Διδακτικές Ιστορίες

Ιστορίες για να γελάσουμε ή να κλάψουμε, αλλά οπωσδήποτε για να προβληματιστούμε.

Συντονιστές: Νίκος, Anastasios68, johnge

Άβαταρ μέλους
Μάνος
Δημοσιεύσεις: 2901
Εγγραφή: Σάβ Δεκ 30, 2017 11:29 pm
Τοποθεσία: Ηράκλειο Κρήτης

Re: Διδακτικές Ιστορίες

Δημοσίευσηαπό Μάνος » Πέμ Φεβ 22, 2018 9:29 pm

Αίμα επάνω στο αντίδωρο

Εικόνα

Στον ενάρετο ιερέα π. Ευάγγελο Χαλκίδη, είχε συμβεί το εξής περιστατικό, με πρωταγωνιστή τον μακαριστό γνωστό ιδιοκτήτη βιοτεχνίας υποδημάτων στην Θεσσαλονίκη Καρύδα, ο οποίος βοηθούσε τον π. Ευάγγελο στο έργο του.
Το περιστατικό αυτό αποδεικνύει την αξία που έχει το αντίδωρο, που μοιράζει ο ιερέας μετά την θεία Λειτουργία και πόσο μεγάλη αμαρτία είναι όταν αυτό περιφρονείται από αυτούς που το λαμβάνουν.

Κάποια φορά ο Καρύδας κοινώνησε και, όταν πήρε αντίδωρο, είδε πάνω του δύο στίγματα από αίμα.

Δεν το έφαγε και στο τέλος το έδειξε στον π. Ευάγγελο και ζητούσε μία εξήγηση.

Ο π. Ευάγγελος δεν έβλεπε αίμα, ούτε και οι άλλοι.

Τότε του είπε ο π. Ευάγγελος: «Το είδες μόνο εσύ το θαύμα, για να πιστέψης ότι το Αντίδωρο είναι αντί του Δώρου, που είναι η θεία Κοινωνία, αναίμακτος φαινομενικά για την αδυναμία μας, όμως είναι κανονική θυσία.

Δίνεται από το χέρι του ιερέως που έκανε τη θυσία.

Όλων το Αντίδωρο είναι ίδιο, όμως εσύ είχες την ευλογία να το δης με στίγματα αίματος».

Το περιστατικό καταγράφεται στο βιβλίο «Ασκητές μέσα στον κόσμο», τόμ. Β΄, αφήγηση 12η, π. Ευάγγελος Χαλκίδης.

Πηγή: Βήμα Ορθοδοξίας


ἀμὴν ἀμὴν λέγω ὑμῖν, ἐὰν μὴ φάγητε τὴν σάρκα τοῦ υἱοῦ τοῦ ἀνθρώπου καὶ πίητε αὐτοῦ τὸ αἷμα, οὐκ ἔχετε ζωὴν ἐν ἑαυτοῖς.

Μὴ κρίνετε, ἵνα μὴ κριθῆτε·

ὅστις δὲ ὑψώσει ἑαυτὸν ταπεινωθήσεται, καὶ ὅστις ταπεινώσει ἑαυτὸν ὑψωθήσεται.

Άβαταρ μέλους
Μάνος
Δημοσιεύσεις: 2901
Εγγραφή: Σάβ Δεκ 30, 2017 11:29 pm
Τοποθεσία: Ηράκλειο Κρήτης

Re: Διδακτικές Ιστορίες

Δημοσίευσηαπό Μάνος » Τετ Φεβ 28, 2018 2:54 pm

Η άλλη θεώρηση της αμαρτίας του άλλου

Εικόνα

Από το Γεροντικό
Ήταν ημέρες Μεγάλης Σαρακοστής, όταν ο Γέροντας είδε από μακρυά έναν κλέφτη, που παραβίαζε την πόρτα του κελιού του.

Ήταν ο ίδιος που τον είχε κλέψει και πέρυσι.

Μέριασε ο Γέροντας, και κρύφτηκε στην μάντρα, ώσπου ο κλέφτης να τελειώσει το έργο του.

Όταν τα διηγήθηκε στον υποτακτικό του, εκείνος οργισμένος τον ρώτησε:

-Γιατί γέροντα δεν με φώναζες να τον πιάσουμε; Ο ίδιος μας έκλεψε και πέρσι και μένει αμετανόητος!

Διαβάστε εδώ: Οι αμαρτίες έχουν τον δικό τους Θεό...
«Πού ξέρεις παιδί μου; του απάντησε ο Γέροντας, » »ίσως φέτος μετανοήσει».

-«Κι αν το ξανακάνει;..» Ξέσπασε ο υποταχτικός.

«Ε, τότε πρέπει παιδί μου να τρέξω… για να του ανοίξω και να του τα δώσω εγώ, για να μην ξανακλέψει και κολάσει για τρίτη φορά την ψυχή του».

Έσκυψε ο υποταχτικός του φίλησε το χέρι, κι έφυγε πνιγμένος στα δάκρυα.

Πηγή: Βήμα Ορθοδοξίας


ἀμὴν ἀμὴν λέγω ὑμῖν, ἐὰν μὴ φάγητε τὴν σάρκα τοῦ υἱοῦ τοῦ ἀνθρώπου καὶ πίητε αὐτοῦ τὸ αἷμα, οὐκ ἔχετε ζωὴν ἐν ἑαυτοῖς.

Μὴ κρίνετε, ἵνα μὴ κριθῆτε·

ὅστις δὲ ὑψώσει ἑαυτὸν ταπεινωθήσεται, καὶ ὅστις ταπεινώσει ἑαυτὸν ὑψωθήσεται.

Άβαταρ μέλους
Μάνος
Δημοσιεύσεις: 2901
Εγγραφή: Σάβ Δεκ 30, 2017 11:29 pm
Τοποθεσία: Ηράκλειο Κρήτης

Re: Διδακτικές Ιστορίες

Δημοσίευσηαπό Μάνος » Τετ Φεβ 28, 2018 6:31 pm

Γνωρίζεις τι γίνεται αν διαβάζεις του Χαιρετισμούς της Παναγίας κάθε μέρα;

Εικόνα

Στα παλιά χρόνια, δηλαδή πριν από το 1800, κάποιος εκεί τότε, – υπήρχαν πολλοί λησταί, όπως είναι γνωστό, που στήνανε καρτέρι στα σταυροδρόμια, και λήστευαν τους περαστικούς,– κάποιος λοιπόν απ’ αυτούς τους αρχιληστάς είχε βάλει μερικούς συντρόφους, να στήνουν το καρτέρι τους σε ένα σταυροδρόμι που ήτο αναγκαστικό πέρασμα για τους περαστικούς πεζοπόρους, από τη μια πόλη στην άλλη.

Και όποιος περνούσε, είτε ήταν μόνος του, είτε ήταν δύο είτε τρείς, τους λήστευαν.

Και μετά τους άφηναν να φεύγουν, δεν τους έκαναν κακό. Δεν τους τραυμάτιζαν, δεν τους κακοποιούσαν.

Κάποτε πέρασε απ’ αυτό το σταυροδρόμι και ένας άγιος μοναχός. Εκείνος, – τον σταμάτησαν βέβαια και τον λήστεψαν, τι να πάρουν από έναν μοναχό, τέλος πάντων, ό,τι είχε – δεν έφυγε.

Παρακάλεσε τους ληστάς να τον οδηγήσουν στο λημέρι του αρχηγού τους, – λέει «τι τον θέλεις;»

-Α, λέει, θα σας πώ κάτι πολύ σπουδαίο. Σε λίγο θα περάσει ένας πολύ μεγάλος και πλούσιος έμπορος φορτωμένος διαμάντια, αλλά, θέλω να του πώ, πώς θα είναι ντυμένος, για να τον καταλάβετε, γιατί θάχει μαζί του πολλά τα κουρέλια.

Έτσι και έγινε, όχι για να μην του χαλάσουν το χατίρι, αλλά για τις απολαβές που θα είχε.

Τον πήγαν λοιπόν.. μόλις συναντήθηκε ο μοναχός με τον αρχιληστή, του λέγει ότι θα καλέσεις όλους τους ανθρώπους εδώ, για να τους πω αυτό το μεγάλο νέο, διότι είναι πολύ σπουδαίο.

Πράγματι λοιπόν, εκείνος τους μάζεψε.

Α, λέει, κάποιος λείπει. Να μου τον φέρετε κι αυτόν εδώ.

Λέει, τι τον θέλεις, αυτός μαγειρεύει τώρα για το μεσημέρι.

Όχι, να τον φέρετε.

Πάνε λοιπόν, εκείνος δεν ήθελε να ’ρθεί, και τον άρπαξαν με το ζόρι, και τον έφεραν μπροστά στο μοναχό.

Μόλις ο μάγειρας αντίκρισε τον μοναχό, δεν ήθελε να τον βλέπει.

Αλλά ούτε και ο μοναχός γύρισε να τον δει.

Αντιθέτως ο μάγειρας άρχισε να τρέμει, να τρέμει πολύ.

Τον ρωτάει λοιπόν ο μοναχός.

-Γιατί τρέμεις μάγειρα;

-Ε, – αναγκάστηκε εκείνος να ομολογήσει, – ότι ήταν διάβολος που είχε μετασχηματιστεί σε άνθρωπο, για να παρακολουθεί από κοντά αυτόν τον αρχιληστή.

Ο αρχιληστής όμως αυτός, είχε μια πολύ καλή συνήθεια.

Προσευχόταν στην Παναγία καθημερινά. Και πώς προσευχόταν; – λέει.

Διάβαζε κάθε μέρα τους Χαιρετισμούς. Πρωί και μεσημέρι και βράδυ. Την καλή αυτή συνήθεια την πήρε απ’ τη μάνα του.

Την πήρε απ’ το σπίτι του, που του είχε μάθει τους Χαιρετισμούς από μικρό παιδί, και έτσι τους ήξερε από στήθους. Δηλαδή από μνήμης, και τους έλεγε χωρίς να τους διαβάζει.

Βέβαια, αργότερα πήρε τον κακό το δρόμο κι έγινε ληστής, παρά ταύτα όμως, τους Χαιρετισμούς δεν τους είχε αφήσει ούτε μια μέρα. Έτσι η Παναγία βρισκόταν κοντά του και τον φύλαγε.

Και τον φύλαγε επειδή περίμενε μια ευκαιρία η Παναγία για να τον σώσει, να τον φέρει σε μετάνοια, ν’ αλλάξει ζωή, να σωθεί.

Ο μάγειρας διάβολος, είχε σταλεί πάλι απ’ τον αρχισατανά για να τον σκοτώσει και να πάρει την ψυχή του στην Κόλαση. Δεν μπορούσε όμως γιατί τον εμπόδιζαν οι Χαιρετισμοί της Παναγίας.

Περίμενε λοιπόν μια ευκαιρία. Ποια; Το πότε θα ξεχνούσε έστω και μία φορά, έστω και μια μέρα, να απαγγείλει ο αρχιληστής τους Χαιρετισμούς της Παναγίας.

Τότε θα ήταν αφύλακτος από την προστασία Της, θα προκαλούσε για τη μοιρασιά, ανάμεσα στους ληστάς και τους συντρόφους του κάποια φασαρία, εκείνοι με την προτροπή βέβαια του διαβόλου μάγειρα, θα τον σκότωναν και έτσι θάπαιρνε την ψυχή του στην Κόλαση.

Μα η Παναγία τον προστάτευε και τον προστάτευε χάριν των Χαιρετισμών. Μπορεί να ήτο ληστής, αλλά δεν ήταν φονιάς. Παρά ταύτα όμως τους Χαιρετισμούς δεν τους άφησε.

Μπορεί η ζωή του να ήτο άσχημη, να ήτο κακή, να ήτο αντιευαγγελική αλλά ο Θεός όμως που δεν θέλει το θάνατο του αμαρτωλού ως το επιστρέψαι και ζείν αυτόν, και ακούγοντας και τις μεσιτίες και τις παρακλήσεις της Παναγίας Μητρός Του, του έδωσε την ευκαιρία για να σωθεί.

Μόλις λοιπόν ο αρχιληστής άκουσε αυτή την ομολογία από τον μάγειρο διάβολο, αμέσως φωτίσθηκε. Κατάλαβε τα τραγικά του λάθη. Τις αμαρτίες του, και κείνη τη στιγμή μετανόησε, και σώθηκε.

Η μετάνοιά του συγκλόνισε και τους άλλους ληστάς, τους συντρόφους του, και με τις οδηγίες του αγίου εκείνου μοναχού όλοι τους οδηγήθηκαν στο μεγάλο μυστήριο της ευσπλαχνίας του Θεού, δηλαδή στην Ιερά Εξομολόγηση.

Και με την έμπρακτη αποκατάσταση όλων των κλοπιμαίων, όλοι οι λησταί μαζί με τον αρχιληστή εσώθησαν.

Τους έσωσαν οι Χαιρετισμοί της Παναγίας.

Οι Χαιρετισμοί λοιπόν χριστιανοί μου, έχουν τεράστια σωτηριώδη σημασία, όταν τους διαβάζουμε ή τους απαγγέλουμε κάθε βράδυ με πίστη και ευλάβεια.

Μας χαρίζουν την πλέον αποτελεσματική βοήθεια στην προσπάθειά μας και στον αγώνα που κάνουμε κάθε μέρα, για να νικήσουμε τα πάθη μας. Για να νικήσουμε το κακό, την αμαρτία και τον διάβολο.

Άλλωστε Εκείνη μας προτρέπει και μας λέγει «φωνάξτε με», ή «φωνάζετέ με», «φωνάζετε το όνομά μου, και γω θα σας βοηθώ πάντοτε».

Να με καλείτε ή με το «Υπεραγία Θεοτόκε βοήθει μοι», ή με το «Υπεραγία Θεοτόκε βοήθησέ μας», ή «σώσον με», ή «σώσον ημάς».

Άλλωστε είναι και λειτουργικός ύμνος. Κάθε φορά που αναφέρουμε το όνομα της Παναγίας μας στη Θεία Λειτουργία, στον όρθρο ή τον εσπερινό, οι ιεροψάλτες μας να απαντούν «Υπεραγία Θεοτόκε σώσον ημάς».

«Και γω θα έλθω», μας υπόσχεται η Παναγία, «θα σας βοηθήσω, και θα σας βοηθήσω σε όλες σας τις ανάγκες, σε όλους τους πειρασμούς της ζωής σας, στα βάσανα, στις θλίψεις και στις στεναχώριες. Θα είμαι πάντοτε κοντά σας.

Μεσίτρια ακόμα και όταν θα βγαίνει η ψυχή σας, για να σας φυλάξω από τα εναέρια δαιμόνια. Αλλά και στη Δευτέρα Παρουσία του Υιού μου και Κριτού των πάντων και κει θα είμαι κοντά σας.»

Άλλωστε αυτό θα το δούμε σε λίγο, όταν θα απαγγείλουμε την προσευχή στην Υπεραγία Θεοτόκο που αρχίζει με το «Άσπιλε, αμόλυντε».

Χριστιανοί μου, ας αγαπήσουμε αυτή την προσευχή των Χαιρετισμών, και την επίκληση του ονόματός Της, και τότε εκείνη θα ανοίξει την πόρτα του Παραδείσου και θα μας σώσει.

Το εύχομαι εις όλους σας, και σεις να το εύχεστε σε μένα, Αμήν.

Απομαγνητοφωνημένα (και ηχητικά) κηρύγματα του Πρωτοπρεσβυτέρου π. Στεφάνου Αναγνωστοπούλου

Πηγή: Βήμα Ορθοδοξίας


ἀμὴν ἀμὴν λέγω ὑμῖν, ἐὰν μὴ φάγητε τὴν σάρκα τοῦ υἱοῦ τοῦ ἀνθρώπου καὶ πίητε αὐτοῦ τὸ αἷμα, οὐκ ἔχετε ζωὴν ἐν ἑαυτοῖς.

Μὴ κρίνετε, ἵνα μὴ κριθῆτε·

ὅστις δὲ ὑψώσει ἑαυτὸν ταπεινωθήσεται, καὶ ὅστις ταπεινώσει ἑαυτὸν ὑψωθήσεται.

Άβαταρ μέλους
Μάνος
Δημοσιεύσεις: 2901
Εγγραφή: Σάβ Δεκ 30, 2017 11:29 pm
Τοποθεσία: Ηράκλειο Κρήτης

Re: Διδακτικές Ιστορίες

Δημοσίευσηαπό Μάνος » Πέμ Μαρ 01, 2018 3:59 pm

Η ξεχειλισμένη κούπα

Εικόνα

Ένας πολυάσχολος άνθρωπος του καιρού μας, αποφάσισε κάποτε να επισκεφθεί έναν άγιο ερημίτη.

Ήθελε να ηρεμήσει λίγο από το άγχος που τον βασάνιζε. Και να ζητήσει τις συμβουλές του γέροντα.
Τον συνάντησε σε μια φτωχική καλύβα.

– Ευλογείτε, είπε χαιρετώντας τον ερημίτη. Ξέρετε, έκανα πολύ δρόμο για να έλθω εδώ . . .

– Κάθισε, τον διέκοψε ο γέροντας. Άσε με να σου βάλω λίγο τσάι.

– Έχω περάσει πολλά χρόνια σπουδάζοντας σε Πανεπιστήμια του εξωτερικού … , άρχισε να αυτοσυστήνεται ο επισκέπτης.

– Ας πιούμε πρώτα λίγο τσάι, επέμεινε ο γέροντας.

– Τώρα διευθύνω μια μεγάλη επιχείρηση … , συνέχισε να περιαυτολογεί ο ξένος.

– Πιστεύω ότι το τσάι θα σας αρέσει πολύ, είπε ο ερημίτης συνεχίζοντας να γεμίζει την κούπα του επισκέπτη του.

– Μα εσείς την ξεχειλήσατε, πάτερ· το τσάι χύνεται απ’ έξω! παρατήρησε ενοχλημένος ο ξένος.

– Κι εσύ μοιάζεις μ’ αυτήν την ξεχειλισμένη κούπα! απάντησε τότε ο σοφός γέροντας. Αν δεν αδειάσεις, ευλογημένε, έστω λίγα από αυτά που κουβαλάς, πώς θα αφήσεις να στάξει μέσα σου κάτι από τα λίγα πράγματα πού ξέρω.

(Ιστορία από το Γεροντικό)

Πηγή: Βήμα Ορθοδοξίας


ἀμὴν ἀμὴν λέγω ὑμῖν, ἐὰν μὴ φάγητε τὴν σάρκα τοῦ υἱοῦ τοῦ ἀνθρώπου καὶ πίητε αὐτοῦ τὸ αἷμα, οὐκ ἔχετε ζωὴν ἐν ἑαυτοῖς.

Μὴ κρίνετε, ἵνα μὴ κριθῆτε·

ὅστις δὲ ὑψώσει ἑαυτὸν ταπεινωθήσεται, καὶ ὅστις ταπεινώσει ἑαυτὸν ὑψωθήσεται.

Άβαταρ μέλους
Μάνος
Δημοσιεύσεις: 2901
Εγγραφή: Σάβ Δεκ 30, 2017 11:29 pm
Τοποθεσία: Ηράκλειο Κρήτης

Re: Διδακτικές Ιστορίες

Δημοσίευσηαπό Μάνος » Πέμ Μαρ 01, 2018 4:28 pm

«Θέλω η ψυχή σου να είναι σαν αυτό το λουλούδι του παραδείσου»

Εικόνα

Καρκινοπαθής διηγείται εμπειρία του παραδείσου
Ηταν νεαρή νοσηλεύτρια σε μεγάλη πόλη της Πελοποννήσου. Είχε προσβληθεί από σοβαρή μορφή καρκίνου. Λίγο πριν κοιμηθεί τής δόθηκε μία πρόγευση της αιωνιότητας και της μεγάλης αγάπης του Θεού για το πλάσμα του.

Διηγήθηκε σε μία παρέα χριστιανών που την άκουγαν:
– Ενώ οι συγγενείς και οι φίλοι μου που με παρέστεκαν, όσο ήμουν στο κρεβάτι του πόνου στο νοσοκομείο, πίστευαν πώς βρισκόμουν στο επιθανάτιο κώμα, η ψυχή μου απολάμβανε την «περιήγηση» στο θαυμαστό κόσμο του Θεού κι άκουγε τις στοργικές νουθεσίες Του. Δεν Τον έβλεπα, όμως Τον άκουγα, και κοιτούσα ό,τι μου έδειχνε. Πολλά αφορούσαν εμένα και τη σωτηρία μου προσωπικά. Γι’ αυτά ταιριάζει η σιωπή. Τα υπόλοιπα όμως νομίζω αφορούν όλους μας…
-Κατ’ αρχήν ο Κύριος μου είπε:
-Ο Θεός σας είναι Ένας. Εγώ ο Πλάστης σας, που θυσιάστηκα για να σας σώσω. Οι θεοί που έφτιαξαν οι άνθρωποι είναι ψεύτικοι κι ανύπαρκτοι. Και έπειτα:
-Θέλω η ψυχή σου να είναι σαν αυτό το λουλούδι μέσα στον κόσμο… (και πράγματι μπροστά μου έβλεπα ένα υπερκόσμιο και πανέμορφο λουλούδι!). Τελικά μου είπε:

-Εγώ κόρη μου, θέλω όλοι οι άνθρωποι να σωθούν, αλλά δεν θέλουν εκείνοι…
Ενώ έλεγε αυτά ο Κύριος, έβλεπα μπροστά μου ένα πλήθος ανθρώπων, κι ανάμεσά τους ξεχώριζαν οι μορφές κάποιων γνωστών μου, που ζούσαν μακριά από τόν Θεό και από ό,τι ήξερα δεν έδειχναν καμία διάθεση μετανοίας.

Αυτά είπε η χαριτωμένη αυτή ψυχή, όταν ο φιλάνθρωπος Θεός παρέτεινε τη ζωή της, ασφαλώς για να ετοιμαστεί καλύτερα.
Μετά από λίγο καιρό έφυγε για τη χαρά του Ουρανού, την οποία προγεύτηκε χάριτι Θεού από αυτή τη ζωή.

Από το βιβλίο «Μηνύματα απο τον Ουρανό», έκδ. Ιεράς Μονής Παναγίας Βαρνάκοβας, 2005, σ. 89-90

Πηγή: Βήμα Ορθοδοξίας


ἀμὴν ἀμὴν λέγω ὑμῖν, ἐὰν μὴ φάγητε τὴν σάρκα τοῦ υἱοῦ τοῦ ἀνθρώπου καὶ πίητε αὐτοῦ τὸ αἷμα, οὐκ ἔχετε ζωὴν ἐν ἑαυτοῖς.

Μὴ κρίνετε, ἵνα μὴ κριθῆτε·

ὅστις δὲ ὑψώσει ἑαυτὸν ταπεινωθήσεται, καὶ ὅστις ταπεινώσει ἑαυτὸν ὑψωθήσεται.

Άβαταρ μέλους
Μάνος
Δημοσιεύσεις: 2901
Εγγραφή: Σάβ Δεκ 30, 2017 11:29 pm
Τοποθεσία: Ηράκλειο Κρήτης

Re: Διδακτικές Ιστορίες

Δημοσίευσηαπό Μάνος » Σάβ Μαρ 03, 2018 3:58 pm

Ο αχθοφόρος που ανέστησε βλάσφημο νεκρό

Εικόνα

Ήταν φτωχός αχθοφόρος στον Πειραιά. Μικρός είχε μείνει ορφανός από πατέρα και για αυτό αγαπούσε πολύ τον πεθερό του, ο οποίος όμως ήταν βλάσφημος και παρά τις πολλές του παρακλήσεις παρέμενε αμετανόητος.

Μία ημέρα, επιστρέφοντας από την εργασία του, βρήκε τον πεθερό του να έχει πεθάνει και ανησύχησε τόσο πολύ για την ψυχή του, που αυθόρμητα και με πολύ πόνο παρακάλεσε τον Θεό να τον αναστήσει για να μετανοήσει.
Και, ώ του θαύματος, ο νεκρός αναστήθηκε και έζησε άλλα πέντε χρόνια με μετάνοια.

Το περιστατικό αυτό διηγήθηκε στον Αγιο Παΐσιο τον Αγιορείτη το 1966, όταν ακόμη ζούσε στην Σκήτη των Ιβήρων, ο ίδιος ο αχθοφόρος, λέγοντας:
«Πάτερ μου, ποιος ήμουν εγώ; Το μόνο που θέλω στη ζωή μου είναι να ευχαριστώ τον Θεό, που έκανε αυτό το καλό».

Καταγράφεται στο βιβλίο «Ο Άγιος Παΐσιος ο Αγιορείτης», έκδ. Ι. Ησυχαστηρίου «Ευαγγελιστής Ιωάννης ο Θεολόγος», Βασιλικά Θεσσαλονίκης, 2015, σ. 267, με την εξής προσθήκη:
«Ο Όσιος Παΐσιος επέστρεψε εκείνη την ημέρα στην Καλύβη του πολύ ωφελημένος από την απλότητα και την ταπείνωση του αχθοφόρου· ταπείνωση που ούτε καν του περνούσε ο λογισμός ότι χάρη στον ίδιο είχε αναστηθεί ένας νεκρός».

Πηγή: Βήμα Ορθοδοξίας


ἀμὴν ἀμὴν λέγω ὑμῖν, ἐὰν μὴ φάγητε τὴν σάρκα τοῦ υἱοῦ τοῦ ἀνθρώπου καὶ πίητε αὐτοῦ τὸ αἷμα, οὐκ ἔχετε ζωὴν ἐν ἑαυτοῖς.

Μὴ κρίνετε, ἵνα μὴ κριθῆτε·

ὅστις δὲ ὑψώσει ἑαυτὸν ταπεινωθήσεται, καὶ ὅστις ταπεινώσει ἑαυτὸν ὑψωθήσεται.

Άβαταρ μέλους
Μάνος
Δημοσιεύσεις: 2901
Εγγραφή: Σάβ Δεκ 30, 2017 11:29 pm
Τοποθεσία: Ηράκλειο Κρήτης

Re: Διδακτικές Ιστορίες

Δημοσίευσηαπό Μάνος » Δευτ Μαρ 05, 2018 3:51 pm

Τα αποτελέσματα της αμετανοησίας και σκληροκαρδίας

Εικόνα

Είναι φοβερό το γεγονός, αλλά αληθινό. Κάποιοι χριστιανοί φοιτητές του Πανεπιστημίου το διηγήθηκαν πολύ εντυπωσιασμένοι, όταν ήρθαν στην Παναγιά για να προσκυνήσουν. Είπαν συμπληρώνοντας ο ένας τον άλλον:

– Είχαμε έναν καθηγητή, που φαινόταν πολύ καλός και μελιστάλακτος. Επειδή μας φερόταν ήπια, τον συμπαθούσαμε. Τον βλέπαμε δε μερικές φορές να έρχεται και στην Εκκλησία και να κοινωνάει. Μετά από αυτά, πιστεύαμε πως ήταν καλός χριστιανός. Όμως μας περίμενε μεγάλη έκπληξη, για να μην πούμε φρίκη!

Κάποια μέρα μάθαμε ότι αρρώστησε βαριά. Αποφασίσαμε να τον επισκεφτούμε. Πήγαμε σπίτι του σε μια μοναχική βίλλα σε αριστοκρατικό προάστιο, αλλά η γυναίκα του σχεδόν μας έδιωξε , ταραγμένη και ενοχλημένη. Ενώ δε μας μιλούσε από την πόρτα, ακούγονταν μέσα στο σπίτι γαυγίσματα και ουρλιαχτά. Μερικοί το σχολίασαν και είπαν:

– Αυτοί οι πλούσιοι και τρανοί, πολλές φορές τα σκυλιά τους τα βάζουν μέσα στο σπίτι και ζουν μαζί τους. Δεν έχουν καταλάβει ότι τα ζώα πρέπει να ζουν στους κήπους ή στα κτήματα. Αυτός είναι ο προορισμός τους.

Τέλος πάντων , φύγαμε απογοητευμένοι. Όταν όμως μάθαμε ότι τον καθηγητή μας τον πήγαν στο νοσοκομείο ετοιμοθάνατο, αποφασίσαμε να τον επισκεφθούμε εκεί. Αγοράσαμε και λουλούδια και σε λίγο ανεβαίναμε τις σκάλες του νοσοκομείου που οδηγούσαν σε ειδικές σουίτες, ιδιαίτερα πολυτελή δωμάτια για τους οικονομικά ισχυρούς. Καθώς πλησιάζαμε , πάλι σκυλιά ακούγαμε , πάλι ουρλιαχτά. Ένας είπε αγανακτισμένος:

– Κι εδώ σκυλιά; Ούτε στο νοσοκομείο δεν τ’ αποχωρίζονται;

Εκείνη τη στιγμή έβγαινε από ένα διαμέρισμα η προϊσταμένη , η οποία έτυχε να είναι γνωστή ενός φοιτητή της συντροφιάς μας. Μας ρώτησε ποιόν θέλαμε και όταν άκουσε το όνομα, ταράχθηκε και μας λέει:

– Φύγετε! Φύγετε γρήγορα! Αυτά τα γαυγίσματα και τα ουρλιαχτά που ακούτε είναι από αυτόν! Δεν υπάρχουν σκυλιά. Έχει φοβερή αγωνία και επιθετικότητα.

Σηκώνεται και παλεύει με αόρατους για μας εχθρούς. Οι νοσοκόμες αρνούνται να μπουν στο δωμάτιό του. Μάθαμε ότι ανήκε σε μια σκοτεινή αίρεση, που είναι αντίχριστη και αντίθεη. Εκεί θεό έχουν τον μαμωνά (το χρήμα) και την ανθρώπινη δόξα.

– Μα αυτός κοινωνούσε!… , παρατήρησε ένας από μας.

– Ίσως γι’ αυτό η ευθύνη του είναι μεγαλύτερη. Ήθελε να κοροϊδέψει τον Θεό και τους ανθρώπους αλλά “ο Θεός ου μυκτηρίζεται” ,παρατήρησε η προϊσταμένη λυπημένη , και συνέχισε:

– Τώρα , οι δαίμονες , που έχουν δικαιώματα επάνω του, απαιτούν την ψυχή του!… Κάντε του λίγη προσευχή, παιδιά μου, να τον ελεήσει ο Θεός, μας προέτρεψε φιλάνθρωπα.

Φύγαμε από κει πολύ προβληματισμένοι . Καταλάβαμε πολύ καλά όλοι πως δεν πρέπει να παίζουμε με την ψυχή μας και την σωτηρία μας”.

Αυτά είπαν τα νιάτα, που μερικές φορές ξεπερνούν σε σύνεση τις μεγαλύτερες ηλικίες, και τα γηρατιά ακόμη. Και πράγματι, δεν είναι φοβερό να φθάνει ο άνθρωπος στο τέλος της ζωής του και να μην αισθάνεται την ανάγκη να πει ένα “Θεέ μου, συγχώρεσε με ” ή “ελέησέ με”; Είναι φοβερή η σκληροκαρδία και η πόρωση. Να μην αισθάνεται την ανάγκη της αφέσεως των αμαρτιών του από τον Θεό μέσω του ιερού Μυστηρίου της Εξομολογήσεως; Ο Θεός ο φιλανθρωπότατος δίνει το έλεος. Έχει πει: “Τον ερχόμενον προς με ου μη εκβάλω έξω”. Όταν ο άνθρωπος όμως αδιαφορεί και αφήνει τον δαίμονα να του νεκρώνει τον σωτήριο αυτό πόθο; Τότε θα δει, μόλις έρθει στις τελευταίες αναπνοές του, τα φοβερά αποτελέσματα, αλλά θα είναι πλέον αργά!

Οι συγγενείς, οι γιατροί και το νοσηλευτικό προσωπικό έχουν ευθύνη και πρέπει να βοηθούν τον ετοιμοθάνατο στο να μετάσχει στα σωτήρια Μυστήρια , έστω και την τελευταία στιγμή.

Το καλύτερο όμως είναι ο άνθρωπος σε όλη του τη ζωή να ετοιμάζεται για την ιερώτατη αυτή στιγμή της γεννήσεώς του στην αιωνιότητα. Τότε θα έχει μια ωραία κατά Θεόν ζωή κι ένα γλυκό ειρηνικό τέλος, μέσα στη Χάρη και την αγάπη του Χριστού και της Παναγίας.

Μια ωραία μέρα έχει και μια ωραία δύση, που πορεύεται για την αιώνια ανατολή στη βασιλεία του Θεού.

Πηγή: «ΝΕΩΤΕΡΑ ΘΑΥΜΑΤΑ
ΤΗΣ ΠΑΝΑΓΙΑΣ ΣΤΗ ΒΑΡΝΑΚΟΒΑ
& ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΙΩΝΙΟΤΗΤΑ»
ΕΚΔΟΣΙΣ ΙΕΡΑΣ ΓΥΝΑΙΚΕΙΑΣ ΜΟΝΑΣΤΙΚΗΣ
ΑΔΕΛΦΟΤΗΤΟΣ ΠΑΝΑΓΙΑΣ ΒΑΡΝΑΚΟΒΑΣ
ΔΩΡΙΔΑ 2007

Πηγή: Βήμα Ορθοδοξίας


ἀμὴν ἀμὴν λέγω ὑμῖν, ἐὰν μὴ φάγητε τὴν σάρκα τοῦ υἱοῦ τοῦ ἀνθρώπου καὶ πίητε αὐτοῦ τὸ αἷμα, οὐκ ἔχετε ζωὴν ἐν ἑαυτοῖς.

Μὴ κρίνετε, ἵνα μὴ κριθῆτε·

ὅστις δὲ ὑψώσει ἑαυτὸν ταπεινωθήσεται, καὶ ὅστις ταπεινώσει ἑαυτὸν ὑψωθήσεται.

Άβαταρ μέλους
Μάνος
Δημοσιεύσεις: 2901
Εγγραφή: Σάβ Δεκ 30, 2017 11:29 pm
Τοποθεσία: Ηράκλειο Κρήτης

Re: Διδακτικές Ιστορίες

Δημοσίευσηαπό Μάνος » Τρί Μαρ 06, 2018 1:33 pm

Ποιό είναι το στήριγμά σου;

Εικόνα

π. Δημητρίου Μπόκου
Ο έμπορος Κουσμιτσώφ με τον μικρό του ανεψιό Γεγκόρ και τον φίλο του παπα-Χριστόφορο, ταξιδεύοντας κάποτε μέσα στην απέραντη ρωσική στέπα, σταμάτησαν στο πανδοχείο του Εβραίου Μωυσή Μωυσέγιτς.

Ο Μωυσής είχε για βοηθό έναν παράξενο αδελφό του, τον Σολομώντα. Όταν ο Σολομών μπήκε με ένα μεγάλο δίσκο για να σερβίρει το τσάι στους επισκέπτες, τους κοιτούσε ειρωνικά και χαμογελούσε παράξενα. Το χαμόγελο αυτό ήταν πολύ περίπλοκο. Εξέφραζε πολλά συναισθήματα, εκείνο όμως που υπερίσχυε ήταν η περιφρόνηση. Σαν να περίμενε την κατάλληλη στιγμή για να τους περιγελάσει και να σκάσει στα γέλια.

«Αφού ήπιε πέντ’ έξι ποτήρια ο Κουσμιτσώφ, καθάρισε μπροστά του το χώρο πάνω στο τραπέζι, πήρε το σάκο που είχε βάλει για προσκέφαλό του όταν είχε κοιμηθεί (καθ’ οδόν) κάτω από την άμαξα, έλυσε το σχοινάκι του και τον τίναξε. Από το σάκο έπεσαν στο τραπέζι δεσμίδες από χαρτονομίσματα.
– Τώρα που έχουμε χρόνο, παπα-Χριστόφορε, να τα μετρήσουμε, είπε ο Κουσμιτσώφ…

Όταν τελείωσε το μέτρημα των χρημάτων, τα έβαλε πίσω στο σάκο… Ο παπα-Χριστόφορος συζητούσε με τον Σολομώντα.
– Λοιπόν, σοφέ Σολομώντα, πως πάνε οι δουλειές;
– Ποιές δουλειές εννοείτε; ρώτησε ο Σολομών και κοίταξε τόσο σαρκαστικά, σαν να του είπαν για κανένα έγκλημα.
– Γενικώς… Με τί ασχολείσαι;

– Με τί ασχολούμαι; Με ό,τι και όλοι οι άλλοι… Βλέπετε, είμαι λακές (=δουλοπρεπής υπηρέτης). Είμαι λακές του αδελφού μου, ο αδελφός μου είναι λακές των πελατών, οι πελάτες είναι λακέδες του Βαρλάμωφ (εκατομμυριούχου της περιοχής), ενώ άμα είχα δέκα εκατομμύρια, ο Βαρλάμωφ θα γινόταν δικός μου λακές. …Γιατί δεν υπάρχει ούτε άρχοντας ούτε εκατομμυριούχος, που, για ένα καπίκι παραπάνω, δε θα έγλειφε τα χέρια ενός βρωμο-Εβραίου. Τώρα είμαι βρωμο-Εβραίος και ζητιάνος, όλοι με βλέπουν σαν σκυλί. Αν είχα όμως χρήματα, ο Βαρλάμωφ θα έκανε μπροστά μου τον καραγκιόζη, όπως ο Μωυσής μπροστά σας… Ο Βαρλάμωφ, παρόλο που είναι Ρώσος, στην ψυχή του είναι βρωμο-Εβραίος: Όλη του η ζωή είναι τα χρήματα και τα κέρδη, ενώ εγώ τα χρήματά μου τα έκαψα στο τζάκι. Δε θέλω ούτε χρήματα, ούτε γη, ούτε πρόβατα, ούτε θέλω να με φοβούνται και να βγάζουν το καπέλο τους μπροστά μου όταν περνάω. Οπότε είμαι πιο έξυπνος από τον Βαρλάμωφ σας και μοιάζω περισσότερο με άνθρωπο!

(Ο Μωυσής Μωυσέγιτς λίγο αργότερα αισθάνθηκε την ανάγκη να απολογηθεί για λογαριασμό του άδελφού του στους επισκέπτες του).
– …Συγχωρήστε μας, μη θυμώνετε. Είναι τόσο δύσκολος, τόσο δύσκολος! Είναι και αδελφός μου, αλλά απ’ αυτόν δεν είδα τίποτα άλλο εκτός από πίκρα… Δεν είναι καλά στα μυαλά του. Τελείως χαμένος… Κανέναν δεν αγαπάει, κανέναν δε σέβεται, κανέναν δε φοβάται… Ξέρετε, κοροϊδεύει όλον τον κόσμο… Ούτε εμένα αγαπάει… Και δε θέλει τίποτα! Ο πατέρας μας, όταν πέθανε, άφησε από έξι χιλιάδες ρούβλια στον καθένα μας. Εγώ αγόρασα το πανδοχείο, παντρεύτηκα και τώρα έχω και παιδάκια, ενώ αυτός τα χρήματά του τά ’καψε στο τζάκι. Κρίμα, κρίμα! Γιατί τά ’καψε; Αν δεν τα ήθελε, έπρεπε να τα δώσει σ’ εμένα, αλλά γιατί τά ’καψε;» (Αντόν Τσέχωφ, Η στέπα, σσ. 35-45).
Ο παράξενος Σολομών έκαμε κάτι, που κανένας δεν μπορούσε να κατανοήσει και να δικαιολογήσει. Όχι μόνο ο Εβραίος αδελφός του, όχι μόνο ο έμπορος Κουσμιτσώφ, αλλά και ο Χριστιανός ιερέας, ο παπα-Χριστόφορος, δυσκολευόταν να δώσει απάντηση στην τόσο «εύλογη» απορία: «Γιατί τά ’καψε;»
Αλήθεια, γιατί;

Το ερώτημα δεν θά ’πρεπε να είναι γιατί τά ’καψε. Αλλά γιατί όλοι μας λίγο-πολύ το θεωρούμε αδιανόητο κάτι τέτοιο; Γιατί να είναι η αγάπη του πλούτου πλήρως αδιαπραγμάτευτη και αυτονόητη για όλους μας; Η ειρωνεία του «τρελού» Σολομώντα χτυπάει κατάμουτρα την παγίδευσή μας στη λατρεία του πλούτου. Στην παγίδα αυτή αναφέρεται επικριτικά και ο Χριστός, στην ύπουλη υποδούλωση που προκαλεί και μας ρεζιλεύει, αφού κάνει τον καθένα μας λακέ, δούλο στον οικονομικά λιγάκι ισχυρότερο. Ή μήπως δεν είμαστε έτοιμοι και μεις για ένα καπίκι να γλείψουμε τα χέρια του κάθε τοκογλύφου; Να προσκυνήσουμε αδίστακτα τον μαμμωνά;

Γι’ αυτό ο Χριστός επισημαίνει την απάτη του πλούτου. Μιλάει για την ψευδαίσθηση που μας δημιουργείται ότι ο πλούτος είναι το παν, το στήριγμά μας, η βάση μας. Πράγμα που μας απομακρύνει από την «πέτρα της ζωής». Και μας κάνει να ξεχνάμε, ότι βράχος ατράνταχτος για ν’ ακουμπάνε τα πάντα με σιγουριά, μοναδικό θεμέλιο του σύμπαντος κόσμου, είναι μόνο ο Χριστός, «ο δρακί την πάσαν έχων κτίσιν, ο στερεώσας τους ουρανούς πάλαι κατ’ αρχάς». Στην παλάμη του χωράει με άνεση η κτίση ολόκληρη. Κυβερνάει, συνέχει, συγκρατεί στα δάχτυλά του το παν. «Ανοίξαντός σου την χείρα τα σύμπαντα πλησθήσονται χρηστότητος, αποστρέψαντος δε σου το πρόσωπον ταραχθήσονται· αντανελείς το πνεύμα αυτών και εκλείψουσι και εις τον χουν αυτών επιστρέψουσιν· εξαποστελείς το πνεύμα σου και κτισθήσονται…» (Ψαλμ. 103, 28-30).

Το απέδειξε περίτρανα στην έρημο, όταν ένας πολυάριθμος λαός τρεφόταν εξ ολοκλήρου για σαράντα χρόνια από αυτήν την πηγή της ζωής. Τότε «άρτον εκ του ουρανού έδωκεν αυτοίς φαγείν» (Ιω. 6, 31). «Άρτον αγγέλων έφαγεν άνθρωπος, επισιτισμόν απέστειλεν αυτοίς εις πλησμονήν» (Ψαλμ. 77, 25). «Και πάντες το αυτό βρώμα πνευματικόν έφαγον». Όλοι λάμβαναν με υπερφυσικό τρόπο την ίδια τροφή (το μάννα) και έπιναν όλοι το ίδιο νερό, που ανέβλυζε «εκ πνευματικής ακολουθούσης πέτρας, η δε πέτρα ην ο Χριστός» (Α΄ Κορ. 10, 3-4).
Γιατί να μη μπορεί και σήμερα να γίνει το ίδιο; Λιγόστεψε μήπως η δύναμη του Θεού; Ή μήπως είναι η δική μας πίστη που εξανεμίστηκε; Όταν η εμπιστοσύνη μας στον Θεό γίνεται φύλλο και φτερό στον άνεμο, δεν είναι φυσικό να μετατεθεί και η ελπίδα μας; Και να αγκιστρωθούμε τότε σαν το στρείδι στα λίγα η πολλά αγαθά που έχει ο καθένας μας, τραγικά θύματα όλοι μας της απάτης του πλούτου;

Και φυσικά ο Θεός δεν λέει να κάψουμε ανόητα τα λεφτά μας, αλλά να αποδεσμεύσουμε την καρδιά μας απ’ αυτά. Να πάψουμε να τα λατρεύουμε. Ν’ αποτινάξουμε την παραπλανητική τους καταδυνάστευση. Να μπορούμε να τα βάλουμε σε χρήση κοινή (εξ ου και χρήματα), μια και δεν ανήκουν αποκλειστικά σε μας, αλλά και σε πολλοὺς άλλους, που τα έχουν περισσότερη ανάγκη. Να τα μοιραζόμαστε, ακόμα κι αν έχουμε ελάχιστα. Η ελπίδα μας να είναι ο Θεός. Να μη διστάζουμε να δώσουμε και το τελευταίο μας κομμάτι ψωμί, αφήνοντας τον εαυτό μας εντελώς στα χέρια του. «Εαυτούς και αλλήλους και πάσαν την ζωήν ημών Χριστώ τω Θεώ παραθώμεθα». Όπως η χήρα στον καιρό του προφήτη Ηλία. Αλλιώς, εμπιστευόμαστε περισσότερο τα «ψιχία» μας και λιγότερο τον Θεό.

Πού στηρίζουμε λοιπόν εμείς την ύπαρξή μας; Δυστυχώς για πολλούς μας τα ευτελή ψίχουλα που διαθέτουμε είναι ο νέος μας θεός. Το νέο είδωλο που προσκυνούμε, αφού κατέχουν αυτά το κέντρο της καρδιάς μας και όχι ο Θεός. Και όμως, μετά την ανανέωση της υιοθεσίας μας από τον Θεό, θά ’πρεπε να είμαστε οι «μηδέν έχοντες και πάντα κατέχοντες» (Β΄ Κορ. 6, 10). Τότε μόνο θα μοιάζαμε με τον άνθρωπο, που είχε κατά νουν όταν μας έπλαθε ο Θεός.
Ο Κύριος πάντα και ιδιαίτερα τώρα τη Σαρακοστή, δεν παύει να μας προκαλεί, καλώντας μας να «εκτείνωμεν χείρας εις ευποιίαν, …πτωχούς αστέγους εισαγάγωμεν εις οίκους, …δώσωμεν ενδεέσιν άρτον» (Ύμνοι Τριωδίου).
Ιδού λοιπόν, «το στάδιον ηνέωκται» ενώπιόν μας. Μπορούμε να εισέλθουμε, αν θέλουμε. Ας δείξει ο καθένας έμπρακτα ποιό δεκανίκι διάλεξε για να στηρίξει τη ζωή του.
Μεγ. Σαρακοστή 2018

Πηγή: Βήμα Ορθοδοξίας


ἀμὴν ἀμὴν λέγω ὑμῖν, ἐὰν μὴ φάγητε τὴν σάρκα τοῦ υἱοῦ τοῦ ἀνθρώπου καὶ πίητε αὐτοῦ τὸ αἷμα, οὐκ ἔχετε ζωὴν ἐν ἑαυτοῖς.

Μὴ κρίνετε, ἵνα μὴ κριθῆτε·

ὅστις δὲ ὑψώσει ἑαυτὸν ταπεινωθήσεται, καὶ ὅστις ταπεινώσει ἑαυτὸν ὑψωθήσεται.

Άβαταρ μέλους
Μάνος
Δημοσιεύσεις: 2901
Εγγραφή: Σάβ Δεκ 30, 2017 11:29 pm
Τοποθεσία: Ηράκλειο Κρήτης

Re: Διδακτικές Ιστορίες

Δημοσίευσηαπό Μάνος » Τρί Μαρ 06, 2018 5:28 pm

Άλλη μία εξαιρετικά συγκλονιστική ιστορία...

Εικόνα

«Η αγάπη του αββά Αγάθωνα»

Mια φορά, ο Αββάς Αγάθωνας, πήγαινε στην πόλη να δώσει το εργόχειρο του και να προμηθευτεί το λίγο ψωμάκι του, βρήκε κοντά στην αγορά ένα πτωχό γέρο ανάπηρο.

-Για την αγάπη του Θεού, Αββά, άρχισε τα παρακάλια ο γέρος μόλις είδε τον Όσιο, μη με αφήσεις και εσύ αβοήθητο τον δυστυχή, πάρε με κοντά σου.

Ο Αββάς Αγάθων τον έβαλε να καθίσει δίπλα του εκεί που αράδιασε τα καλάθια του για να τα πουλήσει.

-Πόσα λεπτά πήρες, Αββά; Τον ρωτούσε ο γέρος κάθε φορά που έδινε ένα καλάθι.
-Τόσα, του έλεγε ο Όσιος.
-Καλά είναι. Δεν μου αγοράζεις όμως μια μικρή πίττα, Αββά; Έτσι για να δεις καλό, που έχω από χθες βράδυ να φάγω.
-Μετά χαράς, έλεγε ο Όσιος και έκανε αμέσως την επιθυμία του.

Σε λίγο του ζήτησε φρούτα, ύστερα ένα γλυκό. Έτσι σε κάθε καλάθι που πουλούσε εξόδευε τα χρήματα, χάρη του προστατευόμενου του, εώς ότου έδωσε όλα τα καλάθια και όλα τα χρήματα ο Όσιος χωρίς να του μείνει για τον εαυτό του ούτε δίλεπτο. Και το σπουδαιότερο πως το έκανε με μεγάλη προθυμία, ενώ ήξερε πως είχε να περάσει τώρα τουλάχιστον μια εβδομάδα χωρίς ψωμί. Αφού έδωσε και το τελευταίο του καλάθι ετοιμάσθηκε να φύγει από την αγορά.

-Φεύγεις λοιπόν; Τον ερώτησε ο ανάπηρος.
-Ναι τελείωσα πια τη δουλεία μου.
-Αϊ τώρα θα κάνεις αγάπη να με πας ως το σταυροδρόμι και από εκεί φεύγεις για την έρημο, είπε πάλι παρακαλεστικά ο παράξενος γέρος.

Ο αγαθότατος Αγάθων τον φορτώθηκε στην πλάτη του και με πολλή δυσκολία τον μετέφερε εκεί που του ζητούσε γιατί ήταν κατάκοπος από την εργασία της ημέρας.

Σαν έφτασαν στο σταυροδρόμι και ετοιμάστηκε να αποθέσει κάτω το ζωντανό φορτίο του, άκουσε γλυκεία φωνή να του λέγει.

-Ευλογημένος να είσαι, Αγάθων, από τον Θεόν και στη γη και στον Ουρανό.

Εσήκωσε τα μάτια ο Όσιος να δει εκείνον που του ωμιλούσε.

Ο δήθεν γέρος είχε γίνει άφαντος γιατί ήταν Άγγελος σταλμένος από τον Θεόν να δοκιμάσει την αγάπη του Όσιου.

Από το Γεροντικό

Πηγή: Βήμα Ορθοδοξίας


ἀμὴν ἀμὴν λέγω ὑμῖν, ἐὰν μὴ φάγητε τὴν σάρκα τοῦ υἱοῦ τοῦ ἀνθρώπου καὶ πίητε αὐτοῦ τὸ αἷμα, οὐκ ἔχετε ζωὴν ἐν ἑαυτοῖς.

Μὴ κρίνετε, ἵνα μὴ κριθῆτε·

ὅστις δὲ ὑψώσει ἑαυτὸν ταπεινωθήσεται, καὶ ὅστις ταπεινώσει ἑαυτὸν ὑψωθήσεται.

Άβαταρ μέλους
Μάνος
Δημοσιεύσεις: 2901
Εγγραφή: Σάβ Δεκ 30, 2017 11:29 pm
Τοποθεσία: Ηράκλειο Κρήτης

Re: Διδακτικές Ιστορίες

Δημοσίευσηαπό Μάνος » Τετ Μαρ 07, 2018 3:27 pm

«Ο Χριστός μάς στέλνει τους αναγκεμένους»

Εικόνα

Ιδιαίτερα αξιομνημόνευτη είναι η περίπτωση του Γιώργη, ενός σχεδόν ολοκληρωτικά τυφλού, όπως τη διηγούνται τα εγγόνια του παπά Γιάννη, τα οποία ζουν σήμερα.

Ο άνθρωπος αυτός κάθε μήνα ξεκινά από το Σέλινο, όπου ζει, και παίρνει το δρόμο για το Γεράνι. Φτάνει στο σπίτι του παπά και χτυπά την πόρτα. Πάντα τον περιμένει εκεί ζεστή φιλοξενία, η δυνατότητα να πλυθεί και να φορέσει καθαρά ρούχα καθώς και ένα πιάτο ζεστό φαγητό. Κι η παπαδιά «ανασκουμπώνεται» και πλύνει τα ρούχα του ταλαίπωρου επισκέπτη τους ώστε να είναι έτοιμα για την ώρα που θα θελήσει να φύγει. Κατά κανόνα ο Γιώργης μένει εκεί το βράδυ και την επόμενη μέρα παίρνει το δρόμο της επιστροφής για το χωριό του «φορτωμένος» με τρόφιμα και εφόδια για να «περάσει», μέχρι την επόμενη επίσκεψή του στο σπίτι του ελεήμονα παπά Γιάννη.

«Παπά Γιάννη, πώς είναι δυνατόν ο άνθρωπος αυτός, όντας τυφλός, να βρίσκει το δρόμο και να έρχεται στο σπίτι μας από τόσο μακριά;» τον ρωτά η παπαδιά μετά την αναχώρηση του Γιώργη.

«Πώς βρίσκει το δρόμο και, κυρίως, πώς δεν παθαίνει κανένα ατύχημα στο δρόμο;»

«Ο Χριστός μας τον φέρνει, παπαδιά» της απαντά ο γέροντας. «Μπορεί τα φθαρτά υλικά μάτια του να μην βλέπουν παρά ελάχιστα. Επειδή όμως έχει αγαθή ψυχή και είναι βασανισμένος άνθρωπος, ο Θεός ενδυναμώνει τα μάτια της ψυχής του. Ο Χριστός τον παίρνει από το χέρι και τον οδηγεί. Το σπίτι μας είναι σαν το φάρο μες στην τρικυμία της ταλαίπωρης ζωής του. Τα μάτια της αγνής ψυχής του βλέπουν το φως του φάρου και τον κατευθύνουν προς αυτό. Κι ο Χριστός είναι ο φύλακας άγγελος που απομακρύνει από το Γιώργη κάθε κίνδυνο. Είναι Θεόσταλτος ο Γιώργης. Γι αυτό πρέπει πάση θυσία να τον βοηθούμε περισσότερο, ίσως, από οποιονδήποτε άλλο που έρχεται στην πόρτα μας».

Εκτός από το Γιώργη, ο ιερέας του Θεού είναι σε καθημερινή επαφή με τους φτωχούς και κατατρεγμένους και καταβάλλει υπεράνθρωπες προσπάθειες για την ανακούφιση του πόνου τους. Εφαρμόζει χωρίς ιδιοτέλεια τη ρήση του Χριστού: «Μακάριοι οι ελεήμονες ότι αυτοί ελεηθήσονται».

«Σε παρακαλώ, παπαδιά, στο μεγάλο δωμάτιο να είναι πάντα το τραπέζι στρωμένο με ό,τι φαγητό διαθέτουμε» παραγγέλλει στην πρεσβυτέρα του «για να βρίσκει ο περαστικός κάτι να χορτάσει την πείνα του».

Πιστή στην εντολή και επιθυμία του και εξίσου ελεήμων, φιλάνθρωπος και Θεοσεβούμενη όσο και ο ίδιος, η πρεσβυτέρα φροντίζει να είναι πάντα στρωμένο το τραπέζι στο μεγάλο δωμάτιο. Πάνω του υπάρχει πάντα ψωμί, ελιές, κουκιά, κρασί ακόμα και μπακαλιάρος – ολόκληρος, όχι κομμάτια, «δεμένος» από την ουρά στ’ αυτιά ενός μεγάλου τέντζερη, να «κολυμπά» μες στο νερό για να ξαρμυρίσει ώστε, ανά πάσα στιγμή να είναι έτοιμος για μαγείρεμα.

Το δωμάτιο αυτό, με το πάντα στρωμένο τραπέζι, είναι πραγματικό καταφύγιο για τους στερημένους. Απαραίτητο συμπλήρωμα του τραπεζιού είναι πάντα ο χαλβάς, τα λουκούμια και λίγες καραμέλες για να φιλέψει τα μικρά παιδιά…

Πηγή: Βήμα Ορθοδοξίας


ἀμὴν ἀμὴν λέγω ὑμῖν, ἐὰν μὴ φάγητε τὴν σάρκα τοῦ υἱοῦ τοῦ ἀνθρώπου καὶ πίητε αὐτοῦ τὸ αἷμα, οὐκ ἔχετε ζωὴν ἐν ἑαυτοῖς.

Μὴ κρίνετε, ἵνα μὴ κριθῆτε·

ὅστις δὲ ὑψώσει ἑαυτὸν ταπεινωθήσεται, καὶ ὅστις ταπεινώσει ἑαυτὸν ὑψωθήσεται.


Επιστροφή στο

Μέλη σε σύνδεση

Μέλη σε αυτή την Δ. Συζήτηση: 0 και 0 επισκέπτες