μια παιδική πίστη να μιλήσουν στον Άγιο, να παραπονεθούν για τις θλίψεις τους και ο Άγιος τους ακούει και τους βοηθάει. Ο Άγιος θέλει να προσευχόμαστε και να μην ξεχνάμε να μνημονεύουμε τους κεκοιμημένους από ένα περιστατικό που φανερώθηκε στον ύπνο κάποιου ανθρώπου και του είπε: «να προσεύχεσαι για τους κεκοιμημένους». Επίσης και σ' ένα διάκο φανερώθηκε και του είπε ότι:«είμαι πολύ ευτυχής που προσεύχεσαι για τους αρρώστους, πάντα να προσεύχεσαι και να επισκέφτεσαι τους αρρώστους». Σε κάποια γυναίκα που τον είδε στον ύπνο της, της είπε: «πείτε στον κόσμο παρόλο που έχω πεθάνει είμαι ακόμα ζωντανός» μία νοσοκόμα διηγείται ότι ένα βράδυ ένας σοβαρά άρρωστος ζητούσε τον Άγιο να πάει εκεί ένοιωθε ότι θα πέθαινε, είχε όμως ξεσπάσει μια καταιγίδα και με τον αέρα που φυσούσε κόπηκε το ρεύμα, δεν λειτουργούσαν και τα τηλέφωνα και η νοσοκόμα του είπε ότι τώρα δεν μπορούμε να τον ειδοποιήσουμε το πρωί θα πάει κάποιος στον Επίσκοπο. Σε μισή ώρα ακούστηκαν κτύποι στην είσοδο του Νοσοκομείου και όταν ρώτησε ο μισοκοιμισμένος φύλακας, ποιος είναι; - Ανοίξτε την πύλη, είμαι ο Επίσκοπος Ιωάννης, με κάλεσαν και με περιμένουν. Άνοιξε ο φύλακας και ο Άγιος διέσχισε γρήγορα τον διάδρομο και ρώτησε την νοσοκόμα: «ποιος είναι ο άρρωστος που με περιμένει, πήγαινε με σε αυτόν». Πως ο Άγιος διάβασε την σκέψη του αρρώστου και πήγε μέσα στην καταιγίδα στο νοσοκομείο δίπλα του; ήταν προορατικός και τα αψηφούσε όλα για τους ασθενείς του. Επειδή ταξίδευε συχνά αεροπορικώς και η σωρός του πάλι αεροπορικώς ήρθε από το Σιάτλ στο Σαν Φρανσίσκο, θεωρείται προστάτης των ταξιδευόντων αεροπορικώς, αλλά επειδή γλύτωσε κάποιος από τροχαίο θεωρείται και προστάτης των ταξιδιωτών.

Μια δασκάλα φωνητικής, η Άννα, είχε βοηθήσει τον Άγιο στην Σαγγάη που ήταν. Του μάθαινε να προφέρει σωστά τα φωνήεντα, γιατί είχε πρόβλημα με το κάτω σιαγόνι του και δεν μπορούσε να προφέρει τις λέξεις. Από την πολλή νηστεία ήταν εξαντλημένος ο οργανισμός του και κρεμόταν πολύ το κάτω σιαγόνι του. Αυτός πάντα της έδινε σε κάθε επίσκεψη 20 δολλάρια. Μόλις άρχιζε την νηστεία, άρχιζε πάλι το ελάττωμα αυτό και τον επισκεφτόταν συχνά. Το 1945 τραυματίστηκε στον πόλεμο σοβαρά και ζητούσε να ‘ρθει στο νοσοκομείο ο Άγιος να την κοινωνήσει. Όμως είχε άσχημο καιρό με ανεμοθύελλα. Ήταν 10 με 11 την νύχτα, οι γιατροί της είπαν δεν μπορεί να γίνει αυτό, επειδή ήταν περίοδος πολέμου και το νοσοκομείο έκλεινε μετά την δύση του ηλίου. Το πρωί θα ειδοποιούσαν τον Επίσκοπο. Εγώ φώναζα: έλα Βλαντίκα, και ξαφνικά ανοίγει η πόρτα του θαλάμου και μπαίνει μέσα ο Άγιος μουσκεμένος από την βροχή. Τον άγγιξα γιατί νόμισα πως ήταν το πνεύμα του, εκείνος χαμογέλασε, με κοινώνησε και εγώ κοιμήθηκα. Όταν αργότερα ξύπνησα τους είπα ότι ήρθε ο Άγιος και με κοινώνησε, αυτοί όμως δεν με πίστεψαν το νοσοκομείο κλείνει μετά την δύση μου είπαν, οι πόρτες είναι κλειστές. Μία άλλη ασθενής τους είπε ότι πράγματι είχε έρθει ο Άγιος εκεί, αλλά ούτε εκείνη την πίστεψαν. Και ενώ η νοσοκόμα που δεν την πίστευε της έφτιαχνε το προσκέφαλο, βρήκε 20 δολλάρια. Ο Άγιος όταν ήρθε της άφησε και λεφτά γιατί δεν είχε τίποτα εκείνο το διάστημα. Τα χρόνια πέρασαν, όταν έφυγε ο Άγιος για το Σαν Φρανσίσκο, ήρθε και εκείνη εκεί και ήθελε να την ψάλλει και να την κηδέψει ο Άγιος. Και πράγματι το 1968 πέθανε το βράδυ της Μεταμορφώσεως από αέριο από γκάζι του σπιτιού της και μία άλλη κυρία, η Όλγα, είδε στον ύπνο της εκείνο το βράδυ τον Άγιο μέσα στον Ναό να θυμιάζει ένα φέρετρο με την Άννα μέσα και να της ψέλνει τόσο ωραία την νεκρώσιμη ακολουθία. Έτσι ο Άγιος της εκπλήρωσε την επιθυμία της. Το πρωί έμαθε η Όλγα ότι εκείνο το βράδυ πέθανε η Άννα.

Της Ζηναίδας της είχε αναθέσει τα δωρεάν γεύματα για πτωχούς, έπαιρνε λεφτά από το ταμείο του Αρχιεπισκόπου, ένα ποσό των 20 δολαρίων κάθε μήνα για το σκοπό αυτό. Μια μέρα της έκανε δώρο 10 γαλλικά φράγκα, εγώ λέει η Ζηναίδα, τα ξόδεψα όλα για το σκοπό αυτό και ειδικά αυτόν τον μήνα έκανα πολλά έξοδα και χρώσταγα 70 δολλάρια. Δεν ήξερα τι να κάνω, έκανα προσευχή στον Άγιο (γιατί έλειπε στην Αμερική), του ζητούσα να με βοηθήσει, κάνω αυτό που μου είπες, αλλά τώρα έχω πολλά προβλήματα, βοήθησε με. Και το πρωί ο ταχυδρόμος της έδωσε ένα γράμμα από το ταμείο του Αρχιεπισκόπου. Νόμισε πως θα ήταν τα συνηθισμένα 20 δολλάρια μέσα, όταν όμως το άνοιξε βρήκε 70 δολάρια, ακριβώς όσα χρωστούσε. Πήγε λοιπόν και ξεχρέωσε, έγραψε και ένα ευχαριστήριο γράμμα και τον επόμενο μήνα ήταν πάλι τα καθιερωμένα 20 δολλάρια. Εκείνα τα λεφτά της τα είχε στείλει ο Άγιος. Πριν φύγει της ανέθεσε να φροντίζει ένα ορφανό παιδί, τον Βλαντιμίρ. Αλλά κάτι με τα δωρεάν γεύματα, κάτι με την ηλικιωμένη μητέρα της και τον θείο της έσπασαν τα νεύρα της και άρχισε να παρακαλεί τον Άγιο να τη βοηθήσει να τα βγάλει πέρα. Θα τα παρατήσω, έλεγε, δεν αντέχω άλλο. Και το βράδυ είδε στον ύπνο της τον Άγιο να έρχεται σπίτι της και να πηγαίνει σε αυτήν μόνο και να την ευλογεί. Το πρωί ο ταχυδρόμος της έφερε ένα δέμα, ένα περιοδικό που είχε την μορφή του Αγίου όπως τον είχε δει στον ύπνο της και στο εξώφυλλο ένα σημείωμα: «Στην Ζηναίδα». Αμέσως πήρε χαρά και δύναμη να συνεχίσει τον αγώνα της αυτό. Άλλη μια φορά την έσωσε από βέβαιο θάνατο. Μια μέρα ενώ θα έβγαινε έξω, κοιτώντας από το παράθυρο τον κόσμο είχε ανάμεσα σε κάτι αυτοκίνητα κάτι σαν μια μικρή σωλήνα, την κυρίεψε η περιέργεια και άρχισε να ντύνεται για να πάει κάτω να δει να το κλωτσήσει. Τότε κτυπάει η πόρτα, ανοίγει ήταν ο Άγιος. Μπήκε μέσα, κάθισε στην πολυθρόνα 5 λεπτά και έφυγε χωρίς να της πει τίποτα. Τότε ξανακτυπά στο παράθυρο και είδε αστυνομικούς στο δρόμο να παίρνουν με πολλή προσοχή αυτό το παράξενο πράγμα. Κατέβηκε γρήγορα κάτω και έμαθε ότι ήταν βόμβα και θα ήτα νεκρή που σκεφτόταν να το κλωτσήσει εάν δεν την καθυστερούσε ο Άγιος Ιωάννης.

Μια κυρία άρρωστη με πρόβλημα καρδιάς, φορούσε μια κονκάρδα με τον Άγιο Ιωάννη και μια μέρα λιποθύμησε στην Εκκλησία, τότε ο ψάλτης την σταύρωσε με την κονκάρδα, προσευχήθηκε στον Άγιο Ιωάννη να την κάνει καλά και πράγματι αμέσως συνήλθε.

Μια μέρα λέει η Ζηναίδα είχε μαγειρέψει η μητέρα της ένα φαγητό, τα βαρενίκι, που το τρώνε πολύ στην Ρωσία είναι ένα είδος ζυμαρικών με τυρί και θα πήγαινε στον Επίσκοπο Ιωάννη. Τα είδε στο τραπέζι ο θείος της και τα λαχτάρησε, πήγε η Ζηναίδα στον Άγιο μετά το φαγητό μαζί με τα βερανίκι και ο Άγιος έφαγε πολύ λίγο από τα τρόφιμα που του πήγε, τα βερενίκι όμως δεν τα άγγιξε καθόλου, τον πίεζε να φάει η Ζηναίδα, όμως αυτός δεν έφαγε καθόλου λες και προγνώριζε ότι τα είχε λαχταρήσει ο θείος της.

Κάποτε σκεφτόταν να πάει να του ζητήσει ευλογία να πάει σε Μοναστήρι. Το βράδυ τον είδε στον ύπνο της και δεν της έδινε ευλογία και κοιτώντας στον τοίχο της λέει: για χάρη του μείνε, και άνοιξε ο τοίχος και βγήκε ένα μωρό. Εκείνη έκλαιγε και ξύπνησε και σε λίγες μέρες γέννησε η γυναίκα του αδελφού της, αλλά αρρώστησε από φυματίωση και πάνω στον μήνα πέθανε, και ο αδελφός της της έδωσε να μεγαλώσει το μωρό. Γι΄αυτό τότε της είχε πει ο Άγιος αυτά τα λόγια. Τον νοιώθει τόσο κοντά της τον Άγιο Ιωάννη η Ζηναίδα ακόμη και τώρα που έχει πεθάνει. Κάποτε θα πήγαινε με τον ανηψιό της, τον Φιλίπ, στην Αμερική και ο ανηψιός της τα χάλασε τα λεφτά του, θα ‘χει η θεία μου, έλεγε, και δεν τους έφταναν για τα εισιτήρια. Της είχε στείλει και λίγα χρήματα κάποιος γνωστός της αρχιμανδρίτης εις μνήμη του αγαπημένου Επισκόπου Ιωάννη. Και αποφάσισαν να πάνε, αλλά τα χάλασε ο ανηψιός της τα δικά του και άρχισε να προσεύχεται στον Άγιο να την βοηθήσει. Έλεγε. Εάν νομίζεις πως αυτό το ταξίδι θα ‘ναι για το καλό του Φιλίπ, βοήθησε μας. Και εκείνη την ημέρα πήρε ένα σημείωμα από το ταχυδρομείο 7.700 φράγκων στ' όνομα της, ακριβώς το ποσό που χρειάζονταν για τα εισιτήρια. Πήγε στο ταχυδρομείο και της είπαν ότι μπορεί να πάρει αμέσως σήμερα τα χρήματα και τα πήρε χωρίς να χει μαζί της ούτε καν την ταυτότητά της. Ευχαρίστησα τον Άγιο που πάντα με βοηθάει. Ήθελε να πάρει κόκκινες κρυστάλλινες καντηλόκουπες από την Αμερική (γιατί στην Γαλλία δεν έβρισκε) και όλο το ξεχνούσε εκεί που γύριζε στην Αμερική, και μόλις πήγαν στον τάφο του Αγίου, αμέσως το θυμήθηκε και πήγε μετά και αγόρασε, ο Άγιος την βοήθησε να τις θυμηθεί. Την ευλογία του Αγίου Ιωάννη να έχουμε όλοι μας.



<>



Προς μιά νέα φάση της Κινεζικής Ορθοδοξίας



Ἡ κομμουνιστική κυβέρνηση, ἐνῶ προσπαθοῦσε ἐνεργά νά καταπνίξει τήν ἐλεύθερη ἔκφραση τῆς χριστιανικῆς πίστης στήν Κίνα, ἀπό τήν ἄλλη πλευρά, ἔκανε ταυτόχρονα μεγάλο καλό στήν πίστη. Ἀφοῦ «τό αἷμα τῶν μαρτύρων εἶναι ὁ σπόρος τῆς Ἐκκλησίας,» ἡ ἴδια ἡ καταδίωξη τῶν Χριστιανῶν εἶχε ὡς ἀποτέλεσμα ἕνας ἐκπληκτικός ἀριθμός ἀνθρώπων στήν Κίνα νά ἀναζητήσουν τή Χριστιανική πίστη.

Ὅταν οἱ κομμουνιστές ἦρθαν στήν ἐξουσία τό 1949, ὑπῆρχαν στήν Κίνα συνολικά ἕνα ἑκατομμύριο Χριστιανοί διαφόρων δογμάτων. Σήμερα, ὑπάρχουν ὀγδόντα μέ ἑκατό ἑκατομμύρια. Περίπου 15% ἀπό αὐτούς τούς Χριστιανούς ἀνήκουν σέ ἐκκλησίες πού εἶναι ὑπό τόν ἔλεγχο τοῦ κράτους. Οἱ ὑπόλοιποι ἀνήκουν σέ κατ’οἶκον ἐκκλησίες πού λειτουργοῦν ὑπογείως. Ἕνα μεγάλο μέρος αὐτῶν τῶν τελευταίων – καί εἰδικότερα οἱ ἐπικεφαλῆς τους - ἔχουν ὑποστεῖ στό παρελθόν καί ἐξακολουθοῦν μέχρι καί σήμερα νά ὑφίστανται διώξεις ἀπό τήν κομμουνιστική κυβέρνηση: ἀπώλεια τῆς κοινωνικῆς θέσης τους, πρόστιμα, ξυλοδαρμούς, βασανιστήρια, φυλάκιση καί θάνατο.

Γιά τήν ὥρα, ἡ Ὀρθόδοξη πίστη εἶναι μᾶλλον ἄγνωστη στόν κόσμο – ἀκόμα καί στούς Χριστιανούς – στήν Κίνα. Ὡστόσο, τά ἑκατομμύρια τῶν ἔνθερμων πιστῶν σέ ὁλόκληρη τήν Κίνα, οἱ ὁποῖοι ἀκολουθοῦν τόν Χριστό συχνά μέ κόστος μεγάλες προσωπικές θυσίες, μποροῦν νά προσφέρουν ἕνα θεμέλιο γιά μιά νέα φάση τοῦ Ὀρθόδοξου Χριστιανισμοῦ στήν Κίνα. Αὐτό μπορεῖ νά γίνει ἄν οἱ Χριστιανοί Κινέζοι ἀνακαλύψουν τήν ἀρχαιότερη καί πιό παραδοσιακή Ὀρθόδοξη ἔκφραση τῆς πίστης στόν Χριστό.

Ἕνας Κινέζος προσήλυτος στήν Ὀρθοδοξία, πού τώρα προετοιμάζεται γιά τήν ἱερωσύνη, παρατήρησε πρόσφατα: «Εἶναι καλό πού πολλοί ἄνθρωποι στήν Κίνα ἔχουν ἤδη ἀκούσει γιά τόν Κύριο Ἰησοῦ Χριστό, ἀλλά λυπᾶμαι πού δέν εἶναι πολλοί αὐτοί πού ἔχουν ἀκούσει γιά τόν Ὀρθόδοξο Χριστιανισμό. Ἡ Ὀρθοδοξία καί ὁ Ἰησοῦς Χριστός δέν εἶναι δύο ξέχωρα πράγματα. Ὁ Ἰησοῦς Χριστός εἶναι Ὀρθοδοξία. Ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ, οἱ Γραφές, εἶναι Ὀρθοδοξία. Ἔχω τήν αἴσθηση πώς ἄν κάποιος πιστεύει στόν Ἰησοῦ Χριστό, αὐτή ἡ πίστη θά τόν φέρει στήν Ὀρθοδοξία.»

Ὑπάρχουν δύο λόγοι γιά τούς ὁποίους μπορεῖ νά εἶναι μιά φυσική ἐξέλιξη ὁ σύν Θεῷ ἀναπτυσσόμενος Χριστιανισμός στήν Κίνα νά ἀσπαστεῖ τήν Ὀρθοδοξία. Πρῶτ’ ἀπ’ὅλα, ὁ Κινέζικος πολιτισμός καί ἡ Κινέζικη κουλτούρα βασίζεται σέ μιά ἀγάπη γιά τήν ὀρθοδοξία καί μιά πιστότητα στήν παράδοση, πού ἔχει τήν ἀπαρχή της στήν ἀρχαιότητα. Ὅπως ἔχει ἐπισημάνει ὁ π. Σεραφείμ (Ρόουζ):

«Ὑπάρχει στόν Κινέζικο νοῦ μιά πολύ ἔντονη ἰδέα γιά τήν ὀρθοδοξία, μέ μικρό ‘ο’: ὅτι ὑπάρχει μιά ὀρθή διδασκαλία, καί ὅτι ὁλόκληρη ἡ κοινωνία ἐξαρτᾶται ἀπό αὐτή τήν ὀρθή διδασκαλία.... Οἱ Κινέζοι εἶναι ἀπό τούς ἀνθρώπους μέ τήν μεγαλύτερη ἔγνοια γιά τήν παράδοση. Μέχρι τήν ἐποχή πού ἦρθε ὁ κομμουνισμός, οἱ Κινέζοι ἔκαναν πράγματα τά ὁποῖα τά ἔκαναν οἱ πρόγονοί τους ἀπό τά πολύ παλιά χρόνια, ἀπό τήν ἐποχή τοῦ Κομφούκιου. Καί ὁ Κομφούκιος εἶχε πεῖ πώς ἔκαναν αὐτά τά πράγματα ἀπό τά πολύ παλιά χρόνια, ἀπό τήν τρίτη χιλιετία π.Χ. Ἡ ὅλη ἀντιμετώπιση τῆς ζωῆς εἶχε παραμείνει βασικά ἡ ἴδια, καί ὅπου ὑπῆρχε διαφωνία, θά ἐπεκαλοῦντο τήν ἀρχαιότητα. ‘Αὐτό ἔτσι γινόταν ἀπό τά παλιά τά χρόνια. Δέν μποροῦμε νά τό ἀλλάξουμε’.»

Ἔτσι ἡ Ὀρθοδοξία τῆς Ἀνατολῆς, πού ἀκολουθεῖ χωρίς συμβιβασμούς τήν πρωταρχική, ἀνόθευτη Χριστιανική ἀτραπό καί τήν ἀδιάσπαστη, ἀμετάβλητη μετάδοση τῆς διδασκαλίας τοῦ Χριστοῦ ἀπό τήν ἐποχή τῶν ἀποστόλων μέχρι τίς μέρες μας, συνηχεῖ μέ τόν Κινεζικό νοῦ.
Δεύτερον, στό βάθος τους οἱ διδασκαλίες τῆς Ὀρθοδοξίας τῆς Ἀνατολῆς σχετικά μέ τήν ἐσωτερική πνευματική ζωή, οἱ ὁποῖες πηγάζουν ἀπό δύο χιλιετίες μυστικιστικῆς ἐμπειρίας τῶν ἁγίων, μποροῦν νά συναντήσουν τίς ἀρχαῖες Κινεζικές πνευματικές διδασκαλίες στό δικό τους ἔδαφος. Ὁ σύγχρονος Δυτικός Χριστιανισμός δέν μπορεῖ νά τό κάνει αὐτό. Μόνον ὁ Ὀρθόδοξος Χριστιανισμός μπορεῖ νά κατανοήσει, νά ἐκτιμήσει καί νά ἀγκαλιάσει τίς βαθιές συνειδητοποιήσεις τῶν αὐθεντικῶν Κινέζων σοφῶν τοῦ παρελθόντος, ξεκινώντας ἀπό τόν Lao Tzu, καί νά τίς διαχωρίσει ἀπό αὐτό πού ὁ Lao Tzu ἀποκαλοῦσε «παράδρομους τῆς Ὁδοῦ» στήν Κινεζική θρησκεία καί φιλοσοφία. Ἐπιπλέον, μόνο ὁ Ὀρθόδοξος Χριστιανισμός μπορεῖ νά ἀνοίξει γιά τούς Κινέζους τά μεγαλύτερα μυστήρια καί τόν τελικό σκοπό τῆς ζωῆς τοῦ Χριστοῦ: τήν θέωση μέσω τῆς ὁλοκληρωτικῆς ἔγχυσης τοῦ Φωτός τοῦ Ἄκτιστου Teh.
Τό 1981 ὁ π. Σεραφείμ, μιλῶντας γιά τήν ἀρχαία ὀρθόδοξη παράδοση στήν Κίνα, εἶπε, «Ἄν ὁ Χριστιανισμός κατώρθωνε νά εἰσχωρήσει κατά κάποιον τρόπο μέσα σ’ αὐτήν τήν παράδοση καί νά γίνει μέρος της, θά εἶχε λειτουργήσει, γιατί ἡ ψυχή τῶν Κινέζων θά ἦταν πολύ καλά προδιατεθειμένη γι’ αὐτό.»

Τώρα πού οἱ ἄνθρωποι ἔρχονται στόν Χριστό ὅπως ποτέ πριν στήν ἱστορία τῆς Κίνας, μέ ρυθμό μεγαλύτερο ἀπό δέκα ἑκατομμύρια τό χρόνο, βλέπουμε σήμερα τήν ἐκπλήρωση τῆς εὐχῆς τοῦ π. Σεραφείμ. Ἐνῶ στόν ξεπεσμένο Δυτικό πολιτισμό ἡ ἀγάπη γιά τόν Χριστό ἐξατμίζεται, στήν Κίνα ἀνθίζει. Ἡ Ἄπω Ἀνατολή ξεπερνάει κατά πολύ τή Δύση ὄχι μόνο ὡς πρός τόν ἀριθμό τῶν νέων Χριστιανῶν, ἀλλά ἐπίσης καί ὡς πρός τήν διά τῶν μαρτύρων της ὁμολογία τοῦ Χριστοῦ ἐνώπιον τοῦ σύγχρονου κόσμου.

Οἱ Κινέζοι, πού μιλοῦν τήν ἀρχαιότερη ζωντανή γλώσσα στόν κόσμο, συνδέονται μέ μιά εὐγενή καί βαθιά ἀρχαία κουλτούρα. Τώρα πού τόσοι πολλοί βρίσκουν τόν Χριστό τό ἐνσαρκωμένο Tao, τό ἑπόμενο βῆμα τους εἶναι νά συνδεθοῦν μέ τήν ἀρχαία παράδοση πού ἔχει διατηρηθεῖ στήν Χριστιανική Ἀνατολή, ὅπου θά βροῦν τήν πιό ἁγνή εἰκόνα τοῦ Χριστοῦ καί τά πιό ἰσχυρά μέσα γιά τήν ἀπόκτηση τῆς Χάρης Του. Ὅταν συμβαίνει αὐτό, ἡ νοερά Προσευχή τοῦ Ἰησοῦ, εὐλαβικά φυλαγμένη στόν ἐσωτερικό ναό πολλῶν Κινέζικων καρδιῶν, θά ἀνέλθει ὡς θυμίαμα πρός τόν Χριστό.



<*>



Άγιος Φιλόθεος Επίσκοπος Τομπόλσκ Ρωσίας, Ισαπόστολος Σιβηρίας, Μογγολίας και Κίνας (+1727)

10 Ιουνίου




Ὁ Ἅγιος Φιλόθεος γεννήθηκε τὸ 1650 ἀπὸ εὐγενὴ καὶ ἀριστοκρατικὴ οἰκογένεια τῆς Οὐκρανίας. Τελείωσε τὴ θεολογικὴ ἀκαδημία τοῦ Κιέβου καὶ νυμφεύθηκε. Λίγο ἀργότερα χειροτονήθηκε πρεσβύτερος καὶ γιὰ μερικὰ χρόνια διακόνησε ὡς ἐφημέριος. Ἡ πρεσβυτέρα πέθανε νωρὶς καὶ ὁ Ἅγιος ἔγινε μοναχὸς στὴ Λαύρα τῶν Σπηλαίων τοῦ Κιέβου, ὅπου διακρίθηκε γιὰ τὸν ἀσκητικό του βίο, τὴν ἀδιάλειπτη προσευχὴ καὶ τὴ νηστεία.
Κατὰ τὰ ἔτη 1701 – 1702, διετέλεσε ἡγούμενος τῆς μονῆς τῆς Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου τοῦ Ζβὲν στὴν ἐπαρχία Ὀρλώφ. Τὸ 1702 χειροτονήθηκε Ἐπίσκοπος καὶ τοποθετήθηκε στὴν ἐπαρχία Σιβηρίας καὶ Τομπόλσκ. Ἡ ἐπαρχία του ἐκτεινόταν ἀπὸ τὴν Ἀρκτικὴ μέχρι τὸν Εἰρηνικὸ ὠκεανὸ καὶ ἀπὸ τὰ Οὐράλια ὄρη μέχρι τὴν Κίνα καὶ ἡ κύρια δραστηριότητά του ἦταν ἡ ἱεραποστολή. Μέσα σὲ εἴκοσι πέντε χρόνια περιόδευσε ἱεραποστολικὰ τὴ Σιβηρία, τὴν Καμτσάτκα, τὴ Μογγολία καὶ τὴ βόρεια Κίνα. Πολλὲς φορὲς δέχθηκε ἐπιθέσεις ἀπὸ εἰδωλολάτρες, ἀλλὰ παρὰ τὶς πολλὲς δοκιμασίες ποτὲ δὲν κατέφυγε στὴ βία κατὰ τὴν ἐξάσκηση τοῦ ἱεραποστολικοῦ του ἔργου. Κατάφερε ἔτσι νὰ βαπτίσει περὶ τοὺς σαράντα χιλιάδες εἰδωλολάτρες.

Ὁ Ἅγιος φρόντισε γιὰ τὴ μείωση τῶν φόρων τῶν νεοβαπτιζομένων καὶ τὴν ἀνέγερση νέων ἐκκλησιῶν. Ἔτσι αὔξησε τὶς ἐνορίες τῆς Σιβηρίας ἀπὸ ἑκατὸν ἑξήντα σὲ τετρακόσιες σαράντα ὀκτώ.

Παράλληλα σὲ κάθε ἱεραποστολικὸ κλιμάκιο ἔκτισε ἐκκλησιαστικὲς σχολὲς γιὰ τὰ παιδιὰ τῶν ἰθαγενῶν, δίδοντας ἔτσι ἰδιαίτερη σημασία στὴν παιδεία καὶ τὴ μόρφωση. Γιὰ τὸ λόγο αὐτὸ ζήτησε καὶ τὴ βοήθεια τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Κιέβου διὰ τῆς ἀποστολῆς μορφωμένων ἱεραποστόλων μοναχῶν καὶ βιβλίων.

Τὸ 1709 ὁ Ἅγιος ἀσθένησε καὶ ἔλαβε τὸ μεγάλο σχῆμα, ὀνομαζόμενος Θεόδωρος, στὴ μονὴ τῆς Ἁγίας Τριάδος τοῦ Τιοῦμεν, ἀλλὰ ἡ παραίτησή του ἔγινε ἀποδεκτὴ τὸ 1711, ὅταν στὴν ἐπισκοπικὴ ἕδρα τοῦ Τομπόλσκ ἐξελέγη ὡς διάδοχός του ὁ Ἰωάννης. Τὸ 1712 ἄρχισε ἐκ νέου τὴν ἱεραποστολική του δραστηριότητα κηρύσσοντας τὸ Εὐαγγέλιο στὶς περιοχὲς τῶν ποταμῶν τοῦ Μπερέζο.

Ὅταν κοιμήθηκε ὁ Ἐπίσκοπος Ἰωάννης, τὸ 1715, ὁ Ἅγιος Φιλόθεος ἐπανεξελέγη Ἐπίσκοπος τοῦ Τομπόλσκ, ὅπου καὶ παρέμεινε μέχρι τὸ 1720. Στὴ συνέχεια παραιτήθηκε, ἐπέστρεψε στὸ μοναστήρι, ὅπου συνέχισε τὸ ἱεραποστολικό του ἔργο καὶ δίδασκε γραφὴ καὶ ἀνάγνωση στὰ παιδιὰ τῶν νεοβαπτισθέντων.

Ὁ Ἅγιος Φιλόθεος κοιμήθηκε μὲ εἰρήνη τὸ 1727 καὶ ἐνταφιάσθηκε στὴ μονή του.

Τὸ 1984 καθιερώθηκε ἡ ἑορτὴ τῶν Ἁγίων τῆς Σιβηρίας, μεταξὺ τῶν ὁποίων ἀναφέρεται καὶ τὸ ὄνομα τοῦ Ἁγίου Φιλοθέου.Το λείψανό του βρέθηκε άφθαρτο το 2006 και τοποθετήθηκε στην Μονή της Αγίας Τριάδος στο Τιούμεν, μονή που έχτισε ο ίδιος.

Ἡ Ἐκκλησία τιμᾶ, ἐπίσης, τὴν μνήμη του στὶς 10 Ἰουνίου.

<*>

Ο Άγιος Νικόλαος Μυρών Λυκίας ο Θαυματουργός σώζει έναν Κινέζο που έπεσε μέσα στον πάγο του ποταμού στο Χαρμπίν της Κίνας



Στην Κίνα πριν ανεβούν στην εξουσία οι Κινέζοι, υπήρχε στον σιδηροδρομικό σταθμό του Χάρπιν μία εικόνα του Αγίου Νικολάου την οποία είχαν τοποθετήσει Ρώσοι μετανάστες. Την σέβονταν ακόμη και οι μη-Ορθόδοξοι Κινέζοι.

Μία ημέρα ήρθε στον σταθμό ένας βρεγμένος Κινέζος ο οποίος είχε πέσει στα γόνατα ευχαριστώντας τον Άγιο Νικόλαο στα κινέζικα.

Αυτός μία ημέρα κατά την διάρκεια του χειμώνα προσπάθησε να διασχίσει τον Σάνγκαρι ποταμό. Αυτός ο ποταμός περνάει μέσα από το Χάρπιν και τον χειμώνα παγώνει. Όπως προχωρούσε βιαστικός ο πάγος έσπασε και βρέθηκε κάτω από τον πάγο.  Όπως βυθιζόνταν θυμήθηκε την εικόνα του σιδηροδρομικού σταθμού και φώναξε: «Γέρε άνθρωπε από τον σιδηροδρομικό σταθμό, βοήθησε με»!

Μετά έχασε τις αισθήσεις και γλίστρησε κάτω από τον πάγο. Ο θάνατος φαινόνταν βέβαιος
Το επόμενο πράγμα που θυμάται είναι ότι βρέθηκε στην όχθη του ποταμού! Το δέρμα του ήταν παγωμένο. Όσο πιο γρήγορα μπορούσε έτρεξε προς τον σιδηροδρομικό σταθμό και έπεσε μπροστά στην εικόνα ευχαριστώντας τον Άγιο ιεράρχη Νικόλαο για την θαυματουργική του επέμβαση.



<*>

Πηγή:

TAIWAN & HONG KONG OF MY HEART - Η ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ ΣΤΗΝ ΚΙΝΑ, ΣΤΗΝ ΤΑΪΒΑΝ & ΣΤΟ ΧΟΝΓΚ ΚΟΝΓΚ


♫•(¯`v´¯) ¸.•*¨*
◦.(¯`:☼:´¯)
..✿.(.^.)•.¸¸.•`•.¸¸✿
✩¸ ¸.•¨ 
Orthodox Web - Ορθόδοξα ιστολόγια
YouTube - Twitter -

Email: gkiouz.abel@gmail.com. - Feel free to email me...!
Ρωτήστε οτιδήποτε επιθυμεί η καρδιά σας...!

Επιστροφή στο

Μέλη σε σύνδεση

Μέλη σε αυτή την Δ. Συζήτηση: 1 και 0 επισκέπτες