Ξεκίνησε ο διαχωρισμός Κράτους- Εκκλησίας

Ειδήσεις, Συνεντεύξεις, Βιογραφίες, Σχόλια

Συντονιστές: Νίκος, Anastasios68, johnge

Άβαταρ μέλους
Achilleas
Δημοσιεύσεις: 2088
Εγγραφή: Παρ Ιούλ 27, 2012 7:09 pm

Re: Ξεκίνησε ο διαχωρισμός Κράτους- Εκκλησίας

Δημοσίευσηαπό Achilleas » Κυρ Σεπ 16, 2012 9:31 am

Μεσσηνίας Χρυσόστομος: «Φραγγέλιο για τους κρατούντας»
Κυριακή, 18 Δεκέμβριος 2011
Συντάχθηκε απο τον/την Ελευθερία Καλαμάτας - 13.43

Εικόνα

«Το φραγγέλιο ο Χριστός το χρησιμοποίησε όταν συνάντησε την αλλοτρίωση και την εκμετάλλευση, εάν κρίνουμε αναγκαίον θα εφαρμοσθεί και αυτό», δηλώνει ο μητροπολίτης Μεσσηνίας Χρυσόστομος μιλώντας στην «Ε» - και προσθέτει: «Το θέμα είναι σε ποιους θα πρέπει να το εφαρμόσουμε, μήπως στους κρατούντας και γεγαυρωμένους επί όχλοις εθνών, κατά τον βιβλικό λόγο;».

Στη συνέντευξη που παραχώρησε στην «Ε» ο κ. Χρυσόστομος παρατηρεί σχετικά με το ρόλο του μητροπολίτη και τη σύγκρουσή του με τα κατεστημένα συμφέροντα: «Θεωρώ ότι ο επίσκοπος πρέπει να βλέπει "μακριά" και διάφορα από κατεστημένα ιδεολογήματα και προκαταλήψεις». Απαντώντας δε σε σχετική μας ερώτηση, αναφέρει για τη δήθεν σχέση του με την Καθολική Εκκλησία ότι «τα περί Βατικανού και τα τοιαύτα κινούνται στα όρια της φαντασίας κι αγγίζουν την κατάσταση της έλλειψης σοβαρότητας».

Σε άλλο σημείο της συνέντευξης, ο μητροπολίτης Μεσσηνίας τονίζει ότι σε περιόδους οικονομικής ύφεσης η Εκκλησία θα πρέπει να βοηθάει τους δοκιμαζόμενους ανθρώπους και παράλληλα να μεταφέρει μήνυμα ελπίδας - ενώ καταλήγοντας στέλνει μέσω της «Ε» τις ευχές του σε όλους τους Μεσσήνιους.

- Εξαιτίας της οικονομικής ύφεσης πολλοί συνάνθρωποί μας αντιμετωπίζουν πρόβλημα επιβίωσης. Με ποιον τρόπο θα βοηθήσει η Εκκλησία αυτούς τους ανθρώπους;

«Η Εκκλησία καταβάλλει συνεχώς κάθε προσπάθεια για να επιλύσει τα προβλήματα επιβίωσης των συνανθρώπων μας εξαιτίας της ύφεσης, τα οποία πολλές φορές αγγίζουν τα όρια της πείνας, του οικονομικού μαρασμού και της ανεργίας. Η Εκκλησία μέσα από το φιλανθρωπικό της έργο (επιδόματα, παροχή τροφίμων και άμεσων αγαθών επιβίωσης, εξυπηρέτηση παροχής στέγης και χώρων φιλοξενίας) προσπαθεί να ανταποκριθεί και να βοηθήσει στην επιβίωση των δοκιμαζόμενων ανθρώπων.
Όμως όλοι αυτοί οι τρόποι βοήθειας είναι πρόσκαιροι και εφήμεροι και δεν αποτελούν τις λύσεις του όλου προβλήματος γενικά.

Μία τέτοια ριζική αντιμετώπιση όλων των κοινωνικών και οικονομικών προβλημάτων αφορά αποκλειστικά και μόνο την Πολιτεία, η οποία έχει και τις κατάλληλες δομές αλλά και τα έσοδα από την άμεση και έμμεση φορολόγηση των πολιτών.

Η Εκκλησία όμως, αυτό στο οποίο καλείται να συμβάλει δεν είναι τόσο η μέσω δομών ανταπόκριση στα κοινωνικά και οικονομικά προβλήματα των πολιτών μας μόνο, αλλά να δώσει και ένα μήνυμα ελπίδας και να εμπνεύσει κουράγιο στους δοκιμαζόμενους αδελφούς μας, δημιουργώντας σ’ αυτούς τη συνείδηση της συμπαράστασης και τής συναρωγής».

- Πολλοί ισχυρίζονται ότι η Εκκλησία έχει τεράστια περιουσία και ότι το κράτος πρέπει να τη φορολογήσει σε υψηλά ποσοστά. Στον αντίποδα, η ηγεσία της Εκκλησίας υποστηρίζει ότι τα έσοδα από την περιουσία της είναι αναγκαία για τη συνέχιση του φιλανθρωπικού έργου. Ποια άποψη είναι πιο κοντά στην αλήθεια;

«Εχω πει πολλές φορές ότι τα σχετικά με την τεράστια εκκλησιαστική περιουσία είναι ένας μεγάλος μύθος, από τον οποίον η πραγματικότητα απέχει πολύ, ενώ η φορολόγηση της Εκκλησίας, με φόρους άμεσους και έμμεσους, οριζόντιους και κάθετους, είναι αρκετά υψηλή σε ποσοστά 40%, 45%, σε αντίθεση με τις φορολογήσεις των τραπεζών οι οποίες κινούνται σε επίπεδα του 10%.

Η αλήθεια είναι ότι η Εκκλησία, με την παραπάνω φορολόγηση, την μη ἐπιχορήγηση του κράτους, την καθυστέρηση των υποχρεώσεων των ασφαλιστικών ταμείων προς τα κοινωφελή μη κερδοσκοπικά και φιλανθρωπικά ιδρύματα και την επί τετραετίαν μη καταβολή των αντίστοιχων μερισμάτων από τις τράπεζες, σε σχέση προς τις μετοχές, ανταποκρίνεται μέχρι στιγμής σε κάθε δραστηριότητα φιλανθρωπική και υποστηρικτική προς τον συνάνθρωπο».

- Πρόσφατα υποστηρίξατε ότι η Εκκλησία θα πρέπει να αναλάβει τη μισθοδοσία των ιερέων. Εχει αυτή τη δυνατότητα η Ελληνική Εκκλησία;

«Υποστήριξα ότι η Εκκλησία της Ελλάδος θα πρέπει να σκεφθεί υπεύθυνα και ουσιαστικά για τη μισθοδοσία του κλήρου, ώστε να μην "εκβιάζεται" ούτε να αμαυρώνεται από κάποιους οι οποίοι προβάλλουν για επικοινωνιακούς και μόνο λόγους και με τρόπο λαϊκίστικο ένα ζήτημα το οποίο αποτελεί ήδη από το 1934 συμβατική δέσμευση της Ελληνικής Πολιτείας έναντι της Εκκλησίας.

Ο υπεύθυνος προβληματισμός και η ρεαλιστική πρόταση από μέρους της Εκκλησίας, σχετικά με το θέμα της μισθοδοσίας του κλήρου, δεν συνεπάγεται ούτε αμφισβήτηση ούτε αποδυνάμωση ή παραθεώρηση της παραπάνω συμβατικής υποχρέωσης, αλλά τείνει προς την εξεύρεση και κατάθεση μιας πρότασης, όπου και η σύμβαση του 1934 θα εκπληρούται και η Εκκλησία θα έχει το δικό της μερίδιο συνεισφοράς και βοήθειας, με σκοπό ο ορθόδοξος Ελληνας κληρικός και η οικογένειά του να ζει αξιοπρεπώς και αξιόπιστα, ώστε να ανταποκρίνεται δυναμικότερα στο έργο του».

- Γενικότερα πάντως έχετε εκφράσει απόψεις για τον εκσυγχρονισμό της Εκκλησίας, οι οποίες έρχονται σε σύγκρουση με κατεστημένες αντιλήψεις. Σας έχει κοστίσει αυτή η στάση;
«Θεωρώ ότι ο επίσκοπος πρέπει να βλέπει "μακριά" και διάφορα από κατεστημένα ιδεολογήματα και προκαταλήψεις. Σημασία έχει να διαπιστώσουμε την ουσία και όχι τον τύπο. Σήμερα αυτά τα δύο πράγματα συγχέονται, πιστεύοντας ότι εάν αλλάξουμε τον τύπο αλλάζουμε και την ουσία.

Ομως για τους Πατέρες της Εκκλησίας ο τύπος αποτελεί την ιστορική έκφραση, διατύπωση και περιγραφή της ουσίας σε κάθε ιστορική στιγμή, χωρίς όμως να ταυτίζεται με την ουσία, η οποία έχει να κάνει με το γεγονός της Αποκάλυψης.

Η ουσία απευθύνεται και αφορά τον άνθρωπο και τη σωτηρία του, και αυτό πρέπει να είναι το κριτήριο κάθε εκσυγχρονισμού.

Η πρόοδος απαιτεί θυσίες και η θυσία κοστίζει στη ζωή, στην πρόοδο και στην εξέλιξη».

- Κάθε φορά που εκφράζετε μια ριζοσπαστική άποψη, οι κύκλοι της συντήρησης σπεύδουν να την αποδώσουν σε συνωμοσίες του… Βατικανού. Γνωρίζετε αυτές τις θεωρίες συνωμοσίας;

«Πάντοτε μέσα στην εκκλησιαστική ιστορία συναντούμε συνωμοσιακού τύπου ερμηνείες κάθε μορφής εξέλιξης και προόδου. Αυτό δεν μπορεί να λειτουργεί οπισθοδρομικά σε κάθε πρόοδο και πορεία προς ένα καλύτερο και ουσιαστικότερο μέλλον. Τα περί Βατικανού και τα τοιαύτα κινούνται στα όρια της φαντασίας και αγγίζουν την κατάσταση της έλλειψης σοβαρότητας. Τις αδυναμίες και τις ατολμίες μας, ακόμη και τις ανησυχίες μας, δεν πρέπει να τις φορτώνουμε σε άλλους, τους οποίους θεωρούμε ως αποδιοπομπαίους τράγους».

- Ας επιστρέψουμε στην οικονομική ύφεση. Τις τελευταίες δεκαετίες οι Ελληνες κατανάλωναν περισσότερα από όσα παρήγαγαν. Μήπως θυμίζουμε τον οκνηρό δούλο της παραβολής που έκρυψε το τάλαντο στο χωράφι;

«Κοιτάξτε, στη ζωή είναι απαραίτητο το μέτρο. Κάθε απόκλιση, είτε θετική είτε αρνητική, είναι μία κατάσταση παθολογική στην κοινωνία των ανθρώπων. Αυτή λοιπόν η ευδαιμονιστική, εγωιστική, φίλαυτη και ανικανοποίητη καταναλωτική διαχείριση των αγαθών λειτουργεί εις βάρος της ισόρροπης, διαπροσωπικής και διανθρώπινης σχέσης κάθε κοινωνίας».

- Γενικότερα η θέση της Εκκλησίας είναι υπέρ της εγκράτειας και κατά της υπερκατανάλωσης, ή κάνω λάθος;

«Αυτό σημαίνει εγκράτεια και άσκηση για την Εκκλησία. Είναι όχι η στέρηση των αγαθών, αλλά το μέτρο. Η χρήση και όχι η κατάχρηση».

- Στην Ιστορία της Οικονομικής Επιστήμης διδάσκεται ότι ο Μέγας Βασίλειος είχε ταχθεί ανεπιφύλακτα κατά του δανεισμού. Πόσο επηρέασε η σκέψη του την Ορθόδοξη Εκκλησία και τον σύγχρονο άνθρωπο;
«Οντως σε ολόκληρη την πατερική γραμματεία υπάρχει μία ενιαία και αρνητική στάση έναντι του δανεισμού και του τόκου, γιατί αποτελεί απόλυτη έκφραση εκμετάλλευσης. Αυτό δεν γίνεται με τον δανεισμό στα κράτη από άλλους οικονομικούς οργανισμούς και φορείς;».

- Ενα από τα μεγαλύτερα προβλήματα της σύγχρονης εποχής είναι η μετανάστευση φτωχών ανθρώπων από τις υπανάπτυκτες χώρες προς τις ανεπτυγμένες. Υπάρχουν φωνές της Εκκλησίας, και συγκεκριμένα ο μητροπολίτης Θεσσαλονίκης Ανθιμος, που λέει ότι όλοι οι μετανάστες είναι παράνομοι. Εσείς τι λέτε;

«Η Εκκλησία δεν μπορεί να δραστηριοποιείται ρατσιστικά ή επιλεκτικά. Δεν είναι αυτή που θα χαρακτηρίσει κάποιους παράνομους ή μη. Αυτό είναι το έργο της Πολιτείας. Η Εκκλησία απέναντί της βλέπει τον άνθρωπο, χωρίς διακρίσεις, όπως τον έβλεπε και τον αντιμετώπισε ο Χριστός, και πρέπει να ανταποκρίνεται σ’ αυτόν χωρίς όρια ή προϋποθέσεις».

- Ο Χριστός δίδαξε την αγάπη, αλλά όταν χρειάστηκε πήρε και το φραγγέλιο. Σήμερα χρειάζεται φραγγέλιο;

«Το φραγγέλιο ο Χριστός το χρησιμοποίησε όταν συνάντησε την αλλοτρίωση και την εκμετάλλευση, εάν κρίνουμε αναγκαίον θα εφαρμοσθεί και αυτό. Το θέμα είναι σε ποιους θα πρέπει να το εφαρμόσουμε, μήπως στους κρατούντας και γεγαυρωμένους επί όχλοις εθνών, κατά τον βιβλικό λόγο;».

- Το 2011 είναι αφιερωμένο στον μακαριστό μητροπολίτη Μεσσηνίας Χρυσόστομο Δασκαλάκη, ο οποίος άφησε αξιομνημόνευτο φιλανθρωπικό έργο. Ηταν άλλες εποχές ή είναι εφικτό να γίνει και σήμερα τόσο μεγάλο έργο;

«Eίναι αλήθεια ότι ο μακαριστός Χρυσόστομος Δασκαλάκης εργάστηκε και έγραψε την ιστορία του μέσα από αυτήν την κοινωνική προσφορά και την έμπρακτη φιλανθρωπία προς τον κάθε δοκιμαζόμενο άνθρωπο.

Πρέπει να ομολογήσουμε ότι οι αντοχές είναι διαφορετικές.

Σήμερα και η δωρεά προς τα διάφορα φιλανθρωπικά ιδρύματα φορολογείται. Πληρώνει φόρο τόσο ο δωρεοδότης (20%) όσο και ο δωρεολήπτης, ως φιλανθρωπικό ίδρυμα ή ανθρωπιστικός και κοινωνικός φορέας, με ποσοστό 0,5%».

- Σε ποιο στάδιο βρίσκονται τα έργα της Μητρόπολης Μεσσηνίας στο Ασυλο και στον Βρεφονηπιακό Σταθμό;

«Στο έργο του Ασύλου, έχει ολοκληρωθεί το πρώτο στάδιο και τώρα θα προχωρήσουμε στο διαγωνισμό για το δεύτερο στάδιο.

Ο Βρεφονηπιακός Σταθμός έχει τελειώσει και περιμένω την άδεια για το Νηπιαγωγείο στην Κορώνη.

Αναζητώ, τέλος, χρηματοδότη για τον ξενώνα απέναντι στο Νοσοκομείο».

- Ποιο είναι το όνειρό σας για τη Μεσσηνία; Αν αύριο φύγετε για να υπηρετήσετε την Εκκλησία από άλλη θέση, ποιο είναι το έργο που θα θέλατε να θυμούνται οι Μεσσήνιοι;

«Οταν κάποιος αναλαμβάνει μία διακονία και υπηρεσία μπορεί να βάζει προτεραιότητες, όχι όμως αξιολογική κατάταξη των έργων, ενώ δεν επιτρέπεται να θέτει χρονικούς ορίζοντες με σκοπό την μετακίνησή του».

- Σε λίγο έρχονται Χριστούγεννα. Ποια είναι τα τρία δώρα που εύχεστε να αποκτήσει η ανθρωπότητα;

«Εύχομαι υγεία, ευτυχία και κουράγιο. Το άστρο της Βηθλεέμ έδωσε το μήνυμα ελπίδας για μια νέα πορεία της ανθρωπότητας».

- Σας ευχαριστώ πολύ και σας εύχομαι να μπορέσετε να βοηθήστε όσο το δυνατόν περισσότερους συνανθρώπους μας.

«Και εγώ σας ευχαριστώ για τη φιλοξενία σας. Εύχομαι στους συντοπίτες και συνανθρώπους μας Χρόνια Πολλά, Καλά Χριστούγεννα και ένα ευτυχισμένο 2012».

Πηγή: http://www.romfea.gr


Μακάριοι οι πραείς, ότι αυτοί κληρονομήσουσι την γην.

Άβαταρ μέλους
Achilleas
Δημοσιεύσεις: 2088
Εγγραφή: Παρ Ιούλ 27, 2012 7:09 pm

Re: Ξεκίνησε ο διαχωρισμός Κράτους- Εκκλησίας

Δημοσίευσηαπό Achilleas » Δευτ Οκτ 21, 2013 8:56 pm

Την «άμυνά» της ενόψει μιας πρότασης για διαχωρισμό Κράτους - Εκκλησίας ετοιμάζει η Εκκλησία της Ελλάδος.

Εικόνα


Ο Αρχιεπίσκοπος κ. Ιερώνυμος σήμανε «κώδωνα κινδύνου» καθώς ο διαχωρισμός θα οδηγήσει σε διακοπή της μισθοδοσίας των κληρικών από το κράτος.

Πώς θα αντιμετωπίσει κάτι τέτοιο η Εκκλησία; Διεκδικώντας την ακίνητη περιουσία που εκχώρησε στο κράτος από το 1922 και μετά.
Βέβαια, ο Αρχιεπίσκοπος ανοίγοντας ο ίδιος το θέμα του διαχωρισμού καθώς και της χρηστής διαχείρισης της εκκλησιαστικής περιουσίας προκάλεσε αντιδράσεις και στο εσωτερικό της Ιεραρχίας.

Μεταπολιτευτικά ουκ ολίγες φορές έχει τεθεί το θέμα του διαχωρισμού Κράτους - Εκκλησίας. Ενδεικτικά, η θέση διατυπώθηκε στην ιδρυτική διακήρυξη του ΠΑΣΟΚ, υπήρξαν ανάλογες φωνές από κόμματα της Αριστεράς, ενώ ετέθη και από τον αείμνηστο Κωνσταντίνο Καραμανλή. Αυτή τη φορά, ετέθη... προληπτικά από τον ίδιο τον Αρχιεπίσκοπο κ. Ιερώνυμο κατά την τακτική σύγκληση της Ιεράς Συνόδου της Ιεραρχίας της Εκκλησίας την περασμένη Τρίτη. «Σε λίγα χρόνια η Βουλή θα έχει εντολή να προβεί στην αναθεώρηση του Συντάγματος. Θα αφήσουμε να μας προλάβουν οι εξελίξεις; Στο σημείο αυτό προκύπτουν διάφορα ερωτήματα. Ποια σχέση επιθυμούμε; Το μοντέλο των διακριτών ρόλων μάς εξυπηρετεί ακόμη; Ολα αυτά πρέπει πρώτα να τα εξετάσουμε στο εσωτερικό μας και μετά να διαλεχθούμε με την πολιτεία» τόνισε ο κ. Ιερώνυμος. Ποιο θα είναι το βασικό πρακτικό αποτέλεσμα του διαχωρισμού εν μέσω οξύτατης δημοσιονομικής λιτότητας; Η αλλαγή στον τρόπο μισθοδοσίας -περί τα 200 εκατ. ευρώ ετησίως- των 10.000 κληρικών και των ιεραρχών.

Σύμφωνα με τον κ. Ιερώνυμο, η οικονομική αυτονομία είναι απαραίτητη για να αντιμετωπισθεί η θεσμική αλλαγή στις σχέσεις Κράτους - Εκκλησίας. Ετσι, όπως ανέφεραν στην «Κ» στενοί συνεργάτες του, ανοίγοντας το ζήτημα, η στόχευση του κ. Ιερώνυμου ήταν διττή. Ο πρώτος στόχος είναι το συμμάζεμα των οικονομικών της Εκκλησίας. Αλλωστε ήταν σαφείς οι αιχμές του κ. Ιερώνυμου στην ομιλία του προς την ιεραρχία: «Επιτέλους, ας αναλογιστούμε τις μεγάλες ευθύνες μας στο θέμα της χρηστής διαχείρισης».

Ο δεύτερος στόχος είναι η λεπτομερής καταγραφή των οικονομικών της Εκκλησίας μέσα στην επόμενη τριετία. «Η θέση μας είναι δεινή» διαπίστωσε ο κ. Ιερώνυμος, έχοντας υπόψη ότι από το 2008 η Εκκλησία δεν λαμβάνει μέρισμα από τις μετοχές της στην Εθνική, ενώ δεν είναι πλέον εύκολες ούτε ιδιαίτερα αποδοτικές οι μισθώσεις των ακινήτων της. Ετσι, η καταγραφή αναμένεται ότι θα επιβεβαιώσει το ελλειμματικό ταμείο, αποτελώντας «όπλο» της Εκκλησίας στο ενδεχόμενο διακοπής της μισθοδοσίας από το Κράτος. Ως ύστατο μέτρο, η Εκκλησία δηλώνει ότι θα ζητήσει επιστροφή των ακινήτων που έχει προσφέρει στο Δημόσιο σε κρίσιμες στιγμές του ελληνικού κράτος, όπως σε ακτήμονες το 1922 και το 1952. Τα 90 αυτά χρόνια η Εκκλησία παραχώρησε στο κράτος το 96% της ακίνητης περιουσίας της.

Πάντως, το γεγονός ότι ο κ. Ιερώνυμος άνοιξε συζήτηση περί διαχωρισμού χωρίς να έχει υπάρξει επίσημη πρόταση από θεσμικούς παράγοντες της πολιτείας, προκάλεσε αντιδράσεις εντός της ιεραρχίας, «κυρίως από ιεράρχες με Χριστοδουλικές και συντηρητικές καταβολές», όπως ελέχθη χαρακτηριστικά, οι οποίοι φέρεται να εκτιμούν ότι μία τέτοια πρωτοβουλία θέτει σε θέση άμυνας την Εκκλησία. «Η Εκκλησία δεν επιδιώκει τον χωρισμό. Το ζήτημα ετέθη ώστε η Εκκλησία να οργανώσει την άμυνά της» τόνισαν στην «Κ» συνεργάτες του Αρχιεπισκόπου, οι οποίοι διαβλέπουν πίσω από τις ενστάσεις προσωπικές φιλοδοξίες.


Πηγή: http://www.agioritikovima.gr


Μακάριοι οι πραείς, ότι αυτοί κληρονομήσουσι την γην.

Άβαταρ μέλους
Achilleas
Δημοσιεύσεις: 2088
Εγγραφή: Παρ Ιούλ 27, 2012 7:09 pm

Re: Ξεκίνησε ο διαχωρισμός Κράτους- Εκκλησίας

Δημοσίευσηαπό Achilleas » Πέμ Οκτ 20, 2016 11:00 pm

ΔΗΜΟΣΙΑ ΣΦΑΙΡΑ=Κράτος και Εκκλησία



Μακάριοι οι πραείς, ότι αυτοί κληρονομήσουσι την γην.

Άβαταρ μέλους
Νίκος
Διαχειριστής
Δημοσιεύσεις: 5832
Εγγραφή: Παρ Ιούλ 27, 2012 11:05 am
Τοποθεσία: Κοζάνη

Re: Ξεκίνησε ο διαχωρισμός Κράτους- Εκκλησίας

Δημοσίευσηαπό Νίκος » Παρ Οκτ 21, 2016 11:32 am

Νέο μήνυμα Ιερώνυμου: Η Εκκλησία δεν κάνει λόγο για χωρισμό από το κράτος
ΕΛΛΑΔΑ 21|10|2016 8:02

Εικόνα

Σαφές μήνυμα προς κάθε κατεύθυνση ότι σκοπός της εκκλησίας δεν είναι ο χωρισμός από το κράτος έστειλε από τη Μύκονο ο Αρχιεπίσκοπος Ιερώνυμος.

«Οι πολίτες δημιουργούν την Πολιτεία, αλλά η Εκκλησία “γεννάει” τους πολίτες. Είναι πολύ σπουδαίο αυτό. Διότι εδώ υπάρχει μητρική σχέση. Δε μπορούμε να βάλουμε ανώτερη σχέση από αυτή μέσα στο ανθρώπινο γένος. Γι’ αυτό η Εκκλησία βροντοφωνάζει. Δε συμμορφώνεται με τις ανθρώπινες θεωρίες, αλλά έχει τον δικό της τρόπο να απαντά. Η μητρική σχέση δεν διώχνει, δεν χωρίζει τον άνθρωπο, αλλά τον περιμένει. Όποιος θέλει από την Εκκλησία να αποχωρίσει, να χωριστεί, είναι ελεύθερος. Δεν τον εμποδίζει κανείς. Δεν χρειάζονται νόμοι. Μπορεί να φύγει. Και όταν θέλει να ξαναγυρίσει στη μάνα του είναι πάλι ελεύθερος. Διότι αυτός είναι ο σκοπός της μάνας. Κι αν φύγει το παιδί από κοντά της δεν το ξεχνά. Το περιμένει να γυρίσει. Έτσι για εμάς την Εκκλησία, Εκκλησία, βέβαια, είμαστε όλοι, αλλά για εκείνους που έχουν το λειτούργημα της ιερωσύνης, αυτός είναι σκοπός ο οποίος δεν αλλάζει. Δεν χωρίζει τα παιδιά της. Δεν κάνει λόγο για χωρισμό. Δεν είναι μέσα στην αποστολή της Εκκλησίας ο χωρισμός. Ποτέ η μάνα δεν θα διώξει το παιδί», δήλωσε συγκεκριμένα ο Αρχιεπίσκοπος Ιερώνυμος.

Απευθύνοντας την ομιλία του και ενώπιον του Προέδρου της Δημοκρατίας, ο Προκαθήμενος της Ελλαδικής Εκκλησίας αναφέρθηκε και όσα περνάει το τελευταίο διάστημα η χώρα. «Ζώντας σε μια εποχή περίεργη και δύσκολη, όλοι αναρωτιόμαστε πού πηγαίνουμε και τι θα φέρουν οι αυριανές ημέρες. Θα συνεχίσει η ανασφάλεια και η φτώχεια; Όλοι μας αγωνιζόμαστε και προσπαθούμε ο καθένας με τον δικό του τρόπο και τη δύναμη που διαθέτει», είπε ενώ συνέχισε αφήνοντας αιχμές ανάμεσα στην κυβέρνηση και τη στάση της απέναντι στην Εκκλησία: «Ξεχναμε έναν χώρο που βοήθησε δια μέσου των αιώνων αυτόν τον τόπο. Το χώρο της πίστης και της Εκκλησίας με τις δυσκολίες και τις αδυναμίες της, γιατί και αυτή αποτελείται από ανθρώπους και την βάζουμε στην άκρη, για να μην πούμε ότι την διώκουμε και την ταλαιπωρούμε».

«Μέσα σε τέτοια δύσκολη εποχή είναι τραγικό αυτό το μεγάλο κεφάλαιο να παραμερίζεται και να υποβαθμίζεται. Ήρθαμε, όλοι μαζί σήμερα, για να αποτίσουμε φόρο τιμής προς τον άγιο Αρτέμιο. Είναι όμως και μία ευκαιρία να προβληματιστούμε μήπως έχουμε πάρει στραβό δρόμο; Μήπως αλλιώς τα υπολογίζουμε ή βάζουμε παραδείγματα του παρελθόντος που έχουν ξοφληθεί και έχουν παραγραφεί να γίνουν παράδειγμα στην εποχή μας; Είναι κάτι που πρέπει να μας απασχολήσει. Η Εκκλησία αγωνιά και κάθε φορά που είμαστε σε τέτοιες εκδηλώσεις και είναι τα παιδιά της κοντά, έχει υποχρέωση, όχι να τα κατηχεί, αλλά να τα βοηθάει, να τα αναπαύει, να τους πει πως και αυτό το κακό θα περάσει και πως δεν χρειάζεται να μας πιάνει πανικός. Το μυστικό είναι η ενότητα όλων μας. Να φύγουμε σήμερα από αυτόν τον ευλογημένο χώρο με την ικανοποίηση ότι αποδώσαμε τις τιμές και τις ευχαριστίες στον Άγιο Αρτέμιο, αλλά και με τον προβληματισμό, μέσα σε αυτές τις δυσκολίες μπορεί να μας βοηθήσει ο Άγιος Αρτέμιος και η Εκκλησία ή θα έρθει ο καιρός που θα πούμε, μερικοί από εμάς πρωταγωνιστές ή και άλλοι, «Χριστέ νενίκηκάς με»;», σημείωσε ο Αρχιεπίσκοπος που εξέφρασε το θαυμασμό του για το νησί της Μυκόνου, ενώ με αφορμή την αγαστή συνεργασία μεταξύ του Δήμου Μυκόνου και της τοπικής Εκκλησίας, υπογράμμισε ότι «και η Εκκλησία και η Πολιτεία αναφέρονται στον άνθρωπο και τα προβλήματά του. Χωρίς ανθρώπους δεν έχει λόγο ύπαρξης ούτε η Εκκλησία, ούτε η Πολιτεία. Με μια, όμως, διαφορά: Η Εκκλησία δεν διώχνει κανένα, δεν χωρίζεται από κανένα, αλλά τους αγκαλιάζει όλους! Και η προσφορά Της, ιδιαίτερα τα τελευταία δύσκολα χρόνια, είναι συνάρτηση της προσπάθειας όλων, της ευρύτερης οικογένειας, που φροντίζει τα αδύναμα μέλη της. Σήμερα δεν χρειάζονται υψωμένες γροθιές, αλλά χέρια ενωμένα, ενότητα και πνεύμα ομόνοιας και συνεργασίας».

Πηγή: iefimerida.gr


Ο Θεός, ιλάσθητί μοι τώ αμαρτωλώ και ελέησόν με.

Άβαταρ μέλους
Achilleas
Δημοσιεύσεις: 2088
Εγγραφή: Παρ Ιούλ 27, 2012 7:09 pm

Re: Ξεκίνησε ο διαχωρισμός Κράτους- Εκκλησίας

Δημοσίευσηαπό Achilleas » Πέμ Δεκ 22, 2016 10:47 pm

Αρχιεπίσκοπος Ιερώνυμος: ''Δεν υπάρχει για εμάς χωρισμός''

Εικόνα

«Όταν ακούω χωρισμός Εκκλησίας-πολιτείας στο βάθος έχω λογισμούς» είπε ο αρχιεπίσκοπος και πρόσθεσε: «Ποιος διερωτήθηκε πως μπορεί η Εκκλησία να ταΐζει 53 χιλ ανθρώπους μόνο στην Αθήνα;»

Νέο ηχηρό μήνυμα προς το πολιτικό προσωπικό της χώρας απηύθυνε ο Αρχιεπίσκοπος Ιερώνυμος εντός Βουλής καλώντας το να αποβάλλει «παιδικές αρρώστιες» και «ιδεοληψίες» καθώς όπως είπε «δεν είναι καιρός για τέτοια. Το καράβι βουλιάζει κι αν βουλιάξει δεν θα γλιτώσει κανείς. Ούτε ο αφεντικός, ούτε ο αξιωματικός ούτε ο μούτσος».

«Έχουμε ανάγκη συνεργασίας και όλα τα άλλα είναι εκ του πονηρού» είπε χαρακτηριστικά ο κ. Ιερώνυμος απαντώντας σε όσους υποστηρίζουν τον διαχωρισμό κράτους εκκλησίας για να προσθέσει: «Κανείς δυνάστης δεν μπορεί να εκμεταλλευτεί την Εκκλησία. Ορισμένοι κάνουν πολιτική εις βάρος της Εκκλησίας. Ολοι έχουμε παιδικές αρρώστιες και ιδεοληψίες αλλά δεν είναι καιρός για τέτοια. Το καράβι βουλιάζει και αν βουλιάξει δεν θα γλιτώσει ούτε ο αφεντικός, ούτε ο αξιωματικός ούτε ο μούτσος».

Κατα το κλείσιμο δε της συνεδρίασης ο Αρχιεπίσκοπος Ιερώνυμος είχε έντονο διάλογο με την βουλευτή του ΣΥΡΙΖΑ Αννέτα Καββαδία που του ζήτησε να πάρει θέση για ορισμένους ιεράρχες που επιδίδονται όπως είπε σε κηρύγματα μίσους.

«Η Εκκλησία είναι ο δημοκρατικός χώρος. Κάθε ένας πρέπει να έχει τις απόψεις του και να τις λέει» είπε αρχικά ο Αρχιεπίσκοπος για να αντιδράσει η βουλευτής του ΣΥΡΙΖΑ: «Ακόμα και αν οι φωνές είναι μίσους;».

«Νομίζετε ότι δεν εκπροσωπούν αυτοί ανθρώπους;» ανταπάντησε ο Αρχιεπίσκοπος με την κυρία Καββαδία να επιμένει: «Τι σχέση έχουν τα κηρύγματα μίσους με το χριστιανικό μήνυμα αγάπης;».

«Θα του πω ότι είναι λάθος γραμμή αλλά δεν μπορώ να του κόψω το κεφάλι» εξήγησε ο προκαθήμενος της εκκλησίας.

Η συζήτηση έγινε σε ειδική εκδήλωση της επιτροπής Ελληνισμού της Διασποράς για τον ρόλο της Εκκλησίας στη διατήρηση της εθνικής ταυτότητας στον ελληνισμό της διασποράς.

Κατά την έναρξη της τοποθέτησή του ο κ. Ιερώνυμος ανέφερε μεταξύ άλλων ότι «Όταν ακούω χωρισμός εκκλησίας πολιτείας στο βάθος έχω λογισμούς. Εξωτερικά δεν με απασχολεί καθώς είμαστε εθισμένοι σε λόγια και συζητήσεις και ξέρω ότι θα αργήσει πολύ να έρθει η ώρα που σοβαρά θέματα που απασχολούν τόπο και εκκλησία θα συζητηθούν σοβαρά».

«Ποιος διερωτήθηκε πως μπορεί η Εκκλησία να ταΐζει 53 χιλ ανθρώπους μόνο στην Αθήνα; Στην Αρχιεπισκοπή. Πως μπορούμε να κρατάμε τόσες χιλιάδες ανθρώπους με φάρμακα, φοιτητές να έχουν δωμάτια. Μπορούμε να δούμε πως κινείται όλο αυτό το έργο. Θα πάρουμε στοιχεία ποιοι μας βοήθησαν και μας βοηθάνε να αντιμετωπιστεί ο όγκος υποχρεώσεων. Οι ομογενείς με ένα δολάριο βοηθούν. Η ομογένεια στέλνει τον ιδρώτα τον κόπο της και βοηθά. Και πρέπει να τους δείξουμε ότι δεν πάει στράφι ο κόπος τους» είπε σε άλλο σημείο.

Ο Αρχιεπίσκοπος αναφέρθηκε στην εκκλησιαστική περιουσία και τα δεκάδες οικόπεδα που έχουν απαλλοτριωθεί – δεσμευτεί από το δημόσιο. Επίσης εξήγησε ότι η πρότασή του είναι πως οι ρόλοι μεταξύ Εκκλησίας – Κράτους πρέπει να είναι «διακριτοί αλλά καθαροί που δεν θα βαραίνουν από την μια πλευρά και όταν υπάρχει ανάγκη να υπάρχει απαραίτητη συνεργασία».

Για τις απόψεις περι χωρισμού Εκκλησίας Κράτους απάντησε «η εκκλησία δεν έχει τέτοια φράση στην ποιμαντική της γιατί δεν διώχνει. Οποιος θέλει φεύγει μόνος του. Αν θέλεις πάρε τα πραγματάκια σου και πήγαινε στο καλό. Εμείς δεν διώχνουμε και δεν διαγράφουμε κανένα και αν θέλει να γυρίσει εδώ είμαστε να τον αγκαλιάσουμε. Δεν υπάρχει για εμάς χωρισμός. Δεν υπάρχει τέτοια ορολογία ποιμαντική».

Πηγή: http://www.romfea.gr


Μακάριοι οι πραείς, ότι αυτοί κληρονομήσουσι την γην.

Άβαταρ μέλους
Νίκος
Διαχειριστής
Δημοσιεύσεις: 5832
Εγγραφή: Παρ Ιούλ 27, 2012 11:05 am
Τοποθεσία: Κοζάνη

Re: Ξεκίνησε ο διαχωρισμός Κράτους- Εκκλησίας

Δημοσίευσηαπό Νίκος » Πέμ Μάιος 25, 2017 1:43 pm

«Χωρισμὸς ἤ σχέσεις μεταξὺ Ἐκκλησίας καὶ Πολιτείας»

Εικόνα

Μητροπολίτου Ναυπάκτου καί Ἁγίου Βλασίου Ἱεροθέου

Κατά καιρούς γίνονται διάφορες συζητήσεις καί ἀνταλλαγή ἀπόψεων γιά τόν λεγόμενο «χωρισμό Ἐκκλησίας καί Πολιτείας». Τήν ἀφορμή τήν δίνουν οἱ πολιτικοί, οἱ ὁποῖοι μέ τόν τρόπο αὐτόν θέλουν νά ἐφαρμόσουν τίς ἰδεολογικές τους ἀρχές ἤ ἀκόμη θέλουν νά δικαιολογήσουν τήν ἀβελτηρία τους σέ ἄλλα κοινωνικά καί πολιτικά ζητήματα, καί οἱ ἐκκλησιαστικοί παράγοντες ἀντιδροῦν σπασμωδικά ἤ ἀρνοῦνται κάθε σκέψη γιά περαιτέρω συζήτηση.

Στό παρελθόν ἀσχολήθηκα μέ τό θέμα αὐτό κυρίως ὡς ἐκπρόσωπος τῆς Διαρκοῦς Ἱερᾶς Συνόδου, ἀλλά καί τῆς Ἱεραρχίας τῆς Ἐκκλησίας, καί ἔγραψα διάφορα κείμενα ἤ ἀπάντησα σέ ἐρωτήσεις μέ σκοπό τήν ἐνημέρωση ὅσων ἐνδιαφέρονται γιά τό θέμα.

Φυσικά, ἔχουν γραφῆ ἀξιόλογα ἐπιστημονικά κείμενα γύρω ἀπό τό θέμα αὐτό, μέ ἰσχυρή νομική καί θεολογική βιβλιογραφία, ἀλλά μέ τά ὅσα ἀκολουθήσουν θά ἤθελα νά κωδικοποιήσω μερικές ἀπόψεις μου μέ τρόπο ἁπλό καί κατανοητό, ἀποφεύγονας νομικούς ὅρους καί ἐπιστημονική ἀνάλυση.

1. «Κράτος καί Ἐκκλησία»

Ὅταν γίνεται λόγος γιά «χωρισμό Κράτους καί Ἐκκλησίας», πολλοί ἐννοοῦν δύο θεσμούς πού εἶναι μεταξύ τους ἑνωμένοι καί πρέπει νά χωρίσουν. Θά πρέπει νά δοῦμε ποιοί εἶναι αὐτοί οἱ θεσμοί γιά τούς ὁποίους ἐπιδιώκεται ὁ χωρισμός.

Ὅταν λέμε Κράτος-Πολιτεία, ἐννοοῦμε ὅλη τήν συντεταγμένη Πολιτεία μέ τά ὄργανά της, ἐννοοῦμε τούς πολίτες μιᾶς χώρας μαζί μέ τούς ἐκλεγμένους ἄρχοντες, ἀλλά καί τούς νόμους ἐπί τῇ βάσει τῶν ὁποίων λειτουργεῖ ἡ Πολιτεία αὐτή. Καί ὅταν λέμε Ἐκκλησία, ἐννοοῦμε ὅλα τά μέλη της πού εἶναι βαπτισμένα καί κατά ποικίλους τρόπους καί βαθμούς ζοῦν μέσα στήν Ἐκκλησία, καθώς ἐπίσης καί τά ὄργανά της, ἤτοι τήν Ἱερά Σύνοδο, τίς Μητροπόλεις, τίς Ἐνορίες, τίς Μονές, πού ἔχουν ρυθμισθῆ νά λειτουργοῦν σύμφωνα μέ τό κανονικό καί ἐκκλησιαστικό δίκαιο.

Ἔχοντες αὐτά ὑπ’ ὄψη, τοὐλάχιστον ὡς πρός τήν Ἐκκλησία πού πρέπει, κατά τήν γνώμη μερικῶν, νά χωρίση ἀπό τό Κράτος, ἐννοοῦνται τρεῖς πραγματικότητες.

Ἡ μία εἶναι τά μέλη της, ἡ δεύτερη εἶναι ἡ παράδοσή της καί ἡ τρίτη εἶναι ἡ διοίκησή της.

Τά μέλη τῆς Ἐκκλησίας προφανῶς δέν μποροῦν νά χωρίσουν ἀπό τό Κράτος, γιατί εἶναι ταυτοχρόνως πολίτες τοῦ συγκεκριμένου Κράτους, ἀκόμη καί σχεδόν ὅλοι οἱ πολιτικοί Ἡγέτες εἶναι μέλη της μέ τό Βάπτισμα.

Ἡ παράδοση τῆς ἑλληνικῆς κοινωνίας πού ἔχει ἐμποτισθῆ ἀπό τήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία εἶναι δύσκολο νά χωρισθῆ ἀπό τό Κράτος, ἀφοῦ αὐτή ἡ παράδοση ἔχει ἀποτυπωθῆ ἐν πολλοῖς καί στά ἤθη καί ἔθιμα τῶν κατοίκων τῆς Πολιτείας καί δέν μπορεῖ εὔκολα ἡ Πολιτεία νά ἀποδεσμευθῆ ἀπό αὐτήν, διότι οἱ πολίτες ἐπιθυμοῦν νά τηροῦν αὐτές τίς παραδόσεις πού ἔχουν σχέση μέ τίς ἑορτές καί τόν τρόπο ζωῆς. Ἔτσι, ὅταν μερικοί μέ τόν λεγόμενο «χωρισμό Ἐκκλησίας καί Πολιτείας» ἐννοοῦν τόν χωρισμό μεταξύ Ἔθνους καί Πολιτείας, δηλαδή ἐπιθυμοῦν τήν ἀποδόμηση τοῦ πολιτισμοῦ τῆς Χώρας μας καί τήν πλήρη ἐκδυτικοποίησή της, δείχνουν ὅτι τό πρόβλημα εἶναι βαθύτερο.

Ὁπότε, ἀπομένει νά ἐννοεῖται ὡς χωρισμός τῆς Ἐκκλησίας ἀπό τό Κράτος, ὁ χωρισμός τῆς διοίκησης τῆς Ἐκκλησίας ἀπό τήν διοίκηση τοῦ Κράτους. Αὐτό ἐν πολλοῖς ὑπάρχει σήμερα, ἄλλωστε γι’ αὐτό γίνεται λόγος γιά «διακριτότητα τῶν ρόλων», ἀρκεῖ νά τηροῦνται καλά τά νενομισμένα καί ἴσως ἀκόμη χρειασθῆ νά γίνουν μερικές ἐπί πλέον ἀλλαγές καί ὁριοθετήσεις γιά τήν καλύτερη λειτουργία τῶν σχέσεων μεταξύ τους.

2. Χωρισμός ἤ ἀναθεώρηση-ὁριοθέτηση τῶν σχέσεων;

Ἐπειδή στίς συζητήσεις γιά τό θέμα αὐτό γίνεται λόγος γιά χωρισμό μεταξύ Ἐκκλησίας καί Πολιτείας, πρέπει νά σημειωθῆ ὅτι ἡ φράση «χωρισμός Ἐκκλησίας καί Πολιτείας» εἶναι ἀδόκιμος, ἐνῶ πιό δόκιμος ὅρος εἶναι ἡ φράση «ὁριοθέτηση τῶν σχέσεων μεταξύ ἐκκλησιαστικῆς καί κρατικῆς διοίκησης». Δέν πρόκειται γιά χωρισμό, ἀλλά γιά σχέσεις.

Ἡ ἔννοια τοῦ χωρισμοῦ ἐννοεῖται μέ τόν ἀποχωρισμό καί αὐτό ἑρμηνεύεται μέ τήν ἔννοια τοῦ διαζυγίου, δηλαδή τελεία διακοπή τῶν σχέσεων. Σύμφωνα μέ τήν ἄποψη αὐτή, θά πρέπει τό Κράτος νά ἀποσπασθῆ ἀπό τήν σχέση του μέ τήν Ἐκκλησία ἤ ἡ Ἐκκλησία νά χωρισθῆ ἀπό τό Κράτος. Αὐτό, ὅμως, δέν μπορεῖ νά γίνη, ἀπόλυτα καί διαλεκτικά, σέ μιά συντεταγμένη Πολιτεία.

Αὐτό λέγεται ἀπό τήν ἄποψη ὅτι οὕτως ἤ ἄλλως ἡ Ἐκκλησία ὡς ἕνας ὀργανισμός σέ ἕνα Κράτος θά πρέπη νά ἔχη κάποια σχέση μαζί του, ἀφοῦ δέν μπορεῖ νά εἶναι ἀπολύτως ἀνεξάρτητη ἀπό αὐτό. Τίποτε μέσα σέ ἕνα Κράτος δέν μπορεῖ νά εἶναι τελείως ἀνεξάρτητο, γιατί τότε αὐτό θά ἦταν ἕνα κράτος ἐν κράτει. Κάθε ὀργανισμός, ἀκόμη καί ἕνα σωματεῖο ἔχει μιά νομική προσωπικότητα, δημοσίου ἤ ἰδιωτικοῦ δικαίου, ἔχει κάποια σχέση μέ τό Κράτος.

Αὐτή ἡ σχέση κρατικῆς καί ἐκκλησιαστικῆς διοίκησης καθορίζεται μέ τόν Καταστατικό Χάρτη τῆς Ἐκκλησίας, πού εἶναι νόμος τῆς Πολιτείας, ὅπως ὑφίσταται καί ὁ καταστατικός νόμος γιά τήν Ἐκκλησία τῆς Κρήτης καί ὁ Καταστατικός Χάρτης τοῦ Ἁγίου Ὄρους. Οἱ Καταστατικοί αὐτοί Χάρτες καθορίζουν τήν σχέση τῶν Ἐκκλησιῶν, στίς ὁποῖες ἀναφέρονται, πρός τήν Πολιτεία.

Ἐπανειλημμένως ἔχω γράψει ὅτι ἡ λέξη «χωρισμός» –εἴτε ἀπόλυτος εἴτε χαλαρός– εἶναι λάθος καί πρέπει τό γρηγορότερο νά ἀντικατασταθῆ. Καί αὐτό γιατί ἡ Ἐκκλησία δέν εἶναι μόνον ἡ ἐκκλησιαστική διοίκηση, ἡ Πολιτεία δέν εἶναι μόνον ἡ κρατική διοίκηση, καί ὁ «χωρισμός Ἐκκλησίας καί Πολιτείας » δέν νοεῖται σέ μιά δημοκρατική Πολιτεία.

Με ἄλλα λόγια, ἡ λέξη χωρισμός φέρει στήν μνήμη μας τά διαζύγια τοῦ γάμου –τελικά ἤ συναισθηματικά– μέ τά ὁποῖα διαλύονται οἱ σχέσεις μεταξύ τῶν συζύγων, μέ ὅλες τίς συνέπειές τους. Αὐτό, ὅμως, δέν μπορεῖ νά ἐφαρμοσθῆ στό θέμα τῆς κρατικῆς καί τῆς ἐκκλησιαστικῆς διοίκησης. Σέ κάθε εὐνομούμενη Πολιτεία ὁποιοσδήποτε ὀργανισμός, σωματεῖο, κλπ., ἔχει κάποια σχέση μέ τό Κράτος, κανένας δέν εἶναι ἄσχετος καί ἀνεξάρτητος.

Ὁπότε, ὁποιαδήποτε ἀλλαγή στό θέμα αὐτό δέν θά ὀνομάζεται χωρισμός, ἀφοῦ θά ὑπάρχη μιά σχέση, ἔστω καί χαλαρή. Ἄλλωστε, τό φαινόμενο τοῦ θρησκεύεσθαι ἤ τοῦ μή θρησκεύεσθαι ἀπό τούς πολίτες πάντοτε θά ρυθμίζεται Συνταγματικά, κατά τήν ἄποψη ἐγκρίτων συνταγματολόγων. Δέν μπορεῖ ποτέ ἡ Ἐκκλησία ἤ μιά θρησκευτική ὀργάνωση νά εἶναι κράτος ἐν κράτει.

Ἀκόμη καί τό Βατικανό, πού εἶναι ἀνεξάρτητο Κράτος, ἔχει σχέση μέ τό Ἰταλικό Κράτος μέ τό κονκορδάτο (συμφωνία). Συγκεκριμένα, στό ἄρθρο 7 τοῦ Ἰταλικοῦ Συντάγματος τοῦ 1948 γίνεται λόγος γιά τό ὅτι «ἡ Πολιτεία καί ἡ Καθολική Ἐκκλησία, καθεμία στόν δικό της χῶρο, εἶναι ἀνεξάρτητες καί κυρίαρχες. Οἱ σχέσεις μεταξύ τους ρυθμίζονται ἀπό τίς συνθῆκες τοῦ Λατερανοῦ…». Ἐπίσης στό ἄρθρο 137 τοῦ θεμελιώδους νόμου τῆς Βόννης τοῦ 1949 γράφεται ὅτι στήν Γερμανία «οἱ θρησκευτικές κοινότητες παραμένουν νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου».

Ἀκριβῶς γι’ αὐτόν τόν λόγο αἰσθάνομαι ἱκανοποίηση, ἐπειδή πολλοί εἰδήμονες δέν κάνουν πλέον λόγο γιά «χωρισμό Ἐκκλησίας- Πολιτείας», ἀλλά γιά «ὁριοθέτηση τῶν σχέσεων μεταξύ Ἐκκλησίας καί Πολιτείας», τό καλύτερο δε εἶναι νά ὀνομάζεται «ὁριοθέτηση τῶν σχέσεων μεταξύ ἐκκλησιαστικῆς καί κρατικῆς διοίκησης». Ἄλλωστε, ἀκόμη καί στό Βυζάντιο δέν γινόταν λόγος γιά σχέσεις Ἐκκλησίας καί Πολιτείας, ἀλλά γιά σχέση καί διαφορά μεταξύ «Ἱερωσύνης καί Βασιλείας», πού ἀποδίδει καλύτερα τήν σχέση καί διαφορά μεταξύ ἐκκλησιαστικῆς καί κρατικῆς διοίκησης.

3. Τό Σύνταγμα γιά τήν σχέση μεταξύ ἐκκλησιαστικῆς καί κρατικῆς διοίκησης

Ἀναφερόμενος στό ἄρθρο 3 τοῦ Συντάγματος πρέπει νά σημειωθῆ ὅτι αὐτό εἶναι σαφέστατο καί καθορίζει τίς σχέσεις μεταξύ ἐκκλησιαστικῆς καί κρατικῆς διοίκησης. Ὅταν τό ἄρθρο αὐτό ἑρμηνευθῆ μέ νηφαλιότητα, τότε θά διαπιστωθῆ ὅτι περιγράφει τήν διακριτότητα τῶν ρόλων μεταξύ ἐκκλησιαστικῆς καί κρατικῆς διοίκησης.

Ἀκόμη, ὅπως ἔχει γράψει ὁ Εὐάγγελος Βενιζέλος, τό ἄρθρο 3 τοῦ Συντάγματος, πού καθορίζει τό αὐτοδιοίκητο τῆς Ἐκκλησίας, οὐσιαστικά εἶναι «ἕνα ἀπό τά ὑποκείμενα τῆς θρησκευτικῆς ἐλευθερίας», τήν ὁποία καθορίζει τό 13ο ἄρθρο τοῦ Συντάγματος, «καί ὄχι κάμψη τῆς θρησκευτικῆς ἐλευθερίας». Ἑπομένως, βαρύνουσα ἀξία ἔχει τό ἄρθρο 13.

Καί ἐπειδή ζοῦμε σέ μιά ἐποχή στήν ὁποία γίνεται πολύς λόγος γιά τήν ἐλευθερία τοῦ ἀνθρώπου καί ἐπειδή ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία σέβεται τήν ἐλευθερία τοῦ κάθε ἀνθρώπου –τῶν μελῶν της καί τῶν ἐκτός αὐτῆς– γι’ αὐτόν τόν λόγο οἱ ὅποιες νομοθετήσεις γίνουν ἐκ μέρους τῆς Πολιτείας, ὡς πρός τόν σεβασμό τῆς ἐλευθερίας τῶν θρησκευτικῶν πεποιθήσεων ἤ καί τῆς ἐλευθερίας τοῦ κάθε ἀνθρώπου-πολίτη (γάμος, ἀποτέφρωση, κηδεία κλπ.), μποροῦν νά γίνουν μέ νόμους, βάσει τοῦ ἄρθρου 13 τοῦ Συντάγματος. Καί, φυσικά, αὐτό εἶναι ἁρμοδιότητα τῆς Πολιτείας καί δέν μπορεῖ νά φέρη ἀντίρρηση ὁποιοσδήποτε Κληρικός σέ θέματα πού ἀφοροῦν τά «πιστεύω» καί τίς ἐλευθερίες κάθε πολίτη, διαφυλάσσοντας ὅμως τίς θεολογικές ἀρχές.

Ὅπως ἔχει παρατηρηθῆ, ὁ χαρακτηρισμός τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος μέ ὅλες τίς ἐπί μέρους κοινότητες ὡς Νομικοῦ Προσώπου Δημοσίου Δικαίου ἔγινε ὥστε τό Κράτος νά ἐλέγχη τήν Ἐκκλησία, ὅπως ἐπιβεβαιώνει ἡ πικρή ἐμπειρία τόσων χρόνων.

Ὁπότε, δέν μποροῦμε νά κάνουμε λόγο γιά χωρισμό Ἐκκλησίας καί Πολιτείας, ἀλλά γιά ὁριοθέτηση τῶν σχέσεων μεταξύ ἐκκλησιαστικῆς καί κρατικῆς διοικήσεως.

Καί αὐτή ἡ ἀναθεώρηση ἤ ὁριοθέτηση τῶν σχέσων μεταξύ ἐκκλησιαστικῆς καί κρατικῆς διοίκησης πρέπει νά γίνη, κατά τήν γνώμη μου, μόνον σέ δύο σημεῖα, ἤτοι στόν Καταστατικό Χάρτη τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος καί στόν Νόμο περί Ἐκκλησιαστικῶν Δικαστηρίων. Αὐτά τά δύο θέματα δημουργοῦν τήν ἐμπλοκή μεταξύ τῆς ἐκκλησιαστικῆς καί κρατικῆς διοίκησης. Φυσικά αὐτό ἄν γίνη γιά τήν Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος, θά πρέπει νά γίνη καί γιά τήν Ἐκκλησία τῆς Κρήτης καί γιά τό Ἅγιον Ὄρος, τῶν ὁποίων οἱ σχέσεις μέ τήν Πολιτεία καθορίζονται μέ Καταστατικούς Χάρτες, πού εἶναι νόμοι τῆς Πολιτείας. Αὐτό δημιουργεῖ ἰδιαίτερα προβλήματα, γιατί ὅπως θά τονισθῆ πιό κάτω, αὐτό τό θέμα ἀφορᾶ καί τό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο, τό ὁποῖο δέν μπορεῖ νά παραμείνη ἔξω ἀπό τήν συζήτηση αὐτή.

Πάντως, αὐτό πρέπει νά γίνη μέσα ἀπό ἕναν ἤρεμο καί εἰλικρινῆ διάλογο, χωρίς ἰδεολογικές ἀντιπαλότητες γιά τό καλό καί τῆς Ἐκκλησίας καί τῆς Πολιτείας καί γενικά τοῦ λαοῦ, ὅπως θά γραφῆ πιό κάτω.

4. Προσπάθειες γιά τόν «χωρισμό» ἤ ὁριοθέτηση τῶν σχέσεων

Ὁ λεγόμενος «χωρισμός Ἐκκλησίας καί Πολιτείας» χρησιμοποιεῖται πολλές φορές γιά διαφόρους λόγους, ἀλλά τελικά ὅσες φορές χρειάσθηκε νά προχωρήση, κάτι ἔγινε καί ἀποσοβήθηκε. Νομίζω, λοιπόν, ὅτι ὑπάρχουν ὑποσχέσεις καί προγράμματα τῶν Κομμάτων γιά τόν «χωρισμό Ἐκκλησίας καί Πολιτείας», ἀλλά οὔτε καθορίζεται τί σημαίνει χωρισμός, κι ἄν μπορεῖ νά γίνη νομικά σέ ἕνα εὐνομούμενο Κράτος, οὔτε ὑπάρχει πολιτική βούληση γιά ἕνα τέτοιο ἔργο. Ἡ ἱστορία τοῦ θέματος αὐτοῦ τό ἀποδεικνύει περίτρανα.

Εἶναι χαρακτηριστικό ὅτι τό ἔτος 1987-88 συγκροτήθηκε μιά Μικτή Ἐπιτροπή ἀπό μέλη τῆς Ἐκκλησίας καί τῆς Πολιτείας γιά νά μελετήση τίς σχέσεις μεταξύ τῶν δύο αὐτῶν «θεσμῶν», ἡ ὁποία Ἐπιτροπή, ὕστερα ἀπό πολλές (36) πολύωρες Συνεδριάσεις, κατήρτισε ἕνα «προσχέδιο συμφωνίας Πολιτείας καί Ἐκκλησίας», καθώς ἐπίσης κατήρτισε ἕνα «προσχέδιο Νόμου περί τοῦ Καταστατικοῦ Χάρτου τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος», στό ὁποῖο καθορίστηκαν οἱ σχέσεις μεταξύ ἐκκλησιαστικῆς καί κρατικῆς διοίκησης, γιά τό καλό καί τῶν δύο αὐτῶν «θεσμῶν» τῆς Χώρας μας.

Μεταξύ τῶν προτάσεων ἦταν νά καταρτισθῆ νέος Καταστατικός Χάρτης πού νά ἔχη λίγα ἄρθρα καί πολλές ἐξουσιοδοτήσεις κανονιστικοῦ περιεχομένου καί νά χαρακτηρισθῆ ἡ Ἐκκλησία καί ὅλοι οἱ ὀργανισμοί της ὡς Νομικά Πρόσωπα Εἰδικοῦ Χαρακτήρα (Ἐκκλησιαστικά Νομικά Πρόσωπα) καί συγχρόνως νά ρυθμισθοῦν ὅλα τά ἄλλα θέματα, τά ὁποῖα ἅπτονται τῶν σχέσεων μεταξύ τῆς κρατικῆς καί τῆς ἐκκλησιαστικῆς διοίκησης γιά τό καλό τῆς κοινωνίας καί τοῦ λαοῦ.

Αἰσθάνθηκα δέ βαθειά ἔκπληξη, ὅταν πρίν ἀπό χρόνια διάβασα τά κείμενα αὐτά, καί πολλές φορές διερωτήθηκα: Γιατί δέν ἐτέθησαν αὐτά τά προσχέδια τότε σέ ἐφαρμογή καί δέν ἔγιναν νόμοι τοῦ Κράτους, ἀφοῦ εἶχαν τήν σύμφωνη γνώμη τῆς Ἐκκλησίας καί τῆς Πολιτείας καί εἶχαν εὐεργετικές διατάξεις γιά τόν τρόπο τῆς συνεργασίας μεταξύ τους;

Διερωτῶμαι πῶς μπορεῖ νά γίνη ὁποιαδήποτε ἀναθεώρηση τῆς σχέσεως σέ βάρος τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, χωρίς τήν σύμφωνη γνώμη τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου; Νομίζω ὅτι τό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο δέν θά παραμείνη ἀδρανές σέ τέτοιες ἐνέργειες.

Θεωρῶ ὅτι, ἄν τότε γινόταν αὐτό, τά πράγματα θά ὁδηγοῦνταν σέ ἕναν καλό δρόμο καί θά ἀποφεύγαμε ὅλο αὐτό τό διάστημα τίς ἀτέρμονες καί ζημιογόνες συζητήσεις γιά τόν λεγόμενο «χωρισμό Ἐκκλησίας καί Πολιτείας».

Βέβαια, γνωρίζω ὅτι ὑπῆρξαν διάφοροι ἀνασχετικοί παράγοντες πού συνετέλεσαν στό νά μήν ἐφαρμοσθῆ αὐτή ἡ κατ’ ἀρχήν συμφωνία μεταξύ Ἐκκλησίας καί Πολιτείας, μεταξύ τῶν ὁποίων συγκαταλέγονται τό λεγόμενο πολιτικό κόστος, λόγῳ τῶν ἐπικείμενων τότε ἐκλογῶν, ὁ ἐνδεχόμενος φόβος τῆς Πολιτείας γιά μιά Ἐκκλησία πού θά ἦταν πιό ἐλεύθερη καί ἀπαλλαγμένη ἀπό τόν ἀσφυκτικό ἔλεγχό της, ἡ στάση πού θά τηροῦσαν τά ἄλλα θρησκεύματα κλπ. Ἀλλά οἱ ἴδιοι αὐτοί παράγοντες ἰσχύουν καί σήμερα καί δέν γνωρίζω πῶς μποροῦν νά ξεπερασθοῦν.

Πάντως, ἡ δυσπραγία αὐτή γίνεται φανερή ἀπό ἕναν σημαντικό λόγο. Νομίζω ὅτι ἡ Πολιτεία δέν θά ἤθελε ποτέ μιά ἀνεξέλεγκτη καί ἐλεύθερη Ἐκκλησία, γιατί δέν γνωρίζει ποῦ θά μποροῦσε νά ὁδηγήση αὐτή ἡ ἐλευθερία, μέ τήν διατάραξη τῆς ἑνότητος τοῦ κοινωνικοῦ ἱστοῦ, ἀφοῦ ἐνδεχομένως θά μποροῦσε νά εὐνοήση τήν «ἐλευθερία» μερικῶν Μητροπολιτῶν ἤ τήν ἀνταρσία μερικῶν Πρεσβυτέρων καί μοναχῶν.

Ἄλλωστε, ὅπως ἔχει παρατηρηθῆ, ὁ χαρακτηρισμός τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος μέ ὅλες τίς ἐπί μέρους κοινότητες ὡς Νομικοῦ Προσώπου Δημοσίου Δικαίου ἔγινε ὥστε τό Κράτος νά ἐλέγχη τήν Ἐκκλησία, ὅπως ἐπιβεβαιώνει ἡ πικρή ἐμπειρία τόσων χρόνων.

5. Θέματα πού κακῶς τίθενται γιά τόν «χωρισμό»

Προηγουμένως, ἀνέφερα ὅτι κατά τήν γνώμη μου ἡ ἐνδεχόμενη σαφέστερη ὁριοθέτηση μεταξύ τῆς ἐκκλησιαστικῆς καί κρατικῆς διοίκησης πρέπει νά γίνη μόνον σέ δύο σημεῖα, ἤτοι στήν κατάρτιση νέου Καταστατικοῦ Χάρτου πού νά ἔχη μερικά βασικά ἄρθρα πού νά καθορίζουν τήν νομική προσωπικότητα τῆς Ἐκκλησίας καί νά δίνη πολλές ἐξουσιοδοτήσεις στήν Ἐκκλησία γιά τήν διοίκησή της, σύμφωνα μέ τό Κανονικό της δίκαιο, καί στόν Νόμο περί Ἐκκλησιαστικῶν Δικαστηρίων.

Ὅμως, κάθε φορά πού γίνεται λόγος γιά τόν «χωρισμό Ἐκκλησίας καί Πολιτείας» πού οὕτως ἤ ἄλλως εἶναι ἀδόκιμος ὅρος, ὅπως προαναφέρθηκε, τίθενται διάφορα ζητήματα, ὅπως ἡ μισθοδοσία τοῦ κλήρου, τό μάθημα τῶν θρησκευτικῶν στά Σχολεῖα, ἡ ἐπιλογή τῶν πολιτῶν σέ διάφορα προσωπικά ζητήματα, ἤτοι ὁ πολιτικός γάμος, ἡ πολιτική κηδεία, ἡ ἀποτέφρωση τῶν σωμάτων, οἱ ἐθνικές ἑορτές κλπ.

Θεωρῶ ὅτι ὅλα αὐτά τά θέματα δέν μποροῦν νά τεθοῦν στήν συζήτηση γιά τήν ὁριοθέτηση τῶν σχέσεων μεταξύ τῆς ἐκκλησιαστικῆς καί κρατικῆς διοίκησης, γιά τούς ἑξῆς ἁπλούς λόγους.

Δέν εἶναι δυνατόν τά πολιτικά Διοικητικά Δικαστήρια σέ κανονικά ἐκκλησιαστικά ζητήματα νά θεωροῦνται καί νά ἐνεργοῦν ὡς τριτοβάθμια διοικητικά ὄργανα, ὅπως ἐπίσης δέν εἶναι δυνατόν ἡ Ἐκκλησία νά μή μπορῆ νά ἐφαρμόζη τό κανονικό της δίκαιο, γιατί δέχεται ἐξωτερικές πιέσεις ἀπό Κρατικές Ὑπηρεσίες.

Ἡ μισθοδοσία τῶν Κληρικῶν γίνεται ὕστερα ἀπό τίς κατά καιρούς συμβάσεις πού ὑπογράφηκαν μεταξύ τῆς Ἐκκλησίας καί τῆς Πολιτείας, μέ τίς ὁποῖες συμβάσεις παραχωρήθηκαν σταδιακά τά 96% τῆς ἐκκλησιαστικῆς περιουσίας προκειμένου νά μισθοδοτοῦνται οἱ Κληρικοί, παντός βαθμοῦ, ἀκόμη καί γιά τήν καλή λειτουργία τῆς ἐκκλησιαστικῆς καί γενικῆς ἐκπαίδευσης, σύμφωνα μέ συντριπτικά στοιχεῖα τά ὁποῖα ἔφερε στό φῶς ὁ Μακαριώτατος Ἀρχιεπίσκοπος Ἀθηνῶν καί Πάσης Ἑλλάδος κ. Ἱερώνυμος. Τό Κράτος εἶναι ὑποχρεωμένο νά ἐφαρμόζη τίς Συμβάσεις πού αὐτό ὑπέγραψε.

Ἐάν, ὅμως, παρ’ ἐλπίδα ἡ Πολιτεία θελήση νά διακόψη τήν μισθοδοσία τῶν Κληρικῶν, τότε θά πρέπει νά καταργηθοῦν ὅλες οἱ συμβάσεις μέ τίς ὁποῖες τό Κράτος ἀπαλλοτρίωσε τήν περιουσία τῆς Ἐκκλησίας, μέ σκοπό νά μισθοδοτῆ τούς Κληρικούς, καί νά ἐπιστραφοῦν οἱ περιουσίες αὐτές στήν Ἐκκλησία ἤ νά ἀποτιμηθῆ ἡ ἀξία τους μέ τά σημερινά δεδομένα καί νά δοθοῦν τά χρηματικά ποσά στήν Ἐκκλησία γιά τήν μισθοδοσία τοῦ Κλήρου.

Πρέπει, ὁπωσδήποτε νά ἐξετασθῆ αὐτή ἡ σημαντική παράμετρος τοῦ θέματος, γιατί, ἄν δέν λυθῆ, τότε τό Κράτος θά εἶναι ἀσυνεπές καί ὁπωσδήποτε ὑπεύθυνο γιά τήν κατάσταση στήν ὁποία θά περιέλθουν οἱ Κληρικοί μέ τίς οἰκογένειές τους, μέ φοβερές συνέπειες γιά τήν ἴδια τήν Πολιτεία, δεδομένου ὅτι οἱ Κληρικοί μέ τό ποιμαντικό καί πολιτιστικό τους ἔργο συντελοῦν στήν καλή λειτουργία τῆς κοινωνίας.

Τό μάθημα τῶν Θρησκευτικῶν εἶναι ὑποχρέωση μιᾶς εὐνομούμενης Πολιτείας, ὅπως γίνεται σέ ὅλες τίς Χῶρες τῆς Εὐρώπης, ἀφοῦ σύμφωνα μέ τίς Εὐρωπαϊκές συνθῆκες, ἡ παιδεία προσφέρεται στούς μαθητές, ἀνάλογα μέ τίς θρησκευτικές καί φιλοσοφικές πεποιθήσεις τῶν γονέων τους, ὅπως τό καταγράφει ἡ Σύμβαση τῆς Ρώμης. Ἀκόμη, ἡ ὑπεύθυνη Πολιτεία εἶναι ὑποχρεωμένη, σύμφωνα μέ ἀποφάσεις τοῦ Εὐρωπαϊκοῦ Κοινοβουλίου, νά προστατεύση τήν ψυχική ὑγεία τῶν Πολιτῶν της, ἀπό ἐγκληματικές θρησκευτικές σέκτες, παραθρησκευτικές ὁμάδες μέ τίς καταστροφικές λατρεῖες τους, πού στρέφονται ἐναντίον τῆς ἀκεραιότητος καί αὐτῶν τῶν ἰδίων τῶν Πολιτῶν της.

Ἡ ἐπιλογή τῶν Πολιτῶν σέ διάφορα ἐπί μέρους θέματα, ὅπως τόν γάμο, τήν κηδεία, τήν ἀποτέφρωση τῶν σωμάτων κλπ. εἶναι βασικά ἁρμοδιότητες τῆς Πολιτείας νά τά ρυθμίζη μέ βάση τό 13ο ἄρθρο τοῦ Συντάγματος, τό ὁποῖο ὑπέρκειται τοῦ 3 ἄρθρου τοῦ Συντάγματος. Φυσικά, ἡ Ἐκκλησία δέν μπορεῖ νά συνευδοκήση σέ πράξεις πού εἶναι ἀντίθετες μέ τήν δογματική διδασκαλία της, ἀλλά αὐτό ἀφορᾶ μόνον τά μέλη της καί βεβαίως καί αὐτά τά μέλη της ἔχουν τήν δυνατότητα τῶν ἐπιλογῶν τους, μέ ὅλες τίς συνέπειες πού προέρχονται ἀπό τίς ἐπιλογές αὐτές.

Ἐάν, ὅμως, παρ’ ἐλπίδα ἡ Πολιτεία θελήση νά διακόψη τήν μισθοδοσία τῶν Κληρικῶν, τότε θά πρέπει νά καταργηθοῦν ὅλες οἱ συμβάσεις μέ τίς ὁποῖες τό Κράτος ἀπαλλοτρίωσε τήν περιουσία τῆς Ἐκκλησίας, μέ σκοπό νά μισθοδοτῆ τούς Κληρικούς, καί νά ἐπιστραφοῦν οἱ περιουσίες αὐτές στήν Ἐκκλησία.

Ὁ ἑορτασμός τῶν ἐθνικῶν ἐπετείων δέν ἐμπλέκεται στά θέματα τῶν σχέσεων Ἐκκλησίας καί Πολιτείας πού πρέπει νά τεθοῦν στήν διαπραγμάτευση τοῦ λεγομένου χωρισμοῦ. Τά ἐθνικά γεγονότα ἀνταποκρίνονται στήν κοινή προσπάθεια ὅλου τοῦ ἑλληνικοῦ λαοῦ, πού θρησκεύει καί ἐκκλησιάζεται, καθώς ἐπίσης ἀποτελοῦν φανέρωση τῆς ἑνότητος καί τῆς ὁμοψυχίας τοῦ λαοῦ καί τῶν πολιτικῶν καί θρησκευτικῶν ἡγετῶν του. Ἑπομένως, ὁ ἑορτασμός τῶν ἐθνικῶν ἐπετείων δείχνει τήν ἑνότητα τοῦ ἔθνους μας καί ὅτι ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία ἔπαιξε σημαντικό ρόλο γι' αὐτήν τήν ἑνότητα.

Ἀπόδειξη αὐτοῦ τοῦ γεγονότος εἶναι ὅτι οἱ Ἕλληνες-Ρωμηοί σέ ὁποιοδήποτε μέρος τῆς γῆς κι ἄν βρίσκονται ἑορτάζουν τίς ἐθνικές ἐπετείους μέ ἐκκλησιαστικές καί πολιτικές ἐκδηλώσεις, χωρίς οἱ ἑλληνικές κοινότητες τοῦ ἐξωτερικοῦ νά εἶναι ταυτισμένες μέ τό Κράτος στό ὁποῖο εὑρίσκονται.

Ἑπομένως, ὁ ἑορτασμός τῶν ἐθνικῶν ἐπετείων δέν ὑπάγεται στόν λεγόμενο χωρισμό ἤ στόν τρόπο σχέσεως μέ τήν Ἐκκλησία, γιατί αὐτό εἶναι ἐθνικό θέμα καί κανείς δέν μπορεῖ νά διανοηθῆ νά χωρίση τό Ἔθνος ἀπό τήν Ἐκκλησία. Καί ἄν τό θελήση, δέν θά μπορέση νά τό πραγματοποιήση, γιατί ὅλος ὁ ρωμαίϊκος-ἑλληνικός πολιτισμός εἶναι ἐμποτισμένος ἀπό τήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία καί τήν λατρεία της, σύμφωνα ἄλλωστε μέ τήν βασική ἀρχή, ὅπως τήν ἐξέφρασε ὁ Max Weber, ὅτι ἡ θρησκεία ἑνός λαοῦ εἶναι τό κέντρο καί ἡ βάση τοῦ πολιτισμοῦ του.

Οἱ ἀλλαγές νά γίνουν μέ σοβαρότητα, ὑπευθυνότητα καί ὄχι μέσα ἀπό ἰδεολογικά συνθήματα, ἀφελῆ ἐπιχειρήματα, ἐκθέσεις ἰδεῶν καί ἐφηβικές ἐκρήξεις καί ἀπό τίς δύο πλευρές. Δέν εἶναι δυνατόν «νά κρύβουμε κάτω ἀπό τό χαλί» τίς σοβαρές ἀγκυλώσεις πού παρατηροῦνται στίς σχέσεις μεταξύ κρατικῆς καί ἐκκλησιαστικῆς διοίκησης.

Φυσικά, μπορεῖ νά βρεθῆ ἕνας ἰδιαίτερος τρόπος, κατάλληλος πρός τόν ἑορτασμό, πού νά ἀνταποκρίνεται στήν σύγχρονη πραγματικότητα, ἀλλά δέν μπορεῖ νά προσβληθῆ ἡ ἱστορική μνήμη καί ἡ παράδοση τῶν πρωτεργατῶν τῶν ἐθνικῶν ἐπετείων, γιατί αὐτό θά ἀποτελοῦσε ἰσχυρή ἔνδειξη τῆς ἀναδομήσεως τοῦ πολιτισμοῦ μας, καί αὐτό θά συνεπάγετο ἀπώλεια τῆς ἐθνικῆς μνήμης.

Ἄλλα ζητήματα πού ἀναφέρονται στήν καταγραφή τῶν θρησκευτικῶν δεδομένων σέ ἐπίσημα κρατικά ἔγγραφα μποροῦν νά ρυθμισθοῦν μέ ἕναν σοβαρό καί ὑπεύθυνο διάλογο μεταξύ τῶν Ὀργάνων τῆς Πολιτείας καί τῆς Ἱερᾶς Συνόδου καί τῶν Ὀργάνων της. Πράγματι ἐμεῖς οἱ Κληρικοί δέν μποροῦμε νά ἀσκοῦμε κρατική διοίκηση.

Ἐπίσης, χρειάζεται καί εἰδική συζήτηση γιά τήν νομική προσωπικότητα τῶν ἐκκλησιαστικῶν νομικῶν Προσώπων, ἄν θά εἶναι Νομικά Πρόσωπα Δημοσίου Δικαίου, ἤ Νομικά Πρόσωπα Εἰδικοῦ-Ἐκκλησιαστικοῦ Χαρακτήρα. Εἶναι ἕνα θέμα πού χρήζει ἰδιαίτερης συζήτησης, ἀφοῦ ληφθῆ ὑπ’ ὄψη ἡ Εὐρωπαϊκή πρακτική.

Ἑπόμενο, ὅμως, εἶναι ὅτι θά πρέπει νά ρυθμισθοῦν ἀνάλογα καί οἱ σχέσεις τῆς Ἑλληνικῆς Πολιτείας μέ τούς Μουσουλμάνους τῆς Θράκης καί νά μελετηθῆ τό θέμα αὐτό σέ σχέση μέ τήν συνθήκη τῆς Λωζάνης, σύμφωνα μέ τήν ὁποία οἱ θρησκευτικοί ἀρχηγοί (Μουφτής) θεωροῦνται ὡς «δημόσιοι λειτουργοί». Ἀκόμη αὐτό πρέπει νά γίνη καί μέ τίς Ἰσραηλιτικές Κοινότητες πού εἶναι Νομικά Πρόσωπα Δημοσίου Δικαίου.

Καί αὐτό εἶναι ἀπαραίτητο νά γίνη, γιατί δέν εἶναι ὀρθό νά ὑποβιβασθῆ ἡ Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος, χωρίς νά ἐξετασθοῦν οἱ σχέσεις τῆς Ἑλληνικῆς Πολιτείας μέ τίς Μουφτεῖες καί τίς Ἰσραηλιτικές Κοινότητες, γιατί θά προκαλέση σοβαρά προβλήματα ἐξωτερικῆς πολιτικῆς. Αὐτό, βέβαια, σημαίνει ὅτι ἡ νομική προσωπικότητα πρέπει νά ἐξετασθῆ μέ τήν ἀρχή τῆς ἰσονομίας πού ἐπικρατεῖ σέ μιά εὐνομούμενη Πολιτεία, πού εἶναι βασική συνταγματική ἐπιταγή.

6. Οἱ σχέσεις τῆς Ἑλληνικῆς Πολιτείας μέ τό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο

Κάνοντας λόγο γιά ἀναθεώρηση-ὁριοθέτηση τῶν σχέσεων μεταξύ ἐκκλησιαστικῆς καί κρατικῆς διοίκησης πρέπει, ὁπωσδήποτε, νά γίνη συζήτηση μεταξύ τῆς Ἑλληνικῆς Πολιτείας καί τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου, διότι πρέπει νά παραμείνουν σέ ἰσχύ ὁ Συνοδικός καί Πατριαρχικός Τόμος τοῦ 1850 καί ἡ Πατριαρχική καί Συνοδική Πράξη τοῦ 1928, ὅπως ἐπίσης καί οἱ κανονικές σχέσεις τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου μέ τό Ἅγιον Ὄρος, τά Δωδεκάνησα καί τήν Ἐκκλησία τῆς Κρήτης. Δέν εἶναι δυνατόν νά γίνονται μονομερεῖς ἀναθεωρήσεις.

Κατ’ ἀρχήν θέλω νά τονίσω ὅτι δέν θεωρῶ ὅτι ἡ Ἑλληνική Πολιτεία πρέπει νά προχωρήση σέ συζήτηση γιά ἀναθεώρηση τῶν σχέσεών της μέ τό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο, γιατί αὐτό θά εἶναι «ἔγκλημα» ἐναντίον τοῦ Ἑλληνισμοῦ γενικότερα. Ἀλλά τό χρησιμοποιῶ μόνον ὡς ἐπιχείρημα, ἀπό τήν ἄποψη ὅτι δέν εἶναι εὔκολο νά ζητᾶ ἡ Ἑλληνική Πολιτεία τήν ἀναθεώρηση τῶν σχέσεών της μέ τήν Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος καί νά μή συζητᾶ τό θέμα αὐτό μέ τό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο, στό ὁποῖο ὑπάγονται κανονικά καί πνευματικά πολλές Μητροπόλεις πού εὑρίσκονται στό Ἑλληνικό Κράτος.

Γενικά, νομίζω ὅτι δέν εἶναι δυνατόν νά ἀναθεωρηθοῦν καί νά ὑποβιβασθοῦν οἱ σχέσεις τοῦ Κράτους μέ τήν Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος καί νά ἀγνοῆται τό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο, ἀφοῦ σέ αὐτό ἀνήκουν κανονικῶς καί πνευματικῶς οἱ Μητροπόλεις τῶν λεγομένων «Νέων Χωρῶν», πού χαρακτηρίζονται ὡς Μητροπόλεις τοῦ Οἰκουμενικοῦ Θρόνου ἐν Ἑλλάδι καί συναποτελοῦν μαζί μέ τήν Αὐτοκέφαλη Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος τήν Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος.

Ἀκριβῶς γι’ αὐτόν τόν λόγο αἰσθάνομαι ἱκανοποίηση, ἐπειδή πολλοί εἰδήμονες δέν κάνουν πλέον λόγο γιά «χωρισμό Ἐκκλησίας- Πολιτείας», ἀλλά γιά «ὁριοθέτηση τῶν σχέσεων μεταξύ Ἐκκλησίας καί Πολιτείας», τό καλύτερο δε εἶναι νά ὀνομάζεται «ὁριοθέτηση τῶν σχέσεων μεταξύ ἐκκλησιαστικῆς καί κρατικῆς διοίκησης».

Ἔπειτα, στό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο ἀνήκουν κανονικά, πνευματικά καί διοικητικά τό Ἅγιον Ὄρος καί οἱ Μητροπόλεις τῆς Δωδεκανήσου καί σέ αὐτό ὑπάγεται κανονικῶς ἡ ἡμιαυτόνομη Ἐκκλησία τῆς Κρήτης. Καί εἶναι γνωστόν ὅτι οἱ σχέσεις τῆς Ἑλληνικῆς Πολιτείας μέ τό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο εἶναι σχέσεις ὁμοταξίας καί καθορίζονται ἀπό τό Σύνταγμα τῆς Ἑλλάδος.

Καί τό ἐρώτημα πού τίθεται εἶναι ἐάν εἶναι εὔκολη ἡ ἀναθεώρηση τῶν σχέσεων τῆς Ἑλληνικῆς Πολιτείας μέ τό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο. Νομίζω ὅτι οὔτε κἄν πρέπει νά γίνεται μιά τέτοια συζήτηση. Ἀρκετά τό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο αἱμορράγησε ἀπό ἄστοχες ἐνέργειες τῶν διαφόρων πολιτικῶν ἡγετῶν τῆς Ἑλλάδος.

Ἐν πάσῃ περιπτώσει, ἐπειδή τό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο ἀσκεῖ μιά «συνδιοίκηση» μέ τήν Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος, λόγῳ τῶν Μητροπόλεών του ἐν Ἑλλάδι, πού ἔχουν παραχωρηθῆ «ὑπό τύπον προσωρινότητος» στήν διοίκηση τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, διερωτῶμαι πῶς μπορεῖ νά γίνη ὁποιαδήποτε ἀναθεώρηση τῆς σχέσεως σέ βάρος τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, χωρίς τήν σύμφωνη γνώμη τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου; Νομίζω ὅτι τό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο δέν θά παραμείνη ἀδρανές σέ τέτοιες ἐνέργειες.

Γι' αὐτό, ἄν ἡ Κυβέρνηση θελήση νά ἀνοίξη μιά συζήτηση γιά τήν ἀναθεώρηση τῶν σχέσεων μεταξύ κρατικῆς καί ἐκκλησιαστικῆς διοίκησης, πρέπει νά ἀρχίση νά συζητᾶ τό θέμα πρωτίστως μέ τό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο.

7. Βασικές ἀρχές

Ἡ συζήτηση μεταξύ τῆς Ἱερᾶς Συνόδου καί τῆς Κυβέρνησης γιά τήν ἐνδεχόμενη ἀναθεώρηση ἤ ὁριοθέτηση τῆς μεταξύ τους σχέσεως, θά πρέπει νά γίνη μέ νηφαλιότητα, σεβασμό καί δικαιοσύνη. Κατά τήν γνώμη μου, ἡ συζήτηση πρέπει νά γίνη μέσα ἀπό δύο σημαντικές ἀρχές.

Πρῶτον, πρέπει νά γίνη κατανοητό ἀπό ὅλους τούς Κληρικούς ὅτι εἴμαστε ὑποχρεωμένοι νά σεβόμαστε τήν ἐλευθερία τῶν πολιτῶν, ἀκόμη καί τῶν μελῶν τῆς Ἐκκλησίας πού ἔχουν τίς δικές τους ἀπόψεις γιά διάφορα ζητήματα πού ἅπτονται τῆς ζωῆς τους. Ἡ ὀρθόδοξη θεολογία πάντοτε σεβάσθηκε τήν ἐλευθερία κάθε ἀνθρώπου, τήν ὁποία σέβεται καί αὐτός ὁ ἴδιος ὁ Θεός, ἀλλά διαφοροποιεῖται ἡ ποιμαντική ἀντιμετώπιση. Δηλαδή, τό ἔργο τῆς Ἐκκλησίας εἶναι νά ὁμολογῆ τήν πίστη της καί νά ἀσκῆ ποιμαντική.

Δεύτερον, πρέπει νά γίνη σαφές ὅτι δέν ἐπιτρέπεται νά ἐλέγχεται καί νά καθορίζεται ἀπό νόμους τῆς Πολιτείας ἡ ἐσωτερική δομή τῆς λειτουργίας τῆς Ἐκκλησίας. Ὁπότε, ὁ τρόπος διοικήσεως τῆς Ἐκκλησίας καί ὁ τρόπος ἀπονομῆς τῆς δικαιοσύνης τῶν Κληρικῶν εἶναι ἐσωτερική ὑπόθεση τῆς Ἐκκλησίας καί δέν πρέπει νά ρυθμίζεται ἀπό κρατικές παρεμβάσεις, ὅπως δυστυχῶς γίνεται ἀπό διαφόρους λειτουργούς τῆς Δικαιοσύνης. Ἐννοεῖται, βέβαια, ὅτι καί ἡ νομοθετική ἐξουσία γιά κοινωνικά ζητήματα ἀνήκει στήν Πολιτεία, ἡ ὁποία εἶναι ὑποχρεωμένη νά λαμβάνη ὑπ’ ὄψη της τήν βούληση τοῦ λαοῦ καί τῆς Ἱερᾶς Συνόδου.
Στά δύο αὐτά σημεῖα μπορεῖ νά ἀρχίση ἕνας οὐσιαστικός καί γόνιμος διάλογος, ὅταν οἱ συνθῆκες τό ἀπαιτήσουν, σέ σχέση, βέβαια, μέ ὅσα προαναφέρθηκαν. Πού σημαίνει, νά μήν ἀναμειγνύεται ἡ κρατική διοίκηση μέσα στήν Ἐκκλησία οὔτε ἡ ἐκκλησιαστική διοίκηση νά εἰσέρχεται στίς ἁρμοδιότητες τῆς Πολιτείας.

Τό συμπέρασμα τῶν βασικῶν αὐτῶν σκέψεων εἶναι ὅτι ἐπειδή ἀσκῶ ἐκκκλησιαστική διοίκηση ὡς Μητροπολίτης περίπου εἰκοσιδύο (22) χρόνια ἔχω δαπιστώσει διάφορα τρωτά σημεῖα στίς σχέσεις μεταξύ τῆς ἐκκλησιαστικῆς καί κρατικῆς διοίκησης, στά ὁποῖα χρειάζονται διακριτικές ἀναθεωρήσεις καί ἀλλαγές.

Καθημερινά ἀντιμετωπίζω σοβαρά προβλήματα μέ τά ὁποῖα ἀλλοιώνεται τό ἐκκλησιαστικό πολίτευμα, ἤ, νά τό πῶ καλύτερα, ἡ διοίκηση τῆς Ἐκκλησίας εἶναι δέσμια τοῦ Κράτους καί ὑπόκειται στήν κρατική ἐξουσία καί στά ὄργανα τῆς Πολιτείας. Δυστυχῶς, ἔστω κι ἄν δέν γράφεται, ἐν τούτοις ἰσχύει γιά τήν Ἐκκλησία τό «νόμῳ κρατοῦσα Πολιτεία». Γιά παράδειγμα, δέν εἶναι δυνατόν τά πολιτικά Διοικητικά Δικαστήρια σέ κανονικά ἐκκλησιαστικά ζητήματα νά θεωροῦνται καί νά ἐνεργοῦν ὡς τριτοβάθμια διοικητικά ὄργανα, ὅπως ἐπίσης δέν εἶναι δυνατόν ἡ Ἐκκλησία νά μή μπορῆ νά ἐφαρμόζη τό κανονικό της δίκαιο, γιατί δέχεται ἐξωτερικές πιέσεις ἀπό Κρατικές Ὑπηρεσίες.

Τελικά, θεωρῶ ὅτι δέν πρέπει νά γίνεται λόγος γιά χωρισμό Ἐκκλησίας καί Πολιτείας, ἀλλά γιά σαφέστερη ὁριοθέτηση μεταξύ τῆς ἐκκλησιαστικῆς καί κρατικῆς διοίκησης, ὥστε ἡ Ἐκκλησία νά εἶναι ἐλεύθερη νά διοικῆ τά κατ' αὐτήν, σύμφωνα μέ τό κανονικό της δίκαιο. Ἔτσι, μπορεῖ νά γίνουν μερικές ἀλλαγές γιά τό καλό τῆς Ἐκκλησίας, ὁπωσδήποτε σέ συνεργασία μέ τό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο.

Ὅμως, αὐτές οἱ ἀλλαγές νά γίνουν μέ σοβαρότητα, ὑπευθυνότητα καί ὄχι μέσα ἀπό ἰδεολογικά συνθήματα, ἀφελῆ ἐπιχειρήματα, ἐκθέσεις ἰδεῶν καί ἐφηβικές ἐκρήξεις καί ἀπό τίς δύο πλευρές. Δέν εἶναι δυνατόν «νά κρύβουμε κάτω ἀπό τό χαλί» τίς σοβαρές ἀγκυλώσεις πού παρατηροῦνται στίς σχέσεις μεταξύ κρατικῆς καί ἐκκλησιαστικῆς διοίκησης.

http://parembasis.gr
© 2015 Ἱερὰ Μητρόπολις Ναυπάκτου καὶ Ἁγίου Βλασίου.


Ο Θεός, ιλάσθητί μοι τώ αμαρτωλώ και ελέησόν με.

Άβαταρ μέλους
Νίκος
Διαχειριστής
Δημοσιεύσεις: 5832
Εγγραφή: Παρ Ιούλ 27, 2012 11:05 am
Τοποθεσία: Κοζάνη

Re: Ξεκίνησε ο διαχωρισμός Κράτους- Εκκλησίας

Δημοσίευσηαπό Νίκος » Πέμ Οκτ 05, 2017 9:43 am

Ανακοινωθέν 2ης ημέρας των εργασιών της Ιεραρχίας
Εκ της Ιεράς Συνόδου. Τετάρτη, 04 Οκτωβρίου 2017

Εικόνα

Συνήλθε σήμερα Τετάρτη, 4 Οκτωβρίου 2017, στη δεύτερη Τακτική Συνεδρία της η Ιερά Συνοδος της Ιεραρχίας της Εκκλησίας της Ελλάδος, υπό την Προεδρία του Μακαριωτάτου Αρχιεπισκόπου Αθηνών και πάσης Ελλάδος κ. Ιερωνύμου, στην Αίθουσα Συνεδριών της Ιεράς Συνόδου της Ιεραρχίας.

Μετά την προσευχή ανεγνώσθη ο Κατάλογος των συμμετεχόντων Ιεραρχών και διαπιστώθηκε απαρτία. Κατόπιν επικυρώθηκαν τα Πρακτικά της χθεσινής Συνεδρίας.

Η Ιερά Σύνοδος της Ιεραρχίας, εξ αφορμής της Εισηγήσεως του Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Διδυμοτείχου, Ορεστιάδος και Σουφλίου κ. Δαμασκηνού με θέμα: «Μύθοι και πραγματικότης επί του θέματος των σχέσεων Εκκλησίας και Πολιτείας, εν όψει της Συνταγματικής αναθεωρήσεως» σημειώνει, ότι ο επανακαθορισμός των σχέσεων Εκκλησίας – Πολιτείας είναι υπόθεση πολύπλοκη, ευαίσθητη και πολυδιάστατη.

Συγκεκριμένα η Εκκλησία διασαφηνίζει ότι:

Οποιαδήποτε πρόταση αναθεώρησης του Συντάγματος (άρθρο 110 παρ. 2) απόκειται στην πρωτοβουλία της Βουλής. Επομένως η οποιαδήποτε συζήτηση γύρω από το θέμα αυτό θα γίνει με διακομματική Επιτροπή των Κοινοβουλευτικών Κομμάτων και όχι με εκπροσώπους της Κυβέρνησης.

Παράλληλα η Εκκλησία, οφείλει να ορίζει τις σχέσεις της προς την Πολιτεία με όρους κοινωνίας και όχι με όρους ιδεολογίας, δεν γνωρίζει τον όρο "χωρισμός" στην πνευματική της αποστολή, αφού δεν μπορεί να τον εφαρμόσει στην κοινωνία, έστω και αν επιβληθή μονομερώς από την Πολιτεία με ιδεολογικούς όρους, γι’ αυτό την οριστική απάντηση στο ζήτημα αυτό την δίνει πάντοτε, «θάττον ή βράδιον» ο ίδιος ο ευλαβής ελληνικός λαός.

Η Εκκλησία … δεν μπορεί να ζητήσει ποτέ τον χωρισμό από το λαό της, γιατί αυτό επιδιώκεται. Η Εκκλησία υπήρξε, είναι και θα υπάρχει μάνα αυτού του λαού με ό,τι αυτό σημαίνει. Η Πολιτεία αν το θελήσει και έχει την συγκατάθεση αυτού του λαού, ας το επιχειρήσει τηρώντας βεβαίως τις υποχρεώσεις που έχει αναλάβει απέναντι της Εκκλησίας .

Ουδεμία απαίτηση από την Ευρωπαϊκή Ένωση και το Συμβούλιο της Ευρώπης υφίσταται, ως επιχείρημα, για τον τρόπο καθορισμού του πλαισίου των σχέσεων.

Αντίθετα μάλιστα κάθε Κράτος-Μέλος της Ευρωπαϊκής Ενώσεως ή Κράτος Μέρος της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως Δικαιωμάτων του Ανθρώπου είναι ελεύθερο με βάση τα ιστορικά και πολιτιστικά δεδομένα του να οριοθετήσει τη σχέση του με τα υποκείμενα θρησκευτικά σώματα ή κοινότητες και συγχρόνως να παράγει εσωτερικό–εθνικό δίκαιο καθόλα αποδεκτό και σεβαστό από το πρωτογενές ενωσιακό δίκαιο και την Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου.

Για τον λόγο αυτό θρησκευτικοί φορείς με νομική προσωπικότητα δημοσίου δικαίου, αλλά και κρατική μισθοδοσία ή κρατική ενίσχυση της μισθοδοσίας του Κλήρου ή κρατικές επιχορηγήσεις προς τα θρησκεύματα ή μάθημα θρησκευτικών με ομολογιακό χαρακτήρα προβλέπονται στην νομοθεσία πολλών ευρωπαϊκών κράτων.

Η διαμόρφωση λοιπόν του οποιουδήποτε νέου πλαισίου σχέσεων ως εσωτερική υπόθεση κάθε Κράτους–Μέλους απαιτεί διάλογο με κύριο άξονα την ιδιοπροσωπία κάθε Κράτους–Μέλους, και μάλιστα όπως αυτή περιγράφεται από την ιστορική και πολιτιστική κληρονομιά και πραγματικότητα και δεν προκαθορίζεται από οποιοδήποτε ευρωπαϊκό κεκτημένο.

Η Εκκλησία κατά την ρύθμιση των σχέσεών Της βασίζεται κυρίως στο άρθρο 13 του Συντάγματος και είναι υποκείμενο θρησκευτικής ελευθερίας και αυτονομίας έναντι του Κράτους. Η Εκκλησία δεν θεωρεί ότι η νομική προσωπικότητα δημοσίου δικαίου χορηγεί στην Πολιτεία το δικαίωμα να νομοθετεί μονομερώς.

Ούτε φυσικά η μισθοδοσία είναι ζήτημα θεσμικών σχέσεων, ούτε χορηγεί στην νομοθετούσα Πολιτεία το δικαίωμα ωμής εισόδου σε εκκλησιαστικά θέματα.

Η «αποκρατικοποίηση» της Εκκλησίας η επί το θεολογικότερον η «απελευθέρωση της Εκκλησίας από το Κράτος», δηλαδή η παροχή πλήρους θρησκευτικής αυτονομίας για τα εσωτερικά Της ζητήματα, δεν έχει απολύτως καμία αιτιώδη σχέση με την οποιαδήποτε αλλαγή της νομικής προσωπικότητας των εκκλησιαστικών φορέων από δημοσίου δικαίου σε ιδιωτικού δικαίου.

Επίσης πρέπει να καταστεί σαφές ότι η νομική προσωπικότητα της Εκκλησίας είναι ζήτημα που ρυθμίζει ο νομοθέτης κατά το άρθρο 72 παρ. 1 του Συντάγματος και δεν προκαθορίζεται από το Σύνταγμα.

Αντίθετα ο σεβασμός της θρησκευτικής ελευθερίας και της θρησκευτικής αυτονομίας της Εκκλησίας, αλλά και όλων των θρησκευτικών κοινοτήτων προκύπτει ως μονοσήμαντη υποχρέωση για το Κράτος απευθείας από το άρθρο 13 του Συντάγματος και από τα άρθρα 9 και 11 της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως Δικαιωμάτων του Ανθρώπου.

Η Εκκλησία της Ελλάδος διαλέγεται με το Κράτος, όχι με την ιδιότητα της θρησκευτικής γραφειοκρατίας του Δημοσίου, που αρύεται την ύπαρξή της από την κρατική επίνευση, αλλά ως κοινότητα Κλήρου και Λαού.

Η Εκκλησία της Ελλάδος έχει θεοΐδρυτη προέλευση, όπως αναγνωρίζει και το άρθρο 1 του Καταστατικού Χάρτου Της, η δε κοσμική Της έκφανση και λειτουργία υπό την μορφή κοσμικού οργανισμού έχει το ποίμνιό Της ως λαϊκή και δημοκρατική βάση της νομιμοποιήσεώς Της.

Είναι φορέας ανθρωπίνων δικαιωμάτων, που συζητεί τα θρησκευτικά του ζητήματα με την κρατική εξουσία, όπως πράττουν και οι συμπολίτες μας άλλων ετεροδόξων και ετεροθρήσκων θρησκευτικών κοινοτήτων.

Η Εκκλησία της Ελλάδος δεν μπορεί να δεχθεί οποιαδήποτε συμβολική υποβάθμιση ή θεσμική υποτίμησή Της στο πλαίσιο είτε της αναθεωρήσεως του Συντάγματος είτε τροποποιήσεως της τυπικής, κοινής νομοθεσίας.

Οι παραπάνω συμβολισμοί εκφράζουν την πάγια και ιστορική σχέση του Ελληνικού Έθνους με την ορθόδοξη θρησκευτική παράδοση, που έχει πολλές προεκτάσεις πολιτισμικές, κοινωνικές, γλωσσικές και ηθικές στην ιδιοσυγκρασία του σημερινού Έλληνα, τις οποίες ακόμη ψηλαφούμε στην καθημερινότητα των κατοίκων αυτής της χώρας.

Με δεδομένο ότι η συνταγματική και διαπιστωτική αναγνώριση της ορθόδοξης χριστιανικής πίστης ως «επικρατούσας θρησκείας» διαδραματίζει ρόλο ενός πληθυσμιακού, ιστορικού και πολιτισμικού τεκμηρίου για τον νομοθέτη, τον δικαστή και την κρατική διοίκηση, η Εκκλησία της Ελλάδος οφείλει να αποσαφηνίσει προς την πολιτική εξουσία ότι η αναγνώριση της ιστορικότητας και της ενεργού θρησκευτικής παραδόσεως του ελληνικού Έθνους στο άρθρο 3 του Συντάγματος, σε καμία περίπτωση δεν επηρεάζει αρνητικά την ισότιμη και πλήρη πρόσβαση κάθε πολίτη ή κατοίκου της Ελλάδας στα συνταγματικά δικαιώματα, ακόμα και εάν δεν είναι Έλληνας το γένος η ορθόδοξος χριστιανός κατά το θρήσκευμα.

Το ελληνικό Έθνος είχε μετά τον εκχριστιανισμό του έναν ιστορικά σταθερό πυρήνα, που περιλαμβάνει και την ορθόδοξη θρησκεία. Κατά συνέπεια, η αφαίρεση των στοιχείων θρησκευτικής ταυτότητας του Έθνους από το κείμενο του Συντάγματος θα αποτελούσε προσπάθεια εισαγωγής μίας νέας «εθνολογίας», καθώς αποκόπτει το Έθνος από ένα ουσιώδες περιεχόμενο του πυρήνα της ιστορικότητάς του, της ενεργού παράδοσής του και της παρούσης συλλογικής καθημερινότητάς του.

Στο πλαίσιο αυτό δεν νομίζουμε ότι οποιαδήποτε πολιτική δύναμη έχει το δικαίωμα διατύπωσης της δικής της εκδοχής για την ιστορικότητα του Έλληνα μέσα στο Σύνταγμα ή την νομοθεσία, ούτε διαθέτει τη δημοκρατική νομιμοποίηση για να αναθεωρήσει τις ιστορικές παραμέτρους της εθνικής ταυτότητας.

Ως προς την σχέση μεταξύ εθνικής – θρησκευτικής «Ταυτότητας» και «Δημοκρατίας». Το ένα δεν αποκλείει, ούτε περιορίζει το άλλο. Η θέση της Εκκλησίας πρέπει να είναι ότι πρόκειται για συμπορευόμενες και μη συγκρουόμενες έννοιες. Συγχέουν διαφορετικά και άσχετα μεγέθη οι αναθεωρητικές προτάσεις να αποσιωπηθούν ή να απαλειφθούν από τον συνταγματικό ή κοινό νομοθέτη αναφορές που δείχνουν αναγνώριση της θρησκευτικής ταυτότητας του ελληνικού Έθνους ως στοιχείο, που επαναλαμβάνει και σε νομικό επίπεδο το Κράτος, ως πολιτικός φορέας του Έθνους.

Η Εκκλησία της Ελλάδος οφείλει να προωθεί την πλήρη κατοχύρωση της αυτοδιοίκησής Της και με προσθήκη σαφούς διάταξης ή ερμηνευτικής δήλωσης στο άρθρο 13 του Συντάγματος που θα προστατεύει την θρησκευτική ελευθερία, στόχος από τον οποίο απέχει τόσο και η νομοθεσία όσο και η νομολογία.

Το άρθρο 3 αυτήν την στιγμή λειτουργεί ανταγωνιστικά προς το άρθρο 13, καθώς παγίως ερμηνεύεται ότι μέχρι σήμερα από τα δικαστήρια βάσει του άρθρου 3 Συντ. η Πολιτεία μπορεί να νομοθετεί και επί εσωτερικών θρησκευτικών ζητημάτων της ορθόδοξης Εκκλησίας και χωρίς την συναίνεση της τελευταίας και επομένως η Εκκλησία δεν έχει πλήρη τα δικαιώματα θρησκευτικής αυτονομίας, που προκύπτουν από το άρθρο 13 για άλλες θρησκευτικές κοινότητες.

Η Εκκλησία της Ελλάδος επιθυμεί σχέσεις συνεργασίας με το Κράτος, διατηρώντας το νομικό status Της. Για τον λόγο αυτό μπορεί να περιληφθεί «νομοθετική εξουσιοδότηση» στο Σύνταγμα προς την Εκκλησία της Ελλάδος, ώστε αυτή να εκδίδει, χωρίς την σύμπραξη της Βουλής, τον Καταστατικό Της Χάρτη και τις διοικητικές πράξεις αυτοοργάνωσής Της.

Η Εκκλησία της Ελλάδος θα μπορούσε να ζητήσει την προσθήκη μνείας στο Σύνταγμα ότι η μισθοδοσία του κλήρου και η ενίσχυση της εκκλησιαστικής εκπαίδευσης αποτελεί αναγνώριση των περιουσιακών υποχρεώσεων της Πολιτείας έναντι της Εκκλησίας για την εκκλησιαστική περιουσία, που απέκτησε το Κράτος χωρίς αποζημίωση της Εκκλησίας από την σύσταση του Κράτους και εντεύθεν.

Στο πλαίσιο της αναθεωρητικής συζήτησης η Εκκλησία της Ελλάδος, ως κειμένη εντός του κλίματος της Μεγάλης του Χριστού Εκκλησίας, στηρίζει την διατήρηση στο Σύνταγμα του κατοχυρωμένου ιδιαίτερου καθεστώτος του Οικουμενικού Πατριαρχείου, του Αγίου Όρους (άρθρο 105) και των λοιπών εκκλησιαστικών δικαιοδοσιών μέσα στην ελληνική επικράτεια, ήτοι Εκκλησία της Κρήτης, Μητροπόλεις Δωδεκανήσου (άρθρο 3 παρ. 2).

Το θέμα της αναθεώρησης του πλαισίου των σχέσεων Εκκλησίας και Πολιτείας στον χώρο της ελληνικής επικράτειας είναι περισσότερο ζήτημα αλλαγής της απαρχαιωμένης τυπικής νομοθεσίας από την Βουλή, και λιγότερο ζήτημα αλλαγής του Συντάγματος, και οπωσδήποτε είναι ένα θέμα πολυσύνθετο, πολύπλοκο, ευαίσθητο, πολυδιάστατο και δαιδαλώδες, εάν λάβουμε υπ’ όψιν μας ότι η διαμόρφωσή του δεν ήταν μία στιγμιαία κατάσταση αλλά αποτελεί καρπό εξελίξεων και διαμόρφωσης.

Προς διαρκή μελέτη του θέματος ωρίσθη Επιτροπή αποτελουμένη εκ των Σεβασμιωτάτων Μητροπολιτών: Θεσσαλονίκης κ. Ανθίμου, Διδυμοτείχου, Ορεστιάδος και Σουφλίου κ. Δαμασκηνού, Ναυπάκτου και Αγίου Βλασίου κ. Ιεροθέου και Πειραιώς κ. Σεραφείμ. Η Διαρκής Ιερά Σύνοδος θα αποφασίσει για τα λαϊκά μέλη της Επιτροπής.

Η Ιερά Συνοδος της Ιεραρχίας θα συνεχίσει τις εργασίες Της αύριο Πέμπτη 5 Οκτωβρίου ε.έ.

Η Επιτροπή Τύπου της Ιεράς Συνόδου της Ιεραρχίας.

ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ

Κατά τόν ὅρο τοῦ Εὐ. Βενιζέλου, Οἱ σχέσεις κράτους καί Ἐκκλησίας ὡς συνταγματικά ρυθμισμένες – Ἡ Συνταγματική θέση τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου, (εἰσήγηση στήν ἡμερίδα «Σύνταγμα καί Ἐκκλησία, Τό ζήτημα τῆς ἀναθεώρησης», Ἑταιρεία Μακεδονικῶν Σπουδῶν Θεσσαλονίκη 27.9.2017)

Σ. Μητραλέξης, Ἀγ. Χρυσόγελος, Χρ. Χατζημιχαήλ, Γ. Κόκκολης, Ἀπελευθέρωση τῆς Ἐκκλησίας ἀπό τό Κράτος (Manifesto 2015).

Πηγή: ΡΟΜΦΑΙΑ


Ο Θεός, ιλάσθητί μοι τώ αμαρτωλώ και ελέησόν με.

Άβαταρ μέλους
Αναστάσιος
Δημοσιεύσεις: 4435
Εγγραφή: Παρ Αύγ 04, 2017 1:57 pm
Τοποθεσία: Νέα Μάκρη

Re: Ξεκίνησε ο διαχωρισμός Κράτους- Εκκλησίας

Δημοσίευσηαπό Αναστάσιος » Παρ Δεκ 07, 2018 7:05 pm

Η ΣΚΟΠΟΥΜΕΝΗ ΑΝΑΘΕΩΡΗΣΗ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ 3 ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ-ΕΠΙΠΤΩΣΕΙΣ ΣΤIΣ ΣΧΕΣΕΙΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ –ΚΡΑΤΟΥΣ ΚΑΙ ΑΝΤΙΔΡΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΟΥ ΠΑΤΡΙΑΡΧΕΙΟΥ.

Εικόνα

Του Ευάγγελου Γριβάκου, Αντιστρατήγου ε.α - Νομικού
Κατά την Επανάσταση του 1821, το Έθνος, αποβλέποντας στον προσδιορισμό της εθνικής του υπόστασης και της πολιτικής του ταυτότητας, έθεσε, με βάση την χριστιανική πίστη, ως επικεφαλίδα του προοιμίου της «Διακήρυξης της Ανεξαρτησίας» του την φράση «Εις το όνομα της Αγίας και Ομοουσίου και Αδιαιρέτου Τριάδος». Η ιστορική αυτή ομολογία που «άντεξε» σε όλες τις αναθεωρήσεις των προηγούμενων Συνταγμάτων, συναντάται αναγεγραμμένη και στο προοίμιο του σήμερα ισχύοντος Συντάγματος, σηματοδοτούσα την ευρύτερη έννοια της σχέσης Θρησκείας/ Εκκλησίας και Πολιτείας/ Κράτους.

Θεμελιώδη εξειδίκευση της εν λόγω σχέσεως αποτελούν οι διατάξεις των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου 3 του Συντάγματος που έχουν ως ακολούθως : «Παρ. 1. Επικρατούσα Θρησκεία στην Ελλάδα είναι η Θρησκεία της Ανατολικής Ορθοδόξου Εκκλησίας που γνωρίζει κεφαλή της τον Κύριο ημών Ιησού Χριστό, υπάρχει αναπόσπαστα ενωμένη δογματικά με την Μεγάλη Εκκλησία της Κωνσταντινούπολης και με κάθε άλλη Εκκλησία του Χριστού, τηρεί απαρασάλευτα, όπως εκείνες, τους ιερούς και αποστολικούς κανόνες και τις ιερές παραδόσεις. Είναι αυτοκέφαλη, διοικείται από την Ιερά Σύνοδο των εν ενεργεία Αρχιερέων και από την Διαρκή Ιερά Σύνοδο που προέρχεται από αυτή και συγκροτείται όπως ορίζει ο Καταστατικός Χάρτης της Εκκλησίας, με τήρηση του των διατάξεων του Πατριαρχικού Τόμου της κθ΄(29) Ιουνίου 1850 και της Συνοδικής Πράξης της 4ης Σεπτεμβρίου 1928. Παραγρ. 2. Το εκκλησιαστικό καθεστώς που υπάρχει σε ορισμένες περιοχές του Κράτους δεν αντίκειται στις διατάξεις της προηγούμενης παραγράφου».
Ο όρος «επικρατούσα Θρησκεία» που απαντάται σε όλα τα προηγούμενα ελληνικά συνταγματικά κείμενα, έχει την έννοια ότι η μέγιστη πλειονότητα των Ελλήνων πρεσβεύει την Ορθόδοξη Χριστιανική Θρησκεία . Απόρροια τούτου, κατά μια άποψη, ( βλ. Μάνεση Αριστ., πανεπιστημιακές παραδόσεις περί συνταγματικών δικαιωμάτων – ατομικών ελευθεριών, και Πουλή Γεώργ. ,1982, Τα συνταγματικά πλαίσια Κράτους και Εκκλησίας, Αρμενόπουλος , τευχ. 12), είναι ότι η χριστιανική Θρησκεία (πρέπει να) θεωρείται ως επίσημη Θρησκεία του Κράτους, με ιδιάζουσα, προς αυτό, νομική θέση και απολαύουσα ειδικών προνομίων, μη επεκτεινομένων και στις άλλες θρησκείες. Τα εκ του Συντάγματος ειδικά προνόμια της επικρατούσας Θρησκείας είναι: Η απαγόρευση κατ΄αυτής προσηλυτισμού και κάθε άλλης επέμβασης, η τήρηση αναλλοίωτου του κειμένου των Αγίων Γραφών, η αναγνώριση της Ορθοδόξου Εκκλησίας της Ελλάδος ως αυτόνομου οργανισμού και η ανάγκη γνωμοδότησης της Διαρκούς Ιεράς Συνόδου για κάθε σχέδιο ή πρόταση νόμου σχετικού με την διοίκηση αυτής (Θεοφ. Παπακωνσταντίνου, Πολιτική Αγωγή , 1970).
Nεότερες πηγές, εν τούτοις, δεν αποδέχονται τον όρο «επίσημη» για την χριστιανική Θρησκεία του Κράτους. Επί παραδείγματι, σε Έκθεση της Γενικής Γραμματείας Θρησκευμάτων του ΥΠΠΕΘ, το 2015, σχετικά με την επικρατούσα Θρησκεία, αναφέρεται απλώς πως έχει «αποκλειστικά διαπιστωτικό χαρακτήρα, οφειλόμενο στο γεγονός ότι η μεγάλη πλειοψηφία των Ελλήνων (σε ποσοστό άνω του 90%) συνδέεται με την Ορθόδοξη Εκκλησία». Ομοίως, σύμφωνα με το συνταγματολόγο κ. Ευάγγελο Βενιζέλο(: «... ο όρος «επικρατούσα Θρησκεία» έχει ένα περιεχόμενο αφενός μεν ιστορικό και πολιτισμικό, το οποίο δεν είναι νομικά κρίσιμο, αφετέρου δε ένα περιεχόμενο πραγματολογικό, που είναι νομικά κρίσιμο εφόσον περιγράφει την ορθόδοξη εκκλησία ως το πολυπληθέστερο συλλογικό υποκείμενο άσκησης της θρησκευτικής ελευθερίας υπό όλες τις εκδοχές και σε σχέση πάντοτε με όλο τον άλλο κατάλογο των συνταγματικών δικαιωμάτων» (Ε. Βενιζέλου, Σχέσεις Κράτους- Εκκλησίας ως συνταγματικά ρυθμισμένες, 2000).
Mη αμφισβητήσιμος είναι ο όρος «αυτοκέφαλος» για την Ελλαδική Εκκλησία που σημαίνει ότι αυτή είναι διοικητικώς ανεξάρτητη από κάθε άλλη ομόδοξη Εκκλησία. Το 1833 η Αντιβασιλεία του Όθωνα διακήρυξε την ανεξαρτησία της Εκκλησίας ακολουθώντας την γραμμή του λογίου κληρικού Θεόκλητου Φαρμακίδη. Ο Οικουμενικός Θρόνος αρχικά αρνήθηκε να αποδεχθεί αυτή την αποσχιστική πρωτοβουλία και μόλις το 1850 εξέδωσε Τόμο Αυτοκεφαλίας της Εκκλησίας. Μετά τους Βαλκανικούς Πολέμους στην Ελλάδα διαμορφώθηκαν δύο εκκλησιαστικές διοικήσεις. Μία της Αυτοκεφάλου Εκκλησίας της Ελλάδος και μία των Επαρχιών του Οικουμενικού Θρόνου στις άρτι απελευθερωθείσες περιοχές (Νέες Χώρες) . Προέκυψε, βέβαια, πρόβλημα που διευθετήθηκε το 1927 με την έκδοση νόμου της Ελληνικής Πολιτείας και δύο Πράξεων του Οικουμενικού Πατριαρχείου και της Εκκλησίας της Ελλάδος, το 1928. Με τα ανωτέρω Διατάγματα οι Μητροπόλεις των Νέων Χωρών παραχωρήθηκαν «επιτροπικώς» στην Εκκλησία της Ελλάδος, πνευματικά όμως παρέμειναν υπό τη δικαιοδοσία του Οικουμενικού Θρόνου. Το καθεστώς αυτό προκάλεσε κατ' επανάληψιν προστριβές μεταξύ των δύο Εκκλησιών. Η μεγαλύτερη κρίση ξέσπασε την άνοιξη του 2004, με αφορμή την εκλογή των νέων Μητροπολιτών Θεσσαλονίκης, Σερβίων & Κοζάνης και Ελευθερουπόλεως. Κατά τη διαδικασία της εκλογής, ο μακαριστός Αρχιεπίσκοπος Χριστόδουλος απέφυγε να αποστείλει στο Οικουμενικό Πατριαρχείο τον κατάλογο των εκλογίμων, όπως προβλεπόταν από την Πατριαρχική Πράξη του 1928. Τότε το Πατριαρχείο αποφάσισε τη διακοπή της κοινωνίας με τον Χριστόδουλο. Τελικά, μετά από αμοιβαίες υποχωρήσεις, οι νεοεκλεγέντες Μητροπολίτες αναγνωρίστηκαν και η νέα Μείζων, Ενδημούσα Σύνοδος ήρε την ακοινωνησία με τον Αρχιεπίσκοπο Αθηνών και αποκατέστησε τη μνημόνευση του ονόματός του στα δίπτυχα της Εκκλησίας της Κωνσταντινουπόλεως.
Το άρθρο 3, όπως προκύπτει από την ιστορική του ερμηνεία, δεν ρυθμίζει μόνο τις σχέσεις Κράτους και Εκκλησίας αλλά και της Ελληνικής Πολιτείας με το Οικουμενικό Πατριαρχείο ως διεθνούς νομικού προσώπου και δηλώνει τον σεβασμό της Ελληνικής Δημοκρατίας προς την διαμορφωμένη, κατά το Κανονικό Δίκαιο , δογματική ενότητα του Πατριαρχικού Θρόνου με την Εκκλησία της Ελλάδος. Τούτο φαίνεται και στο άρθρο 105 του Συντάγματος περί Αγ. Όρους, ο Καταστατικός Χάρτης του οποίου ψηφίζεται από την Ιερά Κοινότητα και εγκρίνεται από την Βουλή των Ελλήνων και το Οικουμενικό Πατριαρχείο καθώς και στη συνταγματική κατοχύρωση του πατριαρχικού Τόμου του 1850 για την αναγνώριση της Αυτοκεφαλίας της Ελλαδικής Εκκλησίας και την συνταγματική αναγνώριση της Συνοδικής Πράξης του 1928 για τις Νέες Χώρες, γενομένης μνείας αυτών , ως ανωτέρω.
Στις αρχές Νοεμβρίου 2018 και στα πλαίσια αναθεωρήσεως του Συντάγματος, δόθηκε στη δημοσιότητα προσχέδιο Συμφωνίας (όχι Νόμου) μεταξύ του πρωθυπουργού της Χώρας και του Αρχιεπισκόπου Αθηνών για την, μεταξύ άλλων, αναθεώρηση του άρθρου 3 και την διαμόρφωσή του ως εξής : «Άρθρο 3. Παρ 1. Η ελληνική Πολιτεία είναι θρησκευτικά ουδέτερη. Επικρατούσα θρησκεία στην Ελλάδα είναι η Ορθόδοξη Εκκλησία που βρίσκεται αναπόσπαστα ενωμένη δογματικά με το Οικουμενικό Πατριαρχείο και κάθε άλλη Ορθόδοξη Εκκλησία και τηρεί απαρασάλευτα τους Κανόνες των Αποστόλων και των ΟΙκουμενικών Συνόδων και την εκκλησιαστική Παράδοση. Παρ.2. Η ορθόδοξη Εκκλησία είναι αυτοκέφαλξη και διοικείται σύμφωνα με τα όσα ορίζουν ο ο Καταστατικός Χάρτης της, ο Πατριαρχικός Τόμος του 1850 και η Συνοδική Πράξη του 1928. Το εκκλησιαστικό καθεστώς της Κρήτης και των Δωδεκανήσων δεν αντίκειται στις παραπάνω διατάξεις».
Έγκριτοι νομικοί κύκλοι υποστηρίζουν– και δικαίως- ότι η νέα κυβερνητική πρόταση, αντιπαραβαλλόμενη με το σήμερα υφιστάμενο άρθρο 3 του Συντάγματος αποκαλύπτει κρύφιες σκοπιμότητες στρεβλωτικής – για να μην πούμε, καταστροφικής - διαμόρφωσης των σχέσεων Κράτους- Εκκλησίας. ξένης για τα ελληνικά δεδομένα. Κατ΄αρχήν δεν διευκρινίζει , ούτε με ερμηνευτική δήλωση, ποιό είναι το περιεχόμενο της θρησκευτικής ουδετερότητας η οποία εμφανίζεται σε κράτη όπου συνυπάρχουν καθολικισμός και προτεσταντισμός και η θρησκεία τοποθετείται στον χώρο της κοινωνίας των πολιτών, χωρίς να έχει καμία θέση σε λειτουργία με θεσμική και πολιτική διάσταση. Το θρησκευτικά ουδέτερο κράτος επιδοτεί την Εκκλησία με πόρους που αντλεί μόνο από οικειοθελείς συνεισφορές των θρησκευομένων φορολογουμένων, τηρώντας, συγχρόνως, ίσες αποστάσεις από τις θρησκευτικές κοινότητες χωρίς πίεση και χωρίς προτίμηση σε κάποια από αυτές. Ο Αρχιεπίσκοπος Ιερώνυμος φέρεται να έχει δηλώσει ότι ως «θεμιτό μοντέλο ουδετέρου κράτους θεωρεί την Γερμανία» όπου ο λογαριασμός από τον οποίον το κράτος τροφοδοτεί την Εκκλησία σχηματίζεται εθελοντικά από φόρους υπέρ αυτής. Οι Γερμανοί φορολογούμενοι μπορούν μεν να δηλώσουν προς το κράτος εξαίρεση από τον φόρο υπέρ θρησκευτικών σκοπών αλλά έτσι χάνουν το δικαίωμα για χρήση υπηρεσιών της Εκκλησίας, όπως τέλεση θρησκευτικού γάμου ή θρησκευτικής κηδείας. Η έννοια του θρησκευτικά ουδετέρου κράτους διαφοροποιείται ριζικά από εκείνη του ανεξίθρησκου κράτους, οι πολίτες του οποίου απολαμβάνουν την ελευθερία της πίστεως χωρίς διώξεις και με τις θρησκευτικές τους πεποιθήσεις συνταγματικά κατοχυρωμένες.
Από τα ανωτέρω εκτεθέντα διαφαίνεται ότι η ένταξη της Ελληνικής Εκκλησίας σε περιβάλλον θρησκειακά ουδετέρου κράτους είναι τελείως ανεδαφική και απαράδεκτη για λόγους συνταγματικής τάξεως,( ισχυούσης της ρήτρας της επκρατούσας Θρησκείας, του άρθρου 9 της ΕΣΔΑ και 13 του Συντάγματος περί θρησκευτικής ελευθερίας) και αντίθεσης στα Δόγματα της Ορθοδοξίας, τα ήθη, τα έθιμα, τις πρακτικές και τις ιστορικές καταβολές των Ελλήνων. Και αυτό πρέπει να το εννοήσουν όσοι σκοπεύουν να επιβάλλουν τέτοιο καθεστώς στην Χώρα μας.
Την αντίθεση και ανησυχία του για την προτεινόμενη μεταρρύθμιση του άρθρου 3 εκφράζει και το Οικουμενικό Πατριαρχείο με την αιτιολογία ότι απλοποιεί επικίνδυνα το πλέγμα των σχέσεων του με την Εκκλησία της Ελλάδος και τις εν Ελλάδι επαρχίες του, με ό,τι αυτό συνεπάγεται. Θεωρεί, ομοίως,το Πατριαρχείο ότι η διόρθωση ορισμένων σημείων και πολύ περισσότερο η σπουδή για την πλήρη διαγραφή της παραγράφου 2 του άρθρου 3, δυνατόν να οδηγήσουν σε επικίνδυνες καταστάσεις., ενώ η εξάλειψη της γενικής αναφοράς στις Νέες Χώρες μπορεί να αποδυναμώσει τον νομικό δεσμό του Πατριαρχείου με τις Επαρχίες του στην Βορ. Ελλάδα και τα νησιά του Ανατ. Αιγαίου. Ήδη από το 2017 ο Οικουμενικός Πατριάρχης είχε φροντίσει να θέσει τον Πρωθυπουργό ενώπιον των ευθυνών του καθιστώντας σαφές ότι το Φανάρι δεν ήταν σε καμία περίπτωση διατεθειμένο να δεχθεί την διαγραφή των αναφορών σε αυτό και των δικαιοδοσιών του. Φαίνεται, όμως, ότι η Κυβέρνηση αγνόησε την προειδοποίηση, η δε περιθωριοποίηση επιτάθηκε ακόμη περισσότερο από το γεγονός ότι το Φανάρι ποτέ δεν ειδοποιήθηκε για την πρόθεση και το περιεχόμενο της συγκεκριμένης συνταγματικής αναθεώρησης, παρά το περί αυτήν ζωτικό ενδιαφέρον του. Εν τούτοις δεν έχει πει ακόμη τον τελευταίο λόγο του.
Όπως ήταν φυσικό η πρόταση για την αναθεώρηση του άρθρου 3 απεδείχθη μια ευμεγέθης πομφόλυγα που γρήγορα πέρασε στις καλένδες της Ιστορίας προτού διαταράξει ανεπανόρθωτα τις σχέσεις Κράτους-Εκκλησίας- κοινωνίας και προσβάλλει τους άρρηκτους θρησκευτικούς και εθνικούς δεσμούς Ελλάδος – Οικουμενικού Πατριαρχείου. Ας ελπίσουμε ότι δεν θα επανέλθει υπό την ίδια ή άλλη μορφή.

Πηγή: ΑΚΤΙΝΕΣ


«Εγώ ειμί το φως του κόσμου ο ακολουθών εμοί ου μη περιπατήση εν τη σκοτία αλλ΄ έξει το φως της ζωής...»


Επιστροφή στο

Μέλη σε σύνδεση

Μέλη σε αυτή την Δ. Συζήτηση: 2 και 0 επισκέπτες