«Πάτερ Ημών»: Καθημερινή προσευχή ή ευχαριστιακή εσχατολογία;

Προσευχές για κάθε ώρα και περίσταση από τους Πατέρες τις Εκκλησίας μας και από σύγχρονους Πατέρες και Αγίους.

Συντονιστές: Νίκος, Anastasios68, johnge

Άβαταρ μέλους
ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ
Δημοσιεύσεις: 19
Εγγραφή: Παρ Αύγ 03, 2012 4:31 pm

«Πάτερ Ημών»: Καθημερινή προσευχή ή ευχαριστιακή εσχατολογία;

Δημοσίευσηαπό ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ » Τετ Μάιος 25, 2016 11:45 am

«Πάτερ Ημών»: Καθημερινή προσευχή ή ευχαριστιακή εσχατολογία;

Εικόνα

από τον Κωνσταντίνο Κώττη, Θεολόγο

1.1.Εισαγωγή

Αφορμή για την παρούσα ερμηνευτική προσέγγιση, απετέλεσε η εισήγηση του Γ. Φίλια «Οι Μακαρισμοί και η Κυριακή Προσευχή στη Θεία Λατρεία, στο διεθνές επιστημονικό συνέδριο «Αγία Γραφή και Ορθόδοξη Λατρεία. Αρκετός λόγος έγινε, για το κατά πόσο ο όρος «επιούσιος» αναφέρεται στην καθημερινή τροφή, είτε η όλη προσευχή, αποδίδει στην ευχαριστία. Ο Γ. Φίλιας παρέθεσε αρκετές πατερικές πηγές οι οποίες ερμήνευαν σε δύση και Ανατολή το κείμενο ως ευχαριστιακό. Ωστόσο ετέθησαν και αμφιβολίες επ1αυτού, οπως του κοσμήτορα της Θεολογικής σχολής Μ. Κωνσταντίνου, ο οποίος υποστήριζε για τον όρο, την ερμηνεία της καθημερινής τροφής. Θα επιχειρηθεί, λοιπόν, στο παρόν κείμενο, μια προσέγγιση του όλου θέματος, το οποίο, αναμφίβολα, παρουσιάζει μεγάλο θεολογικό ενδιαφέρον.

1.2.Το κείμενο του «Πάτερ ημών» στην Καινή Διαθήκη

Η υπό του Ιησού παράδοση της προσευχής του «Πάτερ ἡμῶν», μαρτυρείται, όντως, προβληματικά, στην Καινή Διαθήκη. Στο μεν Κατά Ματθαίο, υφίσταται ως τμήμα της «Επί του Όρους» ομιλίας. Αντίθετα στο Κατά Λουκά, αναφέρεται σε άλλο σημείο, εκτός της «Επί του Όρους# ομιλίας, μετά τις περικοπές της εκλογής των Ο’, της παραβολής του Καλού Σαμαρείτου και της παρουσίας του Κυρίου σε άγνωστη κώμη με την Μάρθα και την Μαρία. Μάλιστα, ειδικά στην περίπτωση του Λουκά, η προτεινόμενη αποκατάσταση της κριτικής έκδοσης των Nestle - Aland έχει ως εξής (σε παρένθεση απορρίψεις των Nestle - Aland και εναλλακτικές λέξεις από άλλους χειρόγραφους μάρτυρες κώδικες):

Πάτερ ἡμῶν ὁ ἐν τοῖς οὐρανοῖς· ἁγιασθήτω τὸ ὄνομά σου· ἐλθέτω ἡ βασιλεία σου· (γεννηθήτω τὸ θέλημά σου ώς ἐν οὐρανώ και ἐπί της γής)· τὸν άρτον ἡμῶν τὸν επιούσιον δίδου ἡμῖν το καθ’ ἡμέραν (σήμερον)·
καί άφες ἡμῖν τάς αμαρτίας (ωφειλήματα/ἁμαρτήματα) ἡμῶν· καί γάρ αυτοί αφί(ο)εμεν παντί τώ ωφείλοντι ἡμῖν· καί μή εισενέγκεις ἡμάς εις πειρασμόν (αλλά ρύσαι ημάς από τού πονηρού).

2.1. Ερμηνευτική προσέγγιση του «Πάτερ ημών»

Είναι αλήθεια πως σε μεγάλο βαθμό, η πλειοψηφία των Ελλήνων Πατέρων, κατά κανόνα λειτουργοί του Yψίστου και οι ίδιοι, ακολούθησαν στην ερμηνεία, η οποία, ήδη, αρχαιοελληνικά ταυτίζονταν με την θεολογία, την σήμανση των βιβλικών χωρίων με την μυστηριακή λειτουργική. Αναγνώριζαν ένα τυπικό μέρος στο κείμενο, στο οποίο έδιδαν μεγάλη σημασία στο φιλολογικό ελληνικό υπόβαθρό του. Σήμερα, αντίθετα, συχνά απαξιώνουμε την αρχαιοελληνική μελέτη, ψάχνοντας την ουσία του πράγματος, σε επισφαλείς, συχνά, αποκλειστικά, σε μεταφράσεις της Παλαιάς Διαθήκης εκ των σημιτικών μαρτύρων. Ωστόσο πολλοί Πατέρες, δεν επέδειξαν έναν, σχεδόν, μονισμό, ως προς αυτή την λογική. Κινήθηκαν, συχνά, γνήσια ελληνικά, προς το παράλληλο συμβολιζόμενο νόημα, στο εν Χριστώ μέγα μυστήριο, αναγνωρίζοντας τα ουράνια και αναμένοντας τα έσχατα. Χαρακτηριστικό παράδειγμα η διάσημη ρήση του Νικολάου Καβάσιλα «Σημαίνεται δέ η Εκκλησία ἐν τοῖς μυστηρίοις», η οποία δεν είναι τίποτε άλλο, από ένα καταστάλαγμα ερμηνευτικής και παράλληλης συναντίληψης, με αντίστοιχα πλατωνικά, κυρίως, μεταφυσικά και μεθοδολογικά αξιώματα.
Πρέπει να υπογραμμίσουμε, πως μεγάλα τμήματα της διδασκαλίας του Κυρίου προς τους μαθητές, πρέπει να θεωρηθούν ως έχοντα διττές ερμηνείες, τις οποίες οι μαθητές θα αντιλαμβάνονταν μετά την Ανάσταση του Κυρίου ή την έλευση του Παρακλήτου. Ούτως ή άλλως ο Χριστός προετοίμαζε τους μαθητές του, για την αναχώρηση από έναν προηγούμενο οντολογικό κόσμο, προς την αναγέννηση της Καινής Διαθήκης, με προοπτική τα έσχατα.

«Πάτερ ἡμῶν»:

Πρόκειται για μια φράση η οποία αντανακλά, το ανθρώπινο είδος της πατρικής με τον Θεό σχέσης, πάντα, όμως, σε σχέση με τον κόσμο της Καινής Διαθήκης ο οποίος ήταν καθοδόν. Δεν χρησιμοποιείται εν προκειμένω ο όρος, ως υποστατικό ιδίωμα της Τριάδος σε σχέση με τον Yιό. Αντίθετα αναφέρεται στην δια Χριστού και εν Πνεύματι, δυνατότητα του ανθρώπου να αναγεννηθεί, ως πνευματικός, ως υιός Θεού και όχι, πλέον, ως δούλος. Προϋποτίθεται σαφώς και η αλληγορία, αφού στην νέα μυστηριακή εποχή η οποία άρχεται, εμφανίστηκε αυτή η πατρότητα. Ο Yιός είναι γεννητός αϊδίως, εμείς από υιοθεσία εν τοις μυστηρίοις. Σε αυτό το σημείο, έχουμε, ασφαλώς, μια μυστηριακή αναφορά.

«ο εν τοις ουρανοίς·»:

Εδώ είναι προτιμότερο να γίνει λόγος για την Πατρότητά του σε σχέση με τον Yιό. Ειδικά στον Ιωάννη, ο Χριστός αποκαλύπτεται ως «Yιός Θεού.

Τίθεται, όμως, το ερώτημα «τίνος Πατρός»; Η βιβλική έννοια των ελοχείμ/θεών, είναι γενική και αποδιδόμενη προς όλα τα μέλη του ουράνιου κόσμου. Ο Χριστός, λοιπόν, δεν είναι φύσει Yιός ενός τυπικά κτιστού θεού, ούτε αποτελεί Yιό κτιστού εθνικού θεού πατέρα, όπως ο Ζεύς, ήδη, είχε αποκληθεί στον Όμηρο. Πρόκειται για τον Yιό του αγέννητου Ενός, πλην, όμως Δημιουργού της Κτίσης, σε σχέση με τον μη έχοντα σχέση με την ύλη, Θεό και αγένητο Πατέρα του Πλωτίνου. Αναμφίβολα αυτή η Yιότητα, αποτελεί υποστατικό ιδίωμα του Λόγου, όπως η Πατρότητα του Πρώτου της Τριάδος. Δεν υπήρξε Yιότητα στα πλαίσια της Δημιουργίας ή ως υιοθεσία στον Ιησού, ούτε, ασφαλώς, Πατρότητα εγχρόνως. Στα ίδια πλαίσια της διάκρισης από ετέρους θεούς, ο Χριστός ονομάζεται «μονογενής». Η μονογένεια ταυτίζεται από τις απαρχές της ελληνικής οντολογίας, με θεότητα - μοναχοπαίδα, όπως π.χ. η Εκάτη του ελληνικού πανθέου. Πλησιέστερα βρίσκεται, συγκριτικά αλλά όχι ταυτόσημα, ο δεύτερος της Τριάδος νουμηνικός Δημιουργός και ο γεννητός εξ Ενός πλωτινικός Νούς. Ωστόσο η Yιότητα, σε διάκριση με τον Πλωτίνο, είναι μεν «αείδια» στον Λόγο της Τριάδος, αλλά όχι αποτέλεσμα της άβουλης εκροής της ουσίας του πλωτινικού Πατρός. Στο ομοούσιο της Τριάδος, ο Yιός μετέχει ως διακριτή υπόσταση. Να σημειωθεί εδώ και η θέση του Χρυσοστόμου, πως η αναφορά στον εν ουρανοίς Πατέρα, λειτουργεί αναγωγικά ως προς τον προσευχόμενο.
«ἁγιασθήτω τὸ ὄνομά σου»

Το θέμα της ερμηνείας της έννοιας του «άγιος», αποτελεί σημαντικό ζήτημα. Στην αρχαία ελληνική γραμματεία και οντολογία, σήμαινε, κύρια, τον καθαγιασμένο χώρο προς καθιέρωση Ιερού. Νομίζω, πως πρέπει να προκρίνουμε αυτήν την κατεύθυνση. Κατ’ επέκταση αυτό σημαίνει: ως προς τον ίδιο τον Θεό, ταύτιση με τον Ύψιστο Θεό ως απλό και όχι σύνθετο, ο οποίος καθαγιάζει. Ως προς τον άνθρωπο, απόδοση προς τον αφοσιωμένο στον Θεό, αφού ανέδειξε καθαρίζοντας τα πάθη του, τον «εφέστιο» εσωτερικό Ναό του Αγίου Πνεύματος. Ο Χρυσόστομος το συνδέει με την δοξολογία προς τον Θεό, ασφαλώς, με την κλήση στην πίστη. Μια κάποια όραση Θεού, ήταν για τους αρχαίους η ενατένιση των δοκούντων, αφού μια κάποια γνώση του, επέρχονταν με την παρατήρηση των δοκούντων, των θείων ενεργειών, της ίδιας της φύσης. Στον Χριστιανισμό δοξολογία, είναι η κλήση στην πίστη, ως αποδοχή της και, τελικά,ομολογία, του αληθινού YIίστου Θεού.

«ἐλθέτω ἡ Βασιλεία σου· γεννηθήτω τὸ θέλημά σου ώς εν ουρανώ, και επί τής γής·»:

Το πρώτο το οποίο έχουμε να παρατηρήσουμε και μάλιστα σε συνέχεια του προηγούμενου: «ἁγιασθήτω τὸ ὄνομά σου», είναι ο προστακτικός -παρακλητικός χαρακτήρας της προσευχής. Το όλο κλίμα μπορεί να παραλληλιστεί με την πόση του οίνου κατά την τάξη του ιουδαϊκού πασχαλίου, την τάξη του σέντερ. Εκεί πραγματοποιούνταν η πόση του οίνου, ως αναφορά στην θεία επαγγελία της απελευθέρωσης και προστασίας του λαού του Θεού. Τα ποτήρια ήταν δεδομένα 4, ενώ υπάρχει έως σήμερα ενδοιασμός για την προσφορά ενός 5ου, αναφορά στην οδηγία προς την γη της επαγγελίας. Καλείται «το ποτήρι του προφήτη Ηλία. Φαίνεται πως έχει εσχατολογικό χαρακτήρα. Κράτος του Ισραήλ, πλέον, υπάρχει, Μεσσία δεν αναγνώρισαν ακόμα. Οπότε, γενικά, δεν ταύτισαν, ορθώς, το 5ο ποτήριο, με την είσοδο στην κοσμική γη της Χαναάν. Ο Ηλίας στην ιουδαϊκή παράδοση είναι προάγγελος του Μεσσία. Ορθοδόξως η έλευσή του σχετίζεται με τα έσχατα. Στην ίδια την Κυριακή Προσευχή, η επίκληση προς τον Πατέρα για εκπόρευση του Αγίου Πνεύματος και καθαγιασμό, είναι έντονη. Δεν είναι τυχαίο, που ο Μάξιμος ο ομολογητής, ταυτίζει την Βασιλεία με την έλευση του Παρακλήτου. Γεγονός το οποίο συντελείται εν τοις μυστηρίοις, εντός εσχατολογικού πλαισίου.
Δεν είμαστε βέβαιοι, αν η μορφή ενικού στον ουρανό εδώ, σε σχέση με τον πληθυντικό της αρχής, υποδεικνύει κάποια διαφορά. Όμως ως προς το θέμα της υπακοής στο θέλημα του Πατρός, έχουμε ένα ευδιάκριτο δείγμα ουράνιας ή και εσχατολογικής κατάστασης. Ασφαλώς, όμως, σημαίνει και ομολογία Χριστού ως φως και ως φωνή του Πατρός. Για τον Ιωάννη Χρυσόστομο, αποτελεί δείγμα της αγγελικής διακονίας και αφοσίωσης. Η ιδέα της κλήσης στην πίστη δια της υπό του Πατρός εκπόρευσης του Παρακλήτου, συνεχίζει να διαπνέει την προσευχή, παράλληλα ως μια τριαδική εικόνα.

«τὸν άρτον ἡμῶν τὸν ἐπιούσιον δὸς ἡμῖν σήμερον·»:

Το διαφιλονικούμενο χωρίο, διχάζει τους ερευνητές για το αν αναφέρεται στονκαθημερινό άρτο ή την Ευχαριστία. Κατά τον Ωριγένη ο όρος δημιουργήθηκε συγγραφική αδεία των ευαγγελιστών, μη υπάρχων αυτούσιος στην αρχαία ελληνική γραμματεία. Γενικά είναι πολύ ενδιαφέρουσα η ευχαριστιακή προσέγγιση του επιούσιου άρτου υπό του Ωριγένους στο «Περί ευχής». Ενδιαφέρουσα είναι, επίσης, η ανάλογη διαπίστωση του Ιωάννου Ζηζιούλα, πως στην συνείδηση της αρχαίας Εκκλησίας, το αίτημα της παροχής του επιούσιου άρτου, συνδέονταν με την μέλλουσα Vασιλεία των Ουρανών. Δύσκολο, ομολογουμένως χωρίο. Ο Χρυσόστομος αναφέρεται, πρώτιστα, στον εφήμερο άρτο, καθώς ισχυρίζεται, πως οι άνθρωποι έχουν βιοτικές μέριμνες να επιτελέσουν σε αντιδιαστολή με τους ουράνιους αγγέλους. Προσωπικά πιστεύουμε, πως έχουμε να κάνουμε με αμφότερα, τόσο τον τυπικό, όσο και τον ευχαριστιακό άρτο. Ενδεχομένως, ως υπαινιγμός της ανάγκης για τυπικό άρτο, προς προσκομιδή του ως ανθρώπινου έργου και τίμιου δώρου. Η εν τέλει να πρόκειται για μια, ακόμα, περίπτωση διττή, όπως τόσες άλλες βιβλικές, που η τυπική, πλην βάσιμη, ερμηνεία, αποτελεί σκιά της αλήθειας της Καινής Διαθήκης. Θέση την οποία, ούτως ή άλλως και ο Χρυσόστομος αποδέχεται αλλού.

«άφες ἡμῖν τά οφειλήματα ἡμῶν, ώς καί ἡμεῖς άφίεμεν τοῖς όφειλέταις ἡμῶν·»:

Δεν είναι αβάσιμο το γεγονός, πως εξίσου ισχυρό έρεισμα με το καθαγιαστικό στοιχείο, ως προς την παρουσία της Κυριακής Προσευχής στην Ευχαριστία προ της μεταλήψεως, είναι η άφεση των αμαρτιών. Σε αμφότερες τις περικοπές όπου απαντά η Κυριακή Προσευχή, το κείμενο συνδέεται με μια επανάγνωση της παλαιοδιαθηκικής νομικής αρχής της ίσης ανταπόδοσης. Ως μέτρο για την άφεση των παραπτωμάτων μας, ο Χριστός αποκάλυψε την αντίστοιχη συμπεριφορά μας απέναντι στον πλησίοντα. Κάτι που ευχαριστιακά εξελίχθηκε σε προϋπόθεση μεταλήψεως, η ομολογιακή αλλά και αδελφική ειρήνη, ο λειτουργικός ασπασμός των αδελφών. Δεν μπορούμε να ατενίσουμε πρόσωπο προς τον Πατέρα, να μεταλάβουμε των αχράντων Μυστηρίων, όταν δεν έχουμε ομολογιακή ειρήνη και συγχώρεση προς τον πλησίοντα. Φυσικά και σε αυτό το σημείο, εικονίζεται και πάλι μια μέλλουσα κατάσταση, σε σχέση με τον χρόνο της παράδοσης της εν λόγω προσευχής. Έως και την Ανάσταση του Κυρίου, η άφεση των αμαρτιών, δεν ήταν στις δυνατότητες που ένας λειτουργός μπορούσε να επιτελέσει.

«καί μή είσενέγκεις ἡμάς είς πειρασμόν, άλλά ρύσαι ἡμάς άπὸ τού πονηρού»:

Στο συνέδριο ειπώθηκε από τον Γ. Φίλια, πως ειδικά αυτό το κομμάτι δεν έχει παρόμοιό του, στην παλαιοδιαθηκική παράδοση. Ωστόσο, η περίπτωση του ακραίου πειρασμού προς τον δίκαιο Ιώβ, συνιστά, μάλλον, ένα παράλληλο. Μια σπάνια αποκάλυψη για τον αόρατο πόλεμο που λαμβάνει χώρα, προς σωτηρία ή απώλεια του ανθρώπου. Μια δεύτερη ενδιαφέρουσα περίπτωση, καινοδιαθηκική, όμως, αποτελεί η αποκάλυψη της προστασίας, την οποία ο Κύριος παρείχε προς την ψυχή του Πέτρου.
Αναλύοντας ιδιαίτερα το θέμα των πειρασμών ο Μέγας Βασίλειος, κατέληξε στην προτροπή του να έχουμε ως δόγμα στις ψυχές μας, πως κανένα κακό δεν δημιουργείται από το Αγαθόν. Το σχετικό έργο του Βασιλείου, μάλλον, έχοντας στο νου, αναφωνεί και ο Χρυσόστομος για τον «πονηρόν»: «ως πάντων αὐτὸν αίτιον τῶν κακῶν ὄντα».

Στο σημείο αυτό, είναι χρήσιμο να γίνουν δύο παρατηρήσεις. Η πρώτη έχει να κάνει με το γεγονός, ότι ένας πειρασμός μπορεί να προέλθει, χωρίς καν να έχει αμαρτήσει ο πειραζόμενος, ούτε καν οι γονείς του. Η δεύτερη γίνεται υπό ευχαριστιακή οπτική. Ενδέχεται να σχετίζεται με τον κίνδυνο σκανδαλισμού του προσερχομένου ενώπιον του φρικτού μυστηρίου, όπου καλείται να μεταλάβει τον ενσαρκωμένο, παθόντα, ταφέντα και αναστάντα Χριστό.

«ότι σού ἐστιν ἡ Βασιλεία καί ἡ δύναμις καί ἡ Δόξα εις τούς αίῶνας· ‘Αμήν»:

Για τον επίλογο της προσευχής, ειπώθηκε από τον Γ. Φίλια, πως πρόκειται για προσθήκη στο αυθεντικό κείμενο, προερχόμενο από την ευχή την λεγομένη του εμβολισμού. Θα εκφράσω, όμως, την επιφύλαξη, αφού το χωρίο αυτό και μάλιστα ερμηνευόμενο, υπάρχει στο έργο του Ιωάννου Χρυσοστόμου: «’Υπόμνημα εις τον «“Aγιον Mατθαίον τον Έυαγγελιστήν». Με το δεδομένο πως ως Αρχιεπίσκοπος Κωνσταντινουπόλεως είχε άμεση πρόσβαση στα πλέον επίσημα βιβλικά χειρόγραφα και το γεγονός πως εκοιμήθη το 407, μια τέτοια άποψη είναι επισφαλής. Αυτό συμβαίνει, καθώς θα πρέπει να τεκμηριώσουμε, πως, ήδη, στην αρχική Θεία Λειτουργία του 4ου αιώνα, υπήρχε αυτός ο στίχος, επηρεάζοντας τον βιβλικό στους αντιγραφείς των χειρογράφων. Πράγμα που είναι δύσκολο να εξακριβωθεί, απουσία ικανού αριθμού χειρογράφων καινοδιαθηκικών και λειτουργικών κωδίκων τόσο πρώιμης εποχής

3. Επίλογος

Επιχειρήσαμε με την παραπάνω ερμηνευτική προσέγγιση, να δώσουμε απάντηση στο ερώτημα του χαρακτήρα της Κυριακής Προσευχής. Ιδίως δε στο κατά πόσο άπτεται βιωτικών ή μη μεριμνών. Θεωρούμε πως το όλο κείμενο, δόθηκε από τον Ιησού Χριστό προς τους μαθητές, περιγράφοντας, ασφαλώς, μια εποχή μεταγενέστερη από αυτήν της παράδοσης του «Πάτερ Ημών» την αναγεννητική εποχή της Καινής Διαθήκης. Θέματα όπως η θεία υιοθεσία, η βασιλεία των ουρανών και ο Παράκλητος, ο εσχατολογικός ουράνιος κόσμος, αλλά και η άφεση των αμαρτιών, αποτελούσαν μια εικόνα, την οποία οι μαθητές θα ήταν σε θέση να κατανοήσουν αργότερα. Το θέμα του επιούσιου άρτου παρουσιάζει δυσκολίες, ώστε να αποδοθεί απόλυτα στον τυπικό ή τον ουράνιο άρτο. Μάλλον χρήζει διττής ερμηνείας, ιστορικής και αλληγορικής. Ωστόσο δεν πρέπει να λησμονούμε, πως, ήδη, στη διδασκαλία του Ιησού Χριστού, δεν αποτελεί αποκλειστική τροφή για την ζωή του ανθρώπου ο ανθρώπινος άρτος. Απάντηση η οποία, μάλιστα ειπώθηκε κατά τους πειρασμούς του ιδίου του θεανθρώπου, σε ένα θέμα το οποίο αγγίζει η Κυριακή Προσευχή.

(Για τη βιβλιογραφία και τις παραπομπές ανατρέξτε στο πρωτότυπο κείμενο)

Αρχικό κείμενο



Επιστροφή στο

Μέλη σε σύνδεση

Μέλη σε αυτή την Δ. Συζήτηση: 2 και 0 επισκέπτες