Ευαγγελικοί - Προτεστάντες

Ανάλυση θεμάτων που αφορούν τις αιρέσεις

Συντονιστές: Νίκος, Anastasios68, johnge

Άβαταρ μέλους
Achilleas
Δημοσιεύσεις: 2088
Εγγραφή: Παρ Ιούλ 27, 2012 7:09 pm

Ευαγγελικοί - Προτεστάντες

Δημοσίευσηαπό Achilleas » Δευτ Αύγ 27, 2012 6:54 pm

Οι Προτεστάντες ρωτούν: Γιατί να είμαι Ορθόδοξος;

Εικόνα


Πηγή: Ορθόδοξη Ομάδα Δογματικής Έρευνας

--------------------------------------------------------------------------------


1. Μια αρνητική εικόνα στην Ορθοδοξία
Οι ποιμένες του Προτεσταντισμού εδώ στην Ελλάδα, όταν αναφέρονται στην Ορθόδοξη Εκκλησία, σχεδόν πάντοτε το κάνουν με ένα επικριτικό πνεύμα. Και πράγματι, μέσα από την οπτική του Δυτικού ευσεβιστικού ανθρώπου, βρίσκουν πολλά ενοχλητικά στην Ορθόδοξη Εκκλησία της Ελλάδας. Ας δούμε λοιπόν πρώτα, ποια είναι μερικά βασικά πράγματα που ενοχλούν έναν Προτεστάντη, από όσα βλέπει στην Ορθόδοξη Εκκλησία.

A. Η αμάθεια του "όχλου"

Όταν ένας Προτεστάντης συζητάει με έναν τυχαίο Ορθόδοξο, και αρχίζει να του αραδιάζει επιχειρήματα, (συνήθως από την Αγία Γραφή), στις περισσότερες περιπτώσεις, έχει μπροστά του έναν άνθρωπο άσχετο, και συνήθως "άγευστο" της Χριστιανικής πίστης, και συχνά φανατικό "οπαδό", και όχι ενσυνείδητο πιστό. Πράγματι, ο μέσος Ορθόδοξος, έχει ασχοληθεί με την Ορθόδοξη Εκκλησία, πολύ λιγότερο από ό,τι έχει ασχοληθεί με την ποδοσφαιρική ομάδα του, με την ξένη λογοτεχνία, με την επιστήμη, ή με τον... Βουδισμό! Έτσι, στα μάτια του Προτεστάντη, ο άνθρωπος αυτός, δεν είναι κάποιος που ΔΕΝ γνωρίζει την Ορθόδοξη πίστη, αλλά φαντάζει ως ένας εκπρόσωπος της... Ορθοδοξίας! Τους βλέπουν κάπως "αφ' υψηλού", σαν τους Φαρισαίους της εποχής του Χριστού, που έλεγαν: "ο όχλος ούτος ο μη γινώσκων τον νόμον επικατάρατοί εισι!" (Ιωάννης 7/ζ: 49).


B. Η ανεπάρκεια πρεσβυτέρων

Στα μάτια ενός Προτεστάντη, τα σκάνδαλα του Ορθόδοξου κλήρου, αποτελούν "επιβεβαίωση" της ορθότητας της επιλογής του, σε κάτι άλλο εκτός Ορθοδοξίας. Ο κάθε σχεδόν παπάς, στα μάτια τους φαίνεται ως "εχθρός", "μισθοφόρος του εχθρού", "απατεώνας", "λύκος άρπαγας", "ανήθικος" και "εκμεταλλευτής". Κυρίως όμως, ο φανατισμός και η εχθρότητα που διαφαίνεται ή εκδηλώνεται από κάποιους από αυτούς, είναι ο πλέον απωθητικός παράγοντας.


Γ. Έλλειψη ενοριακής συνοχής

Ενώ οι περισσότεροι Προτεστάντες, στις συναθροίσεις τους, έχουν ζεστές κοινωνικές σχέσεις, στις περισσότερες Ορθόδοξες ενορίες, παρατηρούν το ακριβώς αντίθετο. Οι ενορίτες νιώθουν ως άγνωστοι μεταξύ αγνώστων, και αυτό για έναν Προτεστάντη, αποτελεί δείγμα έλλειψης της Χριστιανικής αγάπης, την οποία νιώθει ότι κατέχει στις μειονοτικές συνάξεις της ομάδας του, όπου όλοι γνωρίζονται με όλους, και έχουν στενότερη επαφή, λόγω της κοινής τους ιδιαιτερότητας.


Δ. Ο τρόπος λατρείας

Οι Προτεστάντες, θεωρούν τον τρόπο της Ορθόδοξης λατρείας, ως "εξω-Βιβλικό". Τους ενοχλούν οι εικόνες, οι ψαλμωδίες, οι ναοί, τα μυστήρια, τα άμφια, οι ακολουθίες, οι ιεροί κανόνες, κλπ. Ο,τιδήποτε έχουν διδαχθεί, ότι δεν ανήκει στο "πρωτοχριστιανικό Βιβλικό" πρότυπο λατρείας, δεν το θεωρούν "έγκυρο" Χριστιανικά, και το αποκαλούν: "ανθρώπινες παραδόσεις". Και ακόμα, τους ενοχλεί η "ασυδοσία" που φαίνεται να επικρατεί στην Ορθόδοξη ζωή και λατρεία, τόσο μεταξύ των λαϊκών, όσο και μεταξύ των κληρικών και των συμπεριφορών τους. Συνηθισμένοι από την πειθαρχημένη ζωή της ομάδας τους, θεωρούν την Ορθόδοξη πίστη "κέντρο διερχομένων".

Από τα παραπάνω, είναι προφανές ότι οι Προτεστάντες, (αλλά και οι Δυτικο-θρεμμένοι "ορθόδοξοι" της εποχής μας που προβάλλουν ενστάσεις για την πίστη μας), μένουν κυρίως στο φαινόμενο, στη "συμπτωματολογία". Δεν διεισδύουν σε βάθος, στις αιτίες από τις οποίες προκύπτει το κάθε τι. Στέκονται στην επιφάνεια, και τους διαφεύγει η ουσία. Γενικεύουν το "όλον", και τους διαφεύγει το "επί μέρους". Και αγνοούν σημαντικές παραμέτρους της Χριστιανικής πίστης, χωρίς ποτέ να αναρωτηθούν, "πόσο έγκυρα είναι μερικά πράγματα που διδάχθηκαν ως δεδομένα" στον Προτεσταντισμό;
Εν τέλει, αποτυγχάνουν να ΠΡΟΣΠΑΘΗΣΟΥΝ να δουν τα πράγματα από την οπτική του πιστού Ορθοδόξου. Γιατί μόνο έτσι, θα μπορέσουν να αντιληφθούν, το μεγαλείο της Ορθοδοξίας. Αν δεν προσπαθήσεις να κατανοήσεις τον άλλον, και τον τρόπο που σκέφτεται, ΠΟΤΕ δεν θα καταφέρεις να κατανοήσεις σε βάθος, ούτε τη συμπεριφορά του, ούτε τη "συμπτωματολογία" της πίστης του. Και αυτός είναι ο λόγος, που ΠΡΙΝ απαντήσω στο ερώτημα: "Γιατί να είμαι Ορθόδοξος;", θέλησα να δείξω πρώτα, τι είναι εκείνο που απωθεί έναν Δυτικο-θρεμμένο, από την Ορθοδοξία.
Αφού ανέπτυξα τους λόγους που κάποτε με έκαναν να μισώ την Ορθοδοξία, ας αναπτύξω τώρα, μερικούς λόγους, που έκαναν εμένα τον ίδιο να αγαπήσω την Ορθοδοξία, να διαλύσω την αιρετική ομάδα που είχα δημιουργήσει μέσα στην άγνοιά μου, και να ενταχθώ στην Ορθόδοξη Εκκλησία του Κυρίου.

2. Η πηγή τής Χριστιανικής πίστεως

Το πρώτο βασικό πράγμα που αποτελεί επαρκή και σοβαρό λόγο για να είναι κάποιος χριστιανός (με την ευρεία έννοια του όρου), Ορθόδοξος, είναι να κατανοήσει τη σημαντικότητα της πηγής της πίστεως.
Ένας Προτεστάντης, έχει διδαχθεί (και έχει αποδεχθεί χωρίς έλεγχο και τεκμηρίωση), ότι δήθεν η πηγή της Χριστιανικής πίστης, είναι η Αγία Γραφή, και ότι τίποτα δεν πρέπει να δεχόμαστε έξω από αυτή. Μάλιστα, πιστεύει ότι η Αγία Γραφή αποτελείται από 66 βιβλία, χωρίς ποτέ να του έχουν εξηγήσει, για ποιο λόγο αφήνουν έξω από αυτή, τα 10 εκείνα βιβλία, που δέχονται οι Ορθόδοξοι.
Όταν ο άνθρωπος αυτός μάθει ότι η Αγία Γραφή έχει άλλα 10 βιβλία, ότι ΔΕΝ είναι "η πηγή της Χριστιανικής πίστης", αλλά ότι η πηγή της Χριστιανικής πίστης είναι "η εν Αγίω Πνεύματι" εμπειρία της Εκκλησίας διαχρονικά, (αυτό που λέμε: Ιερά Παράδοση), και ότι η Καινή Διαθήκη έχει συλλεχθεί από την Ορθόδοξη Εκκλησία του 4ου αιώνα μ.Χ., τότε κλονίζεται. Κατανοεί ότι "κάτι δεν πάει καλά" σε όσα του δίδαξε ο Προτεσταντισμός ως "αληθινά" και "αναμφισβήτητα". Η ίδια η βάση της πίστης του, έχει καταστραφεί ανεπανόρθωτα. Κατανοεί, ότι δεν είναι δυνατόν, να απορρίπτει την Ορθόδοξη Εκκλησία που του έδωσε την Αγία Γραφή, και να δέχεται μόνο την Αγία Γραφή, που είναι παράγωγο της Ορθόδοξης Εκκλησίας. Και αν ο άνθρωπος είναι λογικός και αγαπάει την αλήθεια, θα θελήσει να δει τα πράγματα μέσα από την Ορθόδοξη προοπτική, και να κατανοήσει τον πραγματικό "στύλο και εδραίωμα της αληθείας", που είναι "η Εκκλησία" (Α΄ Τιμόθεον 3/γ΄ 15), και όχι η Αγία Γραφή.
Η Ορθόδοξη Εκκλησία λοιπόν, είναι εκείνη η Εκκλησία, που ΕΧΕΙ ΣΥΝΕΠΗ ΚΑΙ ΣΤΑΘΕΡΗ ΒΑΣΗ για την πηγή της πίστεως, σε αντίθεση με τον Προτεσταντισμό. Στηρίζεται στην εν Αγίω Πνεύματι ζωή των αγίων, και μαρτυρείται ιστορικά, από την αρχή ως σήμερα.
Κατανοώντας το αυτό ένας Προτεστάντης, παύει πλέον να λέει: "πού το λέει η Αγία Γραφή αυτό που κάνετε;" Γιατί πλέον, αντιλαμβάνεται, ότι είτε το λέει η Αγία Γραφή, είτε όχι, αρκεί να το πει η Εκκλησία εν Αγίω Πνεύματι, για να είναι έγκυρο και αποδεκτό, ως τρόπος λατρείας του Θεού.

3. Ιστορική μαρτυρία

Παράλληλα, έτσι ο άνθρωπος αυτός, μπαίνει σε μια πορεία αναζήτησης της ΙΣΤΟΡΙΚΗΣ Εκκλησίας. Πέραν από τους ισχυρισμούς του καθενός, για τι δήθεν πίστευαν ή έκαναν οι πρώτοι Χριστιανοί στη λατρεία τους, υπάρχουν ιστορικά ντοκουμέντα, πρωτοχριστιανικά κείμενα και αρχαιολογικές ανακαλύψεις, που δείχνουν, ότι οι Χριστιανοί, από την αρχή κιόλας, λάτρευαν τον Θεό με τον Ορθόδοξο τρόπο, και όχι με τον Προτεσταντικό. Υπήρχαν Σύνοδοι , ειδικό ιερατείο, εικόνες, άμφια, τιμή αγίων και ιερών λειψάνων, καθορισμένα δόγματα, Θεία Λειτουργία , εξομολόγηση , ευχέλαιο, χρίσμα, μνημόσυνα , σταυρός , νηστεία , εορτές... Τα πάντα ήταν έτσι απ' αρχής, και μόνο σε ασήμαντες λεπτομέρειες άλλαξε το τυπικό τους. Όλα αυτά, αν ένας Προτεστάντης τα διαβάσει στις αρχαίες ιστορικές πηγές, καταλαβαίνει ότι όλα όσα του έμαθαν οι ηγέτες του, ήταν μια αυθαίρετη και ψευδής εικόνα για την πρώτη Χριστιανική Εκκλησία. Και αντιλαμβάνεται, ότι αυτό που μισεί στην Ορθόδοξη λατρεία ως "εξωβιβλικό", είναι αυτό ακριβώς που μας παρέδωσε ο Ίδιος ο Κύριος!

Η ιστορική έρευνα, είναι σίγουρο, ότι θα οδηγήσει έναν καλής προαίρεσης άνθρωπο, στην Ορθόδοξη λατρεία, μακριά από Προτεσταντικά εφευρήματα του 16ου αιώνα.


4. Αποστολική Διαδοχή

Το επόμενο εξ' ίσου σοβαρό ζήτημα, που κάνει κάποιον να κατανοήσει, ότι δεν μπορεί να ισχυρίζεται "χριστιανικότητα" έξω από την Ορθόδοξη Εκκλησία, είναι το θέμα της αποστολικής διαδοχής. Καθώς μελετάει τις αρχαίες Χριστιανικές πηγές, κατανοεί εδάφια της Αγίας Γραφής, τα οποία χωρίς αυτή τη γνώση, εύκολα παλιά παρερμήνευε, ή αγνοούσε. Κατανοεί, ότι η Εκκλησία λειτουργεί με το θεόδοτο Συνοδικό σύστημα. Ότι το σύστημα αυτό, είναι η εγγύηση της ενότητας, της συνοχής, και της εν Αγίω Πνεύματι ζωής της Εκκλησίας.
Η μελέτη αυτή, θα τον οδηγήσει στο να αντιληφθεί, ότι εξ αρχής, στην Εκκλησία του Χριστού, κανείς δεν ενεργεί αυθαίρετα, χωρίς εξουσία. Αλλά υπάρχει μια κλιμάκωση εξουσιοδότησης, που ξεκινάει από τον Ίδιο τον Θεό Πατέρα, και καταλήγει μέσω του επισκόπου της κάθε πόλης, στον τελευταίο Χριστιανό. Τότε ξυπνάει από τον Προτεσταντικό του λήθαργο, και κατανοεί ότι η εξουσία του Επισκόπου, δεν είναι "ανθρωποποίητη", αλλά βασικό Χριστιανικό δόγμα πίστης. Και αρχίζει να αναρωτιέται, για την πηγή της εξουσίας των Προτεσταντών ηγετών του, (ίσως και του ιδίου του εαυτού του, αν παριστάνει τον πρεσβύτερο σε κάποια από τις συνάξεις αυτές). Ποιος τους έδωσε το δικαίωμα να ποιμαίνουν τους άλλους;
Με έκπληξη, αντιλαμβάνεται, ότι η Εκκλησία ποτέ δεν αποστάτησε, (όπως του είπαν κάποιοι), αλλά πορεύεται στην ιστορία πάντοτε σε συνέργεια και ενότητα με τον Κύριο Ιησού Χριστό, εν Αγίω Πνεύματι. Και αυτή την αποστολικότητα, τη βρίσκει ΜΟΝΟ στην Ορθόδοξη Εκκλησία, όταν μαθαίνει τους λόγους και τον τρόπο που δημιουργήθηκε το σχίσμα με τους Παπικούς. Τότε ο δρόμος προς την Ορθοδοξία είναι πλέον γι' αυτόν μονόδρομος.

5. Συνεπείς βιωματικές απαντήσεις

Όλα τα ανωτέρω, του δίνουν πλέον συνεπείς απαντήσεις, για όλα εκείνα για τα οποία κάποτε κατηγορούσε την Ορθόδοξη Εκκλησία. Κατανοεί πλέον τους λόγους της "ασυδοσίας" σε πολλούς λαϊκούς και κληρικούς της Ορθοδοξίας. Αντιλαμβάνεται ότι στο Συνοδικό Σύστημα, όπου δεν υπάρχει "πυραμιδοειδής" ιεραρχία με απόλυτες μονολιθικές εξουσίες, είναι φυσικό να υπάρχουν διαφωνίες και συγκρούσεις μεταξύ επισκόπων, σε επουσιώδη ζητήματα. Κατανοεί ότι σε μια λατρεία ελευθερίας, τα ίδια συνέβαιναν πάντοτε στον λαό του Θεού, και ότι το χωράφι του Χριστού είχε, έχει και θα έχει ζιζάνια ! Γνωρίζει πλέον τι, γιατί, και πώς πρέπει να το πιστεύει. Έτσι, κατανοεί, ότι αντί να επικρίνει τη διαγωγή των άλλων, καλύτερα θα ήταν να επικεντρώνεται στη δική του ζωή και διαγωγή, που ξέρει πολύ καλά, ότι ούτε ήταν, ούτε είναι όπως θα όφειλε να είναι ενώπιον του Θεού. Και αντί να περιμένει από τους άλλους να κάνουν το πρώτο βήμα, θα ήταν καλύτερα ο ίδιος να προσπαθήσει να δημιουργήσει έναν κύκλο πιστών αδελφών του γύρω του, με τους οποίους να έχει τη Χριστιανική κοινωνία που επιθυμεί. Γιατί και ο ίδιος δεν είναι αμέτοχος σε ευθύνες απέναντι στους άλλους.

6. Δογματικό ξεκαθάρισμα

Είτε όμως ήταν κάποιος Προτεστάντης, είτε όχι, στην Ορθόδοξη Εκκλησία βρίσκει και κάτι ακόμα, που πουθενά αλλού δεν μπορεί να συναντήσει. Βρίσκει την ΑΠΟΛΥΤΗ ΔΟΓΜΑΤΙΚΗ ΣΥΝΕΠΕΙΑ. Γιατί ακόμα και ως "κοσμοείδωλο" αν θελήσει να δει κάποιος (παρά φύσιν) την Ορθοδοξία, και πάλι η ανωτερότητά της είναι πασιφανής, με κάθε ανθρωποποίητο κοσμοείδωλο, κάθε φιλοσοφίας, θρησκείας ή ιδεολογίας. Γιατί μόνο η Ορθόδοξη Εκκλησία αποτελεί ΑΠΟΚΑΛΥΨΗ Θεού στα ζητήματα της ζωής και της σωτηρίας. είναι φυσικό να υπάρχουν πληθώρα κληρικών και λαϊκών που εκμεταλλεύονται την ελευθερία αυτή κυρίως προς ΔΙΚΗ ΤΟΥΣ βλάβη. Και ότι σε μια τέτοια πίστη ελευθερίας, είναι φυσικό να υπάρχουν ψευτοχριστιανοί και καιροσκόποι. Άλλωστε, ήδη πλέον ο άνθρωπος αυτός, γνωρίζει ότι μόνο στην Ορθοδοξία μαθαίνει κάποιος, τον ΜΟΝΑΔΙΚΟ τρόπο που μπορεί να γνωρισθεί ο Θεός ως πρόσωπο, και την έννοια του προσώπου εν Ιησού Χριστώ.

Μόνο στην Ορθοδοξία μαθαίνει κάποιος έναν δοκιμασμένο τρόπο ψυχοθεραπείας, με πειραματική επιβεβαίωση στο πρόσωπο των αγίων.

Μόνο στην Ορθοδοξία μαθαίνει κάποιος, γιατί ο Θεός είναι Τριαδικός, και τι σημαίνει ότι "ο Θεός είναι αγάπη".

Μόνο στην Ορθοδοξία νιώθει κανείς το στοιχείο της ελευθερίας στη λατρεία του, και μαθαίνει το λόγο της θυσίας του Χριστού, μακριά από τον φόβο ενός θεού - εκδικητή .

Μόνο στην Ορθοδοξία μαθαίνει την αλήθεια για την κόλαση και τον παράδεισο, και εκτιμά το μεγαλείο της αγάπης του Θεού.

Μόνο στην Ορθοδοξία μπορεί να βιώσει από τώρα, τον Μέλλοντα Αιώνα της Βασιλείας του Θεού, μακριά από "θα" και ψεύτικες υποσχέσεις για το μέλλον, που δεν έχουν πρακτικό αντίκρισμα στον αληθινό κόσμο.
Όλα αυτά, μαζί με τα επί μέρους στοιχεία της Ορθόδοξης δογματικής, έχουν μια πληρότητα τέτοια και μια συνέπεια, που πουθενά αλλού δεν μπορεί να βρει ο άνθρωπος. Γιατί πουθενά αλλού δεν μπορεί να βρει ανόθευτη τη Θεία Αποκάλυψη. Όταν ο άνθρωπος κάνει μέτρο σύγκρισης την Ορθόδοξη πίστη, βρίσκει κάθε ιδεολογία και κάθε ξένο δόγμα ανεπαρκές!

7. Η εν Αγίω Πνεύματι ζωή

Τέλος, καθώς ο άνθρωπος βιώνει μέσα στην Ορθόδοξη πίστη και ζωή την πραγματική έννοια της Ορθοδοξίας, και καθώς αλλοιώνεται προς την ομοίωση του Θεού του και Κυρίου του Ιησού Χριστού, αρχίζει να αντιμετωπίζει τη ζωή του και τους συνανθρώπους του, με έναν τρόπο διαφορετικό, που πουθενά αλλού δεν συναντιέται.
Μαθαίνει να συγκρίνει τον εαυτό του, όχι με τους "κακούς και επικατάρατους του κόσμου", για να νιώθει εκείνος "καθαρός" και "σκεύος εκλογής", αλλά με τον ΤΕΛΕΙΟ και ΠΑΝΑΓΝΟ Κύριο Ιησού Χριστό. Και κάθε τέτοια σύγκριση αφήνει στην ψυχή του ταπείνωση και μηδαμινότητα. Αντιλαμβάνεται πλέον τη Χριστιανική οδό, όχι σαν "αφ' υψηλού κατάκριση" των αδελφών του, αλλά σαν συλλογική πορεία της ανθρωπότητας, προς τον σκοπό της ύπαρξής της. Κάθε φορά που ο πιστός κοιτάζει τον αμαρτωλό αδελφό του, δεν τον κατακρίνει, αλλά λυπάται βαθιά ΤΟΝ ΕΑΥΤΟ ΤΟΥ, γιατί μετέχει στην ίδια εκείνη ουσία, και τον πονάει. Και γνωρίζει ότι όχι μόνο η αμαρτία εκείνου, αλλά και η δική του αμαρτία, είναι λάδι στη φωτιά της κακίας του κόσμου. Και προσεύχεται και μετανοεί αντί να κατακρίνει. Και νιώθει την πτώση του άλλου σαν δική του πτώση, και αγωνιά για τη σωτηρία του.
Κάθε φορά που αμαρτάνει, δεν απελπίζεται, αλλά κοιτάζει με ελπίδα στην καλοσύνη και την αγάπη του Θεού, που σταυρώθηκε για τον αμαρτωλό, και όχι για τον δίκαιο. Και ξανασηκώνεται και συνεχίζει τον αγώνα του, με ανανεωμένες δυνάμεις.
Αναζητάει ΠΡΟΣΩΠΙΚΗ επαφή με τον αδελφό του, με τη μοναδικότητα που διακρίνει το κάθε ανθρώπινο πρόσωπο, και δεν απαιτεί την ισοπέδωσή τους σε ένα καθιερωμένο νομικίστικο πρότυπο συμπεριφοράς, ηθικής και ζωής. Γι' αυτό μπορεί να προσεύχεται για ευλογία σε μια πάναγνη αγία όπως η Θεοτόκος, και ταυτόχρονα σε έναν φονιά και βιαστή άγιο. Και μπορεί να χαίρεται για τον άναρχο τρόπο λατρείας σε μια Ορθόδοξη Εκκλησία, και αντί να δυσανασχετεί, να καμαρώνει για την ελεύθερη και ξεχωριστή έκφραση της πίστης του κάθε μοναδικού προσώπου απέναντι στον Θεό, χωρίς τυποποιημένες αγκυλώσεις.
Προσπερνάει τις ακαθαρσίες του κήπου της Εκκλησίας, και κάθεται στα λουλούδια του, για να απολαύσει τους ζωογόνους χυμούς τους. Και διδάσκεται από τον κάθε έναν, κατά το τάλαντο που του εμπιστεύθηκε ο Κύριος. Και εκτιμάει τη δύναμη του Θεού, που μπορεί να δημιουργεί άνθη σε έναν κήπο που διαρκώς βανδαλίζεται από κάθε είδους εχθρούς και πολέμιους.
Και καθώς σιγά - σιγά φωτίζεται ο άνθρωπος, ΜΟΝΟ στην Ορθόδοξη Εκκλησία του Κυρίου, Τον συναντάει "όπως είναι πραγματικά", και βιώνει μαζί Του την υπέρβαση του χρόνου, μετέχοντας στη Ζωή του Θεού.
Για όποιον γνωρίσει σωστά έστω και λίγο από το μεγαλείο και το βάθος της Ορθόδοξης πίστης, και βάλει τα πόδια του στον δρόμο της σωτηρίας, και βαδίσει έστω και για λίγο με τους αγίους, και γευτεί έστω και λίγο από το νερό της ζωής, δεν υπάρχει επιστροφή!


Μακάριοι οι πραείς, ότι αυτοί κληρονομήσουσι την γην.

Άβαταρ μέλους
Captain Yiannis
Δημοσιεύσεις: 255
Εγγραφή: Σάβ Ιούλ 28, 2012 4:51 pm

Re: OI ΠΡΟΤΕΣΤΑΝΤΕΣ ΡΩΤΟΥΝ: ΓΙΑΤΙ ΝΑ ΕΙΜΑΙ ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ;

Δημοσίευσηαπό Captain Yiannis » Δευτ Αύγ 27, 2012 6:55 pm

Για όποιον γνωρίσει σωστά έστω και λίγο από το μεγαλείο και το βάθος της Ορθόδοξης πίστης, και βάλει τα πόδια του στον δρόμο της σωτηρίας, και βαδίσει έστω και για λίγο με τους αγίους, και γευτεί έστω και λίγο από το νερό της ζωής, δεν υπάρχει επιστροφή!

Αυτό το έχω βιώσει με φίλο μου Αμερικανό, ο οποίος αφού με προκάλεσε, ώστε να πάμε στο Όρος, όταν πήγαμε, σε ηλικία εξήντα ετών έκλεγε σαν μικρό παιδί, διατυπώνοντας την άποψη, οτι αυτοί (οι Προτεστάντες) δεν έχουν αυτό το κάτι, που αισθάνθηκε στην Ορθόδοξη Εκκλησία.
Τώρα το Άγιον Όρος του λείπει.

Δόξα τω Θεώ Πάντων Ένεκεν



Άβαταρ μέλους
Achilleas
Δημοσιεύσεις: 2088
Εγγραφή: Παρ Ιούλ 27, 2012 7:09 pm

Re: OI ΠΡΟΤΕΣΤΑΝΤΕΣ ΡΩΤΟΥΝ: ΓΙΑΤΙ ΝΑ ΕΙΜΑΙ ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ;

Δημοσίευσηαπό Achilleas » Δευτ Αύγ 27, 2012 6:56 pm

«ΘΑ ΑΝΑΓΕΝΝΗΘΕΙΣ ΚΑΙ Ο ΘΕΟΣ ΘΑ ΣΕ ΓΕΜΙΣΕΙ ΕΥΛΟΓΙΕΣ. ΟΛΑ ΣΟΥ ΤΑ ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΑ ΘΑ ΛΥΘΟΥΝ...»

FRANK SCHAEFFER


Εικόνα

Μία θλιβερή συνέπεια της σύγχρονης προτεσταντικής σύγχυσης, όσον αφορά στον τρόπο της σωτηρίας, είναι η απογοήτευση πολλών κατ' όνομα χριστιανών, στους οποίους πωλήθηκε ένας ψεύτικος κατάλογος αγαθών, όπως είναι η άμεση και εύκολη σωτηρία, ή η υπόσχεση για άμεση και χωρίς κόπο αλλαγή στο χαρακτήρα τους. Τους δόθηκε να καταλάβουν ότι, αφού «αναγεννηθούν», όλα θα πάνε καλά - ο Θεός θα ευλογεί και τα προβλήματα τους θα ξεπεραστούν, εφ' όσον έχουν ικανοποιητική «πίστη». Διδάχθηκαν να «κατονομάζουν και να απαιτούν όσα υποσχέθηκε ο Θεός και να πιστεύουν ότι, όλα όσα χρειάζονται θα τους δοθούν αμέσως, εάν μόνον «έχουν εμπιστοσύνη στον Θεό».

Σύμφωνα με την Ιερά Παράδοση, αυτή η διδασκαλία είναι μία διαβολικά απατηλή. Είναι μία ιδέα, οποία στην πραγματικότητα οδηγεί τους ανθρώπους μακριά από τον Θεό. Αυτό συμβαίνει, διότι, όπως διδάσκει η Εκκλησία, μπορούμε να μιμηθούμε τον Χριστό και να γίνουμε όμοιοι με τον Θεό μόνο με την ασκητική καρτερία δεν υπάρχουν σύντομοι δρόμοι για τον αγιασμό. Ο ληστής επάνω στο σταυρό βρήκε τη σωτηρία, επειδή σταυρώθηκε μαζί με τον Ιησού. Ο Ιησούς δεν βοήθησε τον πονεμένο ληστή με κάποιο μαγικό τρόπο, κατεβαίνοντας π.χ. από το σταυρό του. Η μεταστροφή τού ληστού με κανένα τρόπο δεν άλλαξε τη βασανιστική του κατάσταση, ούτε ήταν δυνατή χωρίς την κατάσταση αυτή. Δεν υπήρχε ευκολότερος τρόπος γι' αυτόν, διότι έτσι είχε μία προσωπική συνάντηση με τον Χριστό.

Ο απλοποιητικός τύπος της «αναγέννησης» για άμεση, ανώδυνη σωτηρία, δεν αποτελεί μόνο μία παρανόηση. Πιστεύω ότι είναι και μία αίρεση. Έρχεται σε αντίθεση με τη διδασκαλία τού Χριστού, όσον αφορά στον στενό, ανηφορικό, ασκητικό, δύσκολο δρόμο της σωτηρίας5. Ο ληστής επάνω στο σταυρό -όσο σύντομη και εάν ήταν η πνευματική του πορεία - έπρεπε να τελειώσει την ανηφορική πορεία του, τον δρόμο της Πίστεως. Θα μπορούσε να είχε χάσει την ελπίδα του την τελευταία ώρα. Θα μπορούσε να είχε αφήσει τον πόνο να τον οδηγήσει στην απελπισία. Θα μπορούσε να είχε αλλάξει γνώμη και να επικρίνει και να περιπαίξει τον Ιησού μαζί με τον συγκατάδικό του ληστή, όταν είδε ότι ο Χριστός δεν επρόκειτο να τον σώσει από τα βάσανα και τον φυσικό θάνατο.

Ακόμη και στην περίπτωση του ληστού απαιτήθηκε κάτι περισσότερο από μία απλή «εμπειρική μεταστροφή». Ο ληστής, όπως και όλοι εμείς, χρειάσθηκε να πορευθεί το δικό του ιδιαίτερο δρόμο του πόνου, πού οδηγεί στον Θεό μέσω της μίμησης του Χριστού. Στον βαθμό πού η γνώση του για τον Χριστό τον επέτρεπε να τον μιμηθεί, ο ληστής έπρεπε να φτάσει στο τέλος της πορείας του, όπως ακριβώς πρέπει να κάνουμε κι εμείς.

Όπως θαυμάσια περιγράφεται με την παραβολή της συκής (Λκ 13,6-9), η έσχατη σωτηρία των ψυχών μας - κάτι πολύ διαφορετικό από τη μεταστροφή και τη μετάνοια-δεν επιτυγχάνεται με απλοποιητικές μεθόδους, αλλά με την προσωπική επιλογή να αυξηθούμε και να γίνουμε εκείνοι, πού ο Θεός με τη δημιουργία του μας προόρισε να γίνουμε. Κι αυτό δεν μπορούμε να το κατορθώσουμε παρά μ΄ έναν ισόβιο ασκητικό και μυστηριακό αγώνα για αγιότητα.

«Είπε δε προς τον αμπελουργόν. Να, έρχομαι τρία χρόνια τώρα και ζητώ καρπό 'εν τη συκή ταύτη' και δεν βρίσκω. Κόψε την σύρριζα. Γιατί να καταλαμβάνει άδικα τον τόπο; Εκείνος όμως αποκρίθηκε και είπε σ' αυτόν Κύριε, άφησέ την και αυτό το χρόνο, έως ότου σκάψω γύρω της και βάλω κοπριά. Και, εάν μεν κάμει καρπό, έχει καλώς• εάν όμως δεν κάμει, τότε θα την κόψεις σε μία μελλοντική ευκαιρία» (Λκ 13,7-9).

Ο Anthony M. Coniaris συνοψίζει όλα όσα συνεπάγεται η πορεία της σωτηρίας ως εξής: «Τί σημαίνει να σωθούμε; Τί είναι η σωτηρία εν Χριστώ; Σωτηρία σημαίνει ελευθερία, ελευθερία από την τυραννία του εγωκεντρισμού, ελευθερία από τα δεσμά του φόβου και του θανάτου. Η σωτηρία εν Χριστώ με απελευθερώνει από τον εαυτό μου, ώστε να μπορώ να γίνω το πρόσωπο εκείνο, πού ο Θεός και δημιουργός μου θέλει να γίνω... Η σωτηρία για την Ορθόδοξη Εκκλησία δεν έχει μόνο την έννοια της «δικαίωσης» ή της συγχώρησης των αμαρτιών. Σημαίνει και την ανανέωση και την επανόρθωση της εικόνας του Θεού στον άνθρωπο, την ανύψωση της πεσμένης ανθρωπότητας διά του Χριστού στην τέλεια ζωή του Θεού»6.

Εάν αληθινά αναζητούμε τον Θεό, το ερώτημά μας δεν πρέπει να είναι: «είμαι σεσωσμένος;» Μάλλον πρέπει να είναι: «γίνομαι όλο και περισσότερο όμοιος με τον Θεό;» «Διότι, εάν συμφιλιωθήκαμε με τον Θεό μέσω τού θανάτου του Υιού αυτού, ενώ προηγουμένως ήμασταν εχθροί, πολύ περισσότερο τώρα πού συμφιλιωθήκαμε θα σωθούμε με τη ζωή αυτού» (Ρω 5,10).

Ο Χριστός περιγράφει την πορεία της σωτηρίας ως την επιδίωξη να γίνουμε όμοιοι με τον Θεό: «Γίνεσθε λοιπόν και εσείς τέλειοι, όπως και ο πατέρας σας ο ουράνιος είναι τέλειος» (Μθ 5,48 ). Είναι τόσο δύσκολο το ταξίδι αυτό -η επιδίωξη να γίνει κανείς όμοιος με τον Θεό - ώστε «λίγοι μόνον βρίσκουν αυτό το δρόμο» (Μθ 7,14). Για μερικούς η σωτηρία είναι τόσο ακατόρθωτη όσο ακατόρθωτο είναι να περάσει μία καμήλα από την τρύπα μιας βελόνας. Παρ' όλα αυτά η Εκκλησία διδάσκει ότι ο Χριστός μας δίνει όλες τις ευκαιρίες και τη χάρη να τον πλησιάσουμε, εάν εμείς οι ίδιοι διαλέξουμε να το κάνουμε αυτό.

Όμως, όπως φανερώνει η ευαγγελική ιστορία τού πλουσίου νέου, όταν λέμε ότι κατευθυνόμαστε προς Αυτόν, δεν πρέπει να βρισκόμαστε σε σύγχυση με την πραγματική επιμονή στη σωτηρία7. Υπάρχει μία στενή πύλη, για να περάσουμε. Είναι ανάγκη να πουλήσουμε όλα όσα έχουμε, για να μπορέσουμε να αγοράσουμε το ένα και μοναδικό αγαθό. Είναι ανάγκη να γίνουμε μοναχοί, κυριολεκτικά ή εσωτερικά, και να χαλιναγωγήσουμε τα πάθη μας, για να μπορέσουμε να μιμηθούμε τον Κύριο μας. Έχουμε μάθει ότι πολλοί απέφυγαν και αρνήθηκαν να περάσουν τη στενή πύλη. Αυτοί επιζητούν μία ευρύτερη, ευκολότερη, περιεκτικότερη ή ίσως περισσότερο «οικουμενική» πύλη εισόδου. Θέλουν «να αισθάνονται άνετα για τους εαυτούς τους», χωρίς να χρειάζεται να αλλάξουν τη συμπεριφορά τους. Θέλουν να τελειοποιήσουν την τέχνη της αυτοεκτίμησης, χωρίς την ανάγκη να ασκήσουν αυτοπειθαρχία. Πράγματι για πολλούς πλανεμένους ανθρώπους η πίστη είναι απλώς μία άλλη μορφή εγωκεντρισμού, εστιάζεται στο πώς να «αισθάνονται άνετα» και όχι στο πώς να μιμηθούν τον ασκητικό αγώνα τον Χριστού.

Σύμφωνα με την Ιερά Παράδοση, ο Χριστός είναι η στενή πύλη και μόνον μέσω αυτού μπορούμε να σωθούμε.
Δεν υπάρχει άλλη πύλη. Δεν υπάρχει κάποια ευρύτερη, λιγότερο αποκλειστική ή περισσότερο δημοκρατική πύλη. Ούτε υπάρχει στη διδασκαλία της ιστορικής Εκκλησίας κάποια παράδοση δια-δογματικού διαλόγου με εκείνους πού είναι έξω από τον στενό δρόμο του Χριστού. Δεν μπορεί να θεωρηθεί ως μέσον της σωτηρίας η συμφωνία με τις απόψεις των ανδρών και των γυναικών πού έχουν καλή πρόθεση. Η Εκκλησία διδάσκει ότι μπορούμε να περάσουμε μόνον από την πύλη της μίμησης του Χριστού. Γι' αυτό η διαρκής προσευχή των αγίων ήταν πάντα η προσευχή του Χριστού: «... ούχ ως εγώ θέλω, αλλ' ως Συ» (Μθ 26, 39)8.

Σύμφωνα με την Ιερά Παράδοση, ο Χριστός ήταν απόλυτος στους λόγους του, επειδή η αγάπη τού Θεού είναι αναλλοίωτη, συνεπής και αδιαπραγμάτευτη. Η αγάπη τού Θεού είναι η τελική αμετακίνητη πραγματικότητα9. Ο Χριστός δεν καθιέρωσε πολλούς δρόμους προς τον Πατέρα. Ούτε ίδρυσε πολλές «Εκκλησίες» ή Ομολογίες, αλλά μόνο μία Εκκλησία, μία Ιερά Παράδοση και μία Αλήθεια, η οποία αμετάκλητα οδηγεί προς τον Θεό, του οποίου η αγάπη είναι απόλυτη: «Όποιος επιθυμεί να ακολουθήσει τον συντομότερο δρόμο προς τον Χριστό, το δρόμο της απάθειας και της πνευματικής γνώσης, και να επιτύχει ευχάριστα την τελειότητα, δεν πρέπει να στραφεί ούτε προς τα δεξιά ούτε προς τα αριστερά, αλλά καθ' όλη την διάρκεια της ζωής του πρέπει να πορεύεται με επιμέλεια ακολουθώντας τη βασιλική οδό»10.

Οι ψεύτικες «Εκκλησίες» στις αμέτρητες Ομολογίες μπορεί να υποδιαιρούνται σαν τις αμοιβάδες ξανά και ξανά χωρίς τέλος. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι η μία και αληθινή Ορθόδοξη Εκκλησία δεν υπάρχει. Όπως ακριβώς το γεγονός ότι η αύξηση του ποσοστού των διαζυγίων δεν σημαίνει ότι ο γάμος δεν είναι πλέον ένα έγκυρο χριστιανικό μυστήριο. Η διαπίστωση αυτή αποκαλύπτει μόνον ότι πολλοί άνθρωποι έχουν θλιβερά παραστρατήσει από τον Θεό και αρνούνται να υπακούσουν στη μυστηριακή και αποστολική αυθεντία της Εκκλησίας.


Η «στενή» διδασκαλία του Χριστού στον σύγχρονο πλουραλιστικό, πραγματιστικό, δημοκρατικό κόσμο τού σχετιστικού, ακαδημαϊκού Συντηρητισμού εμφανίζεται πολύ απαρχαιωμένη και ανεπίκαιρη για πολλούς ανθρώπους. Δεν είναι της μόδας να λέμε ότι υπάρχει μόνον ένας τρόπος να κάνουμε κάτι. Το να μην έχει κανείς ηθικές αρχές και «πιστεύω» θεωρείται σήμερα ότι είναι μία σπουδαία αρετή. Όμως, όσους απορρίπτουν τον μύθο της σωτηρίας μέσω της θεολογικής ταχυδακτυλουργίας, τού «αισθησιασμού» και των καλών αισθημάτων, επιλέγοντας να περάσουν μέσα από τη στενή πύλη προς τη βασιλική οδό, τους περιμένει η πραγματική δοκιμασία: η δύσκολη διαδρομή στον κακοτράχαλο δρόμο, πού οδηγεί στη ζωή και η πορεία της Πίστεως από τον θάνατο προς την ζωή.

Όπως έγραψε το 202 μ.Χ. ο Κλήμης ο Αλεξανδρεύς: «Όταν ακούμε, η πίστις σου σέσωκέ σε (Μθ 9,22), δεν εννοούμε ότι ο Κύριος λέγει απλώς πώς θα σωθούν εκείνοι πού πίστεψαν καθ' οποιονδήποτε τρόπο, ακόμη και εάν δεν έδειξαν την πίστη με τα έργα»11.

Ο Χριστός προειδοποίησε ότι ο δρόμος του είναι δύσκολος. Και μάλιστα έδειξε μόνον ένα δρόμο για να πλησιάσουμε τον Θεό: τον ισόβιο ασκητικό και μυστηριακό δρόμο της λατρείας, της θυσίας και της υπακοής.

Ο άγιος Ιωάννης ο Κασσιανός αναφέρει ότι συνάντησε κάποτε τον αβά Μωυσή και τον ρώτησε: «Ποιος είναι ο σκοπός, πού επιδιώκουμε τη Βασιλεία των Ουρανών;» Τότε ο αβάς Μωυσής απάντησε: «Ο τελικός σκοπός..., όπως είπαμε, είναι η Βασιλεία του Θεού. Ο ενδιάμεσος όμως σκοπός, είναι η καθαρότητα της καρδιάς... Και, εάν ακόμη συμβεί ώστε για ένα μικρό διάστημα η καρδιά μας να αποκλίνει από τον ορθό δρόμο, εμείς πρέπει να την επαναφέρουμε αμέσως οδηγώντας τη ζωή μας προς τον τελικό μας σκοπό, ωσάν αυτός να ήταν ο υπογραμμός ενός ξυλουργού»12.

Η ζωή αυτού του ίδιου τού Χριστού ήταν ένας ασκητικός αγώνας. Πήγαινε και αυτός συχνά στην έρημο για να προσευχηθεί και να νηστεύσει. Σύμφωνα με την Ιερά Παράδοση η ψεύτικη Εκκλησία των αιρετικών εξαπατά τους ανθρώπους, όταν τους διδάσκει ότι θα ήταν εύκολο να ακολουθήσουν τον Θεό και ότι αυτό θα γινόταν κάπως αυτόματα. Τους εξαπατά ακόμη, όταν διδάσκει ότι υπάρχει κάποιος τρόπος, μέσω τού οποίου οι χριστιανοί, όπως και οι άπιστοι γύρω τους, μπορούν «να έχουν τα πάντα», μεταξύ δε αυτών την καθαρότητα της καρδιάς και τα αποκαλούμενα δώρα του Πνεύματος χωρίς τον αγώνα και την ισόβια ασκητική πείνα και δίψα για δικαιοσύνη.

Σε αντίθεση με το απατηλό «ευαγγέλιο της ευημερίας», πού κηρύττουν πολλές υλιστικές, σύγχρονες και αποκαλούμενες χαρισματικές προτεσταντικές Ομολογίες, ο Χριστός δεν έδωσε καμμία υπόσχεση για υλική ευημερία ή για φυσική θεραπεία στη ζωή ως «ανταμοιβή» για την πίστη. Ακριβώς το αντίθετο: «Όμως αλλοίμονο σε σας πού είστε πλούσιοι, διότι απολαμβάνετε τώρα την άνεσή σας. Αλλοίμονο σε σας πού είστε χορτασμένοι, διότι θα πεινάσετε. Αλλοίμονο σε σας πού γελάτε τώρα, διότι θα πενθήσετε και θα κλάψετε. Αλλοίμονο όταν όλοι οι άνθρωποι σάς επαινέσουν. Διότι έτσι συμπεριφέρονταν προς τους ψευδοπροφήτες οι πατέρες αυτών (των ιουδαίων)» (Λκ 6,24-26).

Ο Χριστός απηύθυνε τα «ουαί» προς τους ανθρώπους πού ευχαριστούνταν με τις εντελώς ίδιες «ευλογίες», τις οποίες πολλές προτεσταντικές Ομολογίες διδάσκουν ότι αποτελούν τα αναφαίρετα δικαιώματα ενός χριστιανού, αυτού πού θεωρείται ως ένας από τους «εκλεγμένους» επαγγελματίες τού αμερικανικού ονείρου. Όμως ο άγιος Μάρκος ο Ασκητής γράφει: «Αυτός πού κάνει κάποιο καλό και περιμένει ανταμοιβή δεν υπηρετεί τον Θεό, αλλά το δικό του θέλημα»13.

Ο Χριστός δεν «τα είχε όλα». Έδωσε εξ ολοκλήρου τον εαυτό του χωρίς να λάβει τίποτε ως ανταπόδομα. Η διδασκαλία τού Χριστού με το παράδειγμα είναι εντελώς αντίθετη από το σύγχρονο ευαγγέλιο της ευημερίας, το οποίο επιζητεί να νομιμοποιήσει το αμερικανικό όνειρο ως αναπόσπαστο μέρος της αρχαίας Χριστιανικής Πίστεως. Είναι επίσης εντελώς αντίθετη από την εκκοσμικευμένη «θρησκεία» των ημερών μας: την πίστη με το «δικαίωμα» να είσαι ευτυχισμένος κάθε στιγμή. Ο Ψαλμωδός έγραψε κάτι, πού θα ήταν ταιριαστό επιτάφιο για την σύγχρονη Αμερική: «Οι δίκαιοι θα δουν και θα φοβηθούν και θα γελάσουν μ' αυτόν, λέγοντας• Να ο άνθρωπος (το έθνος) πού δεν έκανε τον Θεό βοηθό του, άλλα εμπιστεύθηκε στην αφθονία του πλούτου του και οικοδόμησε τη δύναμη και την επιρροή του στην ματαιότητα του» (Ψα 51,8-9). Σύμφωνα με την Εκκλησία, ο κλήρος των αληθινών χριστιανών είναι ο αγώνας εναντίον της αμαρτίας και των συνεπειών της 14. Το δικό μας όνειρο είναι να δικαιωθούμε και όχι να πλουτίσουμε15. Η ελπίδα μας είναι στον Θεό και όχι στην πολιτική ή σε μία νέα κοινωνική τάξη πραγμάτων.

Η Εκκλησία διδάσκει ότι για όσους ακολουθούν τον Ιησού θα υπάρξει αληθινή ειρήνη. Όμως δεν πρόκειται για την ειρήνη αυτού τού κόσμου. Ούτε πρόκειται για την «εσωτερική ειρήνη» της σύγχρονης συμβουλευτικής και «θεραπευτικής» θρησκείας, τού είδους εκείνου πού απονεκρώνει τις συνειδήσεις μας στο όνομα της αυτοαγάπης. Ούτε ακόμη, σύμφωνα με τους πατέρες της Εκκλησίας, πρόκειται για την οικονομική ευημερία, πού δίδεται ως υπόσχεση στα εξαπατημένα ακροατήρια της «χριστιανικής» τηλεόρασης, πού αποστέλλουν τα χρήματά τους ελπίζοντας σε μία υλιστική ευλογία ως ανταπόδοση16.


___________________________________________________

5 Μθ 5, 3-12• 6,19-21• 7,13-14• 7,21-23• 10,16-24• 12,33-37• 13, 3-9. 18-23- 17, 24-26 κ.λ.π.

6 Anthony M. Coniaris, Introducing the Orthodox Church, a. 50-51.

7 «Η Ορθόδοξη πνευματικότητα είναι στην ουσία και στη βάση της Χριστοκεντρική και Χριστολογική. Η Χριστοκεντρική έμφαση είναι καταφανής σε όλη τη δομή της Ορθόδοξης λατρευτικής ζωής: της μυστηριακής, της κοινής και της ατομικής. Ο Χριστολογικός τύπος του Βαπτίσματος, της Θείας Ευχαριστίας, της Μετανοίας και ακόμη του Γάμου, είναι εμφανής. Πράγματι, όλα τα Μυστήρια είναι μυστήρια της ζωής του πιστού εν Χριστώ... Η πλήρης πραγματικότητα αυτής της συνάντησης τονίζεται με έμφαση στην ακολουθία της προετοιμασίας για τη συμμετοχή στη θεία Κοινωνία, καθώς επίσης και στις ευχαριστήριες προσευχές μετά τη θεία Κοινωνία. Η προετοιμασία γίνεται ακριβώς για την προσωπική συνάντηση κάποιου με τον Χριστό στο Μυστήριο. Πράγματι, κάποιος συναντά τον Χριστό μόνον στην κοινωνία της Εκκλησίας...». Γ. Φλορόφσκυ, Θέματα εκκλησιαστικής Ιστορίας, σ. 25-26.

8 «Σύμφωνα με τον άγιο Μάξιμο τον Ομολογητή, η σωτηρία, η οποία ορίζεται ως θέωση (να γίνουμε όμοιοι με τον Θεό) ήταν το θέμα της χριστιανικής Πίστεως και το μήνυμα της Βίβλου. Ο σκοπός της προσευχής του Κυρίου ήταν να δείξει το μυστήριο της θέσης», Jaroslav Pelikan, The Spirit of Eastern Christendom, σ. 10.

9 «Ο Θεός έγινε άνθρωπος για να ελευθερώσει τον άνθρωπο... Ο Θεός έγινε ανθρώπινος για να μπορεί ο άνθρωπος να γίνει θείος... μία εικόνα της μελλούσης θέωσης διά της χάριτος» (Μαξίμου του Ομολογητού, περί διαφόρων αποριών 64, PG 91, 1389). Αυτόθι, σ. 11.

10 Αγίου Πέτρου του Δαμάσκηνου, Περί των επτά σωματικών πράξεων, Φιλοκαλία, τ. τρίτος, 16.

11 Κλήμεντος Αλεξανδρέως, Στρωματείς (202 μ.Χ), 6,14.

12 Προς Λεόντιον ηγούμενο, Φιλοκαλία, τ. πρώτος, σ. 82.

13 Αγίου Μάρκου του Ασκητού, Περί των οιομένων εξ έργων δικαιούσθαι, Φιλοκαλία, τ. πρώτος, σ. 113.

14 «Εμείς έχουμε βάλει το χέρι μας επάνω στο αλέτρι. Όμως κοιτάζουμε πίσω, λησμονώντας ή ακόμη και απορρίπτοντας τελείως τις υποχρεώσεις μας, και έτσι δεν γινόμαστε εύθετοι στη Βασιλεία του Θεού- (Λκ 9,62)», Αγίου Νείλου του Ασκητού, Λόγος ασκητικός, Φιλοκαλία, τ. πρώτος, σ. 192.

15 «Ας σε διδάξουν όλοι εκείνοι, πού υποφέρουν ακούσια, να θυμάσαι τον Θεό και συ δεν θα χάσεις την ευκαιρία να μετανοήσεις», Αγίου Μάρκου του Ασκητού, Περί νόμου πνευματικού, Φιλοκαλία, τ. πρώτος.

16 «Ο δαίμονας της φιλαργυρίας αφού σιγά σιγά εξαπατήσει την ψυχή, την περιβάλλει με σκέψεις φιλαργυρίας και ύστερα την παραδίνει στον δαίμονα της αλαζονείας...», Ευάγριος ο Μοναχός, Περί διακρίσεως παθών και λογισμών, Φιλοκαλία, τ. πρώτος, σ. 56.
Πηγή: http://www.egolpion.com


Μακάριοι οι πραείς, ότι αυτοί κληρονομήσουσι την γην.

Άβαταρ μέλους
Anastasios68
Διαχειριστής
Δημοσιεύσεις: 2974
Εγγραφή: Πέμ Ιούλ 26, 2012 10:31 am
Τοποθεσία: Πεύκη
Επικοινωνία:

Re: OI ΠΡΟΤΕΣΤΑΝΤΕΣ ΡΩΤΟΥΝ: ΓΙΑΤΙ ΝΑ ΕΙΜΑΙ ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ;

Δημοσίευσηαπό Anastasios68 » Δευτ Αύγ 27, 2012 6:56 pm

Εξαιρετικά και πολύ διδακτικά τα παραπάνω κείμενα.
Ας προσευχηθούμε για όλους τους αδελφούς μας που έχουν πλανηθεί από την αίρεση του Προτεσταντισμού.


«ὃς δ' ἂν εἲπῃ τῷ ἀδελφῷ αὐτοῦ, ῥακά, ἒνοχος ἒσται τῷ συνεδρίῳ»
Κατά Ματθαῖον, Κεφ. 5, 22

Άβαταρ μέλους
Achilleas
Δημοσιεύσεις: 2088
Εγγραφή: Παρ Ιούλ 27, 2012 7:09 pm

Re: OI ΠΡΟΤΕΣΤΑΝΤΕΣ ΡΩΤΟΥΝ: ΓΙΑΤΙ ΝΑ ΕΙΜΑΙ ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ;

Δημοσίευσηαπό Achilleas » Παρ Νοέμ 09, 2012 6:56 pm

Διάλογος με Προτεστάντες Πάστορες στην Κορέα

Εικόνα

Το Εθνικό Συμβούλιο Εκκλησιών Κορέας (National Council of Churches in Korea = NCCK) ζήτησε επανειλημμένως από την Ιερά Μητρόπολη Κορέας να γίνει πλήρες μέλος του. Με την ευλογία του Οικουμενικού Πατριαρχείου η πρόταση έγινε δεκτή υπό την προϋπόθεση της συμμετοχής μόνο στον θεολογικό διάλογο, χάριν της ορθόδοξης μαρτυρίας, χωρίς ανάμειξη σε πολιτικές ή άλλες δραστηριότητες.

Στα πλαίσια της συμφωνίας αυτής υποβλήθηκε το αίτημα στη Μητρόπολη να δοθούν διαλέξεις περί της Ορθοδόξου Εκκλησίας σε ακροατήριο προτεσταντών παστόρων στις πόλεις Σεούλ, Τσουντσόν και Τσοντζού, οι οποίες και πραγματοποιήθηκαν με ομιλητές τον Σεβ. Μητροπολίτη Κορέας κ. Αμβρόσιο στη Σεούλ και τους Κορεάτες Ιερείς π. Ιερεμία Τζο στο Τσουντσόν και π. Ιλαρίωνα Τζονγκ στο Τσοντζού.

Παραθέτουμε εν συνεχεία τη συζήτηση μεταξύ του Σεβασμιωτάτου και των ανδρών και γυναικών παστόρων, μετά τη διάλεξή του στα κεντρικά γραφεία του NCCK στη Σεούλ, τη Δευτέρα 18 Ιουνίου 2012.

******

1η ΕΡΩΤΗΣΗ: Συμφωνείτε με τη θεωρία των ΡΚαθολικών περί του Πέτρου και της «πέτρας», με την οποία δικαιολογούν το πρωτείο του Πάπα;

ΑΠΑΝΤΗΣΗ:
Ασφαλώς όχι. Για μας τους Ορθοδόξους τα πράγματα είναι απλά και ξεκάθαρα. Οι Μαθητές, με κεφαλή τους τον Ιησού Χριστό, ήταν μεταξύ τους ίσοι και κανένας ποτέ δεν διανοήθηκε να προβάλει τον εαυτό του ως πρώτο και μοναδικό εκπρόσωπο του Χριστού στη γη. Το συνοδικό σύστημα, το οποίο η Ορθόδοξη Εκκλησία ακολουθεί στο διάβα των αιώνων με θρησκευτική ευλάβεια έχει ως πρότυπό του τη δωδεκάριθμη ομάδα των Μαθητών του Χριστού και εν συνεχεία την Αποστολική Σύνοδο των Ιεροσολύμων (περί το 49 μ.Χ.). Ο συνοδικός θεσμός διατήρησε τον θεμελιώδη χαρακτήρα της Ορθόδοξης Εκκλησίας ως κοινωνίας προσώπων και την προφύλαξε από την απολυταρχία και την αναρχία της ρωμαιοκαθολικής και της προτεσταντικής Δύσης αντιστοίχως.

Βεβαίως η ισότητα των Μαθητών ή των Επισκόπων-μελών μιας συνόδου μεταξύ τους δεν σήμαινε αναρχία. Η έννοια του πρώτου, βασισμένη στην αρχή του «πρώτος μεταξύ ίσων» (Primus inter pares), ήταν σε ισχύ από την αρχαία Εκκλησία. Οι Επίσκοποι των πέντε μεγάλων εκκλησιαστικών δικαιοδοσιών Ρώμης. Κωνσταντινουπόλεως, Αλεξανδρείας, Αντιοχείας και Ιεροσολύμων (Πενταρχία) κατείχαν τη θέση του πρώτου στη διοίκηση της περιοχής τους, αλλά ήταν μεταξύ τους ίσοι. Ο θεσμός της Πενταρχίας των πατριαρχών αναγνωριζόταν ήδη από την Δ’ Οικουμενική Σύνοδο (451) ως η ανώτατη διοικητική αρχή στην Εκκλησία. Πρωτείο εξουσίας, όπως το αντιλαμβάνονται οι Ρωμαιοκαθολικοί, δεν είχε ποτέ κανένας. Στον επίσκοπο Ρώμης όλοι αναγνώριζαν πρωτείο τιμής και όχι εξουσίας. Κανένας δεν τον αναγνώριζε ως τον μοναδικό, δήθεν, διάδοχο του Πέτρου, που είχε, τάχα, το δικαίωμα της απόλυτης αρχηγίας και κυριαρχίας σ’ ολόκληρη την ανά την οικουμένη χριστιανική Εκκλησία. Τα λόγια του Χριστού «συ ει Πέτρος, και επί ταύτη τη πέτρα οικοδομήσω μου την εκκλησίαν, και πύλαι άδου ου κατισχύσουσιν αυτής» (Μτ. 16:18) σημαίνουν ότι ο Χριστός θα οικοδομήσει την Εκκλησία Του όχι στο πρόσωπο του Πέτρου, αλλά στην ξεκάθαρη ομολογία του: «συ ει ο Χριστός ο υιός του Θεού του ζώντος» (16:16), που έκανε ο Πέτρος ως απάντηση στην ερώτηση του Χριστού προς τους Μαθητές: «υμείς δε τίνα με λέγετε είναι;» (16:15). Ο Χριστός δεν κατέστησε τον Πέτρο ποιμένα των άλλων Αποστόλων. Γι’ αυτό ο Πέτρος ονομάζει τον εαυτό του «συμπρεσβύτερον» (1 Πέτρ. 5:1), γιατί αναγνωρίζει τους υπόλοιπους Αποστόλους ισότιμους, με τον Χριστό ως τον μόνον «αρχιποίμενά» τους (1 Πέτρ. 5:4).

2η ΕΡΩΤΗΣΗ: Ως γνωστόν, οι ρωμαιοκαθολικοί θεολόγοι προσπαθούν να στηρίξουν το πρωτείο του Πάπα και στη συνομιλία του Αναστάντος Κυρίου με τον Πέτρο. Τι απάντηση δίνετε;

ΑΠΑΝΤΗΣΗ:
Πράγματι οι Ρωμαιοκαθολικοί υποστηρίζουν ότι ο Χριστός, στη σχετική συνομιλία Του με τον Πέτρο (Ιω. 21:15-17) τον κατέστησε ποιμένα των προβάτων του. Έτσι συμπεραίνουν λανθασμένα ότι ο επίσκοπος Ρώμης, ως διάδοχος του Πέτρου, έχει το αποκλειστικό δικαίωμα του πρωτείου εξουσίας. Είναι γνωστόν, όμως, ότι ο Πέτρος, πριν από τη Ρώμη έκανε ποιμαντικό έργο στα Ιεροσόλυμα. Εκεί, καθώς γνωρίζουμε από το βιβλίο των Πράξεων κήρυξε μετά παρρησίας τον λόγο του Θεού αμέσως μετά την Πεντηκοστή (Πράξ. 2:14-36), και δεν σταμάτησε το κηρυκτικό του έργο ακόμη και όταν τον φυλάκισαν μαζί με τους άλλους Αποστόλους λέγοντας στο συνέδριο των Ιουδαίων το: «πειθαρχείν δει Θεώ μάλλον ή ανθρώποις» (Πράξ. 5:29). Παρ’ όλα αυτά ο επίσκοπος της Ιερουσαλήμ ποτέ δεν τόλμησε να διεκδικήσει πρωτείο εξουσίας, λόγω της «συγγενείας» του με τον Πέτρο, όπως το κάνει ο Πάπας. Το ίδιο ισχύει και για τον επίσκοπο της Αντιοχείας, στην οποία έδρασε επίσης ο Πέτρος και εθεωρείτο, κατά την αρχαιότητα, πρώτος επίσκοπός της.

3η ΕΡΩΤΗΣΗ: Νομίζετε ότι η ισότητα έχει σχέση με την ενότητα της Εκκλησίας;

ΑΠΑΝΤΗΣΗ:
Βεβαιότατα. Η ενότητα της Εκκλησίας της πρώτης χιλιετίας διαφυλάχτηκε με την πεποίθηση ότι οι Επίσκοποι, όπως οι Μαθητές του Χριστού, ήταν μεταξύ τους ίσοι. Αλλά δυστυχώς ο επίσκοπος της Ρώμης με την παράλογη αξίωσή τους περί του πρωτείου εξουσίας προκάλεσε το ολέθριο Μεγάλο Σχίσμα (1054 μ.Χ.) και έγινε η αιτία της διαιρέσεως του χριστιανικού κόσμου μέχρι σήμερα. Γιατί όταν ο Πάπας αποκόπηκε από τις τέσσερις άλλες μεγάλες εκκλησιαστικές δικαιοδοσίες και έμεινε απομονωμένος άρχισε, όπως ήταν φυσικό, τον κατήφορο των δογματικών παρεκκλίσεων από την ορθή πίστη της αρχαίας Εκκλησίας. Και ως γνωστόν αυτό είχε ως αποτέλεσμα τη γέννηση της θρησκευτικής Μεταρρύθμισης του 16ου αι.

Έτσι, δυστυχώς, ο Λούθηρος, ο Καλβίνος και οι άλλοι πρωτεργάτες του Προτεσταντισμού, ενώ δικαιολογημένα διαμαρτυρήθηκαν για τις παρεκτροπές και τα σκάνδαλα της Εκκλησίας της Ρώμης, κατέφυγαν στο άλλο άκρο καταργώντας την Παράδοση, τον Κλήρο, τα Μυστήρια κ.λπ. Σήμερα, ύστερα από πεντακόσια χρόνια, αντικρύζουμε το θλιβερό φαινόμενο σχεδόν κάθε κήρυκας να δίνει τη δική του ερμηνεία στην Αγία Γραφή και κάθε φιλόδοξος ποιμένας να ιδρύει τη δική του εκκλησία. Οι πολλές χιλιάδες των προτεσταντικών Ομολογιών, που υπάρχουν σήμερα στον κόσμο, είναι η απόδειξη των ανωτέρω. Ο Λούθηρος ζητούσε τη Μεταρρύθμιση της Εκκλησίας, σήμερα όμως γινόμαστε μάρτυρες, κυρίως στην Ασία, στην Αφρική και στη Λατινική Αμερική, του κατακερματισμού της Εκκλησίας χωρίς βάσεις εκκλησιολογικές. Στο σημείο αυτό επιτρέψτε μου να αναφέρω το εξής παράδειγμα:

Στην περιοχή του Καθεδρικού Ναού της Ορθόδοξης Μητρόπολης Κορέας, στο Aheong-dong, σε απόσταση 20-30 μέτρων περιμετρικά του Ναού μας υπάρχουν τρεις προτεσταντικές εκκλησίες διαφορετικής ομολογιακής κατεύθυνσης. Το ερώτημα είναι εύλογο: Γιατί υπάρχουν αυτές οι τρεις διαφορετικές εκκλησίες στον ίδιο χώρο; Σε τι διαφέρουν δογματικώς μεταξύ τους, ώστε να τους εμποδίζει να ενωθούν σε μία εκκλησία και να επικοινωνούν η μία με την άλλη; Θα σας ήμουν ευγνώμων εάν μου δίνατε μια πειστική απάντηση. (Ουδέν σχόλιον απ’ το ακροατήριο, παρά μόνον συγκαταβατικά χαμόγελα αμηχανίας!)

4η ΕΡΩΤΗΣΗ: Γιατί υπάρχει στους ορθόδοξους ναούς το ιερό βήμα, το οποίο μάλιστα είναι κλεισμένο με το τέμπλο και γι’ αυτό δεν βλέπουν οι λαϊκοί τι κάνουν οι ιερείς μέσα σ’ αυτό; Αυτό δεν είναι διάκριση μεταξύ Κλήρου και Λαού; Μπορεί να αλλάξει αυτή η παράδοσή σας;

ΑΠΑΝΤΗΣΗ:
Κατ’ αρχάς πρέπει να τονίσουμε ότι ο ναός στην Ορθόδοξη Εκκλησία δεν είναι απλά και μόνον ένας ευκτήριος οίκος, ένας τόπος άγιος και ιερός. Ο κάθε ναός εγκαινιάζεται με ειδική Ακολουθία και στο εξής είναι τόπος αποκλειστικά αφιερωμένος στον Θεό και στη λατρεία Του. Μ’ άλλα λόγια δεν είναι μια αίθουσα κηρύγματος, η οποία, εάν για τον ένα ή τον άλλο λόγο σε κάποια στιγμή δεν μας εξυπηρετεί, είναι δυνατόν να αντικατασταθεί με μια νέα και η παλιά να μετατραπεί σε καφενείο, εστιατόριο ή οτιδήποτε άλλο.

Ο ορθόδοξος ναός είναι η ορατή κατοικία του Θεού. Είναι ο επίγειος ουρανός στον οποίο ο επουράνιος Θεός ενοικεί και εμπεριπατεί (πρβλ. 2 Κορ. 6:16). Υπενθυμίζω ότι στην Παλαιά Διαθήκη (Έξ. 25 κ.έξ.) ο ίδιος ο Θεός έδωσε εντυπωσιακές λεπτομερειακές παραγγελίες για το πώς έπρεπε οι Ισραηλίτες να κατασκευάσουν την Σκηνή του Μαρτυρίου.

Ο Ναός έχει αναγωγικό χαρακτήρα. Γι’ αυτό συμβολικά συνήθως ανεβαίνουμε σκαλοπάτια για να εισέλθουμε, αφήνοντας πίσω μας τις κοσμικές μέριμνες και εισερχόμενοι στον πνευματικό κόσμο της Βασιλείας του Θεού. «Εν τω ναώ εστώτες της δόξης Σου, Κύριε, εν Ουρανώ εστάναι νομίζομεν», ψάλλουμε σε έναν ωραίο ύμνο της Εκκλησίας μας. Και η διαίρεσή του επίσης σε Πρόναο, Κυρίως Ναό και Ιερό Βήμα έχει πάλι αναγωγικό συμβολισμό. Ο ένας χώρος μας οδηγεί κλιμακωτά στον άλλο φθάνοντας στο υψηλότερο σημείο του ναού στο Ιερό Βήμα, δηλαδή στα Άγια των Αγίων. Εκεί βρίσκεται το άγιο Θυσιαστήριο, πάνω στο οποίο είναι τοποθετημένα αφ’ ενός μεν το Άγιο Αρτοφόριο με το Σώμα και το Αίμα του Χριστού και αφ’ ετέρου το ιερό Ευαγγέλιο στο κέντρο, για να μας τονίζουν και τα δύο με ορατό τρόπο τη δογματική αλήθεια ότι ο Χριστός και ο Λόγος Του είναι το παν, είναι το κέντρο της ζωής μας.

Το Ιερό Βήμα έχει τις ρίζες του στα Άγια των Αγίων της Σκηνής του Μαρτυρίου στην έρημο του Σινά και αργότερα του Ναού του Σολομώντα στα Ιεροσόλυμα. Δεν είναι νεότερη δική μας εφεύρεση. Το τέμπλο διακρίνει τον κυρίως Ναό από το Ιερό Βήμα, όπως χώριζε το «καταπέτασμα» στο Ναό του Σολομώντα τα Άγια, που εισέρχονταν μόνον ο Λαός και οι Ιερείς, από τα Άγια των Αγίων, που εισήρχετο κατά την εορτή του Εξιλασμού «άπαξ του ενιαυτού μόνος ο Αρχιερεύς» κατ’ εντολή του Θεού (Λευϊτ. 16:34, Εβρ. 9:7). Το τέμπλο μας βοηθά να καταλαβαίνουμε Κλήρος και Λαός την ιδιαίτερη ιερότητα του χώρου. Γι’ αυτό και το φρουρούν οι αρχάγγελοι Μιχαήλ και Γαβριήλ που βρίσκονται στη νότια και βόρεια πύλη του.

Στην αρχαία Εκκλησία αρχικά η διάκριση του κυρίως Ναού από το Ιερό Βήμα γινόταν με κουρτίνα ή το επιστύλιο και εν συνεχεία με το τέμπλο, που ήταν μαρμάρινο, ξύλινο ή σιδερένιο χαμηλό κιγκλίδωμα. Το ψηλό τέμπλο είναι πολύ μεταγενέστερο. Παρ’ όλα αυτά όμως με την μία ή την άλλη μορφή του το τέμπλο μας προστατεύει από την αποϊεροποίηση του χώρου. Θα μπορούσαμε να το παρομοιάσουμε με τον θώρακα στο ανθρώπινο σώμα, που προστατεύει την καρδιά από τα βέβηλα ή απρόσεκτα χέρια. Η «καρδιά» του ιερού ναού είναι το άγιο Θυσιαστήριο. Γι’ αυτό δεν είναι δυνατόν στον καθένα να έχει πρόσβαση σ’ αυτό. Παρά μόνον οι λειτουργοί για το τελετουργικό μέρος της λατρείας. Η απαίτηση να τα βλέπουμε όλα και να τα κατανοούμε όλα είναι απόρροια σχολαστικής νοοτροπίας. Ας μην ξεχνάμε ότι ο Θεός παρουσιάστηκε στον Μωυσή στον «γνόφο» (Έξ. 20:21) και ο Χριστός αποκάλυψε τις μεγάλες αλήθειες της πίστεώς μας «εν παραβολαίς… και χωρίς παραβολής ουδέν ελάλει» (Μτ. 13:34). Ο Θεός αποκαλύπτεται όχι στους περίεργους, αλλά στους «πτωχούς τω πνεύματι» και στους «καθαρούς τη καρδία» (Μτ. 5:3 και 8), που σαν τον Τελώνη δεν νιώθουν άξιοι να κοιτάζουν τον ουρανό αλλά με το πρόσωπό τους σκυμμένο στη γη επαναλαμβάνουν το «ο Θεός ιλάσθητί μοι τω αμαρτωλώ» (Λκ. 18:13).

Απαντώντας με δύο λόγια στο ερώτημα θα έλεγα ότι το τέμπλο δεν νοείται «σαν χώρισμα, αλλά σαν σχήμα ενότητας ανάμεσα στα δύο μέρη του ναού» (Λ. Ουσπένσκυ). Ο Χριστός στο κέντρο και δεξιά και αριστερά Του η Θεοτόκος, ο Βαπτιστής, οι Άγγελοι, οι Απόστολοι, οι Άγιοι σε στάση δεήσεως (προσευχής) επικοινωνούν με την επί γης στρατευομένη Εκκλησία. Οι πιστοί ατενίζοντας τα πρόσωπα των εικόνων του τέμπλου κατά την ώρα της λατρείας έχουν ορατή επικοινωνία με τη θριαμβεύουσα Εκκλησία και ενώνονται με τον Χριστό δια της συμμετοχής τους στο Δείπνο της Βασιλείας.

5η ΕΡΩΤΗΣΗ: Ποια είναι η προτεραιότητα της πνευματικής ζωής σύμφωνα με τη διδασκαλία της Εκκλησίας σας;

ΑΠΑΝΤΗΣΗ:
«Ο αγιασμός ημών» (1 Θεσ. 4:3). Ο ίδιος ο Θεός μάς το είπε: «Άγιοι γίνεσθε ότι εγώ άγιός ειμι» (Λευϊτ. 20:7, 26 και 1 Πετρ. 1:16). Η αγιότητα, λοιπόν, είναι ο μοναδικός προορισμός μας. Η αγιότητα είναι ο σκοπός της Εκκλησίας άνευ του οποίου δεν έχει λόγο υπάρξεως. Αλλά τι σημαίνει αγιότητα; Αγιότητα σημαίνει να αποκτήσουμε το Άγιο Πνεύμα και να ενωθούμε με τον Θεό. Να γίνουμε θεοί κατά χάριν. Αυτό σημαίνει ο θεολογικός όρος «θέωσις», κατά τους Πατέρες της Ορθόδοξης Εκκλησίας. Ο Θεός μάς έπλασε «κατ’ εικόνα» και «καθ’ ομοίωσιν» δική Του ώστε να ζούμε αιώνια μαζί Του. Αυτό που χάσαμε μετά την πτώση, το ξανακερδίζουμε εάν θέλουμε ζώντας «εν Χριστώ». Ο Χριστός ήρθε όχι για να μας κάνει «καλούς» ανθρώπους, αλλά «αγίους». "Αυτός γαρ (ο του Θεού Λόγος) ενηνθρώπησεν ίνα ημείς θεοποιηθώμεν" (Μ. Αθανασίου, Περί Ενανθρωπήσεως 54, ΒΕΠ 30:119). Ήρθε για να μας θεώσει, να μας εξαγιάσει ψυχοσωματικά και να μας χαρίσει αιώνια ζωή.

Στο έργο του αγιασμού μας αλάνθαστοι οδηγοί μας είναι όλοι οι Άγιοι. Δηλαδή οι άγιοι Απόστολοι, οι άγιοι Μάρτυρες, οι Αποστολικοί Πατέρες, οι Όσιοι, οι άγιοι Πατέρες και η μακρά αλυσίδα όλων «των αγίων, ως φίλων του Θεού» (Ιω. Δαμασκηνού, PG94, 1252) από τον πρώτο αιώνα μέχρι την εποχή μας.

Όπως όταν θέλεις να ανέβεις σε μια βουνοκορφή χρειάζεσαι έναν οδηγό για να μη χάσεις τον δρόμο, έτσι στον δρόμο προς τη Βασιλεία του Θεού οι Άγιοι είναι οι οδοδείκτες μας. Ο κάθε Άγιος με τη διδασκαλία και τη ζωή του μας επαναλαμβάνει τα λόγια του αποστόλου Παύλου: «Μιμηταί μου γίνεσθε, καθώς καγώ Χριστού» (1 Κορ. 11:1).

Γι’ αυτό το λόγο το κήρυγμά μας πρέπει να είναι πάντοτε σωτηριολογικό.

6η ΕΡΩΤΗΣΗ: Πώς βλέπετε την κορεατική κοινωνία;

ΑΠΑΝΤΗΣΗ:
Το γεγονός ότι η Κορέα είναι η πρώτη χώρα στον κόσμο σε αυτοκτονίες είναι λίαν αποκαλυπτικό της βαθιάς κρίσης που διέρχεται η κορεατική κοινωνία. Βλέποντας το θέμα με διάθεση όχι κριτικής αλλά αυτοκριτικής καταθέτω ταπεινά τα συμπέρασμά μου ότι ως Χριστιανοί έχουμε αποτύχει. Καυχόμαστε ότι ο Χριστιανισμός έχει εξαπλωθεί πολύ τα τελευταία εκατό χρόνια στην Κορέα. Αλλά φαίνεται, δυστυχώς, ότι το πνεύμα του Χριστού δεν έχει επηρεάσει ακόμη ουσιαστικά τους ανθρώπους. Γιατί εάν οι άνθρωποι δεν έχουν καταλάβει ότι η ζωή είναι πολύτιμο αγαθό του Θεού και πως ο οποιοσδήποτε τρόπος αφαίρεσής της είναι μεγάλη αμαρτία, τότε η πνευματικότητά μας βρίσκεται στο ναδίρ.

Και με στενοχωρεί πολύ, συγγνώμη που θα το πω, ότι το NCCK και άλλοι χριστιανικοί φορείς δεν αντιδρούν όσο θα έπρεπε. Νομίζω ότι ήταν πολύ αποτελεσματικό να κάνουμε όλοι μαζί μια μεγάλη εκστρατεία ενημερώσεως της κοινωνίας κατά των αυτοκτονιών. Να ομολογήσουμε ξεκάθαρα τη διαφωνία μας προς όλους όσοι πιστεύουν ότι η αυτοκτονία είναι σε πολλές περιπτώσεις «ηρωική πράξη» ή μια «καλή λύση» και να διακηρύξουμε την πίστη μας στην ιερότητα του ανθρώπινου σώματος, που πηγάζει από την πίστη μας στην Ανάσταση του Χριστού.

7η ΕΡΩΤΗΣΗ: Μιλήστε μας για την γιορτή της Αναστάσεως του Χριστού στην Ορθόδοξη Εκκλησία;

ΑΠΑΝΤΗΣΗ:
Στην Ορθόδοξη Εκκλησία, που λέγεται και είναι «Εκκλησία της Αναστάσεως» δίνουμε μεγάλη έμφαση στην Ανάσταση του Χριστού. Αυτό φαίνεται από τη μακρά περίοδο προετοιμασίας πριν από το Πάσχα, τις μεγάλες και υψίστου κάλλους και θεολογίας Ακολουθίες της Μ. Εβδομάδας και τις σαράντα μέρες του εορτασμού του Πάσχα.

Γνωρίζετε καλύτερα από μένα ότι η Κυριακή του Πάσχα στις εκκλησίες σας είναι σχεδόν μια συνηθισμένη Κυριακή, χωρίς ιδιαίτερο τελετουργικό. Ενώ τα Χριστούγεννα γίνεται τόσος πολύς θόρυβος με τα χριστουγεννιάτικα δέντρα, τα στολίδια, τα πολύχρωμα φώτα στους δρόμους, τα κάλαντα και την ανταλλαγή ευχών Merry Christmas από Χριστιανούς και μη, το Πάσχα έρχεται και φεύγει χωρίς να γίνεται σε πολλούς αντιληπτό.

Και στην Ορθόδοξη Εκκλησία, βεβαίως, δίνουμε μεγάλη σημασία στην εορτή των Χριστουγέννων, γιατί είναι η «μητρόπολις των εορτών», όπως χαρακτηριστικά λέει ο ιερός Χρυσόστομος. Αλλά «ει Χριστός ουκ εγήγερται, κενόν άρα το κήρυγμα ημών… ματαία η πίστις ημών» (1 Κορ. 15:14, 17). Η πίστη μας είναι θεμελιωμένη στην Ανάσταση του Χριστού. Και από την Ανάσταση του Χριστού ως κέντρο και αφετηρία οικοδομείται όλη η ζωή μας. Εάν πιστεύουμε στην Ανάσταση του Χριστού, τότε πιστεύουμε και στην ανάσταση των νεκρών. Τότε ο σεβασμός και η προστασία της επίγειας ζωής μας είναι το σκαλοπάτι για την απόκτηση της αιώνιας ζωής.

8η ΕΡΩΤΗΣΗ: Γιατί εσείς οι Ορθόδοξοι επιμένετε τόσο πολύ στο θέμα των εικόνων; Τι ρόλο παίζουν οι εικόνες στο θέμα της σωτηρίας μας.

ΑΠΑΝΤΗΣΗ:
Όπως είπαμε στην πρώτη ερώτηση ο Ορθόδοξος Ναός με τη δομή, την αρχιτεκτονική και τα σύμβολά του έχει αναγωγικό χαρακτήρα.

Έτσι και οι εικόνες, κατ’ εξοχήν την ώρα της λατρείας, έχουν αναγωγικό χαρακτήρα. Μ’ άλλα λόγια οι εικόνες διά του αναγωγικού και διδακτικού χαρακτήρα τους, γίνονται παιδαγωγοί εις Χριστόν (πρβλ. Γαλ. 3:24). Στην αίθουσα π.χ. που βρισκόμαστε τώρα, μπροστά μας έχουμε έναν τοίχο. Κανένας μας δεν μπορεί να δει τι υπάρχει πίσω απ’ αυτόν. Αντίθετα, στον απέναντι τοίχο με το μεγάλο παράθυρο μπορούμε να δούμε ένα μεγάλο μέρος της όμορφης πόλης μας. Αυτό τον ρόλο παίζουν και οι εικόνες: είναι ένα παράθυρο απ’ το οποίο μπορούμε να δούμε ζώντας ακόμη στη γη τον πνευματικό κόσμο του Ουρανού. Βλέποντας, μ’ άλλα λόγια την εικόνα του Χριστού με το νου και την καρδιά μας επικοινωνούμε με τον ίδιο τον Χριστό.

9η ΕΡΩΤΗΣΗ: Ναι, αλλά γιατί φιλάτε τις εικόνες;

ΑΠΑΝΤΗΣΗ:
Όταν ένας στρατιώτης στέλνει στη μητέρα του μια φωτογραφία, εκείνη την παίρνει με λαχτάρα στα χέρια της και πολλές φορές τη φιλάει δακρυσμένη. Φυσικά, όπως όλοι καταλαβαίνουμε, δεν φιλάει το άψυχο χαρτί της φωτογραφίας, αλλά νοερά το παιδί της, που βρίσκεται μακριά της. Αυτό συμβαίνει και με τις εικόνες. «Διότι η της εικόνος τιμή επί το πρωτότυπον διαβαίνει», διδάσκει από τον 4ο αι. ήδη ο Μ. Βασίλειος. (Περί Αγίου Πνεύματος, 18:45). Έτσι την ώρα της κατ’ οίκον προσευχής ή της κοινής λατρείας οι εικόνες μάς οδηγούν νοερώς στη θέα της Βασιλείας του Θεού.

10η ΕΡΩΤΗΣΗ: Καλά όλα αυτά, αλλά πώς συμβιβάζεται η προσκύνηση των εικόνων με τη ρητή εντολή του δεκαλόγου «ου ποιήσεις σεαυτόν είδωλον ουδέ παντός ομοίωμα…» (Έξ. 20:4 και Δευτ. 5:8);

ΑΠΑΝΤΗΣΗ:
Δεν χωρεί καμιά αμφιβολία ότι η εντολή του δεκαλόγου είναι λίαν απαγορευτική. Αυτό άλλωστε έχει αποφασισθεί κατηγορηματικά και από την έβδομη Οικουμενική Σύνοδο (787), που ασχολήθηκε ειδικά με το θέμα των εικόνων. Αλλά οι εικόνες της Ορθόδοξης Εκκλησίας δεν παραβαίνουν την εν λόγω εντολή για τον εξής λόγο. Όπως θα διαπιστώσετε εάν επισκεφθείτε π.χ. τον Καθεδρικό Ναό του Αγίου Νικολάου στη Σεούλ ή τις άλλες ενορίες της Μητρόπολής μας, ανάμεσα στις πολύ ωραίες τοιχογραφίες του ναού ή στις φορητές εικόνες, δεν θα βρείτε πουθενά την εικόνα του Θεού Πατέρα. Μόνο το δεύτερο πρόσωπο της Αγίας Τριάδος, τον Θεό λόγο που έγινε «σαρξ» (Ιω. 1:14) εικονίζουμε στην Ορθόδοξη Εκκλησία. Τον Θεό Πατέρα που είναι Πνεύμα και δεν τον είδε κανείς δεν μπορούμε να τον εικονίσουμε, γιατί είναι «απερίγραπτος». Τον Υιό όμως που έγινε Άνθρωπος για τη σωτηρία μας τον εικονογραφούμε όπως τον είδαμε κατά την επί γης παρουσία Του. «Όταν ορατός σαρκί ο αόρατος γένηται, τότε εικονίσεις το του οραθέντος ομοίωμα» γράφει ο άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός (PG 94, 1240). Δεν εικονίζουμε τη θεία φύση Του, που επίσης είναι «απερίγραπτη», αλλά την υπόσταση, δηλαδή το πρόσωπο του ενανθρωπίσαντος Υιού και Λόγου του Θεού. «Ου την αόρατον εικονίζω θεότητα, αλλ’ εικονίζω Θεού την οραθείσαν σάρκα» (Ιω. Δαμασκηνού, Λόγος Α’, PG 94, 1236). Όποιος μ’ άλλα λόγια αρνείται την εικονογράφηση του Χριστού είναι σαν να αρνείται την Ενσάρκωσή Του, «εχθρός εστι του Χριστού» (Ιω. Δαμασκηνού, Λόγος Β’, PG 94, 1296 και 1333).

Θα μου επιτρέψετε να συμπληρώσω ότι και το τρίτο πρόσωπο της Αγίας Τριάδος, το Άγιον Πνεύμα το εικονίζουμε μόνο συμβολικά, όπως, δηλαδή παρουσιάστηκε στον κόσμο: σαν περιστέρι και σαν γλώσσα φωτιάς.

Οι Ορθόδοξοι δεν λατρεύουν τις εικόνες, αλλά τις τιμούν. Και όπως αντιλαμβάνεστε υπάρχει τεράστια διαφορά μεταξύ λατρείας και τιμής. «Οίδα διαφοράν προσκυνήσεως… Έτερον γάρ εστιν η της λατρείας προσκύνησις, και έτερον η εκ της τιμής προσαγομένη τοις κατά τι αξίωμα υπερέχουσιν» (Ιω. Δαμασκηνού, Λόγος Α’, PG 94, 1240).

* * *

Τελειώνοντας, θέλω να σημειώσω ότι όπως είδατε στις απαντήσεις μου υπήρχε και το στοιχείο της αυτοκριτικής, δεδομένου ότι και η Ορθόδοξη Μητρόπολη Κορέας είναι μέλος του NCCK. Θεωρώ μεγάλης σημασίας το γεγονός ότι μπορούμε να συζητούμε σε ένα τόσο υψηλό επίπεδο θεολογικά θέματα, στα οποία έχουμε, δυστυχώς, διαφοροποιήσεις. Όμως με τον διάλογο της αγάπης και της αλήθειας είναι σίγουρο ότι μπορούμε να γνωρίσουμε καλύτερα ο ένας τον άλλο και να προωθήσουμε το πνεύμα της ενότητας μεταξύ μας σε σωστές εκκλησιολογικές βάσεις. Σας ευχαριστώ θερμότατα για την πρόσκλησή σας, τις εύστοχες ερωτήσεις σας και την προσοχή σας.


Για την καταγραφή
Α. Δ. Κοντογιαννακοπούλου

Περιοδικό "Πάντα τα Έθνη"
Τεύχος 123
Ιούλιος - Αύγουστος - Σεπτέμβριος 2013

Πηγή: http://www.impantokratoros.gr/82D86B31.el.aspx


Μακάριοι οι πραείς, ότι αυτοί κληρονομήσουσι την γην.

Άβαταρ μέλους
Anastasios68
Διαχειριστής
Δημοσιεύσεις: 2974
Εγγραφή: Πέμ Ιούλ 26, 2012 10:31 am
Τοποθεσία: Πεύκη
Επικοινωνία:

Re: OI ΠΡΟΤΕΣΤΑΝΤΕΣ ΡΩΤΟΥΝ: ΓΙΑΤΙ ΝΑ ΕΙΜΑΙ ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ?

Δημοσίευσηαπό Anastasios68 » Τρί Νοέμ 20, 2012 3:54 pm

Εκπληκτική ομιλία και πάρα πάρα πολύ διδακτική!


«ὃς δ' ἂν εἲπῃ τῷ ἀδελφῷ αὐτοῦ, ῥακά, ἒνοχος ἒσται τῷ συνεδρίῳ»
Κατά Ματθαῖον, Κεφ. 5, 22

Άβαταρ μέλους
Achilleas
Δημοσιεύσεις: 2088
Εγγραφή: Παρ Ιούλ 27, 2012 7:09 pm

ΕΥΑΓΓΕΛΙΚΟΙ-ΠΡΟΤΕΣΤΑΝΤΕΣ:ΓΙΑΤΙ ΕΙΝΑΙ ΑΙΡΕΣΗ!

Δημοσίευσηαπό Achilleas » Κυρ Ιαν 13, 2013 12:59 am

ΕΥΑΓΓΕΛΙΚΟΙ-ΠΡΟΤΕΣΤΑΝΤΕΣ:ΓΙΑΤΙ ΕΙΝΑΙ ΑΙΡΕΣΗ!
ΑΝΤΙΕΥΑΓΓΕΛΙΚΟΙ...

( Οί Ευαγγελικοί - Προτεστάντες )


Εικόνα

Μέ αυτά πού θα πούμε παρακάτω, δεν έχουμε σκοπό να θίξουμε οποιονδήποτε άνθρωπο πού ακολουθεί διαφορετικό δόγμα ή θρήσκευμα. Απώτερος σκοπός μας είναι, μία καθαρή ενημέρωση απέναντι ανθρώπων πολύ καλύτερων, πιθανόν, από εμάς τούς Ορθοδόξους.

Οί άνθρωποι αυτοί, όπως κι΄ εμείς, είναι δημιουργήματα και εικόνες Θεού, τούς οποίους και σεβόμαστε, παρ΄ όλες τις όποιες διαφορές θέσεων και απόψεων, πού τυχόν υπάρχουν μεταξύ μας.

Αυτά σαν εισαγωγή, τών όσων θά επακολουθήσουν ...;

Η αιτία δημιουργίας του δεύτερου Σχίσματος από τήν αρχαία, συμπαγή γραμμή της Χριστιανικής Εκκλησίας (μετά τον πρώτο διαχωρισμό μέ τούς Ρωμαιοκαθολικούς ),υπήρξε, η διαμαρτυρία του φημισμένου Γερμανού θεολόγου Μαρτίνου Λούθηρου(1517), ενάντια στην τότε, Παπική ηγεσία.

Ο Πάπας Λέων ο !0ος, για λόγους καθαρά εισπρακτικούς, είχε κυκλοφορήσει τά λεγόμενα συγχωροχάρτια , σε αντίθεση με τά όσα ο Χριστός και οι Αγιοι Απόστολοι είχαν παραδώσει.

Τά λεγόμενα συγχωροχάρτια έγραφαν, ότι ο Πάπας, ως διάδοχος του Αποστόλου Πέτρου, ιδρυτού της Εκκλησίας της Ρώμης, είχε εξουσία νά συγχωρεί ζωντανούς και πεθαμένους και μάλιστα, και αυτούς πού βρίσκονταν στην κόλαση ...;Αγοράζοντας λοιπόν ένα τέτοιο χαρτί έπαιρνες συγχώρηση για όσες αμαρτίες θα έκανες μέσα σε 5 χρόνια, ή πληρώνοντας περισσότερα, μπορούσες να αμαρτάνεις και ανάλογα χρόνια ...;

Η εισπρακτική αυτή βουλιμία, κληρικών της τότε εποχής είχε φθάσει σε τέτοιο σημείο στην ύπαιθρο, ώστε να κυκλοφορούν λιτανεύοντας ένα φτερό χήνας, ισχυριζόμενοι κάποιοι, ότι αυτό, ήταν μέρος των πτερύγων του Αρχαγγέλου Μιχαήλ στήν πτώση τών Αγγέλων κατά τήν μάχη του μέ τόν Εωσφόρο!

Υπήρξαν όμως και άλλα λάθη.

Ο Λούθηρος, είχε γίνει μοναχός στην Μονή των Αυγουστινιανών τού Ερφουρτ, αλλά παρ΄όλους τους όρκους και τις μοναχικές υποσχέσεις παρθενίας και αγαμίας, απέναντι Θεού και ανθρώπων, παντρεύτηκε μιά άλλη μοναχή (δεσμευμένη κι΄αυτή με τους ίδιους όρκους), την Αικατερίνη φόν Μπόρα από την οποία απέκτησε και 6 γυιούς!

Τά λάθη δυστυχώς είχαν και συνέχεια ...;



ΣΕ 450 ΚΟΜΜΑΤΙΑ...



Την αρχική γραμμή αλλαγής και μεταρρύθμισης του Μαρτίνου Λούθηρου την επέκτειναν με νέες αντιδράσεις αργότερα, και άλλοι θεολόγοι της μεταρρύθμισης, όπως ο Ζβίγγλιος, και ο Καλβίνος.

Δυστυχώς όμως, παρ΄ όλο πού οι διαμαρτυρίες τους υπήρξαν αρχικά δικαιολογημένες, και παρ΄ όλες τις αναφορές τους ότι μόνο η Ορθοδοξία είχε ανόθευτη την αλήθεια κρατώντας την αρχαία γραμμή, εν τούτοις, αντί να επιστρέψουν στην Ορθοδοξία δημιούργησαν δική τους ομολογία, πού την ονόμασαν «Εκκλησία» ...;

Οι εσωτερικές διαφωνίες τους όμως επεκτάθηκαν με αποτέλεσμα σήμερα, το 2004 , να υπάρχουν πάνω από 450 λεγόμενες «Εκκλησίες», αντιμαχόμενες μεταξύ τους περί «αλήθειας και πίστεως ...;», παρ΄όλο πού ο Χριστός ίδρυσε μία μόνο Εκκλησία, και σ΄αυτήν ακριβώς επαφίεται η σωτηρία των ανθρώπων.

Σήμερα, οί γνωστότερες Προτεσταντικές ομολογίες στήν Ελλάδα είναι :

Ευαγγελικοί - Πρεσβυτεριανοί

Λουθηρανοί

Επισκοπιανοί

Βαπτιστές

Μεθοδιστές

Μορμόνοι

Χιλιαστές ( Ιεχωβάδες )

Αντβενιστές της εβδόμης ημέρας.

Χ.Ο.Ε. -;Χριστιανική Οργάνωση Ειρήνης
«Εκκλησία» του Ιησού»

Παγκόσμια Κεντρικά Γραφεία «Εκκλησίας» του Θεού
«Αποστολική Εκκλησία της Πεντηκοστής»

Διεθνής «Εκκλησία» του Τετραγωνικού Ευαγγελίου
Βιβλική Εκκλησία του Θεού

Υπόλοιπο της «Εκκλησίας» του Θεού, με έδρα το Μίτσιγκαν
Ηνωμένη Πεντηκοστιανή «Εκκλησία»

Απαραπλάνητη «Εκκλησία» του Θεού

Χολστέϊν «Εκκλησία» του Θεού, καί

Πεντηκοστιανοί ( Ελευθέρα Αποστολική «Εκκλησία» της Πεντηκοστής )

μέ ιδρυτή τον Ευάγγελο Φωτίου κατ΄ αρχάς στην Αθήνα στα 1938, και διάδοχο και αναδιοργανωτή τής ομάδας, τόν Λούη-Λεωνίδα Φέγγο, στα 1965.

Σχετικά μέ τήν ομολογία αυτή σημειώνουμε, ότι ή πρώτη εμφάνισή τους έγινε στην Αμερική, στά 1907 από τον Αμβρόσιο Τόμπλισον.

Οί Πεντηκοστιανοί ισχυρίζονται ότι προέρχονται κατ΄ ευθείαν από τούς πρώτους Χριστιανούς τής ημέρας της Πεντηκοστής στην Ιερουσαλήμ, ενώ πουθενά στην Αγία Γραφή δεν αναφέρεται ότι μετά την Πεντηκοστή, υπήρξε και μια ιδιαίτερη ομάδα με τους τάδε και τάδε Αποστόλους, πού έχοντας χρίσμα διαδοχής και Ιερωσύνης μέχρι σήμερα, ονομάζονταν ...; Πεντηκοστιανοί.

Προφανώς, με τόν ισχυρισμό αυτό, θέλουν να δώσουν βαρύτητα στήν κίνησή τους, και στην επικοινωνιακή-προσηλυτιστική πολιτική τους ...;

Στην κοινότητα αυτή, ανήκουν και τα σωματεία «Σύνδεσμος Εκκλησιών της Πεντηκοστής» (1971) και «Αδελφότης μαθητών Ιησού Χριστού».

Η κίνηση επεκτάθηκε και μεταξύ των αποδήμων Ελλήνων της Αμερικής (Ν. Υόρκη, Οχάιο) και της Αυστραλίας (Greek Christian Church). Η εφημερίδα της «Xριστιανισμός» εκδίδεται και στα αγγλικά. Στα μέσα της δεκαετίας του 1990, ομάδα αυτή υπολόγιζε πως είχε 150 «ποιμένες» και 20.000 πιστούς.

Συνήθως καταφέρεται εναντίον των άλλων Πεντηκoστιανών ομάδων, που αναγνωρίζουν τούς «αρχηγούς» τού εξωτερικού και πληρώνονται, χωρίς να σώζουν ποτέ καμία ψυχή. ( Ενώ αυτοί, προφανώς νομίζουν, ότι σώζουν πολλές ψυχές...) Τους ονομάζει μάλιστα και «λύκους» (κασέτα ομιλιών. 2.10.79).

Σε μία σφοδρή επίθεση εναντίον των άλλων ομάδων ο Λ. Φέγγος ανέφερε:

«Δεν χρειάζεται καταστατικό. Έχουμε το λόγο του Θεού, τα λέει όλα... Είναι επικατάρατοι αυτοί που κάνουν αυτή τη δουλειά. Δεν μπορούν να έχουν την ευλογία του Θεού» (κασ. 20.11.79)

Η ομάδα αυτή χαρακτηρίζει τη Γραφή «καταστατικό χάρτη» και απορρίπτει καθετί που δεν συμφωνεί «με το ευαγγέλιο» (Χ 7/86,2),

Λέγοντας όμως «ευαγγέλιο», μή φανταστούμε ότι εννοεί το αρχαίο κείμενο των Ευαγγελίων, όπως το ξέρουμε εμείς οί Ορθόδοξοι, αλλά τις ερμηνείες από μεταφράσεις σύμφωνα πάντα με τό πνεύμα τής κίνησης τού Λ. Φέγγου, ο οποίος δέχεται τήν κατά γράμμα ερμηνεία τής Αγίας Γραφής.

Έτσι υποστηρίζει πως ο θρόνος του Θεού είναι τοπικός, πως ο Θεός οπωσδήποτε έχει χέρια και πόδια, και πως ετοιμάζει για τους πιστούς κατά γράμμα καί σπίτια !!! (κασ. 18.9.79, 9.11.82, 8.2.83).

Δεν δέχονται ειδική ιεροσύνη, δεν πιστεύουν σε μετουσίωση -; αλλαγή των Τιμίων Δώρων στην Αγία Κοινωνία θεωρώντας τα όλα αυτά συμβολικά, απορρίπτουν την εξομολόγηση, τά μνημόσυνα, τά άγια λείψανα , τις εικόνες, τον Τίμιο Σταυρό, τις πρεσβείες των αγίων, κλπ. -; κλπ. μη έχοντας αφήσει στην ουσία τίποτα όρθιο από την αρχαία Αποστολική Παράδοση. Μετά από όλες αυτές τίς καταργήσεις δέν μπορούμε νά μιλάμε γιά επάρκεια ιεροσύνης, μια και δεν έχουν καί ουδεμία αποστολική διαδοχή χειροτονιών, από την αρχαία Εκκλησία μέχρι σήμερα !

( Αποσπάσματα ελεύθερης απόδοσης από το βιβλίο "Εγχειρίδιο αιρέσεων και παραχριστιανικών ομάδων" τού π. Αντωνίου Αλεβιζόπουλου )





ΤΑ ΣΗΜΕΙΑ ΤΟΥ ΛΑΘΟΥΣ



Γενικά:

Το θρήσκευμα των Προτεσταντών, είναι μία συρραφή και συνάθροιση αρχαίων Χριστιανικών δογματικών εκτροπών, οι οποίες και έχουν καταδικαστεί από αρχαίες Οικουμενικές Συνόδους. Θα προσπαθήσουμε εδώ να παραθέσουμε τίς βασικές αυτές διαφορές με την αρχαία Εκκλησιαστική ρίζα, πού είναι η Ορθόδοξη Εκκλησία της Ανατολής, και αυτές εδώ θα εξετάσουμε.

Ας δούμε τά σχετικά σημεία

1) Λένε, ότι μάς είναι αρκετή η Αγία Γραφή και το ίδιο το Ευαγγέλιο, γι΄ αυτό καί ονομάζονται Ευαγγελικοί.

Καί ακόμη, ότι οι ερμηνείες των Αγίων Πατέρων της Εκκλησίας ( Αγιος Ιωάννης Χρυσόστομος, Μέγας Βασίλειος, Γρηγόριος Θεολόγος, Μέγας Αθανάσιος κλπ) δεν είναι απαραίτητες, μιά καί ή κατά γράμμα προσωπική εξήγηση τού Ευαγγελίου από τον κάθε άνθρωπο πού πιστεύει στον Χριστό, είναι αρκετή για την σωτηρία του.

Αποτέλεσμα αυτής τής θεωρήσεως γιά " προσωπική εξήγηση " τής Αγίας Γραφής, υπήρξε, η δημιουργία εκατοντάδων αυτοδύναμων «εκκλησιών» και " Σχολών ερμηνείας " τής Αγίας Γραφής, σύμφωνα με τις προσωπικές σκέψεις και προτιμήσεις τού κάθε ανθρώπου, με καταστρεπτικά για την σωτηρία των ψυχών, αποτελέσματα.

Αυτός ο παραμερισμός των αρχαίων Αγίων Πατέρων του Χριστιανισμού, πού με τά θαύματα επικύρωναν τήν εν Θεώ ερμηνεία τους, και αυτή η περιφρονητική «ισοτιμία» τους από τον Προτεσταντικό -; Ευαγγελικό κόσμο, με κάθε κοινό άνθρωπο, έφθανε τελικά στον ίδιο τον Θεό και στις ενέργειές του.

Σήμερα, τά σημεία του λάθους είναι ορατά, και θα λέγαμε θανάσιμα ...;



2) Ισχυρίζονται, ότι τα καλά έργα δεν είναι απαραίτητα για να σωθεί ο άνθρωπος. Μόνο να πιστεύει κανείς, και σώζεται!

Ο ίδιος ο Χριστός όμως παραγγέλνει ότι, «ού πάς ο λέγων μοι, Κύριε, Κύριε, εισελεύσεται εις την βασιλείαν των ουρανών, αλλά ο ποιών το θέλημα τού Πατρός μου του εν ουρανοίς ...;»(Ματθ.7, 21-23).

Ο Ευαγγελιστής Ιωάννης στην Αποκάλυψη αναφέρει ότι οι άνθρωποι κρίνονται από τά έργα τους (Αποκ.20,12).

Και ο Απόστολος Παύλος προσθέτει ότι εάν έχω τέτοια πίστη ώστε να μετακινώ και βουνά, αλλά δεν έχω έργα αγάπης, δεν είμαι τίποτα (Α΄Κορινθ.13,2).



3) Λένε, ότι ο Λούθηρος καθάρισε την Εκκλησία από τά πολλά σφάλματα πού είχε.

Ναι, αλλά αυτά αφορούσαν την Παπική εκκλησία, τά συγχωροχάρτια της, και τις Ιερές εξετάσεις πού έκαιγαν και βασάνιζαν τους ανθρώπους.

Η Ορθόδοξη Εκκλησία ποτέ δεν διέπραξε τέτοια εγκλήματα.

Ο Λούθηρος, προερχόμενος από την Παπική Εκκλησία συγκρούσθηκε με αυτά, διαμαρτυρόμενος . Στους λόγους του μάλιστα εκθείαζε την Ορθόδοξη Εκκλησία γιατί αυτή μόνο κράτησε, έλεγε, την αρχαία Παράδοση. Εν τούτοις, έφτιαξε μία δική του ομολογία, αποφεύγοντας να γυρίσει στην αρχαία ρίζα.

Η Ορθόδοξος Εκκλησία, παρέμεινε ανόθευτη σύμφωνα με τά αρχαία, υπό του Χριστού και των Αγίων Αποστόλων παραδεδομένα πρότυπα, παραμένοντας ως εκ τούτου, και η μόνη αληθινή πού μπορεί να προσφέρει σωτηρία!

4) Κατακρίνουν την προσκύνηση των Αγίων Εικόνων,

Μιλούν για ειδωλολατρία, ξύλα και χρώματα, μή μπορώντας να κατανοήσουν ότι προσκυνώντας ο πιστός τις εικόνες δεν προσκυνά ξύλα και χρώματα ούτε και τά λατρεύει, αλλά η τιμή του διαβαίνει στο πρόσωπο, πού η εικόνα παριστάνει.

Όπως μια μάννα φιλώντας την φωτογραφία του ξενιτεμένου παιδιού της, φέρνει στο μυαλό της με αγάπη το πρόσωπό του, έτσι και ένας Χριστιανός τιμά την κάθε άγια Εικόνα.

Εικόνες συναντάμε από τους πιο αρχαίους χρόνους των Χριστιανικών διωγμών μέσα στις κατακόμβες, και ορισμένες από αυτές θαυματουργούν μέχρι σήμερα.

Γνωστότερες θαυματουργές εικόνες είναι, η Παναγία της Τήνου, η Παναγία 20φοίνισσα στην Μακεδονία, η Παναγία η Μαλεβή στον Αγιο Πέτρο έξω από την Τρίπολη (μέ τό Αγιο Μύρο να τρέχει, τρυπώντας το τζάμι στο κέντρο, και να ευωδιάζει ο τόπος, ή καί τά αυτοκίνητα των προσκυνητών όπως έρχονται, από δεκάδες χιλιόμετρα μακρυά.

Κι΄ ακόμη, πλαστικές μικρές εικονίτσες τής Μαλεβή, να ευωδιάζουν αποπνικτικά σε πιστούς στον Καναδά, στην Αυστραλία κλπ. καί νά τρέχουν μύρο, όπως γράφουν πιστοί άνθρωποι σε επώνυμες αναφορές τους καί σέ αρκετά γράμματά τους...

Οί Άγιες εικόνες, με τά δεκάδες χρυσά αφιερώματα επάνω τους, πού ασφαλώς δεν δόθηκαν έτσι «τσάμπα», αλλά σε ανταπόδοση θαύματος, κρύβουνε πάντα τήν μυστική αλήθεια τής Ορθοδοξίας!

Γιατί εμείς, είναι αλήθεια κι΄ άς μη κρυβόμαστε, ούτε τον πυρετό μας δεν δίνουμε δωρεάν, εάν δέν πρόκειται κάτι νά πάρουμε...



5) Κατακρίνουν την προσκύνηση και την τιμή των Αγίων λειψάνων.

Όμως, τούς Άγιους αυτούς ανθρώπους, και μάλιστα καί μάλιστα τούς μάρτυρες, πού κάηκαν, γδάρθηκαν, τηγανίσθηκαν, ή και αποκεφαλίσθηκαν, αρνούμενοι ως το τέλος να προδώσουν τον Χριστό και την πίστη τους, αυτούς πού ο ίδιος ο Θεός τούς πιστοποιεί μέχρι σήμερα μέ ευωδία λειψάνων και θαυμάτων θεραπείας, μπορούμε εμείς να τους περιφρονούμε σάν ένα τίποτα, θεωρώντας τους ίσους μας;

Είμαστε εμείς στα ύψη τους;

Κάναμε εμείς, για τον Χριστό και την πίστη μας αυτά πού έκαναν εκείνοι;

Ασφαλώς όχι!

Ας έχουμε τουλάχιστον την ταπεινοφροσύνη και το «γνώθι σ΄αυτόν» νά παραδεχθούμε τά «μείον» μας ...;



6) Απορρίπτουν νηστείες, μνημόσυνα, και αποστολικές παραδόσεις.

Κατ΄ αρχάς η νηστεία είναι η πρώτη εντολή του Θεού αλλά και ή αιτία εκπτώσεως τών πρώτων ανθρώπων από τον Παράδεισο, λόγω της ανυπακοής τους!

Την εντολή τής νηστείας,( και μάλιστα τής σαρκικής νηστείας ), σάν πράξη προπαρασκευής και προετοιμασίας τού ανθρώπου για να εισακουσθεί από τον Θεό, την συναντάμε τακτικά στήν Αγία Γραφή.

Ενδεικτικά τήν βλέπουμε, στήν εμφάνιση τού Θεού στό γεμάτο καπνούς και βροντές όρος του Σινά (Εξοδος 19,15), στον Ιωάννη τον Πρόδρομο, στην χειροτονία των πρεσβυτέρων ( χειροτονήσαντες πρεσβυτέρους κατ΄ εκκλησίαν, προσευξάμενοι μετά νηστειών ), Πράξ. Αποστ.ΙΔ΄ 23,

στό " νηστεύσαντες και προσευξάμενοι και επιθέντες αυτοίς τάς χείρας " (Πράξ.Αποστ. ΙΓ¨3), κλπ.

Τά μνημόσυνα για τις ψυχές των πεθαμένων ανήκουν στην αρχαία τάξη, τόσο της Παλαιάς όσο και της Καινής Διαθήκης.

Είναι μία τελευταία προσπάθεια παρακλήσεως προς τόν Θεό, αλλά και πράξη αγάπης τών ζωντανών προς τους πεθαμένους, για να τούς λυπηθεί ο Θεός και να τους σώσει από αμαρτήματα πού εμποδίζουν την σωτηρία τους, στον χώρο εκεί πού βρίσκονται, αδυνατούντες προσωπικά πιά, νά πράξουν οτιδήποτε...

Στο Β΄ Μακαβαίων αναφέρεται " Υπέρ νεκρών προσεύχεσθε " (12,44)

Η Ιερά Παράδοση πού οι Προτεσταντικές ομολογίες απορρίπτουν, (δεχόμενοι μόνο την Αγία Γραφή), είναι ο άγραφος νόμος της Εκκλησίας.

Ακόμη και τά κείμενα της Καινής Διαθήκης μέχρις ότου καταγραφούν από τους τέσσαρες Ευαγγελιστές ήσαν κι΄ αυτά προφορική Παράδοση.

Ο Απόστολος Παύλος αναφέρει " Καθώς παρέδωκα υμίν τάς παραδόσεις κατέχετε " (Α΄Κορινθ.11,2), και αλλού γράφει,

" Αδελφοί, στήκετε και κρατείτε τάς παραδόσεις, άς εδιδάχθητε είτε διά λόγου είτε δι΄ επιστολής ημών " (Β΄Θεσαλον.2,15).



7 ) Αρνούνται, την Παρθενία, αλλά και την Αειπαρθενία,( μετά τήν γέννηση τού Χριστού), αλλά και αγνότητα της Θεοτόκου.

Θεωρούν την Παναγία μας, σάν «μία καλή γυναίκα», πού έκανε όμως και άλλα παιδιά,( επειδή το Ευαγγέλιο αναφέρει ώς αδελφούς τού Κυρίου τά παιδιά τού χήρου Ιωσήφ, από τόν γάμο του πρίν.

Οι ισχυρισμοί όμως αυτοί είναι ανυπόστατοι, γιατί η Μαριάμ αναφέρεται ρητά σαν μνηστή του Ιωσήφ (Ματθ.1,18 και Λουκ.1,27. 2,5), και παρθένος (Λουκ.1,27).

Βλέπουμε ακόμη τον σκανδαλισμό τού Ιωσήφ σαν αντελήφθη την εγκυμοσύνη τής Μαριάμ, και την θέλησή του να τήν διώξει ( μιά και δεν είχε μαζί της τέτοια σχέση), ως ότου πληροφορείται από τον άγγελο τον υπερφυσικό τρόπο συλλήψεως του Χριστού (Ματθ.1, 18-20).

Όμως, πέραν αυτών, θα ήταν ποτέ δυνατόν, και με την ελάχιστη ανθρώπινη λογική, ένα πρόσωπο πού καθαγιάσθηκε μέ την γέννηση τού ενανθρωπίσαντος Υιού τού Μεγάλου Θεού, θα ήταν ποτέ δυνατόν νά ψάχνει γιά γαμπρό γιά να παντρευτεί κάποιον άνθρωπο, σαν μια συνηθισμένη γυναικούλα τού κόσμου, πού σήμερα ξέρουμε, ή τής γειτονιάς πού ζούμε;

Άς μή είμαστε αφελείς, οπωσδήποτε όχι!

Ακόμη και στην αρχαία ειδωλολατρική εποχή, κάποια ξεχωριστά πρόσωπα διατηρούσαν τήν αγνότητά τους, καί εδώ, στήν ζωντανή μας θρησκεία, μετά από ένα τέτοιο μεγάλο θαύμα τού αληθινού Θεού, θά παντρευόταν ή Παναγία μας;



8) Αρνούνται πέντε από τά επτά μυστήρια της Εκκλησίας.

Ο Προτεσταντικές ομολογίες, γενικά, όσα από τόν Χριστιανισμό δέχονται, τά δέχονται σάν απλές, κοσμικές τελετές συμβολικού, και όχι αγιαστικού χαρακτήρα.

Δέν δέχονται τήν ιερωσύνη, τήν εξομολόγηση, τήν Αγία Κοινωνία, τό χρίσμα καί τήν εκ τούτου μετάδοση τού Αγίου Πνεύματος, τό σημείο τού Τιμίου και Ζωοποιού Σταυρού, τόν Μοναχισμό κλπ , ξεχνώντας τήν παράδοση χιλιάδων ετών, από τόν Αγιο Ιωάννη τόν Πρόδρομο, τόν Αγιο Αντώνιο με τους χιλιάδες μοναχούς στήν Αίγυπτο, καθώς και άλλα πολλά, πού λόγω χώρου δεν μπορούμε εδώ να μεταφέρουμε.

Στο βιβλίο " Οι αιρετικοί Προτεστάντες " τού Μητροπολίτου Κορινθίας κ. Παντελεήμονος, γίνεται μία συστηματική καταχώρηση δοξασιών και θέσεων 450 περίπου Προτεσταντικών ομάδων πού υπάρχουν σήμερα, και μία συστηματική αγιογραφική αναίρεση αυτών των δογματικών εκτροπών, βάσει των κειμένων της Αγίας Γραφής και της αρχαίας ερμηνείας τους.



Η ΣΗΜΑΣΙΑ ΤΗΣ ΑΡΧΑΙΑΣ

ΠΑΡΑΔΟΣΗΣ...



" Πορευθέντες μαθητεύσατε πάντα τά Εθνη, βαπτίζοντες αυτούς είς το όνομα του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος" (Ματθ.κη΄19).

Γεννάται όμως το ερώτημα, με ποιόν τρόπο εβάπτιζαν οι Απόστολοι, μιά και τα Ευαγγέλια δεν τό διευκρινίζουν;

Απάντηση στο ερώτημα αυτό, μας δίνει η Ιερά Παράδοση μέσα από τά συγγράμματα των Αποστολικών Πατέρων και μάλιστα μέσα από την αδιάκοπη και επίσημη πράξη της Εκκλησίας από την ίδρυσή της έως σήμερα.

Η Αγία Γραφή μιλάει επίσης περί επιθέσεως χειρών (χειροτονία ιερέων), περί αλείψεως δι΄ελαίου (ευχέλαιον-χρίσμα), κλπ.

Ερωτάται όμως, πρακτικώς πώς γίνονταν αυτά; Και αν η Ιερά Παράδοση μας πληροφορεί συμπληρωματικώς γι΄αυτά, σέ τί αντιφάσκει μέ τήν Αγία Γραφή;

Όταν απορρίπτεται η Παράδοση ως «μύθευμα και εντάλματα ανθρώπων», και το κύρος τής Εκκλησίας ως ανύπαρκτο, το ερώτημα είναι από πού έχουν οι Προτεσταντικές ομολογίες την πληροφορία ότι αυτά τά βιβλία πού κρατάνε καί οι ίδιοι στα χέρια τους, ότι είναι η γνησία, αρχαία Καινή Διαθήκη;

Ασφαλώς από την αρχαία Χριστιανική Παράδοση, τήν οποίαν...αρνούνται.

Και ακόμη.

Από πού παρέλαβαν την αργία της Κυριακής, ενώ η Αγία Γραφή, μιλάει μόνο για αργία Σαββάτου;

Ασφαλώς από τήν Ιερά Παράδοση!

Και τέλος, σέ ποιό μέρος τής Καινής Διαθήκης αναφέρεται ότι τά βιβλία της είναι 27 (πού και οι ίδιοι παραδέχονται.)

Πουθενά!

Το αναφέρει όμως η Ιερά Παράδοση, την οποία δυστυχώς, (επιλεκτικά), την έχουνε καταργήσει ...;

Παραθέσαμε, αυτή την μικρή κατάθεση για τις Προτεσταντικές ομολογίες, με την ελπίδα προβληματισμού και αναθεωρήσεως κάποιων θέσεων, πού μπορούν να φανούν επιζήμιες στήν εν Χριστώ σωτηρία μας ...;

http://orthodox-world.pblogs.gr


Μακάριοι οι πραείς, ότι αυτοί κληρονομήσουσι την γην.

Άβαταρ μέλους
Achilleas
Δημοσιεύσεις: 2088
Εγγραφή: Παρ Ιούλ 27, 2012 7:09 pm

ΤΟ ΜΥΣΤΗΡΙΟ ΤΗΣ ΙΕΡΩΣΥΝΗΣ ΚΑΙ ΠΡΟΤΕΣΤΑΝΤΙΣΜΟΣ

Δημοσίευσηαπό Achilleas » Τετ Απρ 03, 2013 11:44 pm

ΤΟ ΜΥΣΤΗΡΙΟ ΤΗΣ ΙΕΡΩΣΥΝΗΣ

ΣΤΗΝ ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΕΚΚΛΗΣΙΑ

ΚΑΙ ΣΤΙΣ ΠΡΟΤΕΣΤΑΝΤΙΚΕΣ ΑΙΡΕΣΕΙΣ


Εικόνα
(Άρθρο από το έντυπο «Ορθοδοξία και αίρεσις» της Ιεράς Μητροπόλεως Μαντινείας και Κυνουρίας, τεύχ. 67, Μαρτ. - Απρ. 2010).

Ιερεύς Σωτήριος Ο. Αθανασούλιας



Η αμφισβήτηση Εκκλησίας και Ιερωσύνης

Όπως είναι γνωστό, ο Προτεσταντισμός προήλθε ως αντίδραση σε μια σειρά από ανεπίτρεπτες και έξω από το χριστιανικό πνεύμα ενέργειες η υπερβολές του Παπισμού των σκοτεινών χρόνων του Μεσαίωνα. Στην προσπάθειά του να ανεύρει τη χαμένη «αυθεντικότητα», ο Προτεσταντισμός σάρωσε κυριολεκτικά καίρια και αυθεντικά στοιχεία του αρχικού Χριστιανισμού, με αποτέλεσμα να απομακρυνθεί πολύ περισσότερο από την ουσία του. Έτσι προέκυψε για μια ακόμη φορά το φαινόμενο να αντιμετωπίζεται μια αίρεση με μια άλλη, η μάλλον με ένα πλήθος αιρέσεων, και, τελικά, αντί για καλό, να γίνεται περισσότερο κακό.

Από τα πρώτα στοιχεία, που δέχθηκαν έντονη πολεμική, ήταν η Βιβλική και Πατερική αντίληψη για την Εκκλησία. Οι Προτεστάντες αντικατέστησαν αυτή την αντίληψη με μια άλλη, προσαρμοσμένη στα μέτρα τους. Απέρριψαν τον διπλό χαρακτήρα της Εκκλησίας, τον ορατό και αόρατο, με αποτέλεσμα όλες σχεδόν οι προτεσταντικές ομάδες, από εκείνες των ηγετών του κινήματος μέχρι τις σύγχρονες μετεξελίξεις του (Πεντηκοστιανοί, Μάρτυρες του Ιεχωβά κ.α,) να δέχονται και να διακηρύττουν ότι η Εκκλησία είναι κάτι το «πνευματικό» και αόρατο, ότι δεν πρέπει να συγχέεται με θεσμικές μορφές η ιστορικές εκφάνσεις, ότι μόνο ο Χριστός γνωρίζει τα μέλη της κ.α. Στην πραγματικότητα, όμως, κάθε προτεσταντική ομάδα ταυτίζει την αυθεντική Εκκλησία με τον εαυτό της, απορρίπτοντας, συνήθως, όλες τις άλλες.

Την ίδια πολεμική δέχθηκαν και κάποια θεσμικά στοιχεία της Εκκλησίας, όπως τα Μυστήρια και η Ιερωσύνη. Μεταξύ άλλων ο Προτεσταντισμός αμφισβήτησε έντονα και τον θεσμό της Ιερωσύνης. Τον απογύμνωσε από το μυστηριακό του περιεχόμενο (δηλ. δεν τον δέχεται ως Μυστήριο) και αρνήθηκε τον μόνιμο και ανεξάλειπτο χαρακτήρά του, δηλ. δεν δέχεται ότι η ιδιότητα της Ιερωσύνης συνδέεται μόνιμα με το πρόσωπο του φορέως της Κληρικού. Έτσι, ο ρόλος του Ιερέως ενδέχεται να εναλλάσσεται σε κάθε «εκκλησιαστική» σύναξη: σήμερα κάνει αυτό το έργο ο ένας και αύριο ο άλλος η, όπως συνηθέστερα γίνεται, οι «Πάστορες» η οι «Ποιμένες» κάθε «εκκλησίας» ασκούν το έργο τους για ένα διάστημα, κι έπειτα αντικαθίστανται. Σε τελευταία ανάλυση, η Ιερωσύνη δεν προέρχεται από τον Θεό. Ο Ιερεύς δεν «λαμβάνει την τιμήν ... καλούμενος υπό του Θεού» (Εβρ. 5,4), αλλά ασκεί την Ιερωσύνη ως προσωρινό ρόλο, που του αναθέτει η «εκκλησία», όπως ακριβώς μια εταιρεία αναθέτει μια συγκεκριμένη εργασία σ' έναν από τους υπαλλήλους της.

Αντί της γνωστής ειδικής έννοιας της Ιερωσύνης, που συνδέεται με την τέλεση των ιερών Μυστηρίων («μυστηριακή Ιερωσύνη») οι Προτεστάντες προβάλλουν έντονα την έννοια της λεγόμενης «γενικής Ιερωσύνης», βασιζόμενοι στο χωρίο Α' Πέτρ. 2,9. Σύμφωνα με την αντίληψη αυτή, Ιερωσύνη έχουν όλοι οι Χριστιανοί γενικά, άρα όλοι μπορούν να ασκούν το έργο του Ιερέως. Ας δούμε, όμως, κατά πόσο συμβιβάζονται οι αντιλήψεις αυτές με το πνεύμα και το γράμμα της Αγίας Γραφής.



Η Βιβλική Παράδοση για την Ιερωσύνη

Οι αιρέσεις έχουν δίκαιο όταν επικαλούνται την αυθεντία της Αγ. Γραφής, αρκεί, βέβαια, να μη διαστέφουν τη μαρτυρία της. Τι λέει η Αγ. Γραφή για την Ιερωσύνη; Ας αρχίσουμε από την Παλαιά Διαθήκη, αφού «σκιά ο νόμος των μελλόντων αγαθών» (Εβρ. 5,6). Ό,τι υπάρχει εκεί ως σκιά, υπάρχει στην Καινή Διαθήκη ως πραγματικότητα. Στην Π. Διαθήκη η Ιερωσύνη είναι ιδιότητα που συνδέεται με τη λατρεία, την προσφορά των θυσιών. Ο ίδιος ο Θεός επιλέγει τον Ααρών και τους γιούς του και τους εγκαθιστά Ιερείς του («ιερατεύειν μοι», Εξ. 28,1) και μάλιστα ισόβιους: «ιερατεία μοι εις τον αιώνα» (Εξ. 29,9). Ο Ίδιος δίνει λεπτομερείς οδηγίες για τα άμφια, που θα ενδύονται «εις τιμήν και δόξαν» (Εξ. 28,2 εξ.). Ο Ίδιος δίνει εντολές για τον τρόπο εγκατάστασης των Ιερέων (Εξ. 29,1-45), για την προσφορά της λατρείας (Λευ. 1,1 εξ.), για το Θυσιαστήριο, για τα ιερά σκεύη (Εξ. 30,1 εξ.), για τα πάντα.

Χαρακτηριστικό είναι το εξής περιστατικό: Κάποτε επαναστάτησαν εναντίον του Μωϋσή και του Ααρών κάποιοι Ισραηλίτες στην έρημο, με υποκίνηση των Κορέ, Δαθάν και Αβειρών. «Αφού όλος ο λαός είναι άγιος», έλεγαν, «γιατί να ιερατεύει μόνο ο Ααρών και οι οικείοί του;» (Αρ. 16,2 εξ.). «Γιατί να μην προσφέρουμε κι εμείς θυσίες;» (βλ. και τα παρακάτω αναφερόμενα για το «βασίλειον ιεράτευμα» και τη «γενική Ιερωσύνη»). Μάταια ο Μωϋσής προσπαθούσε να τους μεταπείσει. «Αυτούς», απαντούσε, «τους επέλεξε ο ίδιος ο Θεός και τους κάλεσε κοντά Του»: «εξελέξατο εαυτώ, προσηγάγετο προς εαυτόν» (Αρ. 16,5). Τελικά, συγκεντρώθηκε όλος ο λαός, για να προσφέρουν κι αυτοί θυσία. Τότε ο Θεός έδωσε εντολή στον Μωϋσή να απομακρυνθεί ο λαός από την ομάδα αυτή των επαναστατών. Όντως, έτσι έγινε και μαζί τους έμειναν 250 οπαδοί. Συνέβη τότε κάτι φοβερό: άνοιξε η γη και τους κατάπιε! «Εράγη η γη υποκάτω αυτών, και ηνοίχθη η γη και κατέπιεν αυτούς και τους οίκους αυτών και πάντας τους ανθρώπους τους όντας μετά Κορέ και τα κτήνη αυτών» (Αρ. 16,31-32)! Μετά το φοβερό αυτό σημείο, ο Θεός ζήτησε να φέρει ο αρχηγός κάθε φυλής μια ράβδο, με γραμμένο επάνω της το όνομά του. Οι ράβδοι τοποθετήθηκαν στη Σκηνή του Μαρτυρίου (στον Ναό της εποχής) και, όποιου η ράβδος εβλάστανε, αυτός θα ήταν ο εκλεγμένος από τον Θεό Αρχιερέας. Πράγματι, την άλλη μέρα από τις 12 ράβδους είχε βλαστήσει μόνο του Ααρών, αρχηγού της φυλής του Λευί. Αφού δόθηκαν πάλι οι ράβδοι στους αρχηγούς, ο Θεός έδωσε εντολή να τοποθετηθεί η ράβδος του Ααρών μονίμως στο Ιερό, για να θυμούνται οι μελλοντικοί αμφισβητητές της Ιερωσύνης (Αρ. 17,16-28).

Ας δούμε, όμως, και τη μαρτυρία της Καινής Διαθήκης για την Ιερωσύνη. Κατά τον απ. Παύλο, ο Αρχιερεύς των ανθρώπων προέρχεται από τους ίδιους τους ανθρώπους και εγκαθίσταται σ' ένα έργο για χάρη τους, δηλ. στο να προσφέρει θυσίες για τις αμαρτίες μας: «πας γαρ Αρχιερεύς εις το προσφέρειν δώρά τε και θυσίας καθίσταται» (Εβρ. 8,3 και 5,1). Την «τιμήν» της Αρχιερωσύνης δεν την λαμβάνει μόνος του όποιος θέλει, αλλά όποιος καλείται από τον Θεό, όπως ο Ααρών (Εβρ. 5,4). Ο άνθρωπος Αρχιερεύς είναι ατελής, ασθενής πνευματικά και αμαρτωλός. Γι' αυτό προσφέρει τις θυσίες πρώτα για τον εαυτό του (Εβρ. 5,3), αφού έχει τις ίδιες ανάγκες με τον Λαό. Υπάρχει, όμως, και ο τέλειος, ο αιώνιος Αρχιερεύς, δηλ. ο Χριστός (Εβρ, 4,14 εξ.), ο Οποίος δεν προσφέρει θυσίες για τον Εαυτό Του, αλλά μόνο για τους άλλους, ούτε προσφέρει θυσίες κάθε μέρα, αλλά μία μόνο φορά, όταν ανέβηκε στον Σταυρό (Εβρ. 7,27). Αφού ο νόμος είναι σκιά των μελλόντων αγαθών, ότι συμβαίνει στην Καινή Διαθήκη πρέπει να είναι φανέρωση αυτού, που ήδη υπάρχει στην Παλαιά. Στην Π. Διαθήκη υπάρχει η σκιά της τέλειας Ιερωσύνης: η Ιερωσύνη του Μελχισεδέκ, που ήταν «ιερεύς του Θεού του υψίστου» (Εβρ. 7,1). Ο Χριστός είναι Ιερεύς «κατά την τάξιν Μελχισεδέκ» (Εβρ. 7,21) και όχι «κατά την τάξιν Ααρών». Υπάρχει, λοιπόν, η Ιερωσύνη του Μελχισεδέκ στην Π. Διαθήκη και η Ιερωσύνη του Χριστού στην Καινή. Υπάρχει η Ιερωσύνη του Ααρών στην Παλαιά, με τους βαθμούς του Αρχιερέως, των Ιερέων και των Λευϊτών, και η Ιερωσύνη της Εκκλησίας στην Καινή, με τους βαθμούς του Επισκόπου, των Πρεσβυτέρων και των Διακόνων. Υπάρχουν οι θυσίες στην Π. Διαθήκη, ως έργο της Ιερωσύνης, υπάρχει η μία και μοναδική Θυσία (η Θ. Λειτουργία) και τα Μυστήρια της Εκκλησίας στην Καινή.

Με βάση τα παραπάνω οι άγιοι Απόστολοι ήσαν οι πρώτοι Αρχιερείς της Εκκλησίας, που έλαβαν την Ιερωσύνη από τον ίδιο τον Χριστό. Έτσι ο απ. Παύλος ασκεί τα έργα της Ιερωσύνης: τελεί τη Θεία Λειτουργία (Πράξ 20, 11), βαπτίζει (Α' Κορ. 1,14-16), χειροτονεί «πρεσβυτέρους» (Πράξ. 14,23). Προφανώς, το ίδιο κάνουν και οι άλλοι Απόστολοι. Σε ευρύτερες περιοχές ο απ. Παύλος εγκαθιστά συνεργάτες του, με εντολή να καταστήσουν «κατά πόλιν πρεσβυτέρους» (Α' Τιμ. 1,5). «Οι καλώς προεστώτες πρεσβύτεροι» αξίζουν διπλή τιμή (Α' Τιμ. 5,17), η δε κατηγορία «κατά πρεσβυτέρου» δεν πρέπει να γίνεται εύκολα αποδεκτή, παρά μόνο αν στηρίζεται στη μαρτυρία «δύο η τριών μαρτύρων» (Α' Τιμ. 5,19). Ο απ. Παύλος υπενθυμίζει στον Τιμόθεο το «χάρισμα», το οποίο έλαβε «δια της επιθέσεως των χειρών» (Α' Τιμ. 4,14, Β' Τιμ. 1,6), δηλ. την Ιερωσύνη, η οποία σαν χάρισμα, σαν πνευματική σφραγίδα χαρακτηρίζει μόνιμα και αμετάκλητα («ό εστιν εν σοί», Β' Τιμ. 1,6) τον φορέα της. Πηγαίνοντας στα Ιεροσόλυμα ο απ. Παύλος συγκαλεί στη Μίλητο «τους πρεσβυτέρους της εκκλησίας» της Εφέσου και τους απευθύνει μια θαυμάσια ομιλία (Πράξ. 20,17-35). Μεταξύ άλλων λέει: «προσέχετε ουν εαυτοίς και παντί τω ποιμνίω εν ω υμάς το Πνεύμα το Άγιον έθετο επισκόπους, ποιμαίνειν την εκκλησίαν του Θεού» (20,28).

Η μετάδοση της Ιερωσύνης, όπως ήδη αναφέραμε, γίνεται «δια της επιθέσεως των χειρών», δηλαδή με τη Χειροτονία. Μόνο με την πράξη αυτή μεταδίδεται το «χάρισμα» (η Χάρη) της Ιερωσύνης. Ο ίδιος ο απ. Παύλος χειροτονήθηκε από τους Λειτουργούς της Εκκλησίας της Αντιόχειας (Πράξ. 13,1-3). Ο ίδιος στη συνέχεια (Β' Τιμ. 1,6) μαζί με τους πρεσβυτέρους (Α' Τιμ. 4,14) χειροτόνησε τον Τιμόθεο. Με τον Βαρνάβα χειροτονεί («χειροτονήσαντες») «πρεσβυτέρους κατ' εκκλησίαν» (Πράξ. 14,23) στις περιοχές Δέρβης, Λύστρων και Αντιόχειας της Πισσιδίας. Για να έχει κάποιος Ιερωσύνη, πρέπει να την έχει λάβει από άλλους που την είχαν νωρίτερα, εκείνοι από παλαιότερους κοκ. Έτσι δημιουργείται μια αλυσίδα μετάδοσης της Ιερωσύνης μέσω της Χειροτονίας, που φθάνει στους πρώτους Επισκόπους, στους Αποστόλους και στον ίδιο τον Χριστό. Η αλυσίδα αυτή ονομάζεται Αποστολική Διαδοχή και, αν κοπεί, δεν υπάρχει ούτε Ιερωσύνη, ούτε Εκκλησία. Ένας λόγος που πολεμούν οι αιρέσεις την Ιερωσύνη είναι επειδή δεν έχουν Αποστολική Διαδοχή, αφού πρόκειται για νεότερες ομάδες, που είναι αδύνατο να έχουν οποιαδήποτε σύνδεση με την Εκκλησία των Αποστόλων.



Το «βασίλειον ιεράτευμα»

Στο χωρίο Α' Πέτρ. 2,9 υπάρχει η μοναδική αναφορά της Καινής Διαθήκης στο «βασίλειον ιεράτευμα», δηλ. στη λεγόμενη «γενική Ιερωσύνη». Εκεί ο απ. Πέτρος (πρβλ. Αποκ. 1,6, 5,10), αναφέρεται σε κάποια βασιλική και ιερατική ιδιότητα, που έχουν όλα τα μέλη της Εκκλησίας. Ταυτίζεται, όμως, η αυτή «γενική Ιερωσύνη» με την «ειδική Ιερωσύνη», που συνδέεται με την τέλεση των Μυστηρίων της Εκκλησίας; Απ' όσα αναφέραμε, φαίνεται ήδη ότι δεν ταυτίζεται, αλλά πρόκειται για δύο διαφορετικές πραγματικότητες, που υπάρχουν παράλληλα στην Εκκλησία και η μία δεν αναιρεί την άλλη.

Όσοι χρησιμοποιούν το παραπάνω χωρίο, παραβλέπουν το γεγονός ότι εκεί ο απ. Πέτρος χρησιμοποιεί λόγους της Παλαιάς Διαθήκης και όχι δικούς του. Συγκεκριμένα αναφέρεται στο χωρίο Εξ. 19,5-6: «υμείς δε έσεσθέ μοι βασίλειον ιεράτευμα και έθνος άγιον», που σημαίνει ότι «γενική Ιερωσύνη» («βασίλειον ιεράτευμα») υπήρχε και στην Π. Διαθήκη. Αυτή, όμως, η Ιερωσύνη δεν ήταν για την προσφορά των θυσιών, για τη λατρεία του Θεού, γι' αυτό υπήρχε και η άλλη Ιερωσύνη, η «ειδική», η Ιερωσύνη του Ααρών. Όπως, λοιπόν, στην Π. Διαθήκη υπήρχε «γενική» και «ειδική» Ιερωσύνη, έτσι και στην Καινή (Εκκλησία) υπάρχει «γενική» και «ειδική» Ιερωσύνη. Είναι χαρακτηριστικό ότι όλες οι μαρτυρίες της Αγ. Γραφής, που παραθέσαμε, αναφέρονται στην «ειδική» Ιερωσύνη και όχι στη «γενική».

Τι ακριβώς είναι η «γενική Ιερωσύνη»; Ποια ιερατική ιδιότητα έχουν όλα τα μέλη της Εκκλησίας; Για να το καταλάβουμε αυτό, ας θυμηθούμε ότι βασικό έργο του Ιερέως είναι να προσφέρει θυσίες στον Θεό. Κάθε Χριστιανός, λοιπόν, που ανήκει στο βασιλικό και ιερατικό γένος («βασίλειον ιεράτευμα»), προσφέρει θυσία στον Θεό ολόκληρο τον εαυτό του, δηλ. το σώμα του, την ψυχή του, τα έργα του, τα πάντα. Και ο Θεός τα ευλογεί αυτά και τα αγιάζει, ώστε ο πιστός να τα απολαμβάνει ευλογημένα και αγιασμένα. Με αυτήν την έννοια κάθε Χριστιανός γίνεται Ιερέας του εαυτού του. Στη Θ. Λειτουργία ακούμε την προτροπή: «εαυτούς και αλλήλους και πάσαν την ζωήν ημών Χριστώ τω Θεώ παραθώμεθα», δηλ. τον εαυτό μας και τους άλλους (όσους εξαρτώνται από μας) και ολόκληρη τη ζωή μας ας την εναποθέσουμε στα χέρια του Χριστού. Και ο απ. Παύλος λέει χαρακτηριστικά: «παρακαλώ ουν υμάς, αδελφοί, ... παραστήσαι τα σώματα υμών θυσίαν ζώσαν, αγίαν, ευάρεστον τω Θεώ», δηλ. σάς παρακαλώ, αδελφοί, να προσφέρετε τους εαυτούς σας θυσία ζωντανή, αγία, ευάρεστη στον Θεό (Ρωμ. 12,1). Αυτή ακριβώς είναι η έννοια της «γενικής Ιερωσύνης».



Το πολίτευμα της πρώτης Εκκλησίας

Οι Προτεστάντες αμφισβητούν συνήθως το πολίτευμα της αρχέγονης Εκκλησίας, προβάλλοντας τον ισχυρισμό ότι στην Κ. Διαθήκη, δεν υπάρχει το γνωστό σχήμα Επίσκοπος, Πρεσβύτεροι, Διάκονοι, ότι οι όροι «πρεσβύτεροι» και «επίσκοποι» εναλλάσσονται στην Κ. Διαθήκη, ότι επικεφαλής των αποστολικών Εκκλησιών είναι συνήθως μια ομάδα «πρεσβυτέρων» και ότι ουσιαστικά απουσιάζει ο θεσμός του Επισκόπου. Πολλές αιρέσεις ισχυρίζονται ότι το εκκλησιαστικό πολίτευμα με τη σημερινή του μορφή είναι αποτέλεσμα της «αποστασίας της Εκκλησίας»! Όμως, σύμφωνα με τις αιρέσεις αυτές, η Εκκλησία «αποστάτησε» και έγινε «πόρνη»! (Μάρτυρες του Ιεχωβά κ.α.) τον 4ο αιώνα επί αγ. Κων/νου, αγ. Αθανασίου και Α' Οικουμενικής Συνόδου, ενώ το πολίτευμα της Εκκλησίας με τη σημερινή του μορφή (Επίσκοπος, Πρεσβύτεροι, Διάκονοι) έχει ήδη παγιωθεί δύο αιώνες νωρίτερα, στις αρχές του 2ου αιώνα, όπως μαρτυρεί σαφώς ο άγ. Ιγνάτιος Αντιοχείας (50-113 μ.Χ.). Ο άγ. Ιγνάτιος ήταν μαθητής του αποστόλου Ιωάννου του Θεολόγου, δηλ. ανήκει σχεδόν στην αποστολική εποχή.

Όντως, στην Κ. Διαθήκη οι όροι «πρεσβύτεροι» και «επίσκοποι» εναλλάσσονται (Πράξ. 20,17-28). Αυτό δημιουργεί πρόβλημα στις πληροφορίες μας για το πολίτευμα της πρώτης Εκκλησίας, όμως, το πρόβλημα αυτό είναι μόνο ιστορικό και όχι θεολογικό. Αυτό που μας ενδιαφέρει είναι αν υπάρχουν οι θεσμοί του Επισκόπου, των Πρεσβυτέρων και των Διακόνων στην Κ. Διαθήκη και όχι τα ονόματα με τα οποία αναφέρονται. Όντως, οι θεσμοί υπάρχουν (βλ. σχετικές μελέτες του Καθηγητού Γερασίμου Κονιδάρη), όσο, όμως, ζούσαν οι άγ. Απόστολοι, επισκιάζονται απ' αυτούς και δεν προβάλλονται ιδιαίτερα. Όπου φαίνεται να ηγούνται της Εκκλησίας «πρεσβύτεροι» (Πράξ. 20, 17), συνήθως μεταξύ αυτών υπερέχει ο ένας, ο οποίος στις πηγές της εποχής διακρίνεται είτε με το όνομά του, είτε με τον χαρακτηρισμό «ο πρεσβύτερος» (πρβλ. Β' Ιω. 1,1, Γ' Ιω. 1). Έτσι, κάποιος, ονομαζόμενος Διοτρεφής, «φιλοπρωτεύων» (άνθρωπος με εξουσία) σε μια τοπική Εκκλησία, φθάνει σε σημείο να μην «επιδέχεται» τον ευαγγελιστή Ιωάννη (Γ' Ιω. 9-10)! Στην Αποκάλυψη ο επικεφαλής κάθε τοπικής Εκκλησίας αποκαλείται «άγγελος» (1,20, 2,1, 2,8 κ.α.). Σε σύντομο χρονικό διάστημα επικράτησε ο ένας «πρεσβύτερος», ο διακρινόμενος από τους άλλους, να ονομάζεται «επίσκοπος» και όλοι οι άλλοι να ονομάζονται «πρεσβύτεροι». Για τον βαθμό του Διακόνου δεν υπάρχουν συνήθως αμφισβητήσεις.

Κατά το άγιο Ιγνάτιο, ο Επίσκοπος εικονίζει τον Χριστό. Προσφέρει τη Θεία Ευχαριστία και προίσταται της τοπικής Εκκλησίας «εις τύπον και τόπον Χριστού». Οι Πρεσβύτεροι περιστοιχίζουν τον Επίσκοπο «εις τύπον συνεδρίου των Αποστόλων». Τίποτε στην Εκκλησία δεν πρέπει να γίνεται χωρίς τη γνώμη του Επισκόπου. Οι Διάκονοι, τέλος, είναι υπηρέτες Θεού. «Χωρίς τούτων», δηλ. χωρίς Επίσκοπο, Πρεσβυτέρους και Διακόνους, «Εκκλησία ου καλείται», δηλ. δεν υπάρχει Εκκλησία κατά τον άγ. Ιγνάτιο.



Συμπεράσματα

Απ' όσα αναφέραμε φαίνεται σαφώς ότι η Ιερωσύνη είναι κάτι αναγκαίο για τη σωτηρία μας. Ο ίδιος ο Θεός την έδωσε ως δώρο για να σωζόμεθα και την συνέδεσε με τον Εαυτό Του, με την Ενσάρκωσή Του και με τη Θυσία Του πάνω στον Σταυρό. Σκοπός της είναι να επιτελείται η «ανάμνηση» της Θυσίας του Χριστού στη Θ. Λειτουργία, δηλ. να μεταβάλλονται τα Δώρα της Ευχαριστίας σε Σώμα και Αίμα του Χριστού, για να κοινωνούν οι βαπτισμένοι «εις άφεσιν αμαρτιών και εις ζωήν αιώνιον». Χωρίς την Ιερωσύνη δεν θα μπορούσαν να τελεσθούν η Θ. Λειτουργία και τα Μυστήρια, άρα κανείς δεν θα μπορούσε να σωθεί. Η Ιερωσύνη είναι ειδικό «χάρισμα» (Α' Τιμ. 4,14, Β' Τιμ. 1,6), που δίνεται σε όσους επιλέγει ο Θεός, μέσω των θεσμών της Εκκλησίας Του. Το χάρισμα αυτό είναι τόσο μεγάλο, ώστε συνδέεται μόνιμα με τα πρόσωπα που το λαμβάνουν. Κανείς δεν μπορεί να τελέσει τα έργα της Ιερωσύνης, αν δεν του έχει δοθεί αυτό το χάρισμα και αν δεν έχει κληθεί από τον Θεό. Στην Π. Διαθήκη ο Θεός κατέστρεψε, όπως είδαμε, όσους θέλησαν από μόνοι τους, αυθαίρετα, να ασκήσουν αυτό το έργο. Σκιά της πραγματικής Ιερωσύνης είναι η Ιερωσύνη της Π. Διαθήκης. Η σκιά αυτή «παρήλθεν», αφού έχει έλθει ήδη η πραγματικότητα. Επειδή μέσω της Ιερωσύνης και των Μυστηρίων επιτελείται η αναγέννηση και η σωτηρία μας, αποκαλούμε συνήθως τους Ιερείς «πατέρες» και εκείνοι μας αποκαλούν «τέκνα» τους. Οι εκφράσεις αυτές πρέπει να νοούνται σχετικά και όχι απόλυτα, γιατί εκείνος, ο οποίος πραγματικά αναγεννά και σώζει μέσω των Ιερέων Του είναι ίδιος ο Θεός (Ματθ. 23,8). Αυτή είναι η σαφέστατη μαρτυρία της Αγ. Γραφής (Παλαιάς και Καινής Διαθήκης) για την Ιερωσύνη, την οποία μόνο κάποιος πνευματικά τυφλός αδυνατεί να διακρίνει.



Ιερεύς Σωτήριος Ο. Αθανασούλιας

http://www.egolpion.net


Μακάριοι οι πραείς, ότι αυτοί κληρονομήσουσι την γην.

Άβαταρ μέλους
Achilleas
Δημοσιεύσεις: 2088
Εγγραφή: Παρ Ιούλ 27, 2012 7:09 pm

Αμφισβήτηση του Μυστηρίου της Ιερωσύνης από τους Προτεστάντες

Δημοσίευσηαπό Achilleas » Πέμ Νοέμ 21, 2013 11:24 pm

ΤΟ ΜΥΣΤΗΡΙΟ ΤΗΣ ΙΕΡΩΣΥΝΗΣ ΣΤΗΝ ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΚΑΙ ΣΤΙΣ ΠΡΟΤΕΣΤΑΝΤΙΚΕΣ ΑΙΡΕΣΕΙΣ

Εικόνα

ΤΟ ΜΥΣΤΗΡΙΟ ΤΗΣ ΙΕΡΩΣΥΝΗΣ
ΣΤΗΝ ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΕΚΚΛΗΣΙΑ
ΚΑΙ ΣΤΙΣ ΠΡΟΤΕΣΤΑΝΤΙΚΕΣ ΑΙΡΕΣΕΙΣ

(Άρθρο από το έντυπο «Ορθοδοξία και αίρεσις» της Ιεράς Μητροπόλεως Μαντινείας και Κυνουρίας, τεύχ. 67, Μαρτ. - Απρ. 2010).
Ιερεύς Σωτήριος Ο. Αθανασούλιας

Η αμφισβήτηση Εκκλησίας και Ιερωσύνης
Όπως είναι γνωστό, ο Προτεσταντισμός προήλθε ως αντίδραση σε μια σειρά από ανεπίτρεπτες και έξω από το χριστιανικό πνεύμα ενέργειες η υπερβολές του Παπισμού των σκοτεινών χρόνων του Μεσαίωνα. Στην προσπάθειά του να ανεύρει τη χαμένη «αυθεντικότητα», ο Προτεσταντισμός σάρωσε κυριολεκτικά καίρια και αυθεντικά στοιχεία του αρχικού Χριστιανισμού, με αποτέλεσμα να απομακρυνθεί πολύ περισσότερο από την ουσία του. Έτσι προέκυψε για μια ακόμη φορά το φαινόμενο να αντιμετωπίζεται μια αίρεση με μια άλλη, η μάλλον με ένα πλήθος αιρέσεων, και, τελικά, αντί για καλό, να γίνεται περισσότερο κακό.
Από τα πρώτα στοιχεία, που δέχθηκαν έντονη πολεμική, ήταν η Βιβλική και Πατερική αντίληψη για την Εκκλησία. Οι Προτεστάντες αντικατέστησαν αυτή την αντίληψη με μια άλλη, προσαρμοσμένη στα μέτρα τους. Απέρριψαν τον διπλό χαρακτήρα της Εκκλησίας, τον ορατό και αόρατο, με αποτέλεσμα όλες σχεδόν οι προτεσταντικές ομάδες, από εκείνες των ηγετών του κινήματος μέχρι τις σύγχρονες μετεξελίξεις του (Πεντηκοστιανοί, Μάρτυρες του Ιεχωβά κ.α,) να δέχονται και να διακηρύττουν ότι η Εκκλησία είναι κάτι το «πνευματικό» και αόρατο, ότι δεν πρέπει να συγχέεται με θεσμικές μορφές η ιστορικές εκφάνσεις, ότι μόνο ο Χριστός γνωρίζει τα μέλη της κ.α. Στην πραγματικότητα, όμως, κάθε προτεσταντική ομάδα ταυτίζει την αυθεντική Εκκλησία με τον εαυτό της, απορρίπτοντας, συνήθως, όλες τις άλλες.

Την ίδια πολεμική δέχθηκαν και κάποια θεσμικά στοιχεία της Εκκλησίας, όπως τα Μυστήρια και η Ιερωσύνη. Μεταξύ άλλων ο Προτεσταντισμός αμφισβήτησε έντονα και τον θεσμό της Ιερωσύνης. Τον απογύμνωσε από το μυστηριακό του περιεχόμενο (δηλ. δεν τον δέχεται ως Μυστήριο) και αρνήθηκε τον μόνιμο και ανεξάλειπτο χαρακτήρά του, δηλ. δεν δέχεται ότι η ιδιότητα της Ιερωσύνης συνδέεται μόνιμα με το πρόσωπο του φορέως της Κληρικού. Έτσι, ο ρόλος του Ιερέως ενδέχεται να εναλλάσσεται σε κάθε «εκκλησιαστική» σύναξη: σήμερα κάνει αυτό το έργο ο ένας και αύριο ο άλλος η, όπως συνηθέστερα γίνεται, οι «Πάστορες» η οι «Ποιμένες» κάθε «εκκλησίας» ασκούν το έργο τους για ένα διάστημα, κι έπειτα αντικαθίστανται. Σε τελευταία ανάλυση, η Ιερωσύνη δεν προέρχεται από τον Θεό. Ο Ιερεύς δεν «λαμβάνει την τιμήν ... καλούμενος υπό του Θεού» (Εβρ. 5,4), αλλά ασκεί την Ιερωσύνη ως προσωρινό ρόλο, που του αναθέτει η «εκκλησία», όπως ακριβώς μια εταιρεία αναθέτει μια συγκεκριμένη εργασία σ' έναν από τους υπαλλήλους της.
Αντί της γνωστής ειδικής έννοιας της Ιερωσύνης, που συνδέεται με την τέλεση των ιερών Μυστηρίων («μυστηριακή Ιερωσύνη») οι Προτεστάντες προβάλλουν έντονα την έννοια της λεγόμενης «γενικής Ιερωσύνης», βασιζόμενοι στο χωρίο Α' Πέτρ. 2,9. Σύμφωνα με την αντίληψη αυτή, Ιερωσύνη έχουν όλοι οι Χριστιανοί γενικά, άρα όλοι μπορούν να ασκούν το έργο του Ιερέως. Ας δούμε, όμως, κατά πόσο συμβιβάζονται οι αντιλήψεις αυτές με το πνεύμα και το γράμμα της Αγίας Γραφής.

Η Βιβλική Παράδοση για την Ιερωσύνη
Οι αιρέσεις έχουν δίκαιο όταν επικαλούνται την αυθεντία της Αγ. Γραφής, αρκεί, βέβαια, να μη διαστέφουν τη μαρτυρία της. Τι λέει η Αγ. Γραφή για την Ιερωσύνη; Ας αρχίσουμε από την Παλαιά Διαθήκη, αφού «σκιά ο νόμος των μελλόντων αγαθών» (Εβρ. 5,6). Ό,τι υπάρχει εκεί ως σκιά, υπάρχει στην Καινή Διαθήκη ως πραγματικότητα. Στην Π. Διαθήκη η Ιερωσύνη είναι ιδιότητα που συνδέεται με τη λατρεία, την προσφορά των θυσιών. Ο ίδιος ο Θεός επιλέγει τον Ααρών και τους γιούς του και τους εγκαθιστά Ιερείς του («ιερατεύειν μοι», Εξ. 28,1) και μάλιστα ισόβιους: «ιερατεία μοι εις τον αιώνα» (Εξ. 29,9). Ο Ίδιος δίνει λεπτομερείς οδηγίες για τα άμφια, που θα ενδύονται «εις τιμήν και δόξαν» (Εξ. 28,2 εξ.). Ο Ίδιος δίνει εντολές για τον τρόπο εγκατάστασης των Ιερέων (Εξ. 29,1-45), για την προσφορά της λατρείας (Λευ. 1,1 εξ.), για το Θυσιαστήριο, για τα ιερά σκεύη (Εξ. 30,1 εξ.), για τα πάντα.
Χαρακτηριστικό είναι το εξής περιστατικό: Κάποτε επαναστάτησαν εναντίον του Μωϋσή και του Ααρών κάποιοι Ισραηλίτες στην έρημο, με υποκίνηση των Κορέ, Δαθάν και Αβειρών. «Αφού όλος ο λαός είναι άγιος», έλεγαν, «γιατί να ιερατεύει μόνο ο Ααρών και οι οικείοί του;» (Αρ. 16,2 εξ.). «Γιατί να μην προσφέρουμε κι εμείς θυσίες;» (βλ. και τα παρακάτω αναφερόμενα για το «βασίλειον ιεράτευμα» και τη «γενική Ιερωσύνη»). Μάταια ο Μωϋσής προσπαθούσε να τους μεταπείσει. «Αυτούς», απαντούσε, «τους επέλεξε ο ίδιος ο Θεός και τους κάλεσε κοντά Του»: «εξελέξατο εαυτώ, προσηγάγετο προς εαυτόν» (Αρ. 16,5). Τελικά, συγκεντρώθηκε όλος ο λαός, για να προσφέρουν κι αυτοί θυσία. Τότε ο Θεός έδωσε εντολή στον Μωϋσή να απομακρυνθεί ο λαός από την ομάδα αυτή των επαναστατών. Όντως, έτσι έγινε και μαζί τους έμειναν 250 οπαδοί. Συνέβη τότε κάτι φοβερό: άνοιξε η γη και τους κατάπιε! «Εράγη η γη υποκάτω αυτών, και ηνοίχθη η γη και κατέπιεν αυτούς και τους οίκους αυτών και πάντας τους ανθρώπους τους όντας μετά Κορέ και τα κτήνη αυτών» (Αρ. 16,31-32)! Μετά το φοβερό αυτό σημείο, ο Θεός ζήτησε να φέρει ο αρχηγός κάθε φυλής μια ράβδο, με γραμμένο επάνω της το όνομά του. Οι ράβδοι τοποθετήθηκαν στη Σκηνή του Μαρτυρίου (στον Ναό της εποχής) και, όποιου η ράβδος εβλάστανε, αυτός θα ήταν ο εκλεγμένος από τον Θεό Αρχιερέας. Πράγματι, την άλλη μέρα από τις 12 ράβδους είχε βλαστήσει μόνο του Ααρών, αρχηγού της φυλής του Λευί. Αφού δόθηκαν πάλι οι ράβδοι στους αρχηγούς, ο Θεός έδωσε εντολή να τοποθετηθεί η ράβδος του Ααρών μονίμως στο Ιερό, για να θυμούνται οι μελλοντικοί αμφισβητητές της Ιερωσύνης (Αρ. 17,16-28).
Ας δούμε, όμως, και τη μαρτυρία της Καινής Διαθήκης για την Ιερωσύνη. Κατά τον απ. Παύλο, ο Αρχιερεύς των ανθρώπων προέρχεται από τους ίδιους τους ανθρώπους και εγκαθίσταται σ' ένα έργο για χάρη τους, δηλ. στο να προσφέρει θυσίες για τις αμαρτίες μας: «πας γαρ Αρχιερεύς εις το προσφέρειν δώρά τε και θυσίας καθίσταται» (Εβρ. 8,3 και 5,1). Την «τιμήν» της Αρχιερωσύνης δεν την λαμβάνει μόνος του όποιος θέλει, αλλά όποιος καλείται από τον Θεό, όπως ο Ααρών (Εβρ. 5,4). Ο άνθρωπος Αρχιερεύς είναι ατελής, ασθενής πνευματικά και αμαρτωλός. Γι' αυτό προσφέρει τις θυσίες πρώτα για τον εαυτό του (Εβρ. 5,3), αφού έχει τις ίδιες ανάγκες με τον Λαό. Υπάρχει, όμως, και ο τέλειος, ο αιώνιος Αρχιερεύς, δηλ. ο Χριστός (Εβρ, 4,14 εξ.), ο Οποίος δεν προσφέρει θυσίες για τον Εαυτό Του, αλλά μόνο για τους άλλους, ούτε προσφέρει θυσίες κάθε μέρα, αλλά μία μόνο φορά, όταν ανέβηκε στον Σταυρό (Εβρ. 7,27). Αφού ο νόμος είναι σκιά των μελλόντων αγαθών, ότι συμβαίνει στην Καινή Διαθήκη πρέπει να είναι φανέρωση αυτού, που ήδη υπάρχει στην Παλαιά. Στην Π. Διαθήκη υπάρχει η σκιά της τέλειας Ιερωσύνης: η Ιερωσύνη του Μελχισεδέκ, που ήταν «ιερεύς του Θεού του υψίστου» (Εβρ. 7,1). Ο Χριστός είναι Ιερεύς «κατά την τάξιν Μελχισεδέκ» (Εβρ. 7,21) και όχι «κατά την τάξιν Ααρών». Υπάρχει, λοιπόν, η Ιερωσύνη του Μελχισεδέκ στην Π. Διαθήκη και η Ιερωσύνη του Χριστού στην Καινή. Υπάρχει η Ιερωσύνη του Ααρών στην Παλαιά, με τους βαθμούς του Αρχιερέως, των Ιερέων και των Λευϊτών, και η Ιερωσύνη της Εκκλησίας στην Καινή, με τους βαθμούς του Επισκόπου, των Πρεσβυτέρων και των Διακόνων. Υπάρχουν οι θυσίες στην Π. Διαθήκη, ως έργο της Ιερωσύνης, υπάρχει η μία και μοναδική Θυσία (η Θ. Λειτουργία) και τα Μυστήρια της Εκκλησίας στην Καινή.
Με βάση τα παραπάνω οι άγιοι Απόστολοι ήσαν οι πρώτοι Αρχιερείς της Εκκλησίας, που έλαβαν την Ιερωσύνη από τον ίδιο τον Χριστό. Έτσι ο απ. Παύλος ασκεί τα έργα της Ιερωσύνης: τελεί τη Θεία Λειτουργία (Πράξ 20, 11), βαπτίζει (Α' Κορ. 1,14-16), χειροτονεί «πρεσβυτέρους» (Πράξ. 14,23). Προφανώς, το ίδιο κάνουν και οι άλλοι Απόστολοι. Σε ευρύτερες περιοχές ο απ. Παύλος εγκαθιστά συνεργάτες του, με εντολή να καταστήσουν «κατά πόλιν πρεσβυτέρους» (Α' Τιμ. 1,5). «Οι καλώς προεστώτες πρεσβύτεροι» αξίζουν διπλή τιμή (Α' Τιμ. 5,17), η δε κατηγορία «κατά πρεσβυτέρου» δεν πρέπει να γίνεται εύκολα αποδεκτή, παρά μόνο αν στηρίζεται στη μαρτυρία «δύο η τριών μαρτύρων» (Α' Τιμ. 5,19). Ο απ. Παύλος υπενθυμίζει στον Τιμόθεο το «χάρισμα», το οποίο έλαβε «δια της επιθέσεως των χειρών» (Α' Τιμ. 4,14, Β' Τιμ. 1,6), δηλ. την Ιερωσύνη, η οποία σαν χάρισμα, σαν πνευματική σφραγίδα χαρακτηρίζει μόνιμα και αμετάκλητα («ό εστιν εν σοί», Β' Τιμ. 1,6) τον φορέα της. Πηγαίνοντας στα Ιεροσόλυμα ο απ. Παύλος συγκαλεί στη Μίλητο «τους πρεσβυτέρους της εκκλησίας» της Εφέσου και τους απευθύνει μια θαυμάσια ομιλία (Πράξ. 20,17-35). Μεταξύ άλλων λέει: «προσέχετε ουν εαυτοίς και παντί τω ποιμνίω εν ω υμάς το Πνεύμα το Άγιον έθετο επισκόπους, ποιμαίνειν την εκκλησίαν του Θεού» (20,28).
Η μετάδοση της Ιερωσύνης, όπως ήδη αναφέραμε, γίνεται «δια της επιθέσεως των χειρών», δηλαδή με τη Χειροτονία. Μόνο με την πράξη αυτή μεταδίδεται το «χάρισμα» (η Χάρη) της Ιερωσύνης. Ο ίδιος ο απ. Παύλος χειροτονήθηκε από τους Λειτουργούς της Εκκλησίας της Αντιόχειας (Πράξ. 13,1-3). Ο ίδιος στη συνέχεια (Β' Τιμ. 1,6) μαζί με τους πρεσβυτέρους (Α' Τιμ. 4,14) χειροτόνησε τον Τιμόθεο. Με τον Βαρνάβα χειροτονεί («χειροτονήσαντες») «πρεσβυτέρους κατ' εκκλησίαν» (Πράξ. 14,23) στις περιοχές Δέρβης, Λύστρων και Αντιόχειας της Πισσιδίας. Για να έχει κάποιος Ιερωσύνη, πρέπει να την έχει λάβει από άλλους που την είχαν νωρίτερα, εκείνοι από παλαιότερους κοκ. Έτσι δημιουργείται μια αλυσίδα μετάδοσης της Ιερωσύνης μέσω της Χειροτονίας, που φθάνει στους πρώτους Επισκόπους, στους Αποστόλους και στον ίδιο τον Χριστό. Η αλυσίδα αυτή ονομάζεται Αποστολική Διαδοχή και, αν κοπεί, δεν υπάρχει ούτε Ιερωσύνη, ούτε Εκκλησία. Ένας λόγος που πολεμούν οι αιρέσεις την Ιερωσύνη είναι επειδή δεν έχουν Αποστολική Διαδοχή, αφού πρόκειται για νεότερες ομάδες, που είναι αδύνατο να έχουν οποιαδήποτε σύνδεση με την Εκκλησία των Αποστόλων.

Το «βασίλειον ιεράτευμα»
Στο χωρίο Α' Πέτρ. 2,9 υπάρχει η μοναδική αναφορά της Καινής Διαθήκης στο «βασίλειον ιεράτευμα», δηλ. στη λεγόμενη «γενική Ιερωσύνη». Εκεί ο απ. Πέτρος (πρβλ. Αποκ. 1,6, 5,10), αναφέρεται σε κάποια βασιλική και ιερατική ιδιότητα, που έχουν όλα τα μέλη της Εκκλησίας. Ταυτίζεται, όμως, η αυτή «γενική Ιερωσύνη» με την «ειδική Ιερωσύνη», που συνδέεται με την τέλεση των Μυστηρίων της Εκκλησίας; Απ' όσα αναφέραμε, φαίνεται ήδη ότι δεν ταυτίζεται, αλλά πρόκειται για δύο διαφορετικές πραγματικότητες, που υπάρχουν παράλληλα στην Εκκλησία και η μία δεν αναιρεί την άλλη.
Όσοι χρησιμοποιούν το παραπάνω χωρίο, παραβλέπουν το γεγονός ότι εκεί ο απ. Πέτρος χρησιμοποιεί λόγους της Παλαιάς Διαθήκης και όχι δικούς του. Συγκεκριμένα αναφέρεται στο χωρίο Εξ. 19,5-6: «υμείς δε έσεσθέ μοι βασίλειον ιεράτευμα και έθνος άγιον», που σημαίνει ότι «γενική Ιερωσύνη» («βασίλειον ιεράτευμα») υπήρχε και στην Π. Διαθήκη. Αυτή, όμως, η Ιερωσύνη δεν ήταν για την προσφορά των θυσιών, για τη λατρεία του Θεού, γι' αυτό υπήρχε και η άλλη Ιερωσύνη, η «ειδική», η Ιερωσύνη του Ααρών. Όπως, λοιπόν, στην Π. Διαθήκη υπήρχε «γενική» και «ειδική» Ιερωσύνη, έτσι και στην Καινή (Εκκλησία) υπάρχει «γενική» και «ειδική» Ιερωσύνη. Είναι χαρακτηριστικό ότι όλες οι μαρτυρίες της Αγ. Γραφής, που παραθέσαμε, αναφέρονται στην «ειδική» Ιερωσύνη και όχι στη «γενική».
Τι ακριβώς είναι η «γενική Ιερωσύνη»; Ποια ιερατική ιδιότητα έχουν όλα τα μέλη της Εκκλησίας; Για να το καταλάβουμε αυτό, ας θυμηθούμε ότι βασικό έργο του Ιερέως είναι να προσφέρει θυσίες στον Θεό. Κάθε Χριστιανός, λοιπόν, που ανήκει στο βασιλικό και ιερατικό γένος («βασίλειον ιεράτευμα»), προσφέρει θυσία στον Θεό ολόκληρο τον εαυτό του, δηλ. το σώμα του, την ψυχή του, τα έργα του, τα πάντα. Και ο Θεός τα ευλογεί αυτά και τα αγιάζει, ώστε ο πιστός να τα απολαμβάνει ευλογημένα και αγιασμένα. Με αυτήν την έννοια κάθε Χριστιανός γίνεται Ιερέας του εαυτού του. Στη Θ. Λειτουργία ακούμε την προτροπή: «εαυτούς και αλλήλους και πάσαν την ζωήν ημών Χριστώ τω Θεώ παραθώμεθα», δηλ. τον εαυτό μας και τους άλλους (όσους εξαρτώνται από μας) και ολόκληρη τη ζωή μας ας την εναποθέσουμε στα χέρια του Χριστού. Και ο απ. Παύλος λέει χαρακτηριστικά: «παρακαλώ ουν υμάς, αδελφοί, ... παραστήσαι τα σώματα υμών θυσίαν ζώσαν, αγίαν, ευάρεστον τω Θεώ», δηλ. σάς παρακαλώ, αδελφοί, να προσφέρετε τους εαυτούς σας θυσία ζωντανή, αγία, ευάρεστη στον Θεό (Ρωμ. 12,1). Αυτή ακριβώς είναι η έννοια της «γενικής Ιερωσύνης».

Το πολίτευμα της πρώτης Εκκλησίας
Οι Προτεστάντες αμφισβητούν συνήθως το πολίτευμα της αρχέγονης Εκκλησίας, προβάλλοντας τον ισχυρισμό ότι στην Κ. Διαθήκη, δεν υπάρχει το γνωστό σχήμα Επίσκοπος, Πρεσβύτεροι, Διάκονοι, ότι οι όροι «πρεσβύτεροι» και «επίσκοποι» εναλλάσσονται στην Κ. Διαθήκη, ότι επικεφαλής των αποστολικών Εκκλησιών είναι συνήθως μια ομάδα «πρεσβυτέρων» και ότι ουσιαστικά απουσιάζει ο θεσμός του Επισκόπου. Πολλές αιρέσεις ισχυρίζονται ότι το εκκλησιαστικό πολίτευμα με τη σημερινή του μορφή είναι αποτέλεσμα της «αποστασίας της Εκκλησίας»! Όμως, σύμφωνα με τις αιρέσεις αυτές, η Εκκλησία «αποστάτησε» και έγινε «πόρνη»! (Μάρτυρες του Ιεχωβά κ.α.) τον 4ο αιώνα επί αγ. Κων/νου, αγ. Αθανασίου και Α' Οικουμενικής Συνόδου, ενώ το πολίτευμα της Εκκλησίας με τη σημερινή του μορφή (Επίσκοπος, Πρεσβύτεροι, Διάκονοι) έχει ήδη παγιωθεί δύο αιώνες νωρίτερα, στις αρχές του 2ου αιώνα, όπως μαρτυρεί σαφώς ο άγ. Ιγνάτιος Αντιοχείας (50-113 μ.Χ.). Ο άγ. Ιγνάτιος ήταν μαθητής του αποστόλου Ιωάννου του Θεολόγου, δηλ. ανήκει σχεδόν στην αποστολική εποχή.
Όντως, στην Κ. Διαθήκη οι όροι «πρεσβύτεροι» και «επίσκοποι» εναλλάσσονται (Πράξ. 20,17-28). Αυτό δημιουργεί πρόβλημα στις πληροφορίες μας για το πολίτευμα της πρώτης Εκκλησίας, όμως, το πρόβλημα αυτό είναι μόνο ιστορικό και όχι θεολογικό. Αυτό που μας ενδιαφέρει είναι αν υπάρχουν οι θεσμοί του Επισκόπου, των Πρεσβυτέρων και των Διακόνων στην Κ. Διαθήκη και όχι τα ονόματα με τα οποία αναφέρονται. Όντως, οι θεσμοί υπάρχουν (βλ. σχετικές μελέτες του Καθηγητού Γερασίμου Κονιδάρη), όσο, όμως, ζούσαν οι άγ. Απόστολοι, επισκιάζονται απ' αυτούς και δεν προβάλλονται ιδιαίτερα. Όπου φαίνεται να ηγούνται της Εκκλησίας «πρεσβύτεροι» (Πράξ. 20, 17), συνήθως μεταξύ αυτών υπερέχει ο ένας, ο οποίος στις πηγές της εποχής διακρίνεται είτε με το όνομά του, είτε με τον χαρακτηρισμό «ο πρεσβύτερος» (πρβλ. Β' Ιω. 1,1, Γ' Ιω. 1). Έτσι, κάποιος, ονομαζόμενος Διοτρεφής, «φιλοπρωτεύων» (άνθρωπος με εξουσία) σε μια τοπική Εκκλησία, φθάνει σε σημείο να μην «επιδέχεται» τον ευαγγελιστή Ιωάννη (Γ' Ιω. 9-10)! Στην Αποκάλυψη ο επικεφαλής κάθε τοπικής Εκκλησίας αποκαλείται «άγγελος» (1,20, 2,1, 2,8 κ.α.). Σε σύντομο χρονικό διάστημα επικράτησε ο ένας «πρεσβύτερος», ο διακρινόμενος από τους άλλους, να ονομάζεται «επίσκοπος» και όλοι οι άλλοι να ονομάζονται «πρεσβύτεροι». Για τον βαθμό του Διακόνου δεν υπάρχουν συνήθως αμφισβητήσεις.
Κατά το άγιο Ιγνάτιο, ο Επίσκοπος εικονίζει τον Χριστό. Προσφέρει τη Θεία Ευχαριστία και προίσταται της τοπικής Εκκλησίας «εις τύπον και τόπον Χριστού». Οι Πρεσβύτεροι περιστοιχίζουν τον Επίσκοπο «εις τύπον συνεδρίου των Αποστόλων». Τίποτε στην Εκκλησία δεν πρέπει να γίνεται χωρίς τη γνώμη του Επισκόπου. Οι Διάκονοι, τέλος, είναι υπηρέτες Θεού. «Χωρίς τούτων», δηλ. χωρίς Επίσκοπο, Πρεσβυτέρους και Διακόνους, «Εκκλησία ου καλείται», δηλ. δεν υπάρχει Εκκλησία κατά τον άγ. Ιγνάτιο.

Συμπεράσματα
Απ' όσα αναφέραμε φαίνεται σαφώς ότι η Ιερωσύνη είναι κάτι αναγκαίο για τη σωτηρία μας. Ο ίδιος ο Θεός την έδωσε ως δώρο για να σωζόμεθα και την συνέδεσε με τον Εαυτό Του, με την Ενσάρκωσή Του και με τη Θυσία Του πάνω στον Σταυρό. Σκοπός της είναι να επιτελείται η «ανάμνηση» της Θυσίας του Χριστού στη Θ. Λειτουργία, δηλ. να μεταβάλλονται τα Δώρα της Ευχαριστίας σε Σώμα και Αίμα του Χριστού, για να κοινωνούν οι βαπτισμένοι «εις άφεσιν αμαρτιών και εις ζωήν αιώνιον». Χωρίς την Ιερωσύνη δεν θα μπορούσαν να τελεσθούν η Θ. Λειτουργία και τα Μυστήρια, άρα κανείς δεν θα μπορούσε να σωθεί. Η Ιερωσύνη είναι ειδικό «χάρισμα» (Α' Τιμ. 4,14, Β' Τιμ. 1,6), που δίνεται σε όσους επιλέγει ο Θεός, μέσω των θεσμών της Εκκλησίας Του. Το χάρισμα αυτό είναι τόσο μεγάλο, ώστε συνδέεται μόνιμα με τα πρόσωπα που το λαμβάνουν. Κανείς δεν μπορεί να τελέσει τα έργα της Ιερωσύνης, αν δεν του έχει δοθεί αυτό το χάρισμα και αν δεν έχει κληθεί από τον Θεό. Στην Π. Διαθήκη ο Θεός κατέστρεψε, όπως είδαμε, όσους θέλησαν από μόνοι τους, αυθαίρετα, να ασκήσουν αυτό το έργο. Σκιά της πραγματικής Ιερωσύνης είναι η Ιερωσύνη της Π. Διαθήκης. Η σκιά αυτή «παρήλθεν», αφού έχει έλθει ήδη η πραγματικότητα. Επειδή μέσω της Ιερωσύνης και των Μυστηρίων επιτελείται η αναγέννηση και η σωτηρία μας, αποκαλούμε συνήθως τους Ιερείς «πατέρες» και εκείνοι μας αποκαλούν «τέκνα» τους. Οι εκφράσεις αυτές πρέπει να νοούνται σχετικά και όχι απόλυτα, γιατί εκείνος, ο οποίος πραγματικά αναγεννά και σώζει μέσω των Ιερέων Του είναι ίδιος ο Θεός (Ματθ. 23,8). Αυτή είναι η σαφέστατη μαρτυρία της Αγ. Γραφής (Παλαιάς και Καινής Διαθήκης) για την Ιερωσύνη, την οποία μόνο κάποιος πνευματικά τυφλός αδυνατεί να διακρίνει.

πηγη.http://www.egolpion.com


Μακάριοι οι πραείς, ότι αυτοί κληρονομήσουσι την γην.

Άβαταρ μέλους
Achilleas
Δημοσιεύσεις: 2088
Εγγραφή: Παρ Ιούλ 27, 2012 7:09 pm

Το Πρόσωπο της Θεοτόκου στην Προτεσταντική Θεολογία

Δημοσίευσηαπό Achilleas » Σάβ Δεκ 28, 2013 4:07 pm

Εικόνα

Το Πρόσωπο της Θεοτόκου στην Προτεσταντική Θεολογία

Και όμως μέχρι τον ΙΖ' αιώνα οι προτεστάντες πίστευαν στο Αειπάρθενο!

Πρεσβ. Βασιλείου Α. Γεωργοπούλου (M.Th.)
Περιοδ. «Κοινωνία», Απρίλιος-Ιούνιος 2002


ΤΟ να θελήσει κάποιος να παρουσιάσει το πώς αντιμετώπισε την Θεοτόκο η προτεσταντική θεολογία, σε όλα τα στάδια εξέλιξης του Προτεσταντισμού, αναμφιβόλως ξεφεύγει από τα πλαίσια ενός άρθρου και χρειάζεται συγγραφή ογκώδους βιβλίου.
Η δική μας όμως εδώ σύντομη ιστορικοδογματική αναφορά έχει ως σκοπό, να παρουσιάσει τον εκτροχιασμό της προτεσταντικής θεολογίας από την Πίστη της Εκκλησίας, όπως αυτή μαρτυρείται στους φορείς της Θείας Αποκαλύψεως στο ζήτημα αυτό, αλλά ταυτοχρόνως να επισημάνει και τον απίστευτο βαθμό διαβρώσεως τού Προτεσταντισμού από τον ορθολογισμό και την αυθαιρεσία.

ΞΕΚΙΝΩΝΤΑΣ από τους ηγέτες της Διαμαρτυρήσεως, πρέπει να αναφέρουμε, ότι ο Λούθηρος στάθηκε με σεβασμό απέναντι στο φρόνημα της Εκκλησίας σχετικά με τις ιδιότητες της Μαρίας, όπως την αποκαλούσε, ως Θεοτόκο και Αειπάρθενο. Ουδέποτε αμφισβήτησε τις δύο αυτές ιδιότητες1 και ταυτοχρόνως παρουσίαζε το πρόσωπο της Θεοτόκου ως πρότυπο ταπεινοφροσύνης και πίστεως.
Φοβούμενος όμως μη μειωθεί η μοναδική μεσιτεία και το έργο τού Χριστού, ασκούσε κριτική σε πολλές μορφές εκδηλώσεως τιμής προς την Θεοτόκο, όπως επίσης απέρριπτε την επίκληση των πρεσβειών της2.

Στα ίδια πλαίσια θα κινηθούν ο Ζβίγγλιος και ο Καλβίνος, οι οποίοι ομολογούσαν τις ιδιότητες της Μητέρας τού Κυρίου ως Θεοτόκου και Αειπαρθένου, απέρριπταν όμως την επίκληση και μεσιτεία της Θεοτόκου.

Ο Καλβίνος μάλιστα υπήρξε ο πλέον μαχητικὸς και ανένδοτος πολέμιος κάθε τιμής προς Αυτήν. Οποιαδήποτε τιμή προς την Θεοτόκο την χαρακτήριζε ως ειδωλολατρία3.
Πρέπει να επισημάνουμε, ότι για την αρνητική τοποθέτηση των ηγετών τού Προτεσταντισμού έναντι της τιμής, της επικλήσεως, και πρεσβειών της Θεοτόκου καθοριστικό ρόλο έπαιξαν, συν τοις άλλοις, οι παπικές μεσαιωνικές πλάνες και υπερβολές στο ζήτημα αυτό.

Χαρακτηριστικὸ παράδειγμα, η περίπτωση τού Φρειδερίκου του σοφού εκλέκτορα της Σαξωνίας, όπου στη συλλογή του των 19.013 «ιερών» αντικειμένων το 1520 συγκαταλέγονταν τέσσερις τρίχες της Θεοτόκου (!!!) καθώς και ένα δέμα σανὸ από το σπήλαιο της Βηθλεέμ (!!!)4.

Στα Συμβολικά Κείμενα του Προτεσταντισμού, τόσο της λουθηρανικής αποχρώσεως (π.χ. Αυγουσταία Ομολογία, άρθρο 3, Σμαλκαλδικά άρθρα Ι, 4), όσο και της καλβινικής (π.χ. Κατήχηση Χαϊδελβέργης, άρθρο 35), όσο και στη Formula Concordiae του 1571 (επιτομή άρθρο 8, 12), διατηρήθηκε η πίστη ότι η Μητέρα τού Κυρίου είναι όντως Θεοτόκος και Αειπάρθενος5. Απορρίπτονται όμως ταυτοχρόνως κάθε μορφή τιμής, επίκλησης και μεσιτείας της6.

Αυτή την εποχή εξαίρεση αποτελεί ο αντιτριαδικός αιρετικὸς Σωκίνος, καθώς αρνούνταν τις ιδιότητές Της ως Θεοτόκου και Αειπαρθένου7.

Η διαμορφωμένη αυτή πίστη για τη Θεοτόκο τού Προτεσταντισμού όπως έχει εκφραστεί στα Συμβολικά του Κείμενα, θα διατηρηθεί μέχρι τα τέλη τού ΙΖʹ αι. και θα εκφράζει στο ζήτημα αυτό, από πλευράς εξελίξεως τού Προτεσταντισμού, την λεγομένη Παλαιοπροτεσταντική Ορθοδοξία.

Ο λόγος για τον οποίο δεν αμφισβητήθηκε στο διάστημα αυτό η Θεομητρότητα και το Αειπάρθενον, είναι ότι η Χριστολογία της Παλαιοπροτεσταντικής Ορθοδοξίας ακολουθεί σε ένα μεγάλο βαθμό τη Χριστολογία της αδιαιρέτου Εκκλησίας8.

ΑΝΤΙΘΕΤΩΣ όμως, από το ΙΗʹ αι., εποχή τού Νεοπροτεσταντισμού και με κυρίαρχα ρεύματα τον Διαφωτισμό, τον Πιετισμό, τον Υποκειμενισμό, θα αμφισβητηθεί η παλαιότερη προτεσταντική Χριστολογία και το πρόσωπο της Θεοτόκου θα υποτιμηθεί. Σταθερά πλέον θα αμφισβητούνται οι ιδιότητές Της ως Θεοτόκου και Αειπαρθένου.

Για τον Schleiermacher (+1834), λόγω της νεοσαβελλιανικής Τριαδολογίας του και της κακόδοξης Χριστολογίας του, οι δύο αυτές ιδιότητες της Θεοτόκου δεν έχουν καμμία θέση στη θεολογία του9.

Την αμφισβήτηση θα συνεχίσει περαιτέρω ο λεγόμενος Πολιτιστικὸς Προτεσταντισμὸς τού ΙΘʹ αι. μέχρι τις αρχές τού Κʹ αι.
Η ορθολογιστική κριτική και οι φιλελεύθεροι Προτεστάντες θεολόγοι (D. Strauss, Chr. Bauer, A. v. Harnack, κ.ά.), αμφισβητώντας κάθε στοιχείο θαύματος στην Αγία Γραφή, αγνοώντας την αρχαία Εκκλησιαστική Παράδοση, και περιφρονώντας την παλαιότερη προτεσταντική διδασκαλία θα μιλήσουν για «μύθους» σχετικά με το πρόσωπο και τις ιδιότητες της Θεοτόκου.

Ήδη από το 1836, ο D. Strauss στο πολύκροτο έργο του «Η Ζωή του Ιησού» την υπερφυσική σύλληψη τού Θεανθρώπου θα την χαρακτηρίσει ως μύθο, που εμφιλοχώρησε στη βιβλική διήγηση από την ελληνική μυθολογία.

Την ήδη περιφρονητική και μειωτική προσέγγιση τού προσώπου της Θεοτόκου θα την συνεχίσει εντός τού Προτεσταντισμού τον Κʹ αι. η Θρησκειο-ιστορική Σχολή (religiongeschichtliche Schule).
Εκπρόσωποι της Θρησκειο-ιστορικής Σχολής (M. Dibelius, W. Bousset, E. Norden, κ.ά.) θα παραλληλίσουν την Θεοτόκο με θεότητες άλλων θρησκειών10.
Παραλλήλως, θα προσπαθήσουν να αποδείξουν ότι οι σχετικές βιβλικές διηγήσεις των Ματθαίου και Λουκά, σχετικά με το πρόσωπο της Θεοτόκου και τη Γέννηση τού Θεανθρώπου, έχουν εξάρτηση από τις μυθολογίες της Αιγύπτου και της Εγγὺς Ανατολής11.

Αντιθέτως, με σεβασμό απέναντι στις ιδιότητες της Θεοτόκου και Αειπαρθένου θα σταθεί ο κύριος εκφραστής της Διαλεκτικής Θεολογίας K. Barth12, ενώ ο E. Brunner13 θα απορρίψει το Αειπάρθενο της Θεοτόκου.

Το πρόσωπο της Θεοτόκου δεν θα τύχει καλύτερης μεταχείρισης από (το) πρόγραμμα «απομύθευσης» της Αγίας Γραφής τού R. Bulltman και τους περί αυτόν. Μύθος είναι επίσης η Αειπαρθενία της Θεοτόκου και για ένα ακόμη επιφανή προτεστάντη θεολόγο τον W. Pannenberg14.

Ταυτοχρόνως όμως η Προτεσταντική Θεολογία θα επαναλάβει στον εικοστό αιώνα, κατά της Αειπαρθένου Μαρίας επιχειρήματα της αρχαίας ιουδαϊκής αντιχριστιανικής πολεμικής15.

Τέτοιο είναι π.χ. ότι το χωρίο Ησ. 7, 14, στο εβραϊκὸ έχει τη λέξη «Almah» = νεάνις και όχι «Bethula» = παρθένος, πού μετέφρασαν, υποτίθεται, εσφαλμένως οι Εβδομήκοντα.

Επίσης, κλασικός θα παραμένει ο προτεσταντικός ισχυρισμός, μνημείο ορθολογισμού, ότι η πίστη της Εκκλησίας για την Θεοτόκο ως Θεοτόκο και Αειπάρθενο είναι ένα κατάλοιπο μιας προ-επιστημονικής κατανόησης τού κόσμου και των γεγονότων16.

ΟΙ ΑΠΟΨΕΙΣ τού σύγχρονου Προτεσταντισμού είναι θλιβερά απαξιωτικές και περιφρονητικές για την Υπεραγία Θεοτόκο. Αυτό σχετίζεται με την εξέλιξη της Προτεσταντικής Χριστολογίας, η οποία εκτός ελαχίστων εξαιρέσεων, και παλαιότερα και σήμερα, έχει άλλοτε νεο-αρειανικὸ και άλλοτε νεο-νεστοριανικὸ χαρακτήρα.

Για τον Ορθόδοξο Χριστιανό οι προτεσταντικές αυτές αντιλήψεις είναι δηλωτικές όχι μόνο της μόνιμης δυσπερίγραπτης τραγωδίας τού Προτεσταντισμού, αλλά έχουν ταυτοχρόνως αιρετικό και βλάσφημο χαρακτήρα. Και βεβαίως, κατά τον Άγιο Ιωάννη Δαμασκηνό, «Άπαγε. Ου σωφρονούντος λογισμού τα τοιαύτα φρονείν» 17.

Πηγή: http://www.egolpion.com


Μακάριοι οι πραείς, ότι αυτοί κληρονομήσουσι την γην.


Επιστροφή στο

Μέλη σε σύνδεση

Μέλη σε αυτή την Δ. Συζήτηση: 1 και 0 επισκέπτες